H αρχοντιά του Κρόιφ…


Στις 19 Μαΐου του 1994, η υπερηχητική Μπαρτσελόνα του Γιόχαν Κρόιφ αντιμετώπιζε τη γερασμένη Μίλαν για τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ, στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας. Η προσδοκία μας ότι θα είμαστε μάρτυρες μιας ολοκληρωτικής…
νίκης του επιθετικού ποδοσφαίρου της Μπάρτσα απέναντι στην αρτηριοσκληρωτική και αντιπαθή Μίλαν,όχι απλά δεν επιβεβαιώθηκε αλλά έγινε θρύψαλα. Το παιχνίδι αποτέλεσε έναν μονόλογο της Μίλαν και ένα προσωπικό σόου του Ντέγιαν Σαβίσεβιτς και έληξε με το εντελώς εξευτελιστικό 4-0 εναντίον των Καταλανών.

Παρά τη μεγάλη μου απογοήτευση (ήμουν ακόμα τότε οπαδός του φαντασιακού της Μπάρτσα), θυμάμαι ακόμα πολύ έντονα μια σκηνή την επόμενη ημέρα, στην τηλεόραση. Η αποστολή της Μπαρτσελόνα έφθανε στο αεροδρόμιο Ελ Πρατ με σκυμμένα κεφάλια, όπου τους περίμεναν.. εξοργισμένοι οι Καταλανοί δημοσιογράφοι, οι οποίοι στην υπερβολή ξεπερνούν και τους δικούς μας. Παρά την αστυνομική παρουσία, έπεσαν με μανία όλοι πάνω στην αποστολή, τείνοντας τα ματσούκια τους προς τους παίκτες και ένας, ο πιο θαρραλέος από όλους, κατόρθωσε να πιάσει τον προπονητή Κρόιφ από το πέτο του σακακιού, να τον ακινητοποιήσει μπροστά στο μικρόφωνο και να του κάνει τη μεγαλοφυή ερώτηση: «Κύριε Κρόιφ γιατί χάσαμε 4-0;».

Συνέχεια

Επαναστατική τακτική και μεταβατικό πρόγραμμα


του Βασίλη Μηνακάκη

Οι όροι μετάβαση και μεταβατικό πρόγραμμα έχουν πλέον μπει στο καθημερινό λεξιλόγιο της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. Ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της καπιταλιστικής κρίσης, τα αλλεπάλληλα αντεργατικά μέτρα (μνημονιακά και μη) και την εξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, οι εν λόγω όροι, καθώς και ο όρος σοσιαλιστικός (ή επαναστατικός) μετασχηματισμός, χρησιμοποιούνται συνήθως με αμφισημία ή/και πολυσημία. Δεν εννοούν όσοι τους επικαλούνται τα ίδια πράγματα, δεν τους αποδίδουν κοινό περιεχόμενο κι ούτε καταλήγουν σε παρεμφερή γραμμή και τακτική.
Στη θεωρία και την πράξη της εργατικής χειραφέτησης, ο όρος μετάβαση χρησιμοποιείται με δύο έννοιες:

Με την έννοια της επαναστατικής τακτικής, διαμέσου της οποίας «μεταβαίνουμε» από το σημερινό επίπεδο συνείδησης-δράσης της εργατικής τάξης, τους σημερινούς κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς, τη σημερινή σχέση τάσεων υποταγής-τάσεων χειραφέτησης στο επίπεδο συνείδησης-δράσης, στους συσχετισμούς που μπορούν να ανατρέψουν τη βασική γραμμή πλεύσης του κεφαλαίου σήμερα, να κλονίσουν την αστική κυριαρχία, να φέρουν στο προσκήνιο το πρόβλημα της εξουσίας και να πραγματοποιήσουν το επαναστατικό άλμα. Χρησιμοποιείται, δηλαδή, με την έννοια της τακτικής διαμέσου της οποίας η εργατική τάξη και τα σύμμαχα στρώματα αναμετρώνται με την κύρια κατεύθυνση της αστικής τάξης, εξασφαλίζουν νίκες προς όφελος των συμφερόντων και της ταξικής συνειδητοποίησής τους, μεταβαίνουν από τις σημερινές συγκρούσεις στην αποφασιστική αναμέτρηση, επιταχύνουν αυτή την αναμέτρηση και προετοιμάζουν τις προϋποθέσεις νίκης σ’ αυτήν.

Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος «μεταβατικό πρόγραμμα» δεν αναφέρεται σε πρόγραμμα μιας ενδιάμεσης κατάστασης (ασταθούς έστω) πριν την επανάσταση και προφανώς δεν παραπέμπει σε μια κυβέρνηση που θα το υλοποιήσει στο σύνολό του -κάτι τέτοιο είναι αδύνατο στον σημερινό καπιταλισμό και στο περιβάλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης-, αλλά στο σύνολο των στόχων-κρίκων που προβάλλει η επαναστατική τακτική, οι οποίοι ανταποκρίνονται στις εργατικές ανάγκες, αντιπαρατίθενται στις βασικές επιλογές του κεφαλαίου, βελτιώνουν τη εργατική θέση ή αποτρέπουν την επιδείνωσή της (αν κατακτηθούν, έστω ασταθώς και διαμφισβητούμενα), συμβάλλουν στην αγωνιστική-συλλογική συσπείρωση της τάξης και επιταχύνουν την αναμέτρηση για την εξουσία. Αναφέρεται, επίσης, στο σύνολο των προϋποθέσεων και μέσων (θεωρία, κίνημα, πρωτοπορία, μορφές πολιτικής δράσης) που το κάνουν πράξη.

Συνέχεια

ΔHMOKΡATIA Ή ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΣΗ;


Γιώργος Ν. Οικονόμου

[Δημοσιεύθηκε σε δύο συνέχειες. Α’ Μέρος στο περιοδικό Μάγμα, αρ. 6, Ιούνιος 2010 και Β΄ Μέρος στο περιοδικό Πρόταγμα, αρ. 1, Δεκέμβριος 2010]

Ένα ζήτημα που έχει επανέλθει τελευταίως στην πολιτική συζήτηση, με μεγαλύτερη συχνότητα από ό,τι στο παρελθόν, ιδίως μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση από το φθινόπωρο του 2008, είναι το κατά πόσον τα σημερινά αντιπροσωπευτικά πολιτεύματα, όπως έχουν εξελιχθεί τις τελευταίες δεκαετίες, είναι βιώσιμα και με ποιον τρόπο μπορούν να βελτιωθούν. Εδώ και χρόνια αρκετοί διανοούμενοι και πολιτικοί προτείνουν γενικόλογα μέτρα για «καλύτερη αντιπροσώπευση», για «εκδημοκρατισμό των κομμάτων» και για «συμμετοχή» των ανθρώπων. Aυτά όμως παραμένουν πάντα στο επίπεδο του γενικού ευχολογίου, χωρίς ποτέ οι εκφραστές τους να προσπαθήσουν πραγματικά για την πραγματοποίησή τους με αποτέλεσμα να μην έχει θεσμισθεί κάτι το ουσιαστικό. Οι περισσότεροι όμως δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση τη βασική αρχή του πολιτεύματος, την αντιπροσώπευση, ούτε τα κόμματα και εν γένει τον κοινοβουλευτισμό. δηλαδή την ουσία και τα στηρίγματα του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος δεν τα θεωρούν μέρος του ζητήματος. Ετσι όμως οι συζητήσεις εγκλωβίζονται σε φαύλο κύκλο. Για να ξεφύγουν από αυτόν οι υποστηρικτές του κοινοβουλευτισμού προσπαθούν να αναιρέσουν τις αντιλήψεις οι οποίες αμφισβητούν ακριβώς αυτά που οι ίδιοι θεωρούν ιερά και απαραβίαστα.

Κυρίως στρέφονται κατά των αντιλήψεων που υποστηρίζουν την εισαγωγή θεσμών οι οποίοι επιτρέπουν τη συμμετοχή των ανθρώπων στις αποφάσεις, στη θέσπιση των νόμων και στον έλεγχο της εξουσίας. Στρέφονται πιο πολύ κατά των ιδεών της (άμεσης) δημοκρατίας και της αυτονομίας. Με τον τρόπο αυτό όμως καθιστούν έκδηλη αφ’ ενός την αδυναμία τους να υποστηρίξουν με ικανοποιητικό τρόπο το αντιπροσωπευτικό πολίτευμα και αφ’ ετέρου την αμηχανία τους να στοιχειoθετήσουν μία θεωρία της αντιπροσώπευσης. Θα πρέπει να τονισθεί ότι δεν υπάρχει μία ρητή ευπρεπής θεωρία υπέρ της αντιπροσώπευσης, και για τον λόγο αυτόν καταφεύγουν στις διαδικασιοκρατικές απόψεις, με τις οποίες, καθώς και με τα προηγούμενα ζητήματα που έθιξα, θα ασχοληθώ σε ετούτο το κείμενό μου.

