Ούτε λαϊκή, ούτε εθνική. Αρνητική ενότητα! …


United we stand, divided we fall.

Η επίκληση στην ενότητα είναι τόσο θεμελιώδης που είναι σχεδόν ταυτόσημη με την κοινωνική αναπαραγωγή, με την δημιουργία και διατήρηση της κοινότητας, του κοινού. Από πάντα κάθε κοινωνική ομάδα που θέλει να αντιπαρατεθεί με άλλες ή με τις δυσχέρειες της ζωής και της επιβίωσης που προέρχονται από άλλες συνθήκες (πχ. περιβαλλοντικές) προϋποθέτει μια εσωτερική ενότητα και συνοχή. Από την φυλή στον Αμαζόνιο μέχρι τα clubs των ελίτ και από τον πόλεμο ως τις οικογενειακές σχέσεις. Από την άλλη, η διαίρεση είναι διαχρονικό εργαλείο κατακερματισμού και φθοράς του αντιπάλου. Το γνωστό «διαίρει και βασίλευε».

Ας μην κάνουμε το λάθος να ταυτίσουμε την ενότητα με κάτι καλό και την διαίρεση με την κακιά εξουσία. Μην κάνουμε ηθική εκτός ιστορίας. Κάθε ειδική χρήση αυτών των πρακτικών πρέπει να έχει και ειδική κρίση. Η επίκληση στην ενότητα και η πρακτική της διαίρεσης είναι πράγματα που χρησιμοποιούνται συνέχεια, παράλληλα και εναλλάξ, με χίλιους τρόπους που φαίνονται ή δεν φαίνονται σε όλες τις κοινωνικές διεργασίες, στον πόλεμο και στην πολιτική.

Έτσι για παράδειγμα η δεξιά του ελληνικού κράτους κάνει επίκληση στην εθνική ενότητα αφού το έθνος είναι η φαντασιακή κοινότητα που το συνέχει ως τέτοιο. Η αριστερά του ελληνικού κράτους προσθέτει πλάι στο έθνος τη δικιά του φαντασιακή κοινότητα από τα παλιά (πριν ενστερνιστεί το έθνος), τον λαό. Το θέμα με τις φαντασιακές κοινότητες είναι ότι είναι μια χαρά πραγματικές αν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι είναι. Δηλαδή, το έθνος είναι πραγματική συλλογική συνείδηση και ταυτότητα αν οι υπήκοοι του ελληνικού κράτους πιστεύουν πως είναι. Το ίδιο και με τον λαό και με όλα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως όταν λέμε ότι κάτι είναι κοινωνική κατασκευή δεν σημαίνει πως αυτό είναι ψεύτικο και μη πραγματικό. Είναι κοινωνική κατασκευή και μια χαρά πραγματικό, επειδή είναι κοινωνική κατασκευή.

Σε αυτό το πλαίσιο και για την διεξαγωγή του πολέμου με αποτελεσματικότερους όρους για μας, κάνουμε συνέχεια μια επίκληση σε διαφόρων τύπων «ενότητες». Ο αναρχικός χώρος έχει προσπαθήσει για παράδειγμα με την Αναρχική Ομοσπονδία και την Αναρχική Πολιτική Οργάνωση να δώσει μια απάντηση στο ζήτημα μιας ενότητας του αναρχικού χώρου. Τα δύο αυτά εγχειρήματα ξεκίνησαν ως ένα αλλά κατέληξαν σε δύο, πράγμα που υπονομεύει, δυστυχώς, εξαρχής την προσπάθεια στο σύνολό τους. Γενικά, βλέπουμε διασπάσεις που αντί να πλουτίζουν το κίνημα λειτουργούν συνήθως ανταγωνιστικά και διασπαστικά.

Με τα εργαλεία που χρησιμοποιώ εδώ θα αναπτύξω μια πιο χρήσιμη αντίληψη και για την θεωρία και για την πρακτική που μπορεί να απαντήσει σε αυτά τα προβλήματα, αφού πρώτα αναφερθώ σε κάποιες μόνο από τις πολλές πηγές αυτών των προβλημάτων.

