Το προνόμιο να είσαι αποκλεισμένος…


των Ευτυχισμένων Ανέργων[1]

Τη στιγμή αυτή υπάρχουν διάφορες κινήσεις και πρωτοβουλίες κατά των μέτρων λιτότητας, κατά της ανεργίας, κατά του νεοφιλελευθερισμού … Αλλά το ερώτημα είναι επίσης: υπέρ ποίου πράγματος πρέπει να δηλώσουμε; Πάντως, όχι υπέρ του κράτους προνοίας και της πάλαι ποτέ πλήρους απασχόλησης, τα οποία ούτως ή άλλως έχουν τόσες πιθανότητες να επανέλθουν όσο και η ατμομηχανή στα τραίνα. Αλλά αυτό που μας περιμένει θα μπορούσε να ήταν ακόμα χειρότερο. Δεν είναι απίθανο να δοθεί στους ανέργους η δυνατότητα να καλλιεργούν τα λαχανικά τους και να αυτοσχεδιάζουν τις κοινωνικές τους σχέσεις στα ασαφή πεδία και τις χωματερές της μετανεωτερικότητας, ενώ θα τους παρακολουθεί από απόσταση η ηλεκτρονική αστυνομία και θα τους έχει αναλάβει κάποια μαφία, ώστε η ευκατάστατη μειοψηφία να μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί χωρίς μπελάδες. Οι Ευτυχισμένοι Άνεργοι ψάχνουν ένα πέρασμα για να βγουν από αυτό το δίλημματου τρόμου. Είναι θέμα αρχής.

 

Mία άλλη λέξη καμένη από την προπαγάνδα είναι η λέξη «αποκλεισμός». Οι άνεργοι υποτίθεται ότι είναι αποκλεισμένοι από την κοινωνία, και οι αγνές ψυχές συνηγορούν υπέρ της επανένταξής τους. Αποκλεισμένοι από τι ακριβώς; Ένας ανθρωπιστής της ΟΥΝΕΣΚΟ έδωσε την απερίφραστη απάντηση στην Κοινωνική Σύνοδο Κορυφής της Κοπεγχάγης: «Το πρώτο βήμα κοινωνικής επανένταξης συνίσταται στο να δεχθείς να υποστείς εκμετάλλευση».

Ευχαριστούμε για την πρόσκληση!

Πριν από τρεις αιώνες, oι κολλήγοι ύψωναν τα μάτια με φθόνο προς το κάστρο του αφέντη· δικαίως αισθάνονταν αποκλεισμένοι από τα πλούτη του, την ευγενή του σχόλη, τους αυλικούς καλλιτέχνες του και τις κυρίες της αυλής. Αλλά σήμερα ποιος θα ήθελε να ζήσει όπως ένα υπερ-στρεσαρισμένο στέλεχος; Ποιος θα είχε όρεξη να παραγεμίζει, όπως εκείνο, το κρανίο του με ατέλειωτους αριθμούς δίχως νόημα, να πηδάει τις ξανθιές γραμματείς του, να πίνει το νοθευμένο Μπορντώ του, να ψοφήσει από το έμφραγμά του; Με χαρά αποκλειόμαστε από την κυρίαρχη αφαίρεση· η ενσωμάτωση που αναζητάμε εμείς είναι άλλου είδους.

Στις φτωχές χώρες, εκατομμύρια άνθρωποι ζουν στο περιθώριο των κυκλωμάτων της αγοραίας οικονομίας. Κάθε μέρα, οι εφημερίδες γράφουν για την αθλιότητα του λεγόμενου «τρίτου κόσμου», μία αποκαρδιωτική διαδοχή από πολέμους, λιμούς, δικτατορίες και επιδημίες. Ωστόσο, δεν πρέπει να χάνουμε απ’ τα μάτια μας ότι, δίπλα σε αυτή την (ουσιαστικά εισηγμένη) αθλιότητα, υπάρχει μία άλλη πραγματικότητα: μια έντονη κοινωνική ζωή υποστηριγμένη από προκαπιταλιστικές παραδόσεις και έθιμα, σε σύγκριση με την οποία οι πλούσιες κοινωνίες φαίνονται ετοιμοθάνατες. Στις χώρες αυτές, η εργασία του λευκού ανθρώπου γεννά την περιφρόνηση επειδή «δεν τελειώνει ποτέ», σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τους Σομαλούς τεχνίτες που «καίνε» μεμιάς τα κέρδη από τη δραστηριότητά τους σε μία μεγάλη ετήσια γιορτή. Το φαινόμενο είναι γνωστό και παρατηρημένο: η διαθεσιμότητα των ανθρώπων για γιορτή είναι αντιστρόφως ανάλογη προς το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εθνικό προϊόν.

