Εκείνες που φταίνε για όλα…


Να κάνουμε σήμερα μιαν ανάπαυλα στο εορταστικό κλίμα και παράλληλα να εξοφλήσω ένα χρέος που το κουβαλάω εδώ και αρκετόν καιρό στα κατάστιχά μου. Στο σημερινό άρθρο θα ασχοληθώ με την ετυμολογία μιας λέξης που βασανίζει, και που την έχουμε αναφέρει συχνά εδώ.

Δεν βασανίζει όμως μόνο η ετυμολογία της λέξης, βασανίζουν και αυτές που δηλώνονται από τη λέξη, και μάλιστα ένα τραγούδι ισχυρίζεται πως «εκείνες φταίνε για όλα». Ποιες; Μα φυσικά οι γκόμενες, οι πρώην και οι επόμενες, ανώνυμες κι επώνυμες και γενικώς:

Εμείς εδώ όμως δεν είμαστε ειδήμονες σε θέματα σχέσεων, οπότε δεν θα ασχοληθώ περισσότερο με το αν για όλα φταίνε πράγματι οι γκόμενες, θα λεξιλογήσω μόνο. Ή μάλλον, ούτε καν θα λεξιλογήσω, εννοώ δηλαδή ότι δεν θα αναπτύξω το θέμα στην πληρότητα και την έκταση που αξίζει αυτή η λέξη -θα ασχοληθώ μονάχα με την ετυμολογία της λέξης «γκόμενα».

Και το χειρότερο είναι ότι αν διαβάσετε το άρθρο, πιθανότερο είναι να ξεμάθετε την ετυμολογία της γκόμενας, παρά να τη μάθετε. Θέλω να πω, το άρθρο δεν θα σας πει με βεβαιότητα ποια είναι η ετυμολογία της λέξης, μπορεί όμως να κλονίσει ή να γκρεμίσει τη βεβαιότητα που ενδεχομένως έχετε για το θέμα αυτό.

Για την ετυμολογία της γκόμενας, λοιπόν, έχουν διατυπωθεί, και ακούγονται, πολλές θεωρίες, που θα τις παραθέσω στα επόμενα, ξεκινώντας από τις πιο απίθανες και προχωρώντας προς τις πιθανότερες.

  • Η γκόμενα προέρχεται από το αγγλικό go with men. Η εκδοχή αυτή ακούγεται πολύ, αλλά είναι εντελώς αστήρικτη. Καταρχάς, ποιοι θα πλάσανε τη λέξη; Αγγλόφωνοι; Έλληνες που δεν ξέρανε καλά αγγλικά; Και γιατί να την πλάσουν; Ποιαν επικοινωνιακή ανάγκη έλυναν; Ολοφάνερα, δεν υπάρχει απάντηση στα απλά αυτά ερωτήματα, οπότε δεν είναι ανάγκη να προχωρήσουμε παραπέρα, σε άλλες αντιρρήσεις.
  • Η γκόμενα προέρχεται από το αγγλικό woman. Κατά μία υπο-εκδοχή, τη λέξη την πρόφεραν έτσι οι Ινδοί φαντάροι που είχαν έρθει μετά τον πόλεμο με τα αγγλικά στρατεύματα.

Πέρα από το ότι είναι πολύ απίθανο να διαδοθεί με τέτοιον τρόπο μια λέξη, η λ. «γκόμενα» υπάρχει στη γλώσσα μας πολύ πριν το 1944, οπότε η υποεκδοχή των Ινδών καταρρίπτεται.