LW422-MC-Escher-Plane-Filling-II-1957

M.C. Escher – Plane Filling II, 1957, Lithograph

Φιλελευθερισμός

Τα αναρχικά, αντιεξουσιαστικά και ευρύτερα κομμουνιστικά κινήματα είναι σε μεγάλο βαθμό παιδιά του Διαφωτισμού. {Λέω σε μεγάλο βαθμό γιατί θεωρώ ότι παρόλο που μπορούμε να διακρίνουμε μια τομή στον Διαφωτισμό και ειδικά ως προς το κομμάτι της θρησκείας, νομίζω ότι τα αναφερθέντα κινήματα έχουν και μια συνέχεια με τη χριστιανική θρησκεία και γενικά με θεολογικά κινήματα. Οπότε γεννήθηκαν μέσα από τη συνέχεια και την τομή.} Γέννημα θρέμμα του Διαφωτισμού είναι και ο φιλελευθερισμός. Και ο αναρχισμός έχει ειδική και στενή σχέση με αυτόν.

Για τον φιλελευθερισμό η πιο κεντρική έννοια είναι αυτή του «ατόμου». Η κατηγορία του «ατόμου» παρουσιάζεται φιλοσοφικά στο «σκέπτομαι άρα υπάρχω» του Descartes¹ (δες οπωσδήποτε τη σημείωση) και πολιτικά στο κράτος, το οποίο εμφανίζεται ως εγγυητής και δημιουργός αυτής της κατηγορίας. Και σε αυτή την έννοια θεμελιώνονται ιδεολογικά τα ατομικά δικαιώματα, η ιδιοκτησία και η έννοια της ελευθερίας. Το απόφθεγμα «η ελευθερία του ενός σταματά εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου» περιγράφει καθαρά αυτή την έννοια. Μια ελευθερία που κάνει τα άτομα ανταγωνιστικά το ένα ως προς το άλλο. Παράλληλα, με την αναγωγή του ατόμου σε κεντρική κατηγορία συγκρότησης των κοινωνιών υπό το κράτος, εξυψώνεται/αποθεώνεται η ελευθερία αυτού του ατόμου και οι επιθυμίες του. Αυτή είναι η ιδεολογική ρίζα κατά τη γνώμη μου του αναρχοατομικισμού, που μοιάζει σαν μια ακραία μορφή φιλελευθερισμού όπου το άτομο είναι τα πάντα και η κοινωνία είναι ο καταπιεστής του ατόμου. Μεγάλο θέμα αυτό, μακάρι να προλάβω να γράψω ένα κείμενο μόνο γι’ αυτό.

Η ιδεολογική ηγεμονία του φιλελευθερισμού στις δυτικές κοινωνίες είναι αδιαμφισβήτητη. Τα κινήματα των δικαιωμάτων, των ταυτοτήτων, της ατομικής ελευθερίας της έκφρασης και του λόγου διαπνέονται από μπόλικο από αυτόν καθώς και ότι έχει να κάνει με ιδιοκτησία, πνευματικά δικαιώματα, πατέντες κτλ. Η κοινωνία των ατόμων (που δεν είναι πλέον κοινωνία-κοινότητα) έχει πλέον την κατάλληλη ιδεολογία για την καπιταλιστική κοινωνία όπου το χρήμα/εμπόρευμα διαμεσολαβεί τις κοινωνικές σχέσεις και στις οποίες οι άνθρωποι πρέπει να εμφανίζονται μπροστά στον άλλον ως ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλον για να μπορούν να πραγματοποιήσουν την εμπορευματική συναλλαγή. Ακριβώς αυτή η κατάσταση ανάγει το «Εγώ» σε σημείο και κέντρο αναφοράς των πάντων. Το οποίο «Εγώ» μπορεί να είναι ατομικό ή και συλλογικό «Εγώ». Όλη η δυτική κοινωνία και πολιτική έχει στα θεμέλια της αυτή την ανταγωνιστική αντίληψη των πραγμάτων. Η κάθε τομή δημιουργεί ένα νέο άτομο, η κάθε διάσπαση συγκροτείται σε μια νέα Αλήθεια και ταυτότητα, αλάνθαστη και ανταγωνιστική ως προς τις άλλες. Αυτή είναι όλη η ιστορία της αριστεράς και πέρα από αυτήν. Τα αναρχικά /αυτόνομα /αντιεξουσιαστικά εγχειρήματα δεν διαφεύγουν αυτής της ιδεολογικής ηγεμονίας. Ίσα ίσα υποφέρουν από αυτήν (δεν ξέρω αν το ξέρουν βέβαια). Το «Εγώ» κυριαρχεί είτε ως ατομικό, είτε ως συλλογικό και η διάσπαση (συνήθως) δημιουργεί εντάσεις και ανταγωνισμούς αντί να απελευθερώνει νέες δυνάμεις και δυνατότητες για την κινηματική δραστηριότητα.

