Πῶς μπορεῖ ἡ θεωρία νά συναντήσει τήν πραγματικότητα ὅταν ἡ πραγματικότητα ἔχει ἤδη συναντήσει τήν θεωρία;…


Τοῦ Ἰάσονα Κουτούφαρη-Μαλανδρίνου
_____________________________________________________________
Σχόλιο στήν ἑλληνική μετάφραση
Ἐπειδή τό ζήτησαν ἀρκετοί μή γαλλομαθεῖς φίλοι καί σύντροφοι, μεταφράζω παρακάτω τήν πρόσφατη εἰσήγησή μου στό Πανεπιστήμιο τῆς Λουβαίν. Μερικά μόνο μεταφραστικά σχόλια.
1. Ὅσον ἀφορᾶ τήν ὁρολογία τῆς Hannah Arendt, ἀκολούθησα κατά βάσιν τήν μετάφραση τῆς Βάνας Νικολαΐδου-Κυριανίδου (Περί βίας). Ἡ μετάφραση τοῦ Τίτου Πατρίκιου γιά τό Τί εἶναι ἡ αὐθεντία; τῆς ἰδίας, προσαρμόστηκε ἀναλόγως, μέ μνεία πάντως τῶν προτιμήσεων τοῦ μεταφραστῆ.
2. Τό κείμενο τοῦ Gilles Deleuze Post-scriptum sur les sociétés de contrôle, εἶναι γνωστό στό ἑλληνικό κοινό ἀπό δύο μεταφράσεις: τοῦ Παναγιώτη Καλαμαρᾶ καί τοῦ Ἀνδρέα Ντούνη.a Χωρίς νά ὑποτιμῶ τήν δυσκολία τοῦ μεταφραστικοῦ ἔργου (ἐγώ ὁ ἴδιος δυσκολεύτηκα νά μεταφράσω τό δικό μου κείμενο!), δέν μπορῶ νά μήν ἐπισημάνω τήν προχειρότητα τῶν μεταφραστῶν σέ ἀρκετά σημεῖα. Ἀκολούθησα γενικά τήν μετάφραση τοῦ Καλαμαρᾶ, διορθώνοντάς την ὅπου τό ἔκρινα ἀναγκαῖο.
3. Οἱ μεταφραστικές παρατηρήσεις καί διορθώσεις μποροῦν νά ἀνευρεθοῦν στίς ὑποσημειώσεις ὅπου ὁ ἀριθμός συνοδεύεται ἀπό γράμματα τοῦ λατινικοῦ ἀλφαβήτου.
4. Στόν πίνακα πού ἀκολουθεῖ, καταγράφονται ὅλες οἱ μεταφραστικές ἰσοτιμίες τοῦ κειμένου.

ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΑΓΓΛΙΚΑ
ΓΑΛΛΙΚΑ
αὐθεντίαb
authority
autorité
βία
violence
violence
δύναμηc
power
pouvoir
ἐξαναγκασμόςd
force
force
ἐπιτήρηση
surveillance
surveillance
καταναγκασμός
constraint
contrainte
καταπίεση
repression
répression
καταστολή
coercion
coercition
κοινωνία τῆς ἀναχαίτισης
society of check
société d‘échec
κοινωνία τοῦ ἐλέγχου
society of control
société de contrôle
παγκόσμια παρακολούθηση
global surveillance
surveillance globale
ρώμηe
strength
puissance


Πῶς μπορεῖ ἡ θεωρία νά συναντήσει τήν πραγματικότητα ὅταν ἡ πραγματικότητα ἔχει ἤδη συναντήσει τήν θεωρία;1
Θέλω πρίν ἀπό ὅλα νά εὐχαριστήσω τό Κέντρο Διεπιστημονικῆς Ἔρευνας γιά τήν Παραβατικότητα καί τήν Ποινή καί τήν Διδακτορική Σχολή γιά τήν πρόσκλησή τους. Θά ἤθελα ἀκόμη νά εὐχαριστήσω τήν κα Ἑλένη Βελέντζα –μέ τήν ὁποία εἶχα ἀρκετές πολύ παραγωγικές συζητήσεις– καί ὅλους ἐσᾶς πού εἶστε σήμερα παρόντες.
Γνωρίζετε ἴσως ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τήν Ἄβυσσο τῆς Marguerite Yourcenar, γνωστό στήν δευτερογενῆ βιβλιογραφία ὡς “τό ἐπεισόδιο τοῦ ματιοῦ”.2 Κατά τήν διάρκεια μίας βοτανολογικῆς ἐξερεύνησης, ὁ πρωταγωνιστής Ζήνων κοιμᾶται κατά τύχη πάνω στόν μεγεθυντικό του φακό. Ξυπνώντας, ἀντικρύζει “πλάι στό πρόσωπό του ἕνα ἐξωφρενικά εὐκίνητο ζῶο”, σφαιρικῆς μορφῆς. Πρόκειται γιά τό ἴδιο τό μάτι του, “καθρεφτισμένο καί μεγεθυμένο ἀπό τόν φακό”. Ὁ φιλόσοφος καί ἀλχημιστής συνεχίζει τόν δρόμο του, στοχαζόμενος γι αὐτό “τό μικρό καί τεράστιο ὄργανο, τό κοντινό καί παρ’ ὅλ’ αὐτά ξένο, τό ζωντανό ἀλλά τρωτό, πού ἦταν προικισμένο μέ μία ἀτελῆ καί ὅμως θαυμαστή δύναμη”. Στό τέλος καταλήγει ὅτι “σάν τό μάτι τοῦ Θεοῦ πάνω σέ ὁρισμένες σφραγίδες, αὐτό τό ἀνθρώπινο μάτι γινόταν ἕνα σύμβολο. Τό σημαντικό ἦταν νά συλλέξει τό λίγο πού θα διύλιζε ἀπό τόν κόσμο προτοῦ γενεῖ νύχτα, νά ἐλέγξει τήν μαρτυρία του, καί ἄν μποροῦσε, νά διορθώσει τά λάθη του. Ἀπό μία ἔννοια, τό μάτι ἀντισταθμοῦσε τήν ἄβυσσο”.
Νά μία ὀξυδερκής διαπίστωση! Πρόκειται κάτα βάθος γιά μία ἀναδιατύπωση τῆς περίφημης καντιανής ἔκφρασης: “Ἐννοήματα χωρίς περιεχόμενο εἶναι κενά, ἐποπτεῖες χωρίς ἔννοιες εἶναι τυφλές”.3 Τό μάτι θεμελιώνει τήν σχέση μας μέ τόν κόσμο, ἀλλά τά δεδομένα τῆς ὄρασης χρειάζεται νά ἐλεγχθοῦν καί νά διορθωθοῦν ἀπό τήν συνείδηση· ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ἡ συνείδηση χωρίς τό μάτι, ξεχασμένη μέσα στόν κλειστό της κόσμο, μετατρέπεται σέ μία ἀληθινή ἄβυσσο.
Αὐτή ἡ ἄβυσσος, ὑποθέτω, δέν σᾶς εἶναι ἄγνωστη. Καί δέν μιλῶ τόσο γιά τό ἐσωτερικό χάος κάθε στοχαστῆ ὅσο γιά τήν ξέφρενη αὔξηση τῆς βιβλιογραφίας. Συχνά σπρωγμένοι ἀπό τήν ἀνάγκη νά εἰσέλθουν ἤ νά ἐπιβιώσουν σέ ἕναν ἀκαδημαϊκό κόσμο ὁλοένα πιό ἀνταγωνιστικό, ἀλλά ἐνίοτε μέ στόχο νά κολακεύσουν τήν ματαιοδοξία τους ἤ νά παρασιωπήσουν ὅτι δέν ἔχουν τίποτε καινούργιο νά εἰσηγηθοῦν, οἱ διανοούμενοι ἐπιδίδονται στό μανιῶδες κυνήγι τῶν ἐπιστημονικῶν δημοσιεύσεων καί τήν δημιουργία ἄχρηστων ἐννοιῶν. Ὁ σχολαστικισμός δέν λέει νά πεθάνει. Πῶς λοιπόν μπορεῖ ἡ θεωρία νά συναντήσει τήν πραγματικότητα ὅταν ἡ πραγματικότητα ἔχει ἤδη συναντήσει τήν θεωρία;
Foucault, Deleuze, οNegri καί Hardt, καί ἄλλοι ἀκόμη, ἔχουν ἐγκύψει στίς ἔννοιες τῆς ἐπιτήρησης καί τοῦ ἐλέγχου, ὁπότε δέν θά σᾶς κουράσω ἐπαναλαμβάνοντας τίς θέσεις τους.