Ο άτυπος τομέας της οικονομίας είναι ήδη η απόδειξη ότι η αλληλεγγύη είναι μία μορφή αυθεντικού πλούτου. Το να ενώσουμε τη φτώχεια μας με την ελπίδα να επιτύχουμε την αφθονία δεν είναι εξωπραγματικό […]. Οι φτωχοί είναι πολύ πιο πλούσιοι απ’ ό,τι λέγεται και απ’ ό,τι πιστεύουν οι ίδιοι. Η απίστευτη χαρά της ζωής που εκπλήσσει τόσους παρατηρητές των αφρικανικών προαστίων είναι λιγότερο απατηλή απ’ ό,τι οι καταθλιπτικές «αντικειμενικές εκτιμήσεις» των στατιστικών εργαλείων, που διακρίνουν μόνο το εκδυτικισμένο τμήμα του πλούτου και της φτώχειας (Serge Latouche, La Planète desnaufragés [Ο πλανήτης των ναυαγισμένων].

Υπάρχει ασφαλώς ο κίνδυνος, για έναν Ευρωπαίο, να παρασυρθεί σε έναν εύκολο εξωτισμό. Ωστόσο, αρκεί να ακούσουμε όσα λένε για το θέμα αυτό οι μετανάστες, εκείνοι που έχουν την εμπειρία και των δύο κόσμων, για να πειστούμε σχετικά με το πλεονέκτημα που έχει ο φτωχός Νότος στο ζήτημα των κοινωνικών δεσμών. Ας παραθέσουμε και τον Αιγύπτιο Albert Cossery:

Τη στιγμή εκείνη έδειχνε να κουβαλάει όλους τους καημούς του κόσμου. Αλλά αυτό ήταν απλώς μία κατάσταση που υιοθετούσε κατά καιρούς για να πιστεύει στην αξιοπρέπειά του. Διότι ο Ελ Κορντί πίστευε ότι η αξιοπρέπεια ήταν ένα προνόμιο που συνοδεύει τη δυστυχία και την απελπισία. Τα δυτικά του αναγνώσματα του είχαν μπερδέψει έτσι το μυαλό (Mendiants etOrgeuilleux [Ζητιάνοι και περήφανοι].

africa

Οι Ευτυχισμένοι Άνεργοι έχουν πολλά να μάθουν –και να ξεμάθουν- από την Αφρική και τις άλλες μη δυτικές κουλτούρες. Το ζητούμενο προφανώς δεν είναι να πιθηκίσουμε αυτές τις προγονικές πρακτικές, όπως άλλοτε οι χίππυς, αλλά είναι, χωρίς να θέλουμε να αντιγράψουμε το πρωτότυπο, να βρούμε σε αυτές μία δροσιστική πηγή έμπνευσης, λίγο πολύ όπως ο Πικάσσο και οι ντανταϊστές εμπνεύστηκαν στην εποχή τους από τη νέγρικη τέχνη. Θα αναφέρουμε εδώ ένα μόνο παράδειγμα. Πριν από λίγα χρόνια, κάποιοι κοινωνιολόγοι εξέτασαν τον τρόπο ζωής των κατοίκων τού Grand Yoff, μιας από τις πιο εγκαταλειμμένες συνοικίες του Ντακάρ. Διαπίστωσαν ότι το μέσο εισόδημα μίας οικογένειας 12 ατόμων ήταν επτά φορές ανώτερο από τους επίσημους πόρους της. Όχι ότι οι άνθρωποι αυτοί είχαν βρει τη θαυματουργή φόρμουλα να πολλαπλασιάζουν τα χαρτονομίσματα. Είναι αδύνατο να ζήσει κανείς στην Αφρική χωρίς να ανήκει σε μία εθνότητα, ένα σόι, μία διευρυμένη οικογένεια, έναν φιλικό κύκλο. Στο εσωτερικό καθενός από αυτά τα δίκτυα, το χρήμα κυκλοφορεί μεθοδικά με ένα ακριβές, επεξεργασμένο και αναπόδραστο σύστημα δώρων, δωρεών, δανείων – επιστροφών, τοποθετήσεων, δικαιωμάτων σε διάφορα μερίσματα. Το γεγονός ότι αυτές οι δυνατότητες άντλησης συσσωρεύονται στο πλαίσιο της κάθε οικογένειας, της επιτρέπει να έχει ανά πάσα στιγμή πρόσβαση σε ένα ποσό χρημάτων χωρίς κοινό μέτρο με τους επίσημους πόρους που διαθέτει. Και πάλι, αυτές οι νομισματικές ροές είναι απλώς μία πτυχή της «οικονομίας της αμοιβαιότητας», η οποία συνίσταται επίσης σε ανταλλαγές υπηρεσιών επισκευής, συντήρησης και εγκατάστασης, κατασκευής παπουτσιών και ρούχων, συλλογικής προετοιμασίας γευμάτων, εργασιών μεταλλοτεχνίας και επιπλοποιίας, υπηρεσιών υγείας και εκπαίδευσης, χωρίς να ξεχνάμε και τη διοργάνωση γιορτών οι οποίες διατηρούν τη συνοχή της ομάδας –πράγματα, όλα, στα οποία το χρήμα δεν παίζει κανένα ρόλο. Για το λόγο αυτό, είναι αδύνατο να μετρήσει κανείς το «επίπεδο ζωής» των πληθυσμών αυτών με τα κριτήρια και τα εργαλεία της Δύσης.

