Οι κίνδυνοι του ύπνου στον καναπέ…


Η οικεία οικία μες στην ασφάλειά της κρύβει πολλές παγίδες. Είναι άλλωστε γνωστό πως η απόσταση ανάμεσα στην αγκαλιά και το πνίξιμο είναι περίπου ένας σπασμός.
Ο κίνδυνος είναι ο ύπνος της εγρήγορσης, ακριβώς το συναίσθημα αυτό της ασφάλειας που κάνει όλες τις άμυνες να ατροφούν απότομα.
Τα κατοικίδια έπιπλα συχνά τείνουν να μεταμορφώνονται σε πισώπλατους εχθρούς. Ενα ράφι, η γωνία ενός τραπεζιού, το πόδι μιας καρέκλας βρίσκουν εύκολα έναν νέο σκοπό και μια νέα αποστολή σε μια αμυχή, μια μελανιά ή μια πληγή στο ανθρώπινο σώμα.
Μέσα στην ηρεμία της οικιακής γεωγραφίας τίποτα δεν σε προειδοποιεί για τις παγίδες και τους κινδύνους της κοινότοπης συνόρευσής σου, της συγκατοίκησής σου με τη ρουτίνα.
Γιατί στον διττό σκοπό των αντικειμένων ένα μπρίκι που πέφτει προς το πάτωμα μπορεί εύκολα να ταυτιστεί με μια μελανιά που ανθίζει στο σώμα.
Ο κίνδυνος όλης αυτής της συνύπαρξης εξορίζεται μονίμως από τη μέριμνά μας, προς όφελος της ηρεμίας μας.

Συνέχεια

Η διάλυση μιας αγοραίας Ένωσης…


Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραδομένη εδώ και χρόνια στην καταστροφική και απάνθρωπη λογική και πολιτική της «ανάπτυξης», έφτασε στην κορύφωση του αδιεξόδου της

του Γιάννη Μακριδάκη

Κατάφερε να αντιστρέψει κάθε έννοια και να απαξιώσει κάθε ιδανικό και αξία, με αποτέλεσμα να εγκλωβιστεί μέσα στην αδιέξοδη πολιτική της απομύζησης των ανθρώπων της και των πατρίδων τους με γνώμονα το συμφέρον των Αγορών.

Μετατράπηκε έτσι σε απόλυτα συντηρητική και κυβερνήθηκε από τους πλέον διεφθαρμένους και χυδαίους πολιτικούς, αντάξιους φυσικά των πολιτικών που ακολούθησαν. Το αποτέλεσμα είναι να φαντάζει πλέον ως προοδευτική η αλλαγή πορείας του κάθε κράτους προς τα πίσω, δηλαδή ξανά προς την «ιδιώτευση», προς την αποχώρηση, προς το μέλλον εκτός αυτής της αποτυχημένης γερμανοκρατούμενης Ένωσης και συνέπεια αυτού η ενδυνάμωση για άλλη μια φορά στην σύντομη ιστορική πορεία του καπιταλισμού των κατά τόπους εθνικιστικών πολιτικών μορφωμάτων, με ό,τι δυσοίωνο σημαίνει αυτό για το μέλλον μας ως ανθρωπότητα.

Η Αριστερά της Ευρώπης φέρει τεράστιες ευθύνες για αυτή την κατάληξη. Διότι αντί να δείξουν τον άλλο δρόμο ως όφειλαν να βλέπουν και να υπηρετούν οι ίδιοι, τον δρόμο των Αξιών και της αρμονικής συνύπαρξης σε μια Ένωση Πολιτών, η οποία θα έχει ως Αρχή τον σεβασμό στις πολιτισμικές, φυσικές, οικονομικές και λοιπές ιδιαιτερότητες κάθε λαού και τόπου, προσαρμόστηκαν καλύτερα από τους αντιπάλους τους στην παράλογη και χυδαία ισοπεδωτική λογική του χρηματοοικονομικού συστήματος και αλώθηκαν από αυτήν, υπηρέτησαν και αυτοί την «ανάπτυξη», συνέβαλαν δηλαδή καθοριστικά στην δημιουργία της Ε.Ε. των Αγορών και των Τραπεζών, που θεωρεί τους πολίτες της αριθμούς και τις πατρίδες τους απαξιωμένα οικόπεδα προς ισοπέδωση.
Η διάλυση αυτής της ανόητης και ανήθικης ΕΕ είναι ιστορικά πλέον προ των πυλών. Παρότι φαντάζει ίσως επιθυμητή, διότι μόνον έτσι υπάρχει πιθανότητα να επανασυγκολληθεί υπό μη αγοραίους όρους, μέχρι να γίνει αυτό και αν ποτέ γίνει, το κοινό μας μέλλον, με τον καθένα περιχαρακωμένο στα ίδια συμφέροντα και τον εθνικισμό να καλπάζει, δεν προδιαγράφεται ευοίωνο.
_____________________________________________________________
 

