ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ–ΜΝΗΜΟΝΙΑ–ΕΥΡΩΖΩΝΗ


ΔΕΚΑ ΘΕΣΕΙΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΗΣ ΣΥΝΔΙΑΣΚΕΨΗΣ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ

Του ΑΝΕΣΤΗ ΤΑΡΠΑΓΚΟΥ

Η Πολιτική Διακήρυξη της Λαϊκής Ενότητας που δόθηκε στη δημοσιότητα τον Φεβρουάριο εν όψει της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του Μαΐου, βασίζεται από την άποψη της οικονομικής πολιτικής, στο ακόλουθο πολιτικό σκεπτικό: η ελληνική οικονομία ήταν ένας σχηματισμός με πήλινα πόδια που μπροστά στην διεθνή καπιταλιστική κρίση βρέθηκε σε δεινή θέση. Το αστικό κράτος οδηγήθηκε στον δανεισμό προκειμένου να αντιμετωπίσει την κρίση του δημόσιου χρέους, και αυτό επέφερε την επιβολή των τριών συνεχόμενων μνημονίων (2010-16), που προκάλεσαν τον εκτεταμένο κοινωνικό και οικονομικό όλεθρο, την καταστροφή του ενός τετάρτου των παραγωγικών δυνάμεων, παγίων κεφαλαίων και ζωντανής εργασίας. Απαιτείται ως εκ τούτου η ολοσχερής κατάργηση των μνημονιακών πολιτικών, όλων των εφαρμοστικών νόμων των μνημονίων, και η υιοθέτηση μιας πολιτικής οικονομικής ανάπτυξης και ανασυγκρότησης που θα διαμορφώσει τους όρους για την ανάταξη της κοινωνικής θέσης των κυριαρχούμενων λαϊκών τάξεων. Και εφόσον οι μνημονιακές πολιτικές εκπορεύτηκαν και επιβλήθηκαν από τα διευθυντικά όργανα της Ευρωζώνης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο μέτρο ότι καμία πολιτική υπεράσπισης των λαϊκών συμφερόντων δεν μπορεί να εφαρμοστεί εντός αυτών των ευρωπαϊκών οικονομικών και νομισματικών πλαισίων, αβίαστα προκύπτει η ανάγκη απομάκρυνσης από το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα και την ευρύτερη πολιτική ένωση, η υιοθέτηση εθνικού νομίσματος και η άσκηση μιας ανεξάρτητης οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής.

Βέβαια σε γενικές γραμμές και από μια καθαρά φαινομενολογική πολιτική άποψη αυτή η αντιμνημονιακή πολιτική είναι πρωταρχικός παράγοντας για την ίδια την υπόσταση της Αριστεράς, έρχεται σε αντιπαράθεση με τις επιταγές της αστικής πολιτικής σε ελληνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, και αντιπροσωπεύει το απαραίτητο περιεχόμενο μιας ριζοσπαστικής τακτικής. Παρόλα αυτά κινείται στη βάση διαπιστώσεων και κατευθύνσεων που αδυνατούν να προσδώσουν αποτελεσματικό, δηλαδή αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο, στην πολιτική τακτική των δυνάμεων της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Κι’ αυτό έχει να κάνει με τα ακόλουθα σημεία:

Α) Η εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας στις τρεις τελευταίες δεκαετίες (1981-2008) όχι μόνον δεν σηματοδότησε έναν «ψευδεπίγραφο καπιταλισμό», όχι μόνον δεν στοιχειοθέτησε μια κοινωνική παραγωγή με «πήλινα πόδια», αλλά απεναντίας κατέγραψε, ιδιαίτερα μετά την πρώτη κρίση υπερσυσσώρευσης (1981-86) και την αναδιάρθρωση του κεφαλαίου που ακολούθησε, τα χαρακτηριστικά ενός ισχυρού καπιταλισμού, με πλήρη συσσώρευση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, και με μια υψηλή κερδοφορία του επιχειρηματικού τομέα [ στατιστική επιχειρηματική ανάλυση Α. Ταρπάγκος «Ελληνικός καπιταλισμός 1981-1999 και 2000-2013» Αυγή 5-Μαρτίου-2013 και 29-Μαρτίου-2013]. Αυτό είναι άλλωστε που τον οδήγησε στην ένταξη στην ΟΝΕ και στη ζώνη του ευρώ, ως πεδίου περαιτέρω ανάπτυξης και επέκτασης της καπιταλιστικής επιχειρηματικής δραστηριότητας, τουλάχιστον για τις ηγεμονικές μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου [Σχετικά Δ.Κατσορίδας-Α. Ταρπάγκος (επιμέλεια) «Οικονομική Νομισματική Ένωση»: Μια εναλλακτική προσέγγιση» Συνέδριο του Espace Marx στην Θεσσαλονίκη, Εναλλακτικές Εκδόσεις 1999].