Πέρα από την επιρροή του φιλελευθερισμού στα ριζοσπαστικά κινήματα – παιδιά του  Διαφωτισμού, υπάρχει μια ιδιαιτερότητα στον ελλαδικό χώρο η οποία πρέπει να αναλυθεί ξεχωριστά.

Οικογενειοκρατία

Δεν μπορούμε να καταλάβουμε την πολιτική κίνηση στην Ελλάδα αν δεν έχουμε υπόψη μας τον κεντρικό ρόλο της οικογένειας πολύ πριν τη σύσταση του ελληνικού κράτους. Η οικογένεια με τον πατέρα ως κεντρική φιγούρα, ως άρχων των πάντων, ήταν η βασική μονάδα κοινωνικής αναπαραγωγής στον ελλαδικό χώρο για πολλές δεκαετίες (και είναι ακόμα σε μεγάλο βαθμό). Ήδη από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η πατρωνία ως κοινωνικός θεσμός ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένος. Στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η γη άνηκε στον Αλλάχ και άρα στον Σουλτάνο. Το ζήτημα ήταν η απόσπαση φόρων ή υπηρεσιών σε αντάλλαγμα την καλλιέργεια της γης από τους υπηκόους. Από τον Σουλτάνο ως τους υπηκόους υπήρχαν ένα σωρό διαμεσολαβητές που αναλάμβαναν την είσπραξη των φόρων, οι οποίοι έπαιρναν τέτοιες κρίσιμες θέσεις εξουσίας με λάδωμα, με μέσον και άλλους τέτοιους τρόπους. Σε αυτό το σύστημα είσπραξης φόρων και εξουσίας έπαιζαν σημαντικό ρόλο και οι  κοτζαμπάσηδες (χριστιανοί από εύπορες οικογένειες). Η οικογενειοκρατία είναι το βασικό σύστημα κοινωνικής συγκρότησης και αναπαραγωγής και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Αυτό που αποκαλείται κομματοκρατία και διαφθορά έχουν τις ρίζες του εκεί. Τι σχέση έχουν όλα αυτά με μας;

Μεγάλη. Πέρα από τις οικονομικές και πολιτικές συνέπειες που έχουν μεγάλο ενδιαφέρον υπάρχει και το επίπεδο της κουλτούρας. {Έχει τόσο μεγάλο ενδιαφέρον που θα μπορούσαμε στη βάση αυτή να αναλύσουμε όλα τα τελευταία χρόνια της κρατικής πολιτικής  ως μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού ενάντια σε αυτό το σύστημα της οικογενειοκρατίας, της καπιταλιστικής αξιοκρατίας ενάντια στις προσωπικές σχέσεις, ενός σύγχρονου καπιταλιστικού αποδοτικού κράτους έναντι του βαλκανικού κράτους των κοτζαμπάσηδων.} Στο επίπεδο της κουλτούρας και των κοινωνικών σχέσεων η οικογενειοκρατία, έχοντας στον πυρήνα της την πατριαρχία, είναι κοινωνικά διάχυτη σε πολλές μορφές. Παντού γίνεται προσπάθεια για να φτιαχτεί μια «οικογένεια». Οικογενειακές επιχειρήσεις, οικογενειακό κλίμα σε μεγάλες επιχειρήσεις, οικογένειες και ομάδες συγγένειας στην πολιτική κοκ.