Θέλω ὡστόσο νά ἐπανέλθω στήν ἀντίληψή τους τῆς “κοινωνίας τοῦ ἐλέγχου”, ὅπως πληρέστερα ἐκτίθεται σέ ἕνα διάσημο κείμενο τοῦ Gilles Deleuze, τό Ὑστερόγραφο πάνω στίς κοινωνίες τοῦ ἐλέγχου.4 Εἶναι τό ἴδιο ἔργο γιά τό ὁποῖο σᾶς ἔχει ἤδη μιλήσει ἡ κα Βελέντζα.
Βρίσκουμε ἐκεῖ τό τρίπτυχο “κοινωνία τῆς κυριαρχίας–πειθαρχική κοινωνία–κοινωνία τοῦ ἐλέγχου”. Τά χαρακτηριστικά καί τά χρονικά ὅρια τοῦ κάθε τύπου κοινωνίας εἶναι ἐξαιρετικά ἀσαφή. Πιό σίγουρη μοιάζει ἡ πειθαρχική κοινωνία. Διαδέχθηκε τήν κοινωνία τῆς κυριαρχίας, τῆς ὁποίας “ὁ στόχος4a καί οἱ λειτουργίες ἦταν ἐντελῶς διαφορετικές (πιό πολύ νά ἀποσπᾶ4b παρά νά ὀργανώνει τήν παραγωγή, περισσότερο νά ἀποφασίζει γιά τόν θάνατο παρά νά διαχειρίζεται τήν ζωή)4c”. Ἡ πειθαρχική κοινωνία καλύπτει τήν περίοδο ἀπό τόν 18ο αἰῶνα ὥς τό μέσον τοῦ 20ου αἰῶνα· σύμφωνα μέ τόν Deleuze, “φαίνεται πώς ὁ Ναπολέων ἔκανε πράξη τήν μεγάλη μεταστροφή ἀπό τήν μία κοινωνία στήν ἄλλη”.
Οἱ πειθαρχικές κοινωνίες ὀργανώνουν, ὑποτίθεται, μεγάλους χώρους ἐγκλεισμοῦ μέ στόχο “τήν συγκέντρωση· τήν κατανομή στόν χῶρο· τήν διάταξη4d στόν χρόνο· τήν σύνθεση4e στόν χῶρο-χρόνο μίας παραγωγικῆς δύναμης τῆς ὁποίας τό ἀποτέλεσμα πρέπει νά εἶναι ἀνώτερο4f τοῦ ἀθροίσματος τῶν στοιχειωδῶν δυνάμεων4g”.
Ἐν τούτοις, ἀπό τόν καιρό μετά τόν Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, “βρισκόμαστε σέ μία γενικευμένη κρίση ὅλων τῶν χώρων ἐγκλεισμοῦ, φυλακή, νοσοκομεῖο, ἐργοστάσιο, σχολεῖο, οἰκογένεια”. Κατά τόν Deleuze, “βρισκόμαστε στήν ἀρχή κάποιου πράγματοςδιαφορετικοῦ: τῆς κοινωνίας τοῦ ἐλέγχου.
Καθεμία ἀπό αὐτές τίς παραδοχές εἶναι οὐσιώδης. Καθεμία ἀπό αὐτές τίς παραδοχές εἶναι λανθασμένη.
Πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα, ἀποκαλύπτεται μία ἀνεξήγητη ἄγνοια τῶν ἱστορικῶν δεδομένων.
Σᾶς καλῶ νά μοῦ ὑποδείξετε μία κοινωνία στήν ἀνθρώπινη ἱστορία πού δέν συγκεντρώνει, πού δέν κατανέμει στόν χῶρο, πού δέν διατάσσει στόν χρόνο, κ.ό.κ.. Ἤ ἕνα Κράτος (ἤ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, μία δημόσια ἀρχή) πού δέν ὀργανώνει τήν παραγωγή ἤ πού δέν διαχειρίζεται τήν ζωή τῶν ἀνθρώπων, μέ τόν ἕναν ἤ τόν ἄλλο τρόπο. Ἀπ’ ὅσο ξέρω, δέν ὑπάρχει καμμία καί κανένα. Ἀκόμη καί τά πρῶτα γνωστά κράτη στήν Μεσοποταμία θεμελιώνονταν στήν διαχείριση τῶν ποταμῶν καί τήν ὀργάνωση τῆς ἄρδευσης καί τῆς γεωργίας. Ὁ Deleuze ἔχει ἀπόλυτη ἐπίγνωση αὐτῆς τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας, ἀφοῦ μάλιστα ἀναφέρεται ὁ ἴδιος5 στόν August Wittfogel, τόν πρῶτο πού πρότεινε τήν ἔννοια τῆς ὑδραυλικῆς κοινωνίας.6
Ἐπί πλέον, ὅλοι οἱ χῶροι ἐγκλεισμοῦ πού ἐκλαμβάνονται ὡς στοιχεῖα μοναδικά τοῦ καπιταλισμοῦ καί τῆς “νεωτερικότητας”, ὑπάρχουν καί εὐημεροῦν ἐδῶ καί πάρα πολύ καιρό.
Μιλώντας γιά τούς χώρους τῆς Μεσογείου, ὁ Maurice Aymard ὑπενθυμίζει μία καβυλική παροιμία (“Τό σπίτι σου εἶναι ὁ τάφος σου”), γιά νά περιγράψει μία κατάσταση συχνά ταυτισμένη λανθασμένα μέ τό Ἰσλάμ, τήν ὁποία ὅμως βρίσκουμε πανομοιότυπη στήν Ἑλλάδα τοῦ 5ου αἰῶνα. Ἡ γονιμότητα τῆς γυναίκας τήν μετατρέπει “σέ ὄργανο τῆς οἰκογενειακῆς συνέχειας, ἄρα σέ θεματοφύλακα τῆς ἀνδρικῆς τιμῆς – τιμή πού μπορεῖ νά θιγεῖ καί ἀπό ἕνα βλέμμα. Δίνει στούς ἄντρες μία διαρκῆ ἐξουσία ἐπιτήρησης, ἀποκλεισμοῦ, τιμωρίας: εἶναι τό δικαίωμα –ἤ ἀκόμη περισσότερο τό καθῆκον– ζωῆς καί θανάτου πού ἀναγνωρίζεται, ἐπιβάλλεται μάλιστα ἀπό τό ἔθιμο στόν σύζυγο, στόν πατέρα ἤ στά ἀδέλφια”.7 Ἄς μήν λησμονοῦμε τήν κρίση τοῦ Engels: “ πρώτη ταξική ντίθεση πούμφανίζεται στήν ἱστορία συμπίπτει μέ τήν νάπτυξη το νταγωνισμο το ντρα καί τῆς γυναίκας στήνμονογαμία, καί πρώτη ταξική καταπίεση μέ τήν καταπίεση το γυναικείου φύλου πό τό ντρικό.”.8 οἰκογένεια ( οἶκος) δέν ἔγινε πρόσφατα χῶρος ἐγκλεισμοῦ.
Ὅσον ἀφορᾶ τήν ἱστορία τοῦ νοσοκομείου, οἱ ἱστορικοί –παρά τίς πολυάριθμες διαφωνίες– δέχονται ὅτι τό νοσοκομεῖο (ὡς χῶρος ἐγκλεισμοῦ) ἦταν παρόν τοὐλάχιστον ἀπό τήν ὕστερη ἀρχαιότητα (γιά νά μήν φτάσουμε μέχρι τά Ἀσκληπιεῖα). Γιά παράδειγμα, ὁ Timothy Miller βεβαιώνει ὅτι ἡ καταγωγή τοῦ σύγχρονου νοσοκομείου ἐντοπίζεται στήν υἱοθέτηση τοῦ βυζαντινοῦ νοσοκομειακοῦ συστήματος ἀπό τούς Ἰωαννίτες Ἱππότες τῆς Ἰερουσαλήμ. Στό ἔργο του The Birth of the Hospital in the Byzantine Empire9 καί, λεπτομερέστερα, στό ἔργο τουWalking Corpses: Leprosy in Byzantium and the Medieval West,10 ἀπευθύνει τήν κριτική του στόν Foucaultεἰδικῶς. Γιά περισσότερη βιβλιογραφία ἐπί τοῦ θέματος, μπορεῖτε νά ἀνατρέξετε στήν συμβολή τοῦ James Brodman.11
Ἡ κινεζική ἐπίδραση στήν δομή τῆς δυτικῆς ἐκπαίδευσης ἔχει μελετηθεῖ ἐπαρκῶς. Δύο κλασσικά παραδείγματα εἶναι τά ἔργα τοῦ Teng12 καί τοῦ Pinot.13 François Quesnay εἶχε ἤδη παρατηρήσει ὅτιμέ τήν ἐξαίρεση τῆς Κίνας, ὅλα τά βασίλεια ἔχουν ἀγνοήσει τήν ἀναγκαιότητα αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ [ἐνν. τῆς δημόσιας ἐκπαίδευσης] πού εἶναι ἡ βάση τῆς κυβέρνησης”.14 Πάντως, ἡ πειθαρχική καί ἱεραρχική φύση τοῦ κομφουκιανισμοῦ εἶναι ἀδιαμφισβήτητη: τό σχολεῖο συνιστᾶ χῶρο ἐγκλεισμοῦ ἀπό τά γεννοφάσκια του.