Β) Δεν ήταν άρα ο «υποδεέστερος και εξαρτημένος» χαρακτήρας του ελληνικού καπιταλισμού που οδήγησε στην κρίση του 2008 και στα επόμενα χρόνια, αλλά η ίδια η εγγενής διαδικασία της πτώσης της αποδοτικότητας του κεφαλαίου, που έπληξε το σύνολο των καπιταλιστικών οικονομιών σε διεθνές επίπεδο, χωρίς να κάνει εξαίρεση στην οικονομία καμίας χώρας, κρίση που άλλωστε συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, μια ολόκληρη οκταετία από την πρώτη της εκδήλωση, με εμφανή τα σημάδια υποτροπιασμού. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα η σύγχρονη κινεζική οικονομία με την τεράστια κρίση της χαλυβουργίας, υαλουργίας κλπ., και την δρομολόγηση της απόλυσης εκατομμυρίων βιομηχανικών εργαζομένων [Διεξοδική ανάλυση του Δ. Μάνου «Έγκατα και εδάφη της κρίσης», Εκτός των Τειχών, 2011]. Επιβράδυνση των ρυθμών ανάπτυξης, περίσσεια των παραγομένων προϊόντων, χαμηλή αποδοτικότητα των επενδύσεων, κρίση της εμπορικής ναυτιλίας διεθνών μεταφορών των προϊόντων κλπ., πλήττουν το σύνολο του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου.

Γ) Η κρίση αυτή στην ελληνική περίπτωση απέκτησε οξύτερα χαρακτηριστικά σε συνδυασμό με την κρίση χρέους, στο βαθμό που η καπιταλιστική ανάπτυξη της προηγούμενης περιόδου συνοδεύτηκε από τον συνεχή δανεισμό του ελληνικού αστικού κράτους. Κι’ αυτό γιατί οι εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής λειτουργούσαν στην χώρα με εξαιρετικά έντονους ρυθμούς, εφόσον το επιχειρηματικό κεφάλαιο απολάμβανε ισχυρών φορολογικών προνομίων (κίνητρα επενδύσεων, φοροαπαλλαγές, χαμηλοί φορολογικοί συντελεστές των κυρίαρχων τάξεων κ.ά.), πράγμα που τροφοδοτούσε συστηματικά τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Η προσφυγή στον υπέρμετρο δανεισμό που ακολούθησε στα χρόνια της κρίσης και συνεχίστηκε με την μνημονιακή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, επέτεινε στο έπακρο τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης.

Δ) Δεν ήταν συνεπώς τα αλλεπάλληλα μνημόνια που επέφεραν, ως γενεσιουργός αιτία, την υψηλή ανεργία, την μείωση του ΑΕΠ, το κλείσιμο επιχειρήσεων, την μείωση των λαϊκών εισοδημάτων, αλλά ήταν η κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου που έβαλε σε κίνηση αφενός την μαζική εκκαθάριση ζημιογόνων επιχειρήσεων και αφετέρου την εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών. Αυτές δεν επιβλήθηκαν από την εφαρμογή της «πολιτικής του πειραματόζωου», αλλά από τις ανάγκες της ελληνικής αστικής τάξης να ξεπεράσει την κρίση κερδοφορίας της με το να καθιστά την εργατική δύναμη «φθηνή, πειθήνια, απορρυθμισμένη». Η εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών από αυτή την άποψη δεν αφορά μόνον τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, αλλά και τον κεντρικό ευρωπαϊκό πυρήνα, όπως στην περίπτωση της δεύτερης ευρωπαϊκής οικονομίας. Πραγματικά στη γαλλική κοινωνία ξεκίνησε προηγούμενα με την εφαρμογή του Νόμου Ε. Μακρόν η απορρύθμιση των εργατικών δικαιωμάτων, πράγμα που συνεχίζεται και σήμερα [Μ. Μπυλάρ «Νόμος Μακρόν, η επιλογή του πάντοτε λιγότερα», Μοντ Ντιπλοματίκ, Απρίλιος 2015]. Ο νέος Νόμος Ελ Κομρί που καθιστά τον Εργατικό Κώδικα πεδίο ισχυρών αντιλαϊκών ρυθμίσεων, όπως η διευκόλυνση των απολύσεων για οικονομικούς λόγους, η ισχυροποίηση των επιχειρηματικών συμφωνιών σε σχέση με τις συμβάσεις εργασίας, η μείωση της αμοιβής της υπερωριακής απασχόλησης κλπ. [«Ο Νόμος Ελ Κομρί καθιστά τον μελλοντικό Εργατικό Κώδικα απαράδεκτο», Ουμανιτέ 10-Μαρτίου-2016]. Προφανέστατα πεδίο επεξεργασίας αυτών των πολιτικών κεφαλαιοκρατικής ανάκαμψης και λαϊκής εξαθλίωσης ήταν και συνεχίζουν να παραμένουν τα διευθυντικά ευρωπαϊκά όργανα, με την οργανική συμμετοχή και την σύμφωνη γνώμη της αστικής τάξης της κάθε επιμέρους χώρας.