Ελλάδα και χρέος: δυο αιώνες έξωθεν παρεμβάσεων των πιστωτών…


Σύνοψη 1ου μέρους

2016-06-23 01 Toussaint Eric

Ήδη από την ανακήρυξή της σε ανεξάρτητο κράτος, η Ελλάδα είναι δέσμια δανειακών συμβάσεων (1824, 1825 και 1833) που στο σύνολό τους αντιστοιχούν στο 245% του ΑΕΠ της. Τρεις Μεγάλες Δυνάμεις (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ρωσσία) συνασπίζονται συγκροτώντας έτσι την πρώτη Τρόικα της νεότερης Ελλάδας, η οποία θα επιβάλλει τη μοναρχία του Βαυαρού πρίγκιπα Όθωνα και θα καθυποτάξει τη χώρα δια του χρέους. Η Τρόικα υπερασπίστηκε συστηματικά τα συμφέροντα των μεγάλων τραπεζών του Λονδίνου και του Παρισιού εξασφαλίζοντας της άντληση εκ μέρους τους του μέγιστου δυνατού κέρδους από ένα επονείδιστο χρέος. Ο ελληνικός λαός που κλήθηκε να πληρώσει το υψηλό κόστος μιας σπάταλης και πολεμοχαρούς μοναρχίας προέβη σε διαδοχικές εξεγέρσεις. Αν όμως πέτυχε την αποχώρηση του δεσπότη το 1862 και τη συνακόλουθη αναγνώριση ενός Συντάγματος που του παραχωρούσε θεμελιώδη πολιτειακά και πολιτικά δικαιώματα, δεν κατόρθωσε να σπάσει τα δεσμά του χρέους. Οι Μεγάλες Δυνάμεις διατήρησαν την Ελλάδα σε καθεστώς υποτέλειας και αρνήθηκαν πεισματικά στον ελληνικό λαό την άσκηση της εθνικής του κυριαρχίας. Η μοναρχία και οι άρχουσες τάξεις επιχείρησαν συστηματικά να στρέψουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια στον εθνικισμό με βασικό τους εργαλείο και όχημα τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Συνέχεια

Ν. 330/1976: Ο πρώτος αντιαπεργιακός νόμος της μεταπολίτευσης…


Η νέα επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα είναι ακριβώς αυτό: νέα. Δεν είναι ούτε πρωτόγνωρη ούτε απρόσμενη. Μοιάζει σάμπως όλες οι κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως αποχρώσεως, να θεωρούν πως τα δικαιώματα των εργαζομένων αποτελούν κίνδυνο ή τροχοπέδη για την οικονομία και νομίζουν πως κάθε προσπάθεια για βελτίωση της εθνικής οικονομίας πρέπει να ξεκινάει με το ξήλωμά τους. Κι αν μέχρι το 1974 δεν χρειάζονταν πολλά προσχήματα για κάτι τέτοιο, η μεταπολιτευτική περίοδος είναι γεμάτη μικρά και μεγάλα νομοθετήματα που, παρά τον «δημοκρατικό» σοβά τους, έχουν στόχο τους εργαζόμενους.

Ας γυρίσουμε στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Με ακμαίο το ηθικό λόγω της πτώσης της χούντας, η εργατική τάξη εκφράζει με ιδιαίτερη αποφασιστικότητα την απόφασή της να διεκδικήσει όλα όσα της στερούσαν τόσα χρόνια. Παρά τα βλακώδη παραμύθια για το «πόσο καλά περνάγαμε επί δικτατορίας», το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων έχει συμπιεστεί από τον καλπάζοντα μετά το 1970 πληθωρισμό: το 2,5% του 1968 έφτασε το 6,6% το 1972 και άγγιξε το 40% το 1973, ποσοστό που ξεπεράστηκε μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 1974.