Στην πολιτική και στα δικά μας τώρα, ιστορικά αναπτύσσονται κοινότητες αγωνιζομένων που έχουν πολλά κοινά με αυτά της οικογένειας. Οι περισσότερες ομάδες που ξέρεις έχουν κάποιο Πατέρα που γενικά είναι ο καθοδηγητής, ο προστάτης, το πρόσωπο που ενοποιεί την ομάδα. Σε πολλές ομάδες, καθόλου περιέργως μαζί με τον Πατέρα έχεις και Μητέρα. Εκεί συμπληρώνεται το κασέ και έχεις και Παιδιά που οι κινηματικοί Γονείς αγκαλιάζουν και προστατεύουν. Υπάρχουν τα αγαπημένα παιδιά, τα λιγότερο αγαπημένα, τα ανυπάκουα που με την πρώτη ευκαιρία αποκλείονται άλλοτε διακριτικά και άλλοτε αδιάκριτα, άλλοτε τυπικά και άλλοτε άτυπα. Η πιο βλαβερή συνέπεια είναι ότι οι οικογένειες-συλλογικότητες δεν επιτρέπουν την ανάπτυξη αιχμηρών πολιτικών κριτικών στο εσωτερικό τους και το ξεπέρασμα τους εαυτού τους για να ριζοσπαστικοποιηθούν ακόμα περισσότερο. Για παράδειγμα, στην κριτική στην πατριαρχική συγκρότηση πολλών ομάδων έχουν υπάρξει αντιδράσεις που ομοιάζουν αποκαλυπτικά με την οικογένεια. Αντί να ληφθεί η κριτική ως μια ευκαιρία για πολιτική ανάπτυξη, για πλούτο θέσεων, λόγων και αναγκών και άρα ποιοτικό μεγάλωμα της συλλογικότητας γίνεται αντιληπτή ως προσβολή στο φυσικό καθεστώς των γονεϊκών σχέσεων, όπως θα γινόταν σε μια οικογένεια. Όταν για παράδειγμα τα παιδιά διαμαρτύρονται, πολλές φορές θα δούμε τους γονείς να αντιδρούν λέγοντας «εγώ που σε μεγάλωσα, που θυσιάστηκα, είσαι αχάριστη/ος» κτλ. Οι γονείς ταυτίζουν την οικογένεια με τον εαυτό τους και θεωρούν ότι τα μέλη της είναι δικά τους ή ότι δεν γίνεται και δεν πρέπει να υπάρχουν χωρίς αυτούς. Αντίστοιχα, οι πολιτικοί γονείς ταυτίζουν τους εαυτούς τους με τη συλλογικότητα, την θεωρούν κτήμα τους, θέλουν όλα και όλοι να περνάνε και να ελέγχονται από αυτούς, συμμετέχουν σε όλα τα πράγματα – που είναι ανθρωπίνως δυνατό – που πραγματοποιεί μια ομάδα. Έτσι όπως η οικογένεια είναι ένας καταπιεστικός θεσμός για τα παιδιά κυρίως αλλά και για τους γονείς, έτσι και η συλλογικότητα καταντά να είναι ένας καταπιεστικός θεσμός. Κι εδώ έρχεται μια κριτική από τη μεριά των ατομικιστών που βλέπει το συλλογικό ως καταπίεση της δημιουργικότητας του ατόμου, κριτική που έχει μια βάση ακριβώς πάνω σε αυτό το φαινόμενο της οικογενειοκρατίας (με κύρια αλλά όχι μοναδική έκφρασή της την πατριαρχία).


Χρησιμοποίησα αυτές τις δύο έννοιες (φιλελευθερισμός και οικογενειοκρατία) γιατί νομίζω μπορούν να χρησιμεύσουν ως ομπρέλες για πολλά από τα φαινόμενα που μαστίζουν το κίνημα. Φυσικά, μπορείς να εξειδικεύσεις το καθένα από αυτά και να το αναπτύξεις πολύ περισσότερο. Το θέμα είναι ότι φιλελευθερισμός και οικογενειοκρατία μπορούν να πηγαίνουν και μαζί αλλά να είναι και αντιθετικές μεταξύ τους. Δεδομένο είναι ότι είναι εκεί έξω και πρέπει να τις ξεπεράσουμε.

Πατώντας πάνω σε αυτά, η επίκληση για ενότητα στη σκέψη και τη δράση όπως γίνεται μέχρι τώρα αποζητά (συνήθως) μια θετική καταφατική ταύτιση. Για παράδειγμα, όταν έγινε το κάλεσμα για την Ομοσπονδία όλη η διαδικασία ήταν να βρουν κοινές θέσεις, αρχές, αξίες στις οποίες θα συμφωνήσουν για να συγκροτηθούν ως συλλογικό σώμα. Αυτή είναι όλη η διαδικασία που έχουμε μάθει στην κοινωνία που μεγαλώσαμε (όπως τα καταστατικά σε κάθε είδους σύλλογο). Δημιουργούμε δηλαδή ένα ιδεατό, ένα μέτρο των πάντων και μετά κρίνουμε με βάση αυτό και την πραγματικότητα και την κίνησή μας. Αυτό έχει διάφορα προβλήματα που έχω σημειώσει κατά καιρούς και τώρα θα τα θεωρήσω αυτονόητα. Το βασικότερο όλων είναι τείνουμε να κρίνουμε και να διατυπώνουμε προτάγματα εκτός ιστορίας και τελικά κάνουμε περισσότερο θεολογία και μεταφυσική παρά πολιτική. Το θεολογικό κομμάτι του κινήματος είναι υπαρκτό, είναι πραγματική κινητήρια δύναμη για πολλούς ανθρώπους και δεν το αναφέρω με σκοπό να το απορρίψω. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε να πάμε πιο πέρα από αυτήν τη μορφή συλλογικής συγκρότησης; Πέρα από την ταύτιση σε ένα ελάχιστο πολιτικής συμφωνίας; Η απάντηση είναι ναι. Για την ακρίβεια δεν είναι «ναι, μπορούμε!». Είναι «ναι, και ήδη το κάνουμε».


