Jean Genet – «Ο σχοινοβάτης»…


Jean Genet - "Ο σχοινοβάτης"

Ο ποιητής μπορεί να διακινδυνέψει τα πάντα για να κατακτήσει την απόλυτη μοναξιά, που είναι απαραίτητη για να πραγματοποιήσει το ποιητικό του έργο—να το αποσπάσει από το κενό για να του δώσει ζωή.

Αποδιώχνει περίεργους και φίλους, ή συμβουλές που θα έκαναν το έργο του προσιτό στον κόσμο.

Μπορεί, ίσως, να επιλέξει την εξής μέθοδο: αφήνει γύρω του μια δυσωδία τόσο αηδιαστική, τόσο ρυπαρή, που κι ο ίδιος λιποθυμά και παθαίνει ασφυξία.

Τον αποφεύγουν. Είναι μόνος.

Η ολοφάνερη συμφορά του θα του επιτρέψει κάθε λογής θρασύτητα, αφού κανένα βλέμμα δεν τον ενοχλεί.

Κλυδωνίζεται ανάμεσα στη ζωή και την ερημιά του θανάτου. Η φωνή του δεν ξυπνά καμία ηχώ.

Γιατί αυτά που έχει να πει δεν απευθύνονται πια σε κανέναν, κι ούτε χρειάζεται να τα καταλάβουνε οι ζωντανοί—δεν τα υπαγορεύει εξάλλου η ζωή, παρά τα επιβάλει η εξουσία του θανάτου.

«θανάσιμη μοναξιά»

Στον πάγκο του μπαρ μπορείς ν’ αστειευτείς με οποιονδήποτε, να τσουγκρίσεις το ποτήρι σου με όποιον θέλεις.

Μα ο άγγελος αναγγέλλει τον ερχομό του. Μείνε μονάχος να τον υποδεχτείς.

Και άγγελος μας είναι η νύχτα που πέφτει στην εκθαμβωτική πίστα.

Ακόμα κι αν η δική σου μοναξιά είναι πλημμυρισμένη στο φως ενώ σκοτάδι τα χιλιάδες μάτια που σε κρίνουν, που φοβούνται και προσδοκούν τη πτώση σου, θα χορέψεις πάνω και μέσα στην άνυδρη μοναξιά, με τα μάτια δεμένα και εί δυνατόν τα βλέφαρα ραμμένα.

Τίποτε όμως δε θα σε εμποδίσει να χορέψεις για την εικόνα σου, και προπαντός χειροκροτήματα ή γέλια.

Αλίμονο, είσαι καλλιτέχνης, και δε γίνεται πια να αγνοήσεις την ανελέητη άβυσσο των ματιών σου.

Νάρκισσος χορεύει;

Δεν είναι ωστόσο φιλαρέσκεια, εγωισμός και φιλαυτία, μα κάτι άλλο.

Χόρευε λοιπόν ολομόναχος. Χλωμός, πελιδνός, γεμάτος αγωνία αν θα αρέσεις στην εικόνα σου—δηλαδή θα χορέψει η εικόνα σου για σένα.

Ποιος φυσιολογικός, γνωστικός άνθρωπος περπατά πάνω σε συρματόσκοινο ή εκφράζεται με στίχους;

Ο έρωτας, σχεδόν απελπισμένος αλλά γεμάτος τρυφερότητα, ο έρωτας που οφείλεις να δείχνεις στο σκοινί σου πρέπει να είναι δυνατός όσο και το συρματόσκοινο που κρατά το βάρος σου.

Γνωρίζω τα αντικείμενα, τη μοχθηρία και τη σκληρότητα τους, αλλά και την ευγνωμοσύνη τους. Το σκοινί ήταν νεκρό—ή έστώ, βουβό και τυφλό. Με την εμφάνιση σου θα ζωντανέψει και θα μιλήσει.

Θα το ερωτευτείς—με έναν έρωτα, θα έλεγα, σαρκικό.

Τη νύχτα, καθώς είναι ακόμα κουλουριασμένο στο κουτί του, πήγαινε να το δεις, να το χαϊδέψεις, να ακουμπήσεις το μάγουλο σου στο δικό του.