Ε) Αν έτσι λοιπόν τα μνημόνια δεν επιβλήθηκαν από κάποιους «εξωγενείς» παράγοντες, αν στην αφετηρία της εξέλιξης των πραγμάτων δεν βρίσκεται απλά το νόμισμα του ευρώ, αλλά προέκυψαν ως ανάγκη εξόδου από την κρίση προς όφελος του κεφαλαίου (ελληνικού και ευρωπαϊκού), και της στρατηγικής ευρωπαϊκής επιδίωξης για την εισαγωγή μορφών εξαγωγής πλέον απόλυτης υπεραξίας, τότε η απλή κατάργηση των μνημονίων όσο και η απλή έξοδος από την ευρωπαϊκή νομισματική και οικονομική ολοκλήρωση, δεν συνιστούν ικανούς (αν και είναι απόλυτα αναγκαίοι) όρους για την εφαρμογή της ριζοσπαστικής πολιτικής που να ανταποκρίνεται στις ζωτικές ανάγκες των υποτελών λαϊκών τάξεων. Π.χ. η κατάργηση των εφαρμοστικών νόμων που μείωσαν δραματικά τις συντάξεις, δεν θα επιφέρει αυτομάτως την αποκατάστασή τους στο ύψος του 2010, ούτε η απεμπλοκή από την ευρωζώνη από μόνη της θα διασφαλίσει τους όρους μιας οικονομικής ανάκαμψης με χαρακτηριστικά κοινωνικής δικαιοσύνης.

ΣΤ) Έτσι η κατάργηση των μνημονίων δεν συνοδεύεται αναγκαστικά από την ύπαρξη όρων αποκατάστασης των μισθών, των συντάξεων, της απασχόλησης κλπ., ενώ η αντιπαράθεση με τις υπαγορεύσεις και τις ρυθμίσεις της Ευρωζώνης, μπορεί κάλλιστα να συνοδεύεται από την συνέχιση της εφαρμογής του μοντέλου του καπιταλισμού της απόλυτης υπεραξίας. Άλλωστε τα μνημόνια θα μπορούσαν να εφαρμόζονται και χωρίς την ένταξη της ελληνικής οικονομίας στο ευρωπαϊκό νομισματικό πλαίσιο, ως ένα δίκτυο μέτρων σκληρής λιτότητας για να αντιμετωπίσει το επιχειρηματικό κεφάλαιο την κρίση του. Πολλές χώρες του πλανήτη περιήλθαν σε δεινή κρίση κεφαλαιακής υπερσυσσώρευσης χωρίς αναγκαστικά να ανήκουν σε μια ευρύτερη νομισματική ενοποίηση (π.χ. αυτές οι ίδιες οι ΗΠΑ ή η σημερινή κάμψη της ανάπτυξης στην Κίνα), και σε άλλες τόσες εφαρμόστηκαν προγράμματα άτεγκτης λιτότητας και δρακόντειας δημοσιονομικής πολιτικής, παρόλο που διέθεταν εθνικό νόμισμα.