Με δομικά προβλήματα (όπως αυτά που ανέλυσα στο πρώτο μέρος αυτού του κειμένου) υπάρχουν δύο πράγματα που μπορούν και να γίνουν. Και ειδικά με προβλήματα τέτοιου τύπου που το ζήτημα ξεπεράσματός τους δεν είναι απλά ζήτημα πολιτικής απόφασης και δράσης αλλά μιας μακροχρόνιας ειλικρινούς δουλειάς για πράγματα που είναι βαθιά ριζωμένα μέσα μας κοινωνικά, πολιτισμικά και εν τέλει υπαρξιακά και σωματικά.

Το πρώτο (άμεσο) πράγμα που (πρέπει) να κάνουμε – αυτονόητο είναι βέβαια πως τα έχουμε αναγνωρίσει – είναι να θέσουμε σε εφαρμογή τέτοιες λειτουργίες που να προσπαθούν να αίρουν τις πρακτικές αυτές. Και αυτό πατάει στο εξής γεγονός. Ότι για να αλλάξουμε πολιτικά μπορεί να είναι ζήτημα αποτελεσματικής/καλύτερης θεωρίας  αλλά για να αλλάξουμε υπαρξιακά μπορεί να μη φτάνει ένα μικρό χρονικό διάστημα ή ακόμα μια γενιά. Επίσης είναι πολύ δύσκολο να αλλάξει ο άνθρωπος από μια ηλικία και μετά (αυτό μπορεί να ακούγεται άσχημο, αλλά δυστυχώς ισχύει και είναι μετρημένοι στα δάχτυλα οι άνθρωποι που κρατούν τα όπλα της κριτικής και κυρίως της αυτοκριτικής ακονισμένα σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους). Φυσικά το θέμα δεν είναι βιολογικό αλλά πολιτισμικό. Τέτοιες λειτουργίες είναι οι τρόποι που διεξάγουμε τις διαδικασίες μας ώστε να μπορούν όλοι και όλες να μιλάνε ισότιμα αλλά και να νιώθουν ελευθερία στην έκφραση των απόψεων τους, τρόπους που βρίσκουμε να μοιράζεται η γνώση ώστε να μην παγιώνονται οι ρόλοι και οι ιεραρχίες και διάφορα άλλα τέτοια.

Το δεύτερο (μακροπρόθεσμο) είναι να βρίσκουμε νέους τρόπους, που αναλογούν στην κάθε ιδιαιτερότητα (είτε συλλογικότητα, είτε άτομο) ώστε να μπορούμε να ξεπερνάμε αυτά τα πράγματα. Κάποιες αναφορές έχω κάνει πιο παλιά αναφορικά με τη σημασία του βιώματος και της διαφοράς. Πρέπει και να αναθεωρούμε τις διαδικασίες μας, ακόμα κι αν στην αρχή τους ήταν πολύ αποτελεσματικές και να βρίσκουμε νέους τρόπους που μας εκφράζουν είτε εντός διαδικασιών, είτε εκτός. Είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε το εξής: ότι το κίνημα πρέπει από τη μια μεριά να είναι αποτελεσματικό στον πόλεμο ενάντια στην εξουσία αλλά από την άλλη πρέπει να πληρώνει υπαρξιακά και κοινωνικά τους αγωνιζόμενους. Όταν βρίσκεται αυτό το μείγμα, τότε έχεις την κατάλληλη εκρηκτική ύλη για να ταρακουνήσεις συθέμελα το όποιο καθεστώς εξουσίας.

Αρνητική ενότητα

Πριν μιλήσω γι’ αυτή την έννοια ενότητας να υπενθυμίσω τα εργαλεία: άρνηση της ταύτισης, κριτική στην ιδεολογία, βίωμα. Υπενθυμίζω και τη χρήση αυτών των εργαλείων για μια έννοια αλληλεγγύης που υποστήριξα πριν αρκετούς μήνες (εδώ θεωρητικά κι εδώ σε έναν πρακτικό αγώνα, της Sanaa Taleb).