Τά ἐργοστάσια ἔχουν μία ἐξ ἴσου μακρά πορεία. Ὁ Immanuel Wallerstein, ὁ πιό ἄξιος μαθητής τοῦ Fernand Braudel στήν Ἀμερική, ἀφιερώνει ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ ἔργου του στήν ἀπομυστικοποίηση τῶν ἐννοιῶν “Βιομηχανική Ἐπανάσταση” καί “Γαλλική Ἐπανάσταση”. Προβάλλοντας μία τεράστια εὐρυμάθεια, λέει: “Ἀπό τήν μία πλευρά, γνωρίζουμε ὅτι ὑπῆρχαν ἐργοστάσια (ὑπό τήν ἔννοια τῆς φυσικῆς συγκέντρωσης κάτω ἀπό μία στέγη περισσοτέρων ἐργαζομένων πού πληρώνονται ἀπό ἕναν ἐργοδότη) πρίν ἀπό ἐκείνη τήν ἐποχή [τήν ἐποχή τῆς ὑποτιθέμενης Βιομηχανικῆς Ἐπανάστασης]. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἡ ἔκταση τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ἐργοστασιακοῦ συστήματος [factory system] ἐκείνη τήν ἐποχή μπορεῖ εὔκολα νά ὑπερεκτιμηθεῖ, ἀκόμη καί γιά τήν Βρετανία”.15
Ἐπίσης, ὑπάρχει μία ἀνοιχτή συζήτηση σχετικά μέ τήν παρουσία τῶν ἐργοστασίων στήν ἀρχαιότητα, στήν ὁποία ἔχουν λάβει μέρος διανοούμενοι ὅπως ὁ Max Weber. John Love προσφέρει ἄφθονη βιβλιογραφία γιά τό ζήτημα.16
Ἡ περίπτωση τῆς φυλακῆς εἶναι ἰδιάζουσα. Ὁ Deleuze, στά χνάρια τοῦ Foucault, θεωρεῖ τήν φυλακή “τόν κατ’ ἐξοχήν χῶρο ἐγκλεισμοῦ”, “τό ἀναλογικό ὑπόδειγμα” ὅλων τῶν ἄλλων χώρων.
Πολλοί ἱστορικοί, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τόν Pieter Spierenburg,17 ἔχουν ἀμφισβητήσει τήν ἄποψη τοῦ Foucaultὅτι ἡ φυλακή γεννήθηκε μέ τόν Διαφωτισμό. Ἕνα καθοριστικό στοιχεῖο εἶναι ἡ σύνδεση μεταξύ τῆς σωφρονιστικῆς φυλάκισης καί τοῦ μοναχισμοῦ. Παρ’ ὅτι ἀναγνωρίζει τόν μοναστικό βίο ὡς “ἀφετηρία καί μήτρα” τῆς πειθαρχίας,18Foucault, σύμφωνα μέ μία πολύ πρόσφατη μελέτη τῆς Julia Hillner, “παρέβλεψε τό φαινόμενο τοῦ μοναστικοῦ ἐγκλεισμοῦ στήν ὕστερη ἀρχαιότητα πού ἀνατρέπει μία ἀντίληψη τῶν μοναστηριῶν ὡς ὁμογενῶν κοινοτήτων ἀποτελουμένων ἀπό πνευματικά φωτισμένους ἐθελοντές”.19 Μία ἐκτεταμένη βιβλιογραφία εἶναι διαθέσιμη περαιτέρω.20
Βρίσκουμε ὡστόσο στό Ὑστερόγραφο καί ἀνακρίβειες ὅσον ἀφορᾶ τόν ὁρισμό μίας “κοινωνίας τοῦ ἐλέγχου”.
Σύμφωνα μέ τόν Deleuze, σέ μία τέτοια κοινωνία, “ὁ καπιταλισμός δέν ἀσχολεῖται πιά μέ τήν παραγωγή, πού συχνά ἐξορίζει στήν περιφέρεια20a τοῦ τρίτου κόσμου”, “ἡ ἐπιχείρηση ἀντικατέστησε τό ἐργοστάσιο, καί ἡ ἐπιχείρηση εἶναι μία ψυχή, ἕνα ἀέριο”, καί “ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ὁ ἔγκλειστος ἄνθρωπος, ἀλλά ὁ χρεωμένος ἄνθρωπος”.
Ἀλλά ξεχνᾶ αὐτό πού ὁ Marx εἶχε ἤδη κατανοήσει, ὅτι “γενικά, ἡ συγκαλυμμένη δουλεία τῶν μισθωτῶν ἐργατῶν στήν Εὐρώπη χρειαζόταν γιά βάθρο τήν sans phrase [ἀπροκάλυπτη] δουλεία στόν Νέο Κόσμο”.21 , μέ τά λόγια τοῦ Immanuel Wallerstein, “ὁ συνδυασμός τους ἀποτελεῖ τήν οὐσία τοῦ καπιταλισμοῦ”. Braudel εἶναι ἐπίσης πολύ σαφής: “Οἱ «κεντρικές» τράπεζες ἐμφανίζονται στήν Βενετία (1585), στό Ἄμστερνταμ (1609), ὕστερα στήν Ἀγγλία (1694) — αὐτές οἱ κεντρικές τράπεζες πού εἶναι […] πάνω ἀπ’ ὅλα ὄργανα ἰσχύος, διεθνοῦς κυριαρχίας: σέ βοηθῶ, σέ σώζω, ἀλλά σέ ὑποδουλώνω. Ἰμπεριαλισμοί, ἀποικιοκρατίες εἶναι τόσο παλιοί ὅσο ὁ κόσμος καί κάθε ὀξυμένη κυριαρχία ὑποκρύπτει τόν καπιταλισμό.22
Deleuze (καί ὁ Foucault ἐπίσης) τοποθετοῦν σέ δεύτερο πλάνο τήν προϋπόθεση τῶν ἐμπορευματικῶν ἀλυσίδων, δηλαδή τίς γραμμές παραγωγῆς τῆς Περιφέρειας. Ἡ ἀποικία προηγεῖται τῆς φυλακῆς ὡς χῶρος ἐγκλεισμοῦ. Σήμερα ἡ πατρίδα μου στενάζει μέσα κάτω ἀπό μία καταπίεση σφυρηλατημένη κατά τήν διάρκεια τῆς ἀποικιοκρατίας. Ἐλπίζω ὅτι, μετά ἀπό μερικά χρόνια, δέν θά δοῦμε στό πάρκο Σενκαντεναίρ τῶν Βρυξελλῶν ἕνα “Μνημεῖο γιά τούς Εὐρωπαίους ἀποίκους στήν Ἑλλάδα”.