Στoυς υποστηρικτές του κοινοβουλευτισμού ανήκει και ο Γιώργος Ευαγγελόπουλος με το πόνημά του Καστοριάδης και σύγχρονη πολιτική θεωρία (Ευρασία, 2009). Εντάσσεται όμως σε μία κατηγορία που δύσκολα συναντάται εν Ελλάδι: διαφωνεί με απόψεις άλλων προσπαθώντας να τεκμηριώσει τις διαφωνίες του, επιδιώκει το διάλογο και έτσι τον επιβάλλει. Αυτό σημαίνει ότι δεν απαξιώνει τον φορέα των απόψεων με τις οποίες διαφωνεί, αλλά αντιθέτως τον σέβεται και τον υπολογίζει. Αυτή είναι η πρώτιστη, απαραίτητη συνθήκη   για ουσιαστική συζήτηση. Σε αυτή την αρχή στηρίζονται και οι διαφωνίες που εκφράζει σε ένα απόσπασμα από δικό μου κείμενο.[1] Τον ευχαριστώ γι’ αυτό, διότι μου δίνει την ευκαιρία κατ’ αρχάς να ξανασκεφθώ τα επίμαχα ζητήματα και εν συνεχεία να προσπαθήσω να τα διευκρινίσω, στα πλαίσια του ουσιαστικού διαλόγου.

Συνέχεια

Είμαστε όλοι τσιγγάνοι…


Ένας τσιγγάνος από ένα παράξενο και απόμακρο χρόνο

Ταξιδεύει σε κατάσταση πανικού προς μια τυφλή κατεύθυνση

Πονά για τη ζεστασιά ενός αναμμένου ήλιου

Παγώνει στο κενό απ’όπου προέρχεται

Αφημένος χωρίς ελπίδα γυρισμού

Επιταχύνει μέσα απο μιά σκιά ενός εκατομμυρίου χρόνων

Το σκοτάδι είναι ο μόνος ήχος που φτάνει στα αυτιά του

Φοβίζοντάς τον με τα οράματα της αιωνιότητας

Ουρλιάζοντας για ένα μέλλον που δέν πρόκειται να υπάρξει

Αφημένος χωρίς ελπίδα γυρισμού.

Ένας τσιγγάνος από ένα παράξενο και απόμακρο χρόνο

Ταξιδεύει σε κατάσταση πανικού προς μια τυφλή κατεύθυνση

Πονά για τη ζεστασιά ενός αναμμένου ήλιου

Παγώνει στο κενό απ’όπου προέρχεται

Αφημένος χωρίς ελπίδα γυρισμού

Αφημένος χωρίς ελπίδα γυρισμού

Αφημένος χωρίς ελπίδα γυρισμού

 

https://mavrhlista.wordpress.com/2013/06/26/eima%CF%83%CF%84%CE%B5-%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B9-%CF%84%CF%83%CE%B9%CE%B3%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CE%B9/

 Μονοπωλιακός και ολοκληρωτικός καπιταλισμός…


Δημήτρης Γρηγορόπουλος

Στη θεωρητική θεμελίωση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού, βασική θέση είναι ο προσδιορισμός της σχέσης του με το προηγούμενο στάδιο του μονοπωλιακού – ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού.

Προσδιορίζεται ότι ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός «επικάθεται, τροποποιεί, αρνείται, αναπτύσσει» υπάρχοντα στοιχεία του ιμπεριαλισμού ή και νέα.

Στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό, δομικό στοιχείο αποτελεί η ένταση της επιθετικότητάς του στην εθνική βάση του με αύξηση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων και συνακόλουθα, του πολιτικού αυταρχισμού, αλλά και στο διεθνή χώρο, ιδίως στις οικονομικά αδύνατες χώρες, για την εξασφάλιση πηγών πρώτων υλών, την εισαγωγή φθηνών προϊόντων, την κατανάλωση των εξαγωγών του, τη μεταφορά, μερική ή ολική, παραγωγικών δραστηριοτήτων εντάσεως φτηνής εργασίας, αλλά και την απόκτηση σφαιρών επιρροής.