  • Η εκδοχή woman > γκόμενα, ενδεχομένως μέσω ενός ενδιάμεσου τύπου όπως γούμενα, φωνητικά δεν είναι πολύ εύκολη, και παραβλέπει το γεγονός ότι είναι ελάχιστα τα άμεσα δάνεια από τα αγγλικά προς τα ελληνικά πριν από τον εικοστόν αιώνα, και αυτά περιορίζονται στην ορολογία των ναυτικών. Ναι, ο watchman έγινε βατσιμάνης, αλλά ο βατσιμάνης είναι λέξη αποκλειστικά καραβίσια -θα προσέξατε ότι βατσιμάνηδες ονομάστηκαν μόνο οι φύλακες των καραβιών, και όχι οι πολλοί και ποικίλοι φύλακες της στεριάς, παρόλο που στα αγγλικά μπορεί και οι μεν και οι δε να ονομάζονται watchmen. Μπορείτε βέβαια να φανταστείτε μεθυσμένα τσούρμα αγγλόφωνων ναυτικών σε ελληνικά ή λεβαντίνικα λιμάνια, αλλά πότε θα έγινε αυτό; Διότι η λέξη «γκόμενα», να το φανερώσω, υπάρχει στα ελληνικά από το 1870 τουλάχιστον.
  • Στον σκόπελο της χρονολόγησης σκοντάφτει μια ελκυστική εκδοχή, που θέλει τη λέξη γκόμενα (ή γκόμινα, όπως φαίνεται να είναι ο παλιότερος τύπος) να προέρχεται από τη λακ μαλλιών Gomina, που εισήχθη στην Ευρώπη από την Αργεντινή και ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στις ηθοποιούς. Λένε κάποιοι ότι η ετικέτα της λακ απεικόνιζε μιαν όμορφη γυναίκα, με τη λεζάντα Gomina, ενώ άλλοι φαντάζονται ότι οι «γκομιναρισμένες» γυναίκες ονομάστηκαν γκόμενες.

  • Χαρακτήρισα «ελκυστική» αυτή τη θεωρία, επειδή όντως η Gomina, αργεντίνικη λακ της οποίας το εμπορικό σήμα κατατέθηκε τον Οκτώβριο του 1926 στη Γαλλία, έκανε θραύση στην Ευρώπη του μεσοπολέμου, σε σημείο που η λέξη να περάσει στα γαλλικά (gomina) όπου μάλιστα έφτιαξε και το ρήμα se gominer, παναπεί βάζω λακ στα μαλλιά μου. Όλα αυτά όμως θα ήταν βάσιμα αν η λέξη εμφανιζόταν στη γλώσσα μας τον μεσοπόλεμο, και όχι παλιότερα. Και επειδή, όπως θα δούμε παρακάτω, η λέξη «γκόμενα/γκόμινα» υπάρχει στη γλώσσα μισόν αιώνα νωρίτερα, πρέπει να αποκλείσουμε τη μάρκα Gomina.

    Βέβαια, στα ισπανικά της Αργεντινής gomina ονομαζόταν η λακ των μαλλιών και πριν γίνει εμπορική ονομασία, αλλά αδυνατίζει η πιθανότητα να έφτασε η λέξη στα μέρη μας ως γενική ονομασία καλλυντικού.

    • Το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη, που αναφέρει και την εκδοχή της λακ, θεωρεί πιθανό να προέρχεται η γκόμενα από το ιταλ. gommina, θηλυκό του επιθ. gommino, που παράγεται από το γαλλ. gommeux «κομψευόμενος, κυριολεκτικά αρωματισμένος, δανδής», που με τη σειρά του παράγεται από το gomme «κόμμι, μαστίχα», με απώτερη ελληνική καταγωγή (κόμμι) και απώτατη αιγυπτιακή, διότι όταν εμείς ζούσαμε σε παλαιολιθικούς καταυλισμούς εκείνοι χτίζανε Πυραμίδες.

    Η εκδοχή του λεξικού Μπαμπινιώτη έχει πολλές αδυναμίες έτσι που είναι διατυπωμένη, διότι δεν μας λέει ποια σημασία έχει η ιταλική λέξη gommina, μια λέξη που μάλλον δεν υπάρχει στα ιταλικά λεξικά. Επίσης, η λέξη gommeux για τους κομψευόμενους νέους του 19ου αιώνα δεν φαίνεται να έχει σχέση με το ότι ήταν αρωματισμένοι αλλά με το ότι πρόσθεταν κάποιο κολλώδες ποτό στο αψέντι τους, αν πιστέψουμε τουλάχιστον τον Γκονκούρ: Pour [l’étymologie de] gommeux [it. ds le texte], l’on prétend que c’est l’appellation de mépris que les femmes donnent, dans les cabarets de barrière, à ceux qui mettent de la gomme dans leur absinthe, à ceux qui ne sont pas de vrais hommes…

    Οι καμπαρετζούδες λοιπόν αποκαλούσαν gommeux τους λιμοκοντόρους. Αλλά gommeuse ονομαζόταν και η ίδια η κοπέλα του καμπαρέ. Κάτι έχουμε εδώ, αλλά η απόσταση από τη γκομέζ στη γκόμινα/γκόμενα δεν είναι και τόσο μικρή, ενώ ο ιταλικός κρίκος της ετυμολογικής αλυσίδας που δίνει ο Μπαμπινιώτης μοιάζει πολύ αδύνατος. Από την άλλη, η εκδοχή αυτή είναι συμβατή με τη χρονολόγηση της λέξης.