Deleuze ἐπιμένει: “Παντοῦ τό surf ἔχει ἤδη ἀντικαταστήσει τά παλιά ἀθλήματα”22a [ὡς ἐάν ἡ πολυνησιακή κουλτούρα, τῆς ὁποίας τό surf ἀποτελεῖ ἀναπόσπαστο κομμάτι, ἐντασσόταν ἤδη σέ μία κοινωνία τοῦ ἐλέγχου!], “ἡ ἐπιχείρηση δέν σταματᾶ νά εἰσαγάγει μία ἀνελέητη ἀντιπαλότητα” [λές καί ἡ ἀντιπαλότητα δέν ὑπῆρχε προηγουμένως!], “ἡ χρήση τῶν ἠλεκτρονικῶν κολλάρων πού ὑποχρεώνουν τόν καταδικασθέντα νά μένει στό σπίτι του συγκεκριμένες ὥρες” [λές καί μόλις ἀνακαλύφθηκε ὁ κατ’ οἶκον περιορισμός!], “ἡ ἔκλυση τῶν συνόρων22b[τούτη τήν ὥρα ἡ Οὐγγαρία σχεδιάζει τήν κατασκευή ἑνός ἀντιμεταναστευτικοῦ φράχτη στά σύνορά της, καί μιλᾶμε πάντα γιά τήν Εὐρώπη-φρούριο]). Ἐκτός ἀπό αὐτούς τούς ἰσχυρισμούς παρωχημένους ἤ γελοίουςDeleuze ἔχει δημιουργήσει μία κατηγορία χωρίς περιεχόμενο.
Τό συνεχές “κοινωνία τῆς κυριαρχίαςπειθαρχική κοινωνίακοινωνία τοῦ ἐλέγχου” δέν εἶναι παρά ἡ ἱστορία τῶν καπιταλιστικῶν ἰδεῶν.
Συνεπῶς, εἶναι ἀνόητο νά συζητοῦμε ἀκόμη γιά τήν “κοινωνία τοῦ ἐλέγχου”; Νομίζω πώς ὄχι, ἀλλά χρειαζόμαστε μία προκαταρκτική ἐργασία: νά δώσουμε νόημα στίς λέξεις, νά δημιουργήσουμε ἔννοιες μεστές περιεχομένου. Ἡ Hannah Arendt μπορεῖ νά μᾶς προσφέρει ἕνα σημεῖο ἐκκίνησης.23
Arendt διακρίνει πέντε ἔννοιες πού δέν ξεχωρίζουν ἐπαρκῶς στόν τρέχοντα λόγο: βία, δύναμη, ἐξαναγκασμός, αὐθεντία, ρώμη.
Ξεκινᾶ μέ τήν ρώμη: εἶναι τό φυσικό θεμέλιο, οἱ ἀτομικές ἰδιότητες τοῦ κάθε προσώπου, τόσο φυσικές ὅσο πνευματικές. Ἀντιθέτως, ἡ βία “διακρίνεται … γιά τόν ἐργαλειακό της χαρακτῆρα”: τήν χρησιμοποιοῦμε “μέ σκοπό τόν πολλαπλασιασμό τῆς φυσικῆς ρώμης”. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἡ δύναμη “ἀντιστοιχεῖ στήν ἱκανότητα τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι ἁπλῶς νά πράττει, ἀλλά νά πράττει ἀπό κοινοῦ. Ἡ δύναμη δέν εἶναι ποτέ κτῆμα ἑνός ἀτόμου· ἀνήκει σέ μία ὁμάδα καί συνεχίζει νά ὑπάρχει μόνο ὅσο καιρό ἡ ὁμάδα μένει μαζί”. Ἡ Arendt καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες ὥστε νά καταδειχθεῖ ἡ διαφορά μεταξύ δύναμης καί βίας, ἀλλά ἀναγνωρίζει καί δύο ἄλλα φαινόμενα: τήν αὐθεντία, πού βασίζεται στόν σεβασμό, καί τόν ἐξαναγκασμό, πού “θά ἔπρεπε νά περιορίζεται, ὅσον ἀφορᾶ τήν ὁρολογική γλῶσσα, σέ ἐκφράσεις ὅπως «ἐξαναγκασμός23a τῆς φύσης» ἤ «ἐπιταγή τῶν πραγμάτων» (la force des choses), γιά νά δηλώνει δηλαδή τήν ἐνέργεια πού ἐκλύεται ἀπό φυσικές ἤ κοινωνικές κινήσεις”.
Βρίσκω τίς παρατηρήσεις τῆς Arendt ἐξαιρετικά ἐνδιαφέρουσες. Μᾶς ἐπιτρέπουν νά σκεφτοῦμε. Ἐάν “δύναμη καί βία εἶναι πράγματι ἀντίθετα”, καί ἐάν ἡ βία ἐνισχύει ἤ καί ἀντικαθιστᾶ τήν ρώμη, γιατί νά μήν συναχθεῖ ὅτι ἡ δύναμη ἐξυπηρετεῖ τόν περιορισμό τῆς φυσικῆς ρώμης; Κατά συνέπεια, προκύπτει ὁ ἀκόλουθος πίνακας.
Ρώμη
ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ
ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ
Βία
Δύναμη
Ἐν τούτοις, ἔχουμε ἀφήσει ἀνοιχτά ἐρωτήματα.
Κατ’ ἀρχάς, ποιά εἶναι ἡ σχέση μεταξύ τῆς ρώμης καί τοῦ ἐξαναγκασμοῦ ἤ τοῦ κύρους (πού μένουν ἐκτός τοῦ πίνακα);
Arendt εἶναι ξεκάθαρη σ’ αὐτό τό σημεῖο: ἡ αὐθεντία μπορεῖ νά εἶναι ἀσυμβίβαστη μέ ἕναν ὁρισμένο τύπο πειθοῦς, δηλαδή τήν “τήν πειθώ, ἡ ὁποία προϋποθέτει ἰσότητα καί λειτουργεῖ μέσα ἀπό μία διαδικασία ἐπιχειρηματολογίας”, “τήν πειθώ μέσῳ ἐπιχειρημάτων”, ἀλλά, ταὐτοχρόνως, “ἀποκλείει τήν χρήση ἐξωτερικῶν μέσων καταστολῆς: ὅπου χρησιμοποιεῖται βία (force),23b ἡ αὐθεντία ἔχει ἀποτύχει”.24 Στήν περίπτωση αὐτή, μποροῦμε νά τοποθετήσουμε τήν αὐθεντία στήν στήλη τοῦ περιορισμοῦ τῆς ρώμης.
Πιστεύω ὅτι τό ἴδιο ἰσχύει γιά τόν ἐξαναγκασμό. Σέ ἀντίθεση μέ τήν αὐθεντία, ὁ ἐξαναγκασμός εἶναι ἡ λιγότερο ἐπεξεργασμένη λέξη πού ἡ Arendt χρησιμοποιεῖ. Ὡστόσο, παρ’ ὅτι τήν μεταχειριζόμαστε “συχνά … ως συνώνυμο της βίας”, παραμένει οὐσιωδῶς μή ἐργαλειακή, καί ἄρα ἀντιπαραθετική πρός τήν βία.
Ὁ πίνακάς μας τροποποιεῖται τώρα ὡς ἑξῆς.
Ρώμη
ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ
ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ
Βία
Δύναμη
Αὐθεντία
Ἐξαναγκασμός
Παρατηρεῖτε ὅτι αὐτή ἡ τριμερής ταξινόμηση τῶν τρόπων μέ τούς ὁποίους μποροῦμε νά ἐξασθενήσουμε τήν ρώμη, θυμίζει τό σχῆμα τῶν τριῶν διαρκειῶν τοῦ Fernand Braudel.
Ὁ ἐξαναγκασμός εἶναι ἀπρόσωπος. Ἐκφράζει τίς ἀλληλεπιδράσεις ἀνάμεσα σέ ἕνα κοινωνικό σύστημα καί τό περιβάλλον του, εἴτε φυσικό εἴτε κοινωνικό. Πρόκειται γιά τήν μακρά διάρκεια.25
Ἡ αὐθεντία ἀνάγεται στό μακρινό παρελθόν· διεκδικεῖ μία πλούσια παράδοση, μία σεβάσμια συνέχεια. Ἡ λέξηautorité προέρχεται ἀπό τό λατινικό ρῆμα augeo, πού σημαίνει “αὐξάνω”, “ἀναπτύσσω”. Ὁ χρόνος τῆς αὐθεντίας εἶναι ὁ κοινωνικός χρόνος, ὁ χρόνος τῶν συγκυριῶν καί τῶν κοινωνικῶν ταυτοτήτων.