Ζ) Κατά συνέπεια η ακύρωση των μνημονιακών νόμων και η απαγκίστρωση από την Ευρωζώνη δεν μπορούν να έχουν υλική υπόσταση παρά σε οργανική συνάρτηση με μια οικονομική πολιτική που επιδιώκει την υπέρβαση της πραγματικής καπιταλιστικής κρίσης προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας και σε βάρος εκείνων της αστικής ταξικής κυριαρχίας. Ένας τέτοιος στόχος δεν μπορεί να υπηρετηθεί με επιτυχία με μόνη την επιδίωξη μιας οικονομικής ανάπτυξης, με την προαγωγή της παραγωγικής ανασυγκρότησης, δηλαδή με μια οικονομική πολιτική που πρωτίστως πατάει στο έδαφος της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (οικονομισμός) και όχι στο πεδίο του σταδιακού μετασχηματισμού των καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων. Το πρωταρχικό ζήτημα δεν είναι αν η ελληνική (προφανώς κεφαλαιοκρατική) οικονομία είναι αρκούντως ισχυρή, αν διαθέτει αυτοκινητοβιομηχανίες ή επιχειρήσεις κατασκευής υπολογιστών, αλλά αν πρώτα από όλα λειτουργεί στη βάση των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής, ανεξάρτητα αν βασίζεται σε διυλιστήρια πετρελαίου, τσιμεντοβιομηχανίες, αλυσίδες σούπερ μάρκετ, επιχειρήσεις κινητής τηλεφωνίας ή παραγωγής τροφίμων και ποτών, ή τουριστικών εκμεταλλεύσεων.

Η) Άλλωστε στις σημερινές συνθήκες κοινωνικού ολέθρου και ασφυκτικής αστικής ηγεμονίας, η ίδια η αναγκαία οικονομική ανάκαμψη δεν μπορεί να βασιστεί στο ιδιωτικό επιχειρηματικό κεφάλαιο, ούτε σε μορφές κρατικού καπιταλισμού: Μόνον ισχυρές τομές στο επίπεδο της δομής των αστικών παραγωγικών σχέσεων μπορούν να διαμορφώσουν και τις προϋποθέσεις αποκατάστασης και αύξησης του ΑΕΠ της χώρας. Συνεπώς απαιτείται πρωταρχικά μια αντικαπιταλιστική πολιτική που να αντιστρέφει τους όρους υλοποίησης των μνημονίων («μνημόνια απέναντι στην αστική τάξη»), και προχωρεί σε μια διπλή κατεύθυνση «πολιορκίας» της αστικής εξουσίας: Από τη μια πλευρά επιβάλλοντας συστηματικά μια ριζική αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος των λαϊκών τάξεων και της σωτηρίας της απασχόλησης, της κοινωνικής ασφάλισης, της υγειονομικής περίθαλψης. – Από την άλλη πλευρά θεσμοθετώντας υποχρεωτικά θεσμούς εργατικών συμβουλίων στις επιχειρήσεις με αποφασιστικό λόγο για την παραγωγή, τις επενδύσεις, την κερδοφορία, τους μισθούς, τις απολύσεις κ.ά. Άλλωστε αυτοί οι ίδιοι οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί, διαβλέποντας τα νέα σύννεφα της αναζωπύρωσης της ύφεσης στον καπιταλιστικό κόσμο, είναι αυτοί που υποστηρίζουν πλέον την υιοθέτηση μιας επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής, καθώς και την υποστήριξη της ζήτησης, χρησιμοποιώντας τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια ώστε να ενισχυθούν οι δημόσιες επενδύσεις [Κ, Καρκαγιάννης «Νέα κρίση προ των πυλών της διεθνούς οικονομίας», Οικονομική Καθημερινή, 28-Φεβρουαρίου-2016].