    • Τέλος, το ετυμολογικό λεξικό του Ανδριώτη αλλά και το ΛΚΝ δέχονται ότι η γκόμενα προέρχεται από το ιταλικό gomena, που είναι το σκοινί που δένουν τα πλοία, η γούμενα που λέμε στα ελληνικά. Εδώ δεν υπάρχει καμιά φωνητική δυσκολία, αλλά πώς φτάνουμε από το παλαμάρι στην κοπέλα;

    «Επειδή ο εραστής δένει τη γυναίκα για να μην του φύγει» λέει μία ερμηνεία. «Επειδή ο άντρας που πιάνει γκόμενα βάζει θηλιά στο λαιμό του» λέει μια άλλη. Δεν με πείθουν και πολύ. Θα αισθανόμουν πιο άνετα αν η λέξη είχε ήδη πάρει μια τέτοια σημασία στα ιταλικά.

    Παρέθεσα τις εκδοχές που έχω υπόψη μου για την ετυμολογία της λέξης «γκόμενα» αλλά η προσπάθεια ετυμολόγησης μιας λέξης είναι μάταιη αν δεν έχουμε στοιχεία για τις εμφανίσεις της λέξης στα σώματα κειμένων. Αν παρακολουθήσουμε τη διαδρομή της λέξης, αφενός θα δούμε ποια ήταν η αρχική μορφή της και ενδεχομένως η αρχική σημασία της -ενώ το χρονολογικό κριτήριο μπορεί να μας βοηθήσει να απορρίψουμε κάποιες εκδοχές.

    Το κακό με τη λέξη «γκόμενα» είναι πως πρόκειται για λέξη λαϊκή και μάλιστα όχι πολύ καθωσπρέπει, οπότε δεν καταγράφεται και πολύ στα κείμενα. Δηλαδή, το γεγονός ότι από το λεξικό Δημητράκου απουσιάζει λήμμα «γκόμενα» δεν σημαίνει και πολλά πράγματα. Η απουσία μπορεί να οφείλεται σε λεξικογραφική σεμνοτυφία.

    Είχα βρει τη λέξη «γκόμενα» σε εφημερίδα του 1928, αλλά τελικά υπάρχει και σε πολύ παλιότερα κείμενα.

    Μέχρι στιγμής, η παλιότερη ανεύρεση της λέξης είναι στο μυθιστόρημα «Οι μυστηριώδεις νυκτοκλέπται», μυθιστορημα υποκόσμου γραμμένο από τον Μηνά Χαμουδόπουλο, που κυκλοφόρησε το 1870 και αφηγείται τις περιπέτειες μιας σπείρας κακοποιών στη Σμύρνη.

    Το μυθιστόρημα του Χαμουδόπουλου, που το αποκάλυψε στη μπλογκόσφαιρα ο ερευνητής με το ψευδώνυμο spatholouro, που σχολιάζει και στο ιστολόγιό μας, είναι πραγματικό μεταλλείο για τον ερευνητή της γλώσσας, καθώς στους διαλόγους του διασώζει, ίσως φιλτραρισμένη, τη γλώσσα που χρησιμοποιούσαν στην πιάτσα την εποχή εκείνη. Το έχουμε ήδη αναφέρει με αφορμή την ετυμολογία της λ. ρεμπέτης, ενώ και στο μέλλον θα χρησιμοποιήσω τις χρονολογικές ενδείξεις που μας δίνει. Υποψιάζομαι βέβαια ότι ο Χαμουδόπουλος το παρακάνει στο φολκλόρ, παραφορτώνει τους διαλόγους των ηρώων του με παροιμιακές εκφράσεις, καμιά φορά αραδιαστά δυο και τρεις απ’ αυτές. Ωστόσο, τις εκφράσεις και τις λέξεις δεν θα τις έβγαλε από το μυαλό του.