Ἡ δύναμη εἶναι λίγο-πολύ συμβαντολογική· συγκροτεῖται στό σήμερα, ἀνοίγοντας προοπτικές γιά τό αὔριο. Δύναμη καί δυνατότητα μοιράζονται τήν ἴδια καταγωγή.26
Ρώμη
ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ
ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ
ΧΡΟΝΟΣ
Βία
Δύναμη
Συμβαντολογικός
Αὐθεντία
Συγκυριακός
Ἐξαναγκασμός
Δομικός
Ἕνα νέο πρόβλημα ἐμφανίζεται. Ἐάν τά μέσα περιορισμοῦ τῆς ρώμης ταξινομοῦνται κατά χρονικότητες, γιατί νά μήν διευθετήσουμε ἀναλόγως τά μέσα πολλαπλασιασμοῦ τῆς ρώμης; Μά, ὑπάρχει μόνο ἔνα μέσο: ἡ βία. Ἔ καλά, ἴσως αὐτό δέν εἶναι ὀρθό. Ἡ Arendt δέν διαφοροποίησε τήν ἰδέα της τῆς βίας. Ἕνας καβγᾶς, ἡ ἐπιβολή μίας ποινῆς ἀπό τόν δικαστή, ἡ κατασκοπεία, οἱ διακρίσεις, ὁ πόλεμος, καί ἄλλες διαφορετικές καταστάσεις συνωθοῦνται κάτω ἀπό τόν ἴδιο τίτλο.
Ἔχοντας τόν διπλό στόχο ὄχι μόνο νά ἐμβαθύνουμε τό σχῆμα μας, ἀλλά καί νά διατηρήσουμε τήν θεμελιώδη διάκριση τῆς Arendt, ὀφείλουμε νά περιορίσουμε τήν πολυσημία τῆς λέξης “βία” καί νά κρατήσουμε τό βαθύτερο νόημα, δηλαδή τήν ἄμεση βία, τήν φυσική βία.
Πῶς μποροῦμε νά ὁρίσουμε τόν πολλαπλασιασμό τῆς ρώμης σέ ἐπίπεδο συγκυριακό καί δομικό; Τείνω νά υἱοθετήσω τούς ὅρους καταπίεση καί καταναγκασμό26a ἀντιστοίχως. Ὑπ’ αὐτό τό πρίσμα, ἡ Arednt κατονομάζει τό εἶδος γιά νά ἐπισημάνει τό γένος: ἔχουμε νά κάνουμε μέ μία τυπική περίπτωση συνεκδοχῆς.
Ὁ πίνακας γίνεται τελικῶς ἔτσι.
Ρώμη
ΧΡΟΝΟΣ
ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ
ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΣ
Συμβαντολογικός
Βία
Δύναμη
Συγκυριακός
Καταπίεση
Αὐθεντία
Δομικός
Καταναγκασμός
Ἐξαναγκασμός
πιτρέψτε μου τώρα νά ἑρμηνεύσω τόν πίνακα μέ ὁρισμένα παραδείγματα.
Ὅταν ὁ ἀστυνομικός χτυπᾶ μέ τό κλόμπ του τόν διαδηλωτή, αὐτό εἶναι ἡ βία.
Ὅταν οἱ διαδηλωτές φτιάχνουν ἀνθρώπινη ἀλυσίδα ἐνάντια στούς ἀστυνομικούς, αὐτό εἶναι ἡ δύναμη.
Ὅταν ἡ Εὐρωπαϊκή Ἕνωση καί τό Διεθνές Νομισματικό Ταμεῖο ἐκμεταλλεύονται τήν κρίση τοῦ δημοσίου χρέους γιά νά ἐπιβάλουν στήν Ἑλλάδα τήν λιτότητα, αὐτό εἶναι ἡ καταπίεση.
Ὅταν τό Ἑλληνικό Κοινοβούλιο καταλήγει στό συμπέρασμα ὅτι τό ἑλληνικό χρέος εἶναι “παράνομο, μή νόμιμο, ἀπεχθές καί μή βιώσιμο”, αὐτό εἶναι ἡ αὐθεντία.
ταν εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νά ἐμπιστευτοῦμε τούς Οἴκους ἀξιολόγησης (ὀργανισμούς οὔτε ἐκλεγμένους οὔτε συμφωνημένους οὔτε ὑπεύθυνους), αὐτό εἶναι ὁ καταναγκασμός.
ταν οἱ κυβερνήσεις προσπαθοῦν χωρίς ἀποτέλεσμα νά ρυθμίσουν τούς Οἴκους, καί αὐτό ἐπιδεινώνει μία ἤδη χαοτική κατάσταση, αὐτό εἶναι ὁ ἐξαναγκασμός.
Φαντάζομαι ὅτι, ἄν ἐπιθυμοῦμε νά διατηρήσουμε τόν ὅρο “κοινωνία τοῦ ἐλέγχου”, τοῦτο θά εἶναι γιά νά περιγράψουμε ἕνα κοινωνικό σύστημα οἰκοδομημένο στόν πολλαπλασιασμό τῆς ρώμης. Ἐξ ἄλλου, θά μπορούσαμε νά ὀνομάσουμε τό κοινωνικό σύστημα πού βασίζεται στόν περιορισμό τῆς ρώμης “κοινωνία τῆς ἀναχαίτισης”.26b
Ὁ ἔλεγχος ὑποδηλώνει μία πρόθεση ἀπόλυτης ἐπιβολῆς: ἡ πραγματικότητα ὀφείλει νά προσαρμοστεῖ στό πνεῦμα καί τήν βούληση τοῦ ἐλέγχοντος.27 Ἀντιθέτως, ἡ ἀναχαίτιση λειτουργεῖ περισσότερο ὡς ἀνάχωμα, ὡς συμβουλή, ὡς προειδοποίηση. Εἶναι ὅπως στό σκάκι. Δέν ἐξουσιάζουμε τόν βασιλιᾶ, δέν ἐξολοθρεύουμε τόν βασιλιᾶ·περιορίζουμε τόν βασιλιᾶ ὥς τό σημεῖο ὅπου καμμία κίνηση δέν εἶναι ἐφικτή.
Grosso modo, θά λέγαμε ὅτι ὁ ἔλεγχος εἶναι μία σχέση μεταξύ ἑνός ὑποκειμένου καί ἑνός ἀντικειμένου, ἑνός κυρίου καί ἑνός δούλου, ἐνῶ ἡ ἀναχαίτιση εἶναι μία σχέση ἀνάμεσα σέ ἐλεύθερους ἄνδρες καί ἐλεύθερες γυναῖκες.
Δέν ἔχω ἀκόμη ἀναφερθεῖ στήν ἔννοια τῆς ἐπιτήρησης. Τήν ἀντιλαμβάνομαι, συμμεριζόμενος τήν ἄποψη τοῦFoucault, ὡς μία τεχνική ἐλέγχου, ἀκριβέστερα ὡς τήν τεχνική πού ἀναγκάζει ἕνα πρόσωπο νά συμπεριφερθεῖ μέ ἕναν ὁρισμένο τρόπο ἀπό φόβο μήπως θεαθεῖ.
Πρέπει νά διαχωρίσουμε τήν ἐπιτήρηση ἀπό τήν κατασκοπεία. Ἡ διαφορά τους ἔγκειται στήν γνώση. Ὁ ἐπιτηρούμενος γνωρίζει ὅτι ἐπιτηρεῖται, ὁ κατασκοπευόμενος δέν τό γνωρίζει. Αὐτό ὀφείλεται στήν διαφορετική λογική τους: ἡ ἐπιτήρηση στοχεύει στήν αὐτοπειθάρχηση τοῦ ἐπιτηρουμένου (“σέ βλέπω, ἄρα προσαρμόσου”), ἡ κατασκοπεία στοχεύει στήν συλλογή πληροφοριῶν. Ἡ ἐπιτήρηση εἶναι μία τεχνική καταπίεσης. Ἡ κατασκοπεία εἶναι μία δευτερεύουσα τεχνική βίας.28
Ἡ “παγκόσμια παρακολούθηση” ἐντάσσεται στήν ἔννοια τῆς κατασκοπείας, ἀλλά τήν θεωρῶ μία ἀνορθολογική τεχνική. Σέ ἕναν κόσμο ὅπου κάθε πληροφορία εἶναι πολύτιμη, ἡ συλλογή καί ἡ ὀρθή ἀνάλυση τῶν δεδομένων εἶναι ἀδύνατη ἤ, τοὐλάχιστον, πολύ δαπανηρή γιά τήν ρισκάρεις ἤ νά τήν ἐξακολουθήσεις ἀποτελεσματικά. Τό Κέντρο Δεδομένων τῆς Γιούτα (Utah Data Center) στίς Ἡ.Π.Ἀ. καλύπτει ἤδη μία ἐπιφάνεια 100 στρεμμάτων, μέ τό συνολικό κόστος τῆς ἐγκατάστασης νά ἐκτιμᾶται στά 3,2 δισ. δολλάρια. Καί ὑπάρχουν φυσικά καί τά φαινόμεναSnowden, Assange, κτλ..