Ενώ μέχρι τώρα η επίκληση σε μια μη ευκαιριακή ενότητα με συνέχεια είναι η καταφατική ταύτιση θέσεων και αρχών, με την άρνηση της ταύτισης δεν επιδιώκεις τη συμφωνία στο πόσο αναρχικοί είμαστε αλλά την καθαρή διατύπωση μιας κοινής άρνησης. Αλλά μην παρεξηγηθούμε ότι αυτό είναι πιο εύκολο. Το αντίθετο είναι πιο δύσκολο αλλά σίγουρα πολύ πιο γόνιμο και παραγωγικό. Για παράδειγμα, είναι εξαιρετικά εύκολο να κάνουμε μια συμφωνία στο ότι θα θέλαμε έναν κόσμο χωρίς τάξεις, όπου η εκμετάλλευση δε θα υπήρχε, η αλληλεγγύη είναι ύψιστη αξία … μπλα μπλα μπλα. Απλό. Περισσότερο με ευχολόγιο μοιάζει μερικές φορές παρά με πολιτική συμφωνία . Το να διατυπώσουμε μια κοινή άρνηση προϋποθέτει ότι αυτό που αρνούμαστε το κατανοούμε με έναν συλλογικό τρόπο. Αν πούμε ενάντια στο κράτος ή ενάντια στην εξουσία πρέπει κάπως να κατανοούμε συλλογικά το κράτος ή την εξουσία. Και εδώ είναι που σταματάει η λειτουργία αυτού του εργαλείου και πρέπει να προσθέσουμε και άλλα. Διότι αν σταματήσουμε εδώ μπορούμε πολύ εύκολα να πέσουμε στην παγίδα να ορίσουμε ταυτοτικά το κράτος και την εξουσία και η πρωταρχική αυτή άρνηση να είναι στοιχείο διάλυσης, όπως και είναι. Και αυτό συμβαίνει επειδή μπήκε από την πίσω πόρτα η ιδεολογία. {Σημαντική σημείωση: Οι ευκαιριακού τύπου συμμαχίες, συναντήσεις, απαντήσεις σε επείγοντα ζητήματα έχουν τέτοια στοιχεία και μπορούμε να μάθουμε πολλά χρήσιμα πράγματα.}

Αφού διατυπώσουμε την κοινή άρνηση έχουμε ως μόνιμο όπλο μας την κριτική στην ιδεολογία. Μια ωραία πρόταση που μ’ αρέσει να χρησιμοποιώ για αρχή είναι πως ο κόσμος δεν είναι. Κατ’ επέκταση το κράτος και η εξουσία δεν είναι. Δεν έχουν ουσία, υπόσταση και όλα αυτά. Δεν μπορεί κάποιος να γίνει φορέας της αληθινής ουσίας τους. Άρα και εξουσιαστής των υπολοίπων. Έτσι, λοιπόν, βασική δουλειά είναι να δείχνεις πως το κράτος, λόγου χάριν, δεν είναι αυτό που παρουσιάζεται κάθε φορά ότι είναι. Δουλειά μας είναι να το αποϊδεολογικοποιούμε ή αλλιώς να το ιστορικοποιούμε. Να το τοποθετούμε μέσα στην ιστορία και τις συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες γεννήθηκε, ενεργεί, υπάρχει και αναπαράγεται. Όπως έχω ξαναγράψει η ιδεολογία είναι η μισή δουλειά της εξουσίας. Δε μας νικάνε μόνο με τα όπλα αλλά και με την ιδεολογία. Ιδεολογία και όπλα πάνε χέρι χέρι, το ένα χωρίς το άλλο δε μπορεί να στηρίξει κανένα καθεστώς εξουσίας. Αυτή η κριτική, η συνεχής και μόνιμη κριτική είναι η βασική δουλειά κάθε ριζοσπαστικού κινήματος σε όποια εποχή κι αν αυτό εμφανίζεται. Και κάθε κίνημα ασκεί αυτήν την κριτική με τρόπους που είναι ιστορικά εφικτοί στην εποχή του. Έτσι κι εμείς σήμερα. Βρίσκουμε τα όπλα της εποχής μας.

Αφού όμως το κράτος δεν είναι, τότε πως μπορείς να πολεμήσεις κάτι που δεν έχεις ορίσει. Εδώ περνάμε στο τρίτο εργαλείο/πρακτική που είναι το βίωμα. Ακριβώς επειδή ο κόσμος δεν είναι , ο κόσμος είμαστε εμείς. Είναι δηλαδή γνωστός σε εμάς μέσα από το βίωμα του καθενός. «Το οποίο είναι παράλληλα αποτέλεσμα και δημιουργός κοινωνικών σχέσεων, δεν είναι ούτε αντικειμενικό αλλά ούτε και υποκειμενικό, είναι ιστορικό κατά τρόπο με τον οποίο του καθενός και της καθεμιάς το βίωμα συγκροτεί ένα συλλογικό βίωμα στο οποίο μπορεί ο κάθε άνθρωπος να βρίσκει τον εαυτό του αλλά ταυτόχρονα και όχι ακριβώς. Συνδέεται χωρίς να ταυτίζεται».