    Πάμε όμως στο προκείμενο, στις γκόμενες ή μάλλον γκόμινες, μια και έτσι καταγράφει τη λέξη ο Χαμουδόπουλος.

    Σε ένα σημείο της περιπέτειας, οι κακοποιοί έχουν βάλει στο μάτι ένα αρχοντόσπιτο και στέλνουν κάποιον Βογιατζή να κάνει τα γλυκά μάτια στην υπηρέτρια του σπιτιού, διότι «είναι αψηλός και νόστιμος κι οι γκόμινες σαλιάζουνε γι’ αυτόν». Και πράγματι, τα φτιάχνει ο λεγάμενος με τη λεγάμενη και κάποια στιγμή «η γκόμινα» του λέει πως τα αφεντικά της θα λείψουν -και η συνέχεια επί της οθόνης.

    Δεν είναι αυτές οι μοναδικές ανευρέσεις της λέξης στους Νυκτοκλέπτες. Σε άλλο σημείο, ήρωας του έργου αποφαίνεται ότι «τα ζεφκάκια κι οι γκόμινες δεν αφήνουνε κανένα να κάνει μαλλί». Ζεφκάκια τα γλεντάκια, ζέφκι το γλέντι (υπάρχει και σήμερα η λέξη σε διαλέκτους της ελληνικής), δηλαδή τα ξενύχτια και οι γυναίκες δεν σε αφήνουνε να μαζέψεις λεφτά. Και αμέσως μετά, «σαν κυνηγά κανείς το τζόγο και τις γκόμινες ελμπετέ και κατατιά δε κάνει», και θα μας πει ο Δύτης τι είναι το ελμπετέ, πάντως το νόημα βγαίνει καθαρό.

    Αλλά η ανεύρεση του Χαμουδόπουλου δεν είναι μόνη της. Χάρη στις έρευνες του φίλου μας του Spiridione, βρέθηκαν κι άλλες δύο εμφανίσεις της λέξης σε κείμενα του 19ου αιώνα.

    Καταρχάς, η λέξη (με τη μορφή «γκόμενα») βρέθηκε σε σατιρική εφημερίδα της Σμύρνης, το Βέλος, σε φύλλο του 1888:

    » Μαίνεται και ωρύεται η υπηρέτρια κατά των κυρίων της, διότι ούτε εις την προκυμαίαν μεταβαίνουσι ούτοι πλέον προς περίπατον, αλλ’ ούτε εις βεγκέραν, όπως εύρη και αύτη την ευκαιρία να εισάξη εις την οικίαν ως αληθής οικοδέσποινα τον εις την πλησιεστέραν τρίοδον αναμένοντα και βλασφημούντα τα αφεντικά της γκόμενας εραστήν της και χορηγήση εις αυτόν την δέουσαν φιλοξενίαν και περίθαλψιν …»

    Προσέξτε ότι ο συντάκτης του Βέλους χρησιμοποιεί τον αναλογικό τύπο «να εισάξει», που ήταν πολύ συχνός στον 19ο αιώνα και θα ξαναγίνει, ευελπιστώ, στον 21ο. Αλλά αυτό θα το δούμε άλλη φορά. Ας μείνουμε τώρα στη γκόμενα. Θα προσέξατε ότι έχουμε και πάλι σμυρνέικο κείμενο, και πάλι αναφορά σε υπηρέτρια (την οποία χαρακτηρίζει πιο κάτω «σφριγώσα κόρη της Ικαρίας ή των Κυκλάδων», διότι από τα νησιά πήγαιναν υπηρέτριες στα αρχοντόσπιτα τόσο της Σμύρνης όσο και της Αθήνας).

    • Αν κάποιος βασιζόταν σε αυτά τα δύο ευρήματα, σε συνδυασμό με την απουσία καταγραφών της λέξης πριν από το 1928 στην κυρίως Ελλάδα, θα μπορούσε να συμπεράνειο ότι έχουμε μια σμυρνέικη λέξη που την είσαξαν στην κυρίως Ελλάδα οι πρόσφυγες μετά το 1922. Δεν είναι όμως έτσι -απλώς, όπως είπαμε, πρόκειται για λαϊκή λέξη, οπότε θέλει πολλή δουλειά και πολλή τύχη για να έρθουν στο φως παλιές ανευρέσεις της.