Ἐν τούτοις, ἡ διάχυση πληροφοριῶν ἀναφορικά μέ τό μέγεθος αὐτοῦ τοῦ συστήματος μπορεῖ νά ἐξυπηρέτησει ἕναν ξεχωριστό σκοπό, προκαλώντας ἕνα συναίσθημα κατωτερότητας καί συμβιβασμοῦ ἀπέναντι στήν πραγματικότητα. Ὁ κυνισμός εἶναι ἡ καλύτερη τεχνική καταναγκασμοῦ.
Μόνον ἕνας σύντομος σχολιασμός γιά τήν ἱστορία τῆς λέξης “surveillance” [ἐπιτήρηση]. Ὁ Léonard Snetlageπαρατηρεῖ τό 1795 ὅτιαὐτό τό ὡραῖο οὐσιαστικό δέν παύει νά εἶναι καινούργιο, καίτοι οἱ λέξεις surveiller[ἐπιτηρῶ] καί surveillant [ἐπιτηρητής] εἶναι παλαιά”.29
Αὐτό εἶναι σωστό, καί ἀκόμη κι ὁ Giacomo Casanova δέν τό ἀρνεῖται στήν αὐστηρή του κριτική.30
surveillant, μέ τήν ἀρχαία σημασία τῆς λέξης, δέν εἶναι ὁ ἐπιτηρητής, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος πού εἶναι προσεχτικός, ἐπιμελής, πού ἐπαγρυπνᾶ. Τό 1690, ὁ Antoine Furetière ἔδωσε ἕναν καταπληκτικό ὁρισμό: Surveillant “εἶναι ἐκεῖνος πού ἐπιτηρεῖ, πού ἔχει ἀνάγκη κάποια πρόσωπα”.31 Στό ἴδιο πνεῦμα, μία ἀπό τίς πρῶτες (ἀπ’ ὅσο γνωρίζω) γραπτές ἀναφορές στό ρῆμα “surveiller” βρίσκεται σέ ἕνα βιβλίο τοῦ 1556. Διαβάζουμε: “ὅταν τό σπίτι τοῦ γείτονά μας καίγεται, εἶναι καιρός νά φοβηθοῦμε καί νά ἐπαγρυπνήσουμε [surueiller]”.32 Μήν ξεχνᾶτε ὅτι ἡ ἀξία (καί ὄχι ἡ ἀπαξία) τῆς γυναίκας δικαιολογοῦσε τόν ἐγκλεισμό της.
Στό πέρασμα τοῦ χρόνου, οἱ ἐπιτηροῦντες τρέμουν περισσότερο ἀπό τούς ἐπιτηρούμενους.
Ἡ ἐννοιολόγηση ἔγκειται στό νά δημιουργεῖς ἰδέες, νά χρησιμοποιεῖς λέξεις, καί νά … ἀσκεῖς κριτική στούς ἄλλους. Βλέπετε ὅτι προσπάθησα νά τά κάνω ὅλα!
Αὐτή ἡ διαδικασία, στοχάζομαι, ὀφείλει νά διέπεται ἀπό μία δεοντολογία ἀνάλογα μέ τόν προσανατολισμό μας:
1. Πρέπει νά διατηροῦμε, στό μέτρο τοῦ δυνατοῦ, τό σημασιολογικό, ἱστορικό καί ἑτυμολογικό περιεχόμενο μίας λέξης. Στρεφόμαστε στό παρελθόν.
2. Πρέπει νά ὑπηρετοῦμε τίς ἀνάγκες τῶν συγχρόνων μας, δηλαδή νά γινόμαστε κατανοητοί καί νά παρουσιάζουμε μέ ἀκρίβεια μία συγκεκριμένη πραγματικότητα. Στρεφόμαστε στό παρόν.
3. Πρέπει νά ἠθικοποιοῦμε τίς ἰδέες μας: νά ὑψώνουμε τίς θεωρίες μας πάνω σέ ὁρισμένες ἀξίες, πάνω σέ μία στράτευση. Στρεφόμαστε στό μέλλον.
Ξεκίνησα μέ ἕνα ἀπόσπασμα τῆς Yourcenar, μίας Βελγίδας πού ἔγινε Γαλλίδα· ἐπιτρέψτε μου λοιπόν νά ὁλοκληρώσω μέ ἕνα πρόβλημα ἑλληνικό πού κατέστη λουβαινικό. Εἶναι τό πρόβλημα τῶν μελλοντικῶν ἐνδεχομένων.
Ὁ Ἀριστοτέλης ὑπῆρξε ὁ πρῶτος πού τό ἐξέτασε, ἀλλά, στό Πανεπιστήμιο τῆς Λουβαίνπάνε τώρα 550 χρόνια–, μία διαμάχη ξέσπασε γύρω ἀπ’ αὐτό μεταξύ τοῦ Pierre de Rivo, καθηγητῆ Ρητορικῆς, καί τοῦ Henri de Zomeren,καθηγητῆ Θεολογίας. Δέν θά σᾶς κουράσω ὅμως μέ μεσαιωνικές λεπτομέρειες.
Ἄς πάρουμε τό αὐθεντικό παράδειγμα τοῦ Ἀριστοτέλη:33 αὔριο θά γίνει μία ναυμαχία ἤ αὔριο δέν θά γίνει μία ναυμαχία. Σύμφωνα μέ τήν ἄρχή τῆς μή ἀντίφασης, ἡ μία πρόταση εἶναι ἀληθής καί ἡ ἄλλη ψευδής. Ἄς ποῦμε ὅτι εἶναι ἀληθής ἡ πρώτη, ἄρα αὔριο θά γίνει μία ναυμαχία. Ἀληθής σήμερα, ἦταν ἐξ ἴσου ἀληθής καί χθές, ἦτα ἀληθής δέκα χιλιάδες χρόνια πρίν, ἦταν ἀληθής πάντα. Ὡστόσο, ὅ,τι ἔγινε δέν ξεγίνεται, καί ἡ ἀλήθεια εἶναι ἀπόλυτη. Κατά συνέπεια, ἐάν ἡ πρόταση εἶναι ἀληθής, ἡ ναυμαχία θά συμβεῖ αὔριο κατ’ ἀνάγκην.
Ὁ Ἀριστοτέλης προτείνει νά παρακάμψουμε τήν ἀρχή τῆς δισθένειας καί νά δεχθοῦμε –ἐκτός ἀπό τίς τιμές “ἀληθής” καί “ψευδής”– τήν ἐνδεχομενικότητα τοῦ μέλλοντος·Pierre de Rivo συνέκρινε αὐτή τήν καινούργια κατηγορία μέ ἕνα κουτάβι, τό ὁποῖο, μέχρι νά ἐμφανιστεῖ ἡ ὅραση, δέν δύναται νά θεωρηθεῖ οὔτε τυφλό οὔτε βλέπον.34
Τό πρόβλημα τῶν μελλοντικῶν ἐνδεχομένων εἰσάγει τό ζήτημα τοῦ ντετερμινισμοῦ καί τῆς ἐλευθερίας.
Στό Ὑστερόγραφό του, ὁ Deleuze μιλᾶ γιά “καινούργιες δυνάμεις”, πού θά ἐγκαθιδρυθοῦν (ἤ ἔχουν ἤδη ἐγκατασταθεῖ;, αὐτό δέν ἀποσαφηνίζεται) ὑπό τήν μορφή μίας κοινωνίας τοῦ ἐλέγχου, καί μᾶς καλεῖ νά “ἀναζητήσουμε νέα ὅπλα”. Ἀλλά ὅπλα ἐναντίον ποιοῦ; Ποιές εἶναι οἱ “νέες δυνάμεις”; Καί, τελικά, ποιοί εἴμαστε ἐμεῖς;
Μετά τόν “θάνατο τοῦ ἀνθρώπου”, δέν ἀπομένουν παρά “ἐξουσίες” καί “μικρο-ἐξουσίες” ἀδιαφοροποίητες. Ὅμως, ἡ συνειδητή ἀντίσταση ἐνάντια στίς “δυνάμεις” προϋποθέτει ἕνα ὑποκείμενο· ἡ πράξη ἔχει ἀνάγκη τόν πράττοντα. Τήν στιγμή πού ὁ Deleuze εἶναι σίγουρος ὅτι βρισκόμαστε στήν ἀρχή κάποιου πράγματος”,καταδικάζει τήν ἱκανότητά μας νά εἴμαστε ἐλεύθεροι, τήν ἱκανότητά μας νά πράττουμε (γιά νά ἐπικαλεστῶ μία ἰδέα πού ἤδη ἀνέλυσε ὁ κ. Kaminski στήν ἀρχή τοῦ σεμιναρίου)·35 ἀποδέχεται ὅτι οἱ “νέες δυνάμεις” θά βρίσκονται πάντα ἕνα βῆμα μπροστά ἀπό τούς καταπιεσμένους.