Και το βίωμα εκπορεύεται, εκκινά από τη θέση του καθενός. Προφανώς, όλες οι θέσεις δεν μας ενδιαφέρουν το ίδιο αλλά όλες οι θέσεις και άρα όλα τα βιώματα μπορούν να συνεισφέρουν στην κατανόησή μας. Και εδώ έχει μια σημασία να κατανοούμε και να μελετάμε πράγματα από τον κόσμο των αφεντικών και άλλων εχθρών. Εμάς μας ενδιαφέρουν οι θέσεις από τη μεριά των καταπιεσμένων και των εκμεταλλευομένων και άρα και τα βιώματά τους για δύο λόγους. 1) Για να μπορούμε να κατανοήσουμε τον κόσμο και τους τρόπους που αλλάζει η κοινωνία ή που κινείται η ιστορία – αν το λέγαμε έτσι. 2) Εξίσου σημαντικό, δώσε βάση! Για να μπορούν τα κινήματά μας να εκφράζουν ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ τους από κάτω και όχι κατ’ όνομα, αναφερόμενοι λχ σε κάποιο λαό (όπως κάνουν τελευταία δυστυχώς και κάποιοι αναρχικοί). Και για να είναι πραγματική έκφραση αυτών είναι απαραίτητο να εμπεριέχεται το βίωμα τους και η θέση τους.

Το έχω ξαναγράψει πιο παλιά σε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα με τους μετανάστες. Ότι προϋποτίθεται το βίωμα και η θέση να συμπεριληφθούν ατόφια στις κινηματικές διαδικασίες, στο λόγο και στη δράση. Και αυτό δεν μπορεί παρά να γίνει με την ίδια την παρουσία των υποκειμένων σε αυτό είτε με χώρο που θα έχει ανοίξει ήδη ο όποιος «χώρος», είτε με χώρο που θα δημιουργήσουν βίαια τα ίδια τα υποκείμενα. Σε αυτήν την δεύτερη περίπτωση έχουμε το παράδειγμα των φεμινιστικών ομάδων που ανθίζουν και απαιτούν το χώρο που η πατριαρχία μέσα στα κινήματα δεν επέτρεπε να υπάρξει. Γι’ αυτόν τον λόγο είναι και λάθος η κριτική στις αποκλειστικές γυναικείες ομάδες.

Η αρνητική ενότητα, λοιπόν, είναι μια ενότητα που τραβάει καθαρά τις γραμμές ανάμεσα στο κίνημα και στους εχθρούς του. Και εντός του κινήματος δημιουργεί έναν νέο πολιτισμό. Όπου η κάθε ομάδα, κάθε συλλογικότητα λειτουργεί σαν ένα κομμάτι του παζλ, ένα μέρος μιας ευρύτερης κίνησης. Όπου η κάθε πολιτική θέση έρχεται να πλουτίσει τα εργαλεία και τις πρακτικές του κινήματος στο σύνολό του. Ο εχθρός δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στην ιδεολογική διαίρεση μέσα στα κινήματα. Το κίνημα μπορεί έτσι να είναι συμπαγές και ταυτόχρονα αιχμηρό. Είναι λογικό διαφορετικές πρακτικές να εκφράζουν διαφορετικές πολιτικές στρατηγικές. Και αυτό ακόμα, αν υπάρχει ειλικρίνεια και σοβαρότητα – λέμε τώρα, μπορεί να έχει θετικές συνέπειες. Με την έννοια πως μέσα σε ένα κίνημα θα κυοφορούνται ταυτόχρονα πολλές στρατηγικές, δηλαδή, πολλές δυνατότητες, θα είναι το κίνημα έτοιμο να απαντάει σε κάθε συγκυρία με τη καταλληλότερη από αυτές.