    Ο φίλος μας ο Spiridione ξέθαψε ένα τέτοιο κελεπούρι, από το περιοδικό Εστία του 1878, μετάφραση του Όλιβερ Τουίστ του Ντίκενς:

    » – Του Φέιγγιν; είπεν ο Τώμπυ παρατηρών εταστικώς τον Όλιβερ∙ θα είναι τότε ένα κ’ ένα για να λαδώνη της γρηαίς γκόμεναις (2) στην εκκλησιά. Η μούρη του είναι θησαυρός, μοιάζει άγιος Ονούφριος».

    Και σε υποσημείωση: (2): «Να κλέπτη εκ των θυλακίων των γραιών γυναικών». (Προσθέτω ότι η έκφραση «κάνει τον άγιο Ονούφριο/είναι άγιος Ονούφριος» λεγόταν για κάποιον με αθώο ύφος που σε ξεγελάει).

    Το εύρημα είναι φοβερά ενδιαφέρον, και όχι μόνο επειδή εντοπίζεται στην Παλιά Ελλάδα. Ακόμα και σήμερα αμφιβάλλω αν θα έλεγαν πολλοί τη φράση «να κλέβει τις γριές γκόμενες στην εκκλησία». Επιπλέον, ο μεταφραστής είναι ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα των γραμμάτων μας, ο μέγιστος Νικόλαος Πολίτης, ο πατέρας της λαογραφίας (και όχι μόνο) στην Ελλάδα!

    Αν ανατρέξουμε στο πρωτότυπο:

    ‘Fagin’s, eh!’ exclaimed Toby, looking at Oliver. ‘Wot an inwalable boy that’ll make, for the old ladies’ pockets in chapels! His mug is a fortin’ to him.’

    βλέπουμε ότι η αναφορά στον Άγιο Ονούφριο είναι πλατειασμός του Πολίτη, ενώ και το «γκόμενες» δεν δικαιολογείται απόλυτα, αφού ο Τόμπι λέει ladies. Ωστόσο, προσέξτε ότι στο αγγλικό κείμενο ο ήρωας χρησιμοποιεί ιδιωματική προφορά -ο Έλληνας μεταφραστής, μη μπορώντας να βάλει αντίστοιχη ιδιωματική ελληνική προφορά (δεν θα ταίριαζαν τα βλάχικα ή τα κρητικά) εκφράζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα με την επιλογή αργκοτικών λέξεων -εξού και η γκόμενα.

    Εδώ τελειώνει η αναδρομή στη χρονολογική πορεία  της λέξης -προσωπικά δεν αμφιβάλλω ότι με τον καιρό θα βρούμε και άλλες εμφανίσεις της λέξης σε κείμενα της περιόδου 1870-1900, ίσως και σε παλιότερα.

    Καλά όλα αυτά, αλλά με την ετυμολογία τι γίνεται; Προσωπικά, θεωρώ ότι η εκδοχή από το gommeux/gommeuse αλλά και από το gomena, το παλαμάρι, είναι οι λιγότερο απίθανες. Θα έβαζα εδώ και τη gomina = λακ, αν έβρισκα ότι η λέξη είχε χρησιμοποιηθεί σε ευρωπαϊκά συμφραζόμενα περί το 1860. Τις αγγλικές εκδοχές τις απορρίπτω αναφανδόν.

    Οπότε; Οπότε διαβάσατε χρονιάρες μέρες ένα διπλοσέντονο κοντά δυο χιλιάδες λέξεις, δεν μάθατε τίποτα το θετικό και ίσως ξεμάθατε κάτι που πιστεύατε για σίγουρο.

    Καλά το έλεγε ο Μούτσης, πως για όλα φταίνε οι γκόμενες!

    __________________________________________________

    Από:

    https://sarantakos.wordpress.com/2015/12/28/gomena/#more-14296

    Σχολιάστε

    Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

    Λογότυπο WordPress.com

    Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

    Φωτογραφία Google

    Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

    Φωτογραφία Twitter

    Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

    Φωτογραφία Facebook

    Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

    Σύνδεση με %s