Σκέφτομαι τελικά μαζί μέ τόν Ἐπίκουρο ὅτι “κρεῖττον εἶναι … εὐλογίστως ἀτυχεῖν ἢ ἀλογίστως εὐτυχεῖν”.36
 
 
 
 
 
b Ἡ Νικολαΐδου-Κυριανίδου προτάσσει μεταφραστικά τό “κῦρος”.
c Ἡ Νικολαΐδου-Κυριανίδου προσθέτει ὡς μετάφραση: “ἰσχύς”.
d Ἡ Νικολαΐδου-Κυριανίδου προσθέτει ὡς μετάφραση: “καταναγκασμός, ἐπιβολή, ἐπιταγή”.
e Ἡ Νικολαΐδου-Κυριανίδου προσθέτει ὡς μετάφραση: “κραταιότητα”.
1 Προφορική παρουσίαση στό ΣεμινάριοἘπιτήρηση καί Ἔλεγχος: (ἀπο)μυστικοποίηση τῶν ἐννοιῶν”, πού διοργάνωσε τό Κέντρο Διεπιστημονικῆς Ἔρευνας γιά τήν Παραβατικότητα καί τήν Ποινή στό Καθολικό Πανεπιστήμιο τῆς Λουβαίν, στίς 13 Νοεμβρίου 2015.Βλ. https://www.uclouvain.be/529699.html. Γιά τήν γαλλική ἐκδοχή τοῦ κειμένου, βλ. http://bestimmung.blogspot.gr/2015/11/comment-la-theorie-peut-elle-rencontrer.html.
2 Μαργκερίτ ΓΙΟΥΡΣΕΝΑΡ, Ἡ Ἄβυσσος, β’ ἔκδ., Χατζηνικολῆ, Ἀθήνα, 1971, σελ. 210-211.
3 Immanuel KANT, Κριτική τοῦ Καθαροῦ Λόγου, Παπαζήσης, Ἀθήνα, 1979, A 51/ B 75, σελ. 16.
4 Gilles DELEUZE, Οἱ Κοινωνίες τοῦ Ἐλέγχου, σέ Gilles DELEUZE, Ἡ Κοινωνία τοῦ Ἐλέγχου, Ἐλευθεριακή Κουλτούρα, Ἀθήνα, 2001,σελ. 9-16.
4a Ἀκολουθῶ τήν μετάφραση τοῦ Ντούνη. Ὁ Καλαμαρᾶς χρησιμοποιεῖ τόν ὅρο “ἀντικείμενο”: αὐτό θά ἦταν ἴσως ὀρθό γιά τήν ἀπόδοση τῆς λέξης objet (πού μπορεῖ νά ἔχει τήν διττή σημασία τοῦ ἀντικειμένου καί τοῦ σκοποῦ), ἀλλά ὁ ὅρος τοῦ Deleuze εἶναι but.
4b Τόσο ὁ Καλαμαρᾶς, ὅσο καί ὁ Ντούνης, μεταφράζουν “φορολογεῖφορολόγηση”, παρ’ ὅτι τό ρῆμα prélever δέν ταυτίζεται μέ τήν φορολογία καί μπορεῖ νά ἐννοεῖ ἐξ ἴσου τήν λεηλασία ἤ τήν ἀπόσπαση μή χρηματικῶν ἀγαθῶν.
4c Ὁ Καλαμαρᾶς μεταφράζει: “να αποφασίζουν μάλλον για τον θάνατο παρά για τη διαχείριση της ζωής”. Ἔτσι ὅμως χάνεται τό βασικό ἀντιπαραθετικό σχῆμα τοῦ Deleuze: décider de la mort (ἀποφασίζω γιά τόν θάνατο) – gérer la vie (διαχειρίζομαι τήν ζωή). Ὁ Ντούνης οὐσιαστικοποιεῖ τά ρήματα καί ἀλλάζει ἄνευ λόγου τήν “ἀπόφαση γιά τόν θάνατο” σέ “κυριαρχία ἐπί τοῦ θανάτου” (!).
4d Ὁ Καλαμαρᾶς καί ὁ Ντούνης προσδίδουν στήν λέξη ordonner τό νόημα τῆς “ὀργάνωσης. Ἀλλά τότε, πῶς θά διακριθεῖ ἀπό τό ρῆμα organiser;
4e Ἡ ἀπόδοση τοῦ composer ἀπό τόν Ντούνη (“σύνθεση”) μοιάζει δοκιμότερη. Ὁ Καλαμαρᾶς τό μεταφράζει ὡς “συγκρότηση”.
4f Τό supérieur (= ἀνώτερο) δέν ταυτίζεται οὔτε μέ τό –ποσοτικά– “μεγαλύτερο” (Ντούνης), οὔτε μέ κάτι πού “ὑπερτερεῖ” (Καλαμαρᾶς).
4g Καλαμαρᾶς: “ἐπί μέρους δυνάμεις”· Ντούνης: “συστατικά στοιχεῖα”. Κι ὅμως, οἱ “forces élémentairesεἶναι σαφῶς οἱ “στοιχειώδεις δυνάμεις”: ἄλλωστε, ἔτσι ἀποδίδεται σταθερά τό ὀνοματικό σύνολο καί στήν ἑλληνική μετάφραση τοῦ Ἀντι-Οἰδίποδα (Ζίλ ΝΤΕΛΕΖ-Φελίξ ΓΚΟΥΑΤΤΑΡΙ, Καπιταλισμός καί Σχιζοφρένεια: Ὁ Ἀντι-Οἰδίπους, Ράππα, Ἀθήνα, 1981, σελ. 39, 326, 402). Πρβλ. καί τήν οὕτως ἤ ἄλλως ἀδόκιμη μετάφραση “στοιχειώδεις ἰσχύες” (Ζίλ ΝΤΕΛΕΖ, Σπινόζα: Πρακτική Φιλοσοφία, Νῆσος, Ἀθήνα, 1996, σελ. 155).
5 Gilles DELEUZE et Félix GUATTARI, Capitalisme et schizophrénie ΙΙ: Milles Plateaux, Éditions de Minuit, Paris, 1980, σελ. 30, 449, 533.
6 Karl August WITTFOGEL, Oriental Despotism: A comparative study of total power, Yale University Press, New Haven, 1957.
7 Μωρίς ΑΙΜΑΡ, Χῶροι, σέ Fernand BRAUDEL (ἐπιμ.), Ἡ Μεσόγειος: Ὁ χῶρος καί ἡ ἱστορία, Ἀλεξάνδρεια, Ἀθήνα, 1990, σελ. 190.
8 Φρίντριχ ΕΝΓΚΕΛΣ, Ἡ καταγωγή τῆς οἰκογένειας, τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας καί τοῦ κράτους, Σύγχρονη Ἐποχή, Ἀθήνα, 1997,σελ. 80.
9 Timothy S. MILLER, The Birth of the Hospital in the Byzantine Empire, John Hopkins University Press, Baltimore and London, 1997.
10 Timothy S. MILLER-John W. NESBITT, Walking Corpses: Leprosy in Byzantium and the Medieval West, Cornell University Press, Ithaca and London, 2014.
11 James BRODMAN, Hospitals in the Middle Ages, σέ Carol LANSING-Edward D. ENGLISH (ἐπιμ.), A companion to the Medieval World, Wiley-Blackwell, 2009, σελ. 264.
12 Ssu-yü TÊNG, Chinese Influence on The Western Examination System, Harvard Journal of Asiatic Studies, Vol. 7, No. 4 (Sep., 1943),σελ. 267-312.
13 Virgile PINOT, La Chine et la formation de l’esprit philosophique en France (1640-1740), 1932.
14 François QUESNAY, Le despotisme de la Chine, σέ Christine THÉRÉ, Loïc CHARLES and Jean-Claude PERROT (ἐπιμ.),François Quesnay, Œuvres économiques complètes et autres textes, δεύτερος τόμος, Institut national d’études demographiques, Paris, 2005, σελ. 1014.
