Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ᾿ όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τούς κήπους και τις πολιτείες μας.
Πάνω στο χώμα σου είμαστε. Έχουμε πατρίδα.Έχω κρατήσει μέσα μου τη ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κ᾿ έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο.
Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ᾿ είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος,
κ᾿ έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.Το πρώτο σου παιγνίδι: Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι: Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Αη-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείκτες τού ρολογιού που κατεβαίνουνε απ᾿ τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας, εκεί που δέν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο
ν᾿ ακούς κάτω απ᾿ τη στέγη σου τ᾿ ανθρώπινα μπουμπουνιτά της Ευρώπης!
Άναψες κάτω απ᾿ το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο.
Καρδιά των καρδιών! Σκέφτηκες τον ήλιο και προχώρησες…Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ᾿ έπαιξες τον άνθρωπο!
Νικηφόρος Βρεττάκος, «Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή» (από την συλλογή Η παραμυθένια πολιτεία. Εδώ η αντιγραφή έγινε από την τον πρώτο τόμο της τρίτομης συγκεντρωτικής έκδοσης: Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα ποιήματα, εκδόσεις Τρία Φύλλα, 1999, συν. σελ. 1290)
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος με τον Άγγελο Σικελιανό (Πειραιάς, 1949). Η φωτογραφία
φέρει ιδιόχειρη αφιέρωση του Σικελιανού στην κόρη τού Βρεττάκου Ευγενία
Δεν με πειράζει καθόλου να παραδεχτώ πως αγαπώ την ποίηση του Βρεττάκου. Ώρες-ώρες μου φαίνεται πως οι στίχοι του ξεχειλίζουν από ανθρωπιά μ’ έναν τρόπο που δύσκολα συναντάμε σε άλλους ποιητές. Μακάρι να είχε εξελιχθεί διαφορετικά η διαδικασία μιας από τις τέσσερις φορές που προτάθηκε για Νόμπελ λογοτεχνίας, ώστε να βρισκόταν σήμερα και επίσημα στο πλάι τού Ελύτη και του Σεφέρη. Αλλά κι εκεί που βρίσκεται, καλά είναι. Έχει πλάι του τον Ρίτσο.
Για να εκτιμήσουμε σωστά το «Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή», πρέπει να έχουμε κατά νου πως γράφτηκε αμέσως μετά την κατοχή (η συλλογή «Η παραμυθένια πολιτεία» εκδόθηκε το 1947). Είναι, λοιπόν, προφανές ότι ο Βρεττάκος αφιερώνει τούτο το ποίημα στους νέους ανθρώπους που έδωσαν την ζωή τους στον αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας.
Κι επειδή σήμερα είναι «η μικροτάτη Παρασκευή πάλι σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη» (καταπώς λέει η Κική Δημουλά), ας κλείσουμε τούτο το σημείωμα με μερικά αποσπάσματα απ’ όσα είπε το 1987 ο Νικηφόρος Βρεττάκος στην εκπομπή της ΕΡΤ «Περιμένοντας την ανάσταση«:
![]() |
Ο Νικηφόρος Βρεττάκος σε διαδήλωση. Η άγνωστης χρονολογίας φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο που χάρισε ο ποιητής στην Βιβλιοθήκη Σπάρτης. |
Η εβδομάδα των παθών με τα δρώμενά της αποτελεί κάτι σαν μια σύνοψη σπαραγμού που περικλείνει μιαν ολόκληρη ευρύτατη τραγωδία. Περικλείνει ολόκληρη την ιστορία του ανθρώπινου όντος, που δεν έπαψε κατά τόπους να συνωστίζεται μπροστά σε μιαν ελπίδα, μπροστά σ’ ένα φως, μπροστά σε μια δύναμη που, αν γινότανε δύναμη των αδυνάτων, θα τον γλίτωνε από τα βάσανά του, από την αδικία, από τον εξευτελισμό, από την ένδεια, από το μαρτύριο, από τον πόλεμο.
Υπάρχουν ακόμα και σήμερα λαοί που ζουν μια συνεχή Μεγάλη Παρασκευή. Μέσα στην ρήση αυτή, στο «Ίδε ο άνθρωπος», επικεντρώνονται όλοι οι αδικημένοι της γης, οι μάρτυρες, που στο παρελθόν υπήρξαν πολλοί, τόσοι πολλοί ώστε να μην υπάρχει αριθμός να τους συμπεριλάβει για να μπορέσει να τους χωρέσει έστω και αθροιστικά η Ιστορία. Και το χειρότερο είναι ότι στον αναρίθμητο αυτό αριθμό εξακολουθούν να προσθέτονται και άλλοι αριθμοί που είναι αδύνατο να υπολογιστούν.
Οι ρωμαίοι (που, κάτω από την τυραννία τους, τα πλήθη εκείνης της εποχής ζητούσαν μιαν έξοδο διαφυγής), οι Καγιάφες και οι Ηρώδηδες εξακολουθούν να υπερβασιλεύουν και σήμερα. Κι εξακολουθούν να είναι αδυσώπητοι απέναντι στην ευγένεια των ιδεών, ακόμη κι απέναντι στην ίδια την θεότητα, που μπορεί να τους φέρει εμπόδια στα αντιανθρώπινα σχέδιά τους. (…)