Ωστόσο πρέπει να εκθέτεις τον εαυτό σου στον κίνδυνο του σωματικού, του οριστικού θανάτου. Το απαιτεί η δραματουργία του Τσίρκου. Το τσίρκο, όπως η ποίηση, ο πόλεμος και η ταυρομαχία είναι από τα λίγα σκληρά παιχνίδια που επιζούν.

Αν πέσεις, θα σου εκφωνήσουν τον πιο συμβατό επικήδειο: βάλτος από χρυσάφι κι αίμα, τέλμα όπου το ηλιοβασίλεμα… μην περιμένεις τίποτ’ άλλο. Το τσίρκο είναι όλο συμβατικότητες.

  • Κοίτα να γίνεις διάσημος…
  • Γιατί;

  • Για να προξενείς το κακό.

  • Πρέπει οπωσδήποτε να βγάλω λεφτά;

  • Απαραιτήτως. θα εμφανίζεσαι στο συρματόσχοινό σου και θα σε ραντίζει μια χρυσή βροχή.

…. Κι επειδή θα σε ενδιαφέρει μονάχα ο χορός , τη μέρα θα σαπίζεις.

…. Το κοινό – που χάρη σ’ αυτό υπάρχεις, γιατί χωρίς το κοινό δε θα καταχτούσες ποτέ τη μοναξιά – είναι το κτήνος που εσύ στο τέλος θα το εξοντώσεις. Η τελειότητα κι η τόλμη σου όση ώρα εμφανίζεσαι το εκμηδενίζουν.

Μάταιες οι συμβουλές μου και άστοχες. Δεν είναι δυνατόν να τις ακολουθήσει κανείς. Ήθελα μόνο να γράψω για την τέχνη σου ένα ποίημα που θα σε θερμάνει ολόκληρο, απ’ την κορφή ως τα νύχια. Ν’ αναφλεγείς ήθελα, όχι να σε διδάξω.

 

Jean Genet – Ο σχοινοβάτης (απόσπασμα)

 genet-jean.jpg

O Ζαν Ζενέ (Jean Genet) γεννήθηκε το 1910. Νόθος γιος μιας πόρνης και ενός εργάτη ο μικρός Ζαν εγκαταλείφθηκε επτά μήνες μετά τη γέννησή του, Παρ’ όλο που μεγάλωσε σε στοργικό περιβάλλον, με δύο χωρικούς για γονείς, δεν άργησε να παρουσιάσει τάσεις περιθωριοποίησης. Απόπειρες φυγής από το σπίτι και μικροκλοπές αντικειμένων του χάρισαν τον τίτλο του κλέφτη στα 12 χρόνια του. ΄Ηταν όμως άριστος μαθητής, γι’ αυτό τον στέλνουν σε μια τεχνική σχολή έξω απ’ το Παρίσι να μάθει το επάγγελμα του τυπογράφου, χωρίς αποτέλεσμα, αφού το σκαέι για την Αμερική. «Αποφάσισα να απαρνηθώ έναν κόσμο που με είχε απαρνηθεί» έγραψε για την τροπή που πήρε η ζωή του.

Κλεισμένος σε αναμορφωτήριο από τα 15 του ως τα 18 του ο έφηβος Ζαν γνώρισε για τα καλά τη σκληρή δουλειά, την άσχημη όψη των ανθρώπων και μυήθηκε στον ομοφυλόφιλο έρωτα. Θέλησε να ξεφύγει και το προσπάθησε μέσω του στρατού, έφυγε όμως και από εκεί. Λιποτάκτης πια αλλάζει το επώνυμό του και περιπλανιέται στην Ευρώπη με τα πόδια, κλέβοντας ό,τι βρίσκει. Αλλά σε κάθε σταθμό του έχει προβλήματα με τις Αρχές. Φτάνοντας στη Γερμανία του Χίτλερ θα πεί «Αισθάνθηκα σαν να βρέθηκα σε ένα οργανωμένο στρατόπεδο με λωποδύτες. Είναι ένα έθνος κλεφτών». Περνάει στη φυλακή τα επόμενα επτά χρόνια. «Βλέπω στους κλέφτες, στους προδότες, στους δολοφόνους, στους απόκληρους και στους μάγκες μια βαθιά ομορφιά, μια υπόγεια ομορφιά».