Παναγής Παπαληγούρας, Κωνσταντίνος Καραμανλής, Κωνσταντίνος Λάσκαρης

Συνέχεια

επαγγελματίες νεκροθάφτες…


Πέρα απ’ την αποτελεσματική “κίνηση απ’ τα κάτω” των ιδεών, των πεποιθήσεων και των πρακτικών που στερέωσαν τις πολιτικές των ταυτοτήτων στο κέντρο της όποιας κριτικής, σπρώχνοντας στην άκρη και στο σκοτάδι, σαν “παρωχημένη”, την εργατική κριτική, υπήρξαν μεμονωμένοι διανοούμενοι που ενίσχυσαν ή προσπάθησαν να ενισχύσουν ή επωφελήθηκαν απ’ αυτήν την εξέλιξη; Η απάντηση είναι “ναι” – αλλά το “μεμονωμένοι” είναι ίσως λάθος. Κάθε σοβαρό τμήμα κοινωνιολογίας στα πανεπιστήμια του αναπτυγμένου καπιταλιστικά κόσμου, και ειδικά εκείνα που ήταν στελεχωμένα από ανθρώπους με συμμετοχή στα πρόσφατα κινήματα ή συμπάθεια προς αυτά, με προσήλωση “αφουγκράστηκε” και συστηματοποίησε τις προσεγγίσεις αυτού του νέου μαχητικού και όχι ρητά εργατικού υποκειμενισμού. Είναι βέβαιο ότι οι περισσότερο ολοκληρωμένες σειρές αναλύσεων και συνηγοριών στις προβληματικές της ταυτότητας βρίσκονται (και βρέθηκαν εκεί απ’ τα ‘80s) στις βιβλιοθήκες των πανεπιστημιακών σχολών κοινωνιολογίας, ανθρωπολογίας, και άλλων παρόμοιων κλάδων· πολύ πιο ολοκληρωμένες από οποιοδήποτε αρχείο συλλογικότητας ή μεμονωμένου ακτιβιστή / ακτιβίστριας των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Αυτό είναι άλλωστε μέρος της post ‘68 εξέλιξης των ίδιων των πανεπιστημίων και ειδικά των ανθρωπιστικών σπουδών. Στο βαθμό, ωστόσο, που θεσμοί με το κύρος των πανεπιστημίων μπορούσαν να αναπαράγουν το “μήνυμα του πεζοδρομίου” μελετώντας το και τεκμηριώνοντάς το με επιστημονικές μεθόδους, οι πολιτικές των ταυτοτήτων είχαν έναν σημαντικό σύμμαχο.

Ηανοικτή διακήρυξη της εξαφάνισης της εργατικής τάξης στα βάθη της κοινωνικής εξέλιξης δεν έγινε με τρόπο μαζικό – όχι, κατ’ αρχήν, σαν κατηγορηματικό συμπέρασμα. Υπήρξε όμως τουλάχιστον ένας διανοούμενος, που προκάλεσε  νωρίς νωρίς ένα κάποιο διεθνές “σκάνδαλο”, ακριβώς γι’ αυτό: για την ανοικτή και επίσημη διακήρυξη περί πολιτικού τέλους της εργατικής τάξης. Αξίζει λοιπόν μνεία σ’ αυτό το σημείο. Πρόκειται για τον γάλλο Andre Gorz, και το (στα αγγλικά δημοσιευμένο κατ’ αρχήν) Farewell to the working class: an essay in post – industrial socialism, του 1982. “Αντίο προλεταριάτο”[1]: με τον τρόπο του ο Gorz εμφανίστηκε “την κατάλληλη στιγμή” από ιστορική άποψη, για να αναγγείλει το πολιτικό ξεπέρασμα της εργατικής τάξης και του ανταγωνισμού της, όχι απ’ τα “δεξιά” αλλά απ’ τα “αριστερά”. [2]
Ο Gorz δεν ήταν τότε ακριβώς εκφραστής κάποιας πολιτικής της ταυτότητας. Η θέση απ’ την οποία ξέγραψε την εργατική τάξη ήταν οικολογική. Παρ’ ότι δεν γνωρίζουμε το εύρος της επίδρασης που είχε ο ίδιος και οι απόψεις του το 1982 (και αργότερα), αξίζει να αναδημοσιεύσουμε κάποια σημεία του “αντίο προλεταριάτο”. Επειδή τα ίδια ή παρόμοια υποστηρίχτηκαν όλο και πιο πλατιά στη δεκαετία του 1980 (και στα μέρη μας, και αλλού), φτάνοντας να γίνουν κοινοτοπίες μετά τα ‘90s.

Συνέχεια