Η έξαρση της επιθετικότητας (εσωτερικής – εξωτερικής) του ολοκληρωτικού καπιταλισμού οφείλεται πρώτιστα σε εγγενείς λόγους. Στο ότι απ’ τη δεκαετία του ’70 ο καπιταλισμός πάσχει από πτώση του ποσοστού κέρδους (με αναιμική εξαίρεση την περίοδο θατσερισμού – ριγκανισμού) παρά την έκρηξη καινοτομίας και παραγωγικότητας ή μάλλον εξαιτίας τους, αφού η αύξηση του σταθερού κεφαλαίου αναλογικά με το μεταβλητό, μειώνει την υπεραξία που μόνο απ’ το μεταβλητό παράγεται.

Στην επιθετικότητα των μονοπωλίων συμβάλλει και η κρίση του 2008, αφού στην αντιμετώπισή της συνέβαλε αποφασιστικά η άντληση μεγαλύτερης υπεραξίας και ο γεωγραφικός επεκτατισμός του κεφαλαίου. Επιπλέον, η γιγάντωση στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό των πολυκλαδικών πολυεθνικών μονοπωλίων, που συγκεντρώνουν πλέον το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής και της ανταλλαγής, αυξάνουν κατά πολύ τη δύναμη και επιθετικότητα του κεφαλαίου, σε σχέση με τον μονοπωλιακό καπιταλισμό, se βάρος των εργαζομένων και των αδύνατων χωρών.

Συνέχεια

Συνέντευξη Ιερώνυμου στην ΕΡΤ: Κήρυγμα μίσους και φυλετικο-θρησκευτικής καθαρότητας και απειλές κατά του κοσμικού κράτους…


Το προσεχτικά δημιουργημένο προφίλ του δήθεν προοδευτικού και ανοιχτού αρχιεπισκόπου, κατέρρευσε εν μια νυκτί – αρκούσαν κάποιες δειλές ενέργειες του υπουργείου Παιδείας να ελέγξει τον προσηλυτισμό στα σχολεία από τους ιεραπόστολους της «επικρατούσας» θρησκείας και η δημόσια αμφισβήτηση που γιγαντώνεται – από «πιστούς» και «απίστους» – του δικαιώματος μισθοδοσίας από το Δημόσιο των υπαλλήλων της εκκλησίας κληρικών και λαϊκών ενώ αυτή αποτελεί νομικό πρόσωπο δλδ ιδιωτική εταιρεία με δική της περιουσία και δικά της έσοδα, και ήρθε εσπευσμένα η απάντηση:

Συνέχεια

Φονταμενταλισμοί…


independent-1993 (1)-1

Πέρα από την (θα έπρεπε αυτονόητη) διαφορά μεταξύ ”δικαιολόγησης” και ”εξήγησης”, το να αντιμετωπιστεί ένα πρόβλημα σημαίνει να κατανοήσουμε τις αιτίες και το ιστορικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο αναπτύσονται ιδέες, δράσεις, κινήματα, αλλιώς κάμνουμε όχι απλώς μια τρύπα στο νερό, αλλά κάνουμε την ακροδεξιά να τρίβει τα χέρια της. Η κατανόηση της στενής και αλληλένδετης σχέσης μεταξύ του τρομακτικά βίαιου ”δυτικού εκσυγχρονισμού” των αραβικών κοινωνιών (που εκφράστηκε με ισοπεδώσεις χωρών), την βίαιη καταπάταξη από μέρους του δυτικού ιμπεριαλισμού οποιουδήποτε προοδευτικού ρεύματος εμφανίστηκε στην Μ. Ανατολή και της ταυτόχρονης ραγδαίας ανόδου του ισλαμικού φονταμενταλισμού (που καταπιέζει πρωτίστως τους μουσουλμάνους) είναι κρίσιμη για την διαφοροποίηση μιας εύστοχης κριτικής του θρησκευτικού φανατισμού από οποιαδήποτε αφηρημένη ”κριτική” που καταλήγει να ακούγεται χειρότερη και από την Λεπέν.

Συνέχεια