Δημοσιεύει το πρώτο του κείμενο σε ηλικία 32 ετών, την «Παναγία των λουλουδιών», το πιο «εμπρηστικό» ίσως μυθιστόρημα του 20ού αιώνα. Το γράφει στο κελί του, σε ό,τι χαρτί βρίσκει. Οι φύλακες θα του το αρπάξουν, εκείνος θα το ξαναγράψει απ’ την αρχή. Αποκτά την αναγνώριση της παρισινής κοινωνίας μετά τη γνωριμία του με τον Ζαν Κοκτό ο οποίος θα φροντίσει ώστε να εκδοθούν τα έργα του.

Συναντά τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ τον άνθρωπο που τον ανέδειξε και τον επηρέασε πιο πολύ απ’ όλους. Ο Σαρτρ πρωτοστατεί σε μια κίνηση των διανοουμένων της εποχής, ώστε να μην εκτελεστεί η θανατική ποινή του Ζενέ το 1949 ενώ γράφει τη βιογραφία «Άγιος Ζενέ: Κωμωδός ή μάρτυρας», που βλέπει το φως της δημοσιότητας και όχι μόνο αποκαθιστά τη φήμη ενός πρώην θανατοποινίτη, αλλά τον αναδεικνύει ως κορυφαίο λογοτέχνη και βαθιά σκεπτόμενο άνθρωπο. Ο Ζενέ, δε θα ξαναγράψει για επτά χρόνια επανέρχεται ως θεατρικός συγγραφέας (Οι δούλες, το μπαλκόνι, οι νέγροι, τα παραβάν) που θα αποσπάσει το χειροκρότημα του κοινού με τις «εμπρηστικές» του παραστάσεις που δε σέβονται την παραδοσιακή πλοκή, ούτε τους νόμους της ψυχολογίας. Ακολούθησαν κινηματογραφικές παραγωγές, βιβλία για τον Τζιακομέντι και τον Ρέμπραντ.

«Ο σχοινοβάτης» είναι αποτέλεσμα της σχέσης του με τον 20χρονο ακροβάτη Αμπντάλα Μπεντάγκα, στον οποίο θα αφοσιωθεί ψυχή τε και σώματι, πληρώνοντας τους καλύτερους εκπαιδευτές και αναλαμβάνοντας ο ίδιος τη σκηνοθεσία του σόου του επάνω στο τεντωμένο σκοινί. Η ιστορία τους όμως δεν είχε αίσιο τέλος. Έπειτα από έναν σοβαρό τραυματισμό του Μπεντάγκα σε μια περιοδεία, ο Ζενέ τον παρατάει. Εκείνος αυτοκτονεί και ο Ζενέ πέφτει σε βαριά κατάθλιψη. Θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει το 1967.

Επιλέγει να πολιτικοποιηθεί. Με σύνθημά του για άλλη μια φορά τη βία, μάχεται στο πλευρό της επαναστατικής οργάνωσης »Μαύροι πάνθηρες» κατά των φυλετικών διακρίσεων, του πολέμου στο Βιετνάμ και υπέρ των δικαιωμάτων των μεταναστών. Η ζωή του με τους Φενταγίν στην Ιορδανία αποτελεί την πρώτη ύλη για το βιβλίο του «Αιχμάλωτος του έρωτα». Ο Ζαν Ζενέ πέθανε το 1986 «Σ’ έναν σιωπηλό και ασήμαντο δρόμο, που ξαφνικά πήρε λάμψη, αποτελώντας την τελευταία στάση της ζωής του Ζενέ στην πόλη, την οποία μεταμόρφωσε και εξύβρισε χωρίς σταματημό» σημειώνει στο ξεκίνημα της βιογραφίας του ο Στίβεν Μπάρμπερ.

 jean-genet-o-sxoinovatis.jpg

 

aitionblog  koinotopia


Aπό:

http://www.o-klooun.com/anadimosiefseis/jean-genet-o-sxoinovatis

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s