Ας φανταστούμε για μια στιγμή ότι το σύστημα αυτό μπορεί να μεταφερθεί εδώ: ένας δικαιούχος επιδόματος ανεργίας θα διέθετε τότε 11.000 γαλλικά φράγκα [1.675 ευρώ] το μήνα, πράγμα που σίγουρα δεν θα έλυνε όλα του τα προβλήματα, αλλά θα τον βοηθούσε να τη βγάζει κάπως καλύτερα! Χωρίς να υπολογίσουμε όλα τα πράγματα που θα κέρδιζε και που το χρήμα δεν μπορεί να αγοράσει. Το κλασικό ερώτημα «πόσα λεφτά μου χρειάζονται για να ζω καλά» είναι κακά διατυπωμένο. Όποιος ζει τελείως απομονωμένος, σε συνθήκες μηδενικής βαρύτητας, δεν θα έχει ποτέ αρκετά λεφτά για να καλύψει την υπαρξιακή του μιζέρια. Οι δικαιούχοι επιδόματος εδώ έχουν φυσικά το τεράστιο χάντικαπ να μην μπορούν να στηριχτούν σε κανένα σόι, κανένα έθιμο που να υπάρχει ήδη. Πρέπει να ξεκινήσουμε από το μηδέν. Αλλά αν μη τι άλλο έχουμε αυτό το πλεονέκτημα, ότι οι συνθήκες ζωής μας δεν είναι (ακόμα) τόσο δραματικές και άγριες όσο στην Αφρική.

Για τους Ευτυχισμένους Ανέργους ανοίγεται εδώ ένα τεράστιο πεδίο πειραματισμού, το οποίο θα αποκαλέσουμε «αναζήτηση σκοτεινών πόρων».

Όπως ίσως θα έχετε ήδη καταλάβει, η σχόλη μας είναι φιλόδοξη, θεωρητική και πρακτική, σοβαρή και παιγνιώδης, τοπική και διεθνής (μόνο στην Ευρώπη, υπάρχουν ήδη πάνω από 20 εκατομμύρια δυνάμει Ευτυχισμένων Ανέργων!). Μια μέρα, θα μπορείτε να λέτε με υπερηφάνεια: ήμουν εκεί από το ξεκίνημα.

arton297-fa08c

[1] Το κείμενο αυτό είναι ένα κεφάλαιο από ένα βιβλίο που είχε κυκλοφορήσει στο Βερολίνο στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, με αρχικό τίτλο «Σε αναζήτηση σκοτεινών πόρων». Πρωτοπαρουσιάστηκε ως περφόρμανς σε σχετικά στενό κύκλο το 1996 και στη συνέχεια κυκλοφόρησε χέρι με χέρι ή με διάφορους άλλους ημιεπίσημους τρόπους και έγινε περισσότερο γνωστό ως «το Μανιφέστο των Ευτυχισμένων Ανέργων». Η μετάφραση εδώ έγινε από τα γαλλικά με βάση την έκδοση Manifeste desChômeurs Heureux, Libertalia, Paris 2013, σ. 51-57.

2 comments on “Το προνόμιο να είσαι αποκλεισμένος…

  1. Ο/Η Ιωάννης ο Αριστερόχειρας λέει:

    Λίγο άσχετο αλλά δείτε και πως πέρναγε επί Χούντας ο πολύς λαός!!