Θ) Μ’ αυτή την έννοια η εθνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και η επαναφορά των κοινωφελών επιχειρήσεων στο δημόσιο, ενώ αντιπροσωπεύουν αναγκαίους στόχους του κινήματος, εντούτοις δεν είναι επαρκείς από μόνοι τους για να σηματοδοτήσουν μια διαδικασία ριζοσπαστικού μεταβατικού χαρακτήρα. Αυτό γιατί ακόμη και αν αναπτυχθεί ο τομέας των δημόσιων επιχειρήσεων, με την ακύρωση των εν εξελίξει ιδιωτικοποιήσεων, αυτή η οικονομική δραστηριότητα δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα ελάχιστο ποσοστό της συνολικής δραστηριότητας του ιδιωτικού επιχειρηματικού τομέα της οικονομίας και έτσι οι επιδράσεις αυτής της παρέμβασης (αναγκαίες για την διασφάλιση κοινωφελών αγαθών και υπηρεσιών) δεν μπορούν να είναι παρά περιθωριακές. Και από την άλλη πλευρά δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι η απαιτούμενη κοινωνικοποίηση των τραπεζών, θα διασφαλίσει προφανώς έναν προσανατολισμό επενδυτικού χαρακτήρα και παροχής ρευστότητας, αυτά όμως δεν θα αφορούν παρά την μεγάλη πλειοψηφία των καπιταλιστικών επιχειρήσεων, την ίδια τους την ανάπτυξη, σταθεροποίηση και εμπέδωση της εξουσίας τους. Είναι αυτός ακριβώς ο λόγος που η ριζοσπαστική οικονομική πολιτική, πέρα από αυτές τις δύο αφετηριακές διαστάσεις, χρειάζεται να συμπεριλαμβάνει κυρίαρχα την συστηματική αναδιανομή εισοδήματος και τον δραστικό εργατικό έλεγχο, τα δύο πολιτικά αποτελεσματικά εργαλεία έμπρακτης υλοποίησης εφαρμογής του «μνημονίου για την αστική τάξη» της χώρας.

Ι) Στην σύγχρονη ιστορική περίοδο ανάπτυξης του καπιταλισμού, τουλάχιστον στο επίπεδο της ευρωπαϊκής ηπείρου, η διεθνοποίηση του κεφαλαίου έχει ξεπεράσει τα εθνικά κράτη και έχει επιβάλει ευρύτερες οικονομικές και νομισματικές ολοκληρώσεις. Μ’ αυτή την έννοια η αστική ταξική κυριαρχία έχει δισυπόστατο χαρακτήρα, που εκφράζεται τόσο στο εσωτερικό του κάθε επιμέρους κοινωνικού σχηματισμού, όσο και στο επίπεδο της ενοποίησης των αστικών τάξεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη, με την ανάδειξη κοινών συντεταγμένων οικονομικής πολιτικής και στρατηγικής [Α. Ταρπάγκος «Η διπλή μορφή της αστικής κυριαρχίας στα σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη», Αυγή 8-Αυγούστου-2015]. Σήμερα, μέσα στα πλαίσια της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης που εμφανίζει σαφείς ενδείξεις υποτροπιασμού, η ενοποίηση της αστικής στρατηγικής γίνεται στην επιδίωξη εισαγωγής και επιβολής μορφών εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας, παράλληλα με την κλασική μεθοδολογία εξαγωγής σχετικής υπεραξίας. Με βάση αυτά τα δεδομένα η αντιμνημονιακή πολιτική στην ελληνική περίπτωση, που θέτει στο επίκεντρό της τα οξυμένα κοινωνικά προβλήματα, στο βαθμό που επιχειρεί να τα επιλύσει κατά έναν αντισυστημικό τρόπο, και μ’ αυτή την έννοια να συσπειρώσει τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις, έρχεται ταυτόχρονα σε αντιπαράθεση με την αστική κυριαρχία και στις δύο εκφάνσεις της, εθνική και ευρωπαϊκή. Άρα η προαγωγή ενός ριζοσπαστικού μεταβατικού προγράμματος σε έναν επιμέρους κοινωνικό σχηματισμό, αναπτύσσει την αντιπαλότητά της τόσο προς τα συμφέροντα της επιμέρους αστικής τάξης, όσο και προς εκείνα της ένωσης του συνόλου των αστικών τάξεων. Άρα πρόκειται για μια ενιαία διαδικασία που εξελίσσεται παράλληλα και αδιάσπαστα, που επιζητεί τόσο την ανατροπή της αστικής πολιτικής στο εσωτερικό της χώρας, όσο και εκ των πραγμάτων την αντιπαράθεση με τις ευρωπαϊκές πολιτικές, δημοσιονομικές και νομισματικές ρυθμίσεις. Η σύγκρουση με την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι η πρωταρχική προϋπόθεση για την αποκατάσταση της οικονομικής ανάταξης και της κοινωνικής δικαιοσύνης στη χώρα, αλλά το αναγκαίο της συνεπακόλουθο.

http://iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=23758:tarpagkos-cap-crisis&catid=58:oikonomiki-politiki&Itemid=182

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s