Δεν υπάρχει πρακτική, τρόπος, θεωρία, εργαλείο που να μας είναι άχρηστο ή χρήσιμο εγγενώς. Όλα καθίστανται χρήσιμα σε σχέση με τις συνθήκες και τις ανάγκες. Όπως δεν υπάρχει κανείς άνθρωπος που να μη μπορεί να είναι χρήσιμος όταν οι συνθήκες (δομές/διαδικασίες/σχέσεις) είναι έτσι διαμορφωμένες ώστε να τον εμπεριέχουν. Έτσι μπορούμε να κρατάμε ζωντανή τη διαφορετικότητα θέτοντας την στην υπηρεσία του κινήματος στο σύνολό του.  Περιφρουρώντας ότι εντός του θα δημιουργείται συνέχεια χώρος (με άρνηση και κριτική) για την κάθε ανάγκη των από κάτω, για το ζωντανό έναντι του νεκρού της εξουσίας, που είναι πάντοτε αόριστο και αδύνατο να το ακινητοποιήσεις. Στην εξωτερική πλευρά του κινήματος,  δηλαδή,  στο κομμάτι της αποτελεσματικότητας του πολέμου,  οφείλουμε όμως να είμαστε συνεπείς, ψύχραιμοι και ρεαλιστικοί. Και στον πόλεμο ισχύει το ίδιο. Τίποτα δεν είναι χρήσιμο ή άχρηστο εγγενώς.

Μπορεί αυτό να δουλέψει; Η αλήθεια είναι πως δουλεύει με διάφορους τρόπους. Ειδικά σε καταστάσεις πιο ειδικές και εφήμερες. Ίσως λείπει μια προσπάθεια να το θεωρητικοποιήσουμε και άρα να το εντάξουμε στην πολιτική μας ανάλυση και στρατηγική, να το κάνουμε εργαλείο που μπορούμε να το θέσουμε σε εφαρμογή συνειδητά και με όρους πολιτικής απόφασης και όχι αυθόρμητα απαντώντας στην αναγκαιότητα της συγκυρίας. Εξαιτίας αυτής της έλλειψης γράφω και αυτό εδώ.

Φαντάσου, δηλαδή, έναν Ρουβίκωνα που ενσωματώνει την φεμινιστική κριτική, η δουλειά του μυρμηγκιού που γίνεται από αναρχικούς στις γειτονιές να αντιλαμβάνεται την ανάγκη για απάντηση στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό από την αντι-ΕΕ τάση και αντιστρόφως, τον ατομικιστή και τον μηδενιστή να καταλαβαίνει την ανάγκη για αυτόνομο αναρχοσυνδικαλισμό που να απαντάει στα ζητήματα της αναπαραγωγής και της ανάγκης με τρόπο ρεαλιστικό, τους κοινωνικούς να βρίσκουν χρησιμότητα στην μηδενιστική κριτική, όσους είναι ενάντια στο κράτος και στην εξουσία όπως και αν αυτοαποκαλούνται (κομμουνιστές, φεμινίστριες, αναρχικοί, αυτόνομοι, ελευθεριακοί, αντιεξουσιαστές, κτλ) να μπορούν να τραβήξουν αυτή τη γραμμή ανάμεσα σε όλ@ς εμάς και την εξουσία και να ξεπερνάνε το κάθε Εγώ μέσα στο μοίρασμα και τη δημιουργία του κοινού άλλου κόσμου. Και μετά ξύπνησα.

1. Γράφει ο Κούντερα στην “Αθανασία” (1991, εκδόσεις Εστία, σ. 246): “Σκέπτομαι άρα υπάρχω, είναι μια διανοητική τοποθέτηση που υποτιμά τον πονόδοντο. Αισθάνομαι, άρα υπάρχω, είναι μια αλήθεια με πολύ γενικότερο βεληνεκές που αφορά και κάθε ζωντανό πλάσμα. Το εγώ μου δεν διακρίνεται ουσιωδώς από το δικό σας με τη σκέψη. Πολλοί άνθρωποι, λίγες ιδέες: σκεπτόμαστε όλοι το ίδιο πράγμα λίγο πολύ, μεταθέτονας, δανειζόμενοι, κλέβοντας ο ένας τις ιδέες του άλλου. Άν όμως κάποιος με πατήσει στον κάλο, είμαι εγώ που νιώθω τον πόνο. Το θεμέλιο του εγώ δεν είναι η σκέψη αλλά ο πόνος, το πιο στοιχειώδες αίσθημα όλων. Μέσα στον πόνο, ούτε μια γάτα δεν μπορεί ν’ αμφιβάλλει για το μοναδικό της και μη ανταλλαξιμο εγώ.”

* Δημοσιεύθηκε αρχικά σε δύο μέρη (1,2) αλλά εδώ ανέβηκε ως ένα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s