    ΧΡΟΝΟΓΡΆΦΗΜΑ: Στο διάβολο, μπολσεβίκο!
    Του Παν. Αντωνόπουλου
    Σπούδαζα σε μια εποχή μαύρη χωρίς μεγαλεία. Στην πατρίδα χούντα, η βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου εφτασφράγιστη, οι λύκοι της ασφάλειας μ’ ανοιχτό το στόμα γύρω μας, καθηγητές που έσκαγαν πλάκα με τα σκελετωμένα σώματά μας που τα είχε φάει μια πείνα Μέδουσα.
    Το ρευστό εσαεί ψαλιδισμένο, ο πατέρας άρρωστος από κακιά νόσο στο νοσοκομείο, η μητέρα να πλένει γριούλες για τον επιούσιο, οι καημοί μου να ξεψυχούν σ’ ένα σκοτάδι απελπισίας και θανάτου. Όμως δεν το ‘βαζα κάτω. Ξημεροβραδιαζόμουν στο βιβλίο, έμενα άυπνος, στερούμουν τη ντολτσεβίτα, ήθελα να πετύχω το στόχο μου και να χριστώ πτυχιούχος με λαμπρό το πνευματικό μου έαρ.
    Μετά το πέρας των διαγωνισμών του Φεβρουαρίου αποφάσισα να αποχρωματιστώ από την επαρχία μ’ ένα ταξιδάκι στην Αθήνα. Να σαρώσω με το αγέρι της νιότης μου θησαυρούς στους δρόμους της και να γευτώ την ξανθή ρετσίνα της με φίλους και χαρμόσυνους συμπότες.
    Ένας νόμος του Δράκοντα, μου ‘βαζε το μαχαίρι στο λαιμό. Το φοιτητικό δεν ίσχυε για Αθήνα, έπρεπε να πληρωθεί ολόκληρο. Πού λεφτά;
    Ο σοσιαλιστής υπάλληλος του ΚΤΕΛ καλός, φίνος. << Το μισό πλήρωσε! >> μου λέει << τι πάει να πει δεν πας στον τόπο γέννησης, ποιος θα το πάρει χαμπάρι. Κι αν το πάρει τι θα σε κατεβάσει; >>
    Μεσάνυχτα περάσαμε τον Ισθμό. Εκεί κοντά στις δώδεκα και τέταρτο ο οδηγός, έκοψε, έπιασε δεξιά, σταμάτησε και τράβηξε χειρόφρενο. Η πόρτα άνοιξε, ο σατανάς ελεγκτής πέρασε μέσα, σαν πειναλέος γάτος μας κοίταζε και νιαούριζε: << Τα εισιτήρια σας παρακαλώ! Τα εισιτήριά σας! Έλεγχος! >>
    Ήρθε και η σειρά μου. Είδε εισιτήριο, κάτι ψυλλιάστηκε, << την ταυτότητά σου! >> μου λέει. Διασταυρώνει στοιχεία, τα μάτια του σάλεψαν σαν βόες, τα χείλη του έσταξαν φυσαλίδες σάλιου και μου φθόγγισε σε γλώσσα αργό: << Μισό; Από πού κι ως πού; Εγεννήθης εν Μουριατάδα Μεσσηνίας, αυτό λέει η ταυτότητα, και δεν πας εκεί αλλά εν Αθήναις! Άρα δε δικαιούσαι μισό, φοιτητικό! Ή πληρώνεις τη διαφορά ή σε κατεβάζω τώρα! Αποφάσισε! >>
    Πήγα να διαμαρτυρηθώ. Δε μ’ άφησε, μου ‘φραξε το στόμα. << Είσαι κλέφτης και λωποδύτης! >> ούρλιαξε. << Πας να κλέψεις το ΚΤΕΛ, να φαλιρίσεις την επιχείρηση! >>
    << Δεν έχω μία! >> του φωνάζω, << είμαι σπουδαστής, φτωχός, έχω να φάω τρεις μέρες, πριν λαλήσει ο πετεινός σηκώνομαι και διαβάζω με άδειο στομάχι, έλεος! >>
    Αγρίεψε. Κλότσησε το κιβώτιο ταχυτήτων, μ’ άρπαξε απ’ το σβέρκο και με τίναξε έξω. << Στο διάβολο, μπολσεβίκο! Τι το θεωρείς το κράτος άσυλο κλεφτών!>> και έκλεισε την πόρτα.
    Μόνος πια στην ερημιά! Κάτω σ’ ένα σκοτεινό ουρανό, με τσέπες άδειες, και με την παλάμη μου ανοιχτή προς το << βουλευτήριο >>. Που είναι το ίδιο όπως τότε. Λίμνη πύου που πλέουν λείψανα ματωμένα.
    Τζάμπα αεροπλάνα Embraer και Gulfstream για τους Καίσαρες της Βουλής και του πλούτου, στο ματωμένο το λαό μουντζούρηδες και σαπιοκάραβα, με εισιτήρια στα ύψη!

    http://ellinikoxronografima.blogspot.gr/2016/06/blog-post_27.html#more

    ΥΓ
    Αυτό για όσους λένε «Που είσαι Παπαδόπουλε?»

    • Ο/Η Kimwn λέει:

      ΝΑΙ ΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ, τι δεν καταλαβαίνεις ????;;;;;

      ΔΕΝ ΣΤΟ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΑΝ ????;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;

      Μαζί τα φάγαμε…(και χώρια τον πίνουμε)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s