15 Immanuel WALLERSTEIN, The Modern World-System III: The Second Era f Great Expansion of the Capitalist World-Economy, 1730s-1840s, University of California Press, Berkeley, 2011 [1989], σελ. 28.
16 John R. LOVE, Antiquity and Capitalism: Max Weber and the Sociological Foundations of Roman Civilization, Routledge, New York, 2005 [1991].
17 Pieter SPIERENBURG, The Prison Experience: Disciplinary Institutions and Their Inmates in Early Modern Europe, Amsterdam Academic Archive, 2007 [1991].
18 Michel FOUCAULT, Sécurité, territoire, population. Cours au Collège de France, 1977–1978, Gallimard/Seuil, Paris, 2004, σελ.48.
19 Julia HILLNER, Prison, Punishment and Penance in Late Antiquity, Cambridge University Press, Cambridge, 2015, σελ. 349.
20 Pierre DEYON, Les temps des prisons. Essai sur l’histoire de la délinquance et les origines du système pénitentiaire, Université de Lille III-Editions Universitaires, Lille, 1975; Jacques-Guy PETIT et al., Histoire des galères, bagnes et prisons, XIIIe-XXe siecles: Introduction à l’histoire pénale de la France, Privat, Toulouse, 1991; Norbert FINZSCH-Robert JÜTTE (ἐπιμ.), Institutions of Confinement: Hospitals, Asylums, and Prisons in Western Europe and North America, 1500-1950, Cambridge University Press, Cambridge, 1996; Albrecht CLASSEN-Connie SCARBOROUGH (ἐπιμ.), Crime and Punishment in the Middle Ages and Early Modern Age: Mental-Historical Investigations of Basic Human Problems and Social Responses, De Gruyter, Berlin, 2012; Ulrich L. LEHNER, Monastic Prisons and Torture Chambers: Crime and Punishment in Central European Monasteries, 1600-1800, Cascade Books, Eugene, Oregon, 2013.
20a Ὁ Καλαμαρᾶς μετατρέπει τόν ἑνικό σέ πληθυντικό (“περιφέρειες”). Ὁ Ντούνης παραλείπει ἐντελῶς τήν λέξη.
21 Κάρλ ΜΑΡΞ, Τό Κεφάλαιο, τόμος πρῶτος, Σύγχρονη Ἐποχή, Ἀθήνα, 2008, σελ. 784.
22 Fernand BRAUDEL, Civilisation matérielle, économie et capitalisme, XVe-XVIIIe siècle, III: Le temps du monde, Armand Colin, Paris, 1979, σελ. 251.
22a Ἡ λέξη partout (= παντοῦ) παραλείπεται στήν μετάφραση τοῦ Καλαμαρᾶ. Ὁ Ντούνης παραλείπει ὁλόκληρη τήν παράγραφο (!).
22b Ἡ λέξη dissipation μπορεῖ νά μεταφραστεῖ μέ διαφορετικούς τρόπους: διάχυση, διασκορπισμός, διασπορά, σκέδαση, ἔκλυση. Ὁ ὅρος εἶναι γνωστός ἀπό τίς dissipative structures (δομές διασκορπισμοῦ, δομές ἔκλυσης, ἐκλυτογενεῖς δομές) τοῦ Ilya Prigogine. Ὁ Deleuze εἶχε ἔρθει σέ ἐπαφή μέ τίς ἐργασίες τοῦ νομπελίστα φυσικοχημικοῦ, τόν ὁποῖον ἀρχίζει νά ἀναφέρει κατά τήν δεκαετία τοῦ ’80 (βλ. π.χ. Deux régimes des fous: Textes et entretiens 1975-1995, Les Éditions de Minuit, Paris, 2003, σελ. 215 καί ἀρκετές ἀναφορές στό Κινηματογράφος ΙΙ: Ἡ χρονοεικόνα, Νῆσος, Ἀθήνα, 2010). Ἄν καί σέ ἄλλα ἔργα του ἡ λέξη dissipation ἤ τό ρῆμα dissiper δέν χρησιμοποιοῦνται ὡς τεχνικοί ὅροι, ἐδῶ ὁ Deleuze προβαίνει σέ ἕνα θερμοδυναμικό σημασιοπαίγνιο, τό ὁποῖο ὁλοκληρώνεται μέ τήν ἀναφορά στίς «ἐκρήξεις» στήν συνέχεια τῆς φράσης. Προτίμησα τήν ἀπόδοση «ἔκλυση«, ὥστε νά διατηρηθεῖ καί ἕνας πιθανός παραλληλισμός μέ τήν «ἔκλυση τῶν ἠθῶν» («dissipation des mœurs«). —- Γιά ἀνεξήγητους λόγους, ἡ λέξη dissipation ἔχει δεινοπαθήσει μεταφραστικά – καί ὄχι μόνο στά ἑλληνικά. Πιό διαδεδομένη εἶναι ἡ σύγχυση μεταξύ dissipation καί disparition: ἔτσι ὁ Καλαμαρᾶς μεταφράζει «ἐξαφάνιση«, ὁ Martin Joughin μιλᾶ γιά «vanishing frontiers» (Negotiations, Columbia University Press, New York, 1995, σελ. 181), καί ἕνας ἀνώνυμος Ἰταλός μεταφραστής ἀποδίδει τήν λέξη ὡς «sparizione» (https://www.marxists.org/italiano/sezione/filosofia/deleuze/societa-controllo.htm). Νωρίτερα, ὁ Joughin εἶχε ἀκολουθήσει ἕναν δρόμο ἐξ ἴσου λανθασμένο («erosions of frontiers«: Postscript on the Societies of Control, October, τόμος 59, Χειμώνας 1992, σελ. 7): βασισμένη σέ αὐτή τήν ἐπιλογή εἶναι ἡ μετάφραση τοῦ Ντούνη («διάβρωση«). Πρέπει, ὡστόσο, νά παρατηρήσουμε ὅτι μᾶλλον ὁ Ἀμερικανός μεταφραστής συνειδητά μεταφράζει μέ μεγαλύτερη ἐλευθερία γιά αἰσθητικούς λόγους. Δέν λείπουν κι ἄλλες ἀτυχεῖς μεταφράσεις, ὅπως «cancellazione» (Pourparler, Quodlibet, Macerata, 2000, σελ. 239), ἤ «difuminación» (Conversaciones, Pre-Textos, Valencia, 1995, σελ. 284). Μόνο ἡ πορτογαλική μετάφραση ἔχει διατηρήσει -ὡς ὄφειλε- τόν λατινογενῆ τύπο («dissipação«: Conversações, Editora 34, São Paulo, 1992, σελ. 224), ἐνῶ ἡ γερμανική («Auflösung«: Unterhandlungen, Suhrkamp, Frankfurt am Main, 1993, σελ. 260) καί ἡ ρωσική («размыванием«: Переговоры, Наука, Санкт-Петербург, 2004, σελ. 232) προσεγγίζουν περισσότερο τό νόημα τῆς λέξης. —- Στίς ἑλληνικές μεταφράσεις, τό ρῆμα dissiper -καί ἀναλόγως τά παράγωγά του (dissipation, dissipable)- ἀποδίδεται σταθερά ὡς «διαλύω» (βλ. Κάφκα: Γιά μία ἐλάσσονα λογοτεχνία, Καστανιώτης, Ἀθήνα, 1998, σελ. 95·Ἡ κριτική φιλοσοφία τοῦ Καντ: Ἡ θεωρία τῶν ἱκανοτήτων, Βιβλιοπωλεῖον τῆς Ἑστίας, Ἀθήνα, 2000, σελ. 66· Ἡ πτύχωση: Ὁ Λάιμπνιτς καί τό μπαρόκ, Πλέθρον, Ἀθήνα, 2006, σελ. 176· Ὁ Μπερξονισμός, Scripta, Ἀθήνα, 2010, σελ. 36, 63), καί, δευτερευόντως, ὡς «αἴρω» (Ἡ πτύχωση …, σελ. 112), «ἐπιλύω» (Ὁ Σπινόζα καί τό πρόβλημα τῆς ἔκφρασης, Κριτική, Ἀθήνα, 2002, σελ. 252), καί «ξεδιαλύνω» (Ὁ Σπινόζα…, σελ. 301). Ὑπενθυμίζεται πάντως ὁ μή τεχνικός χαρακτήρας τῶν περισσοτέρων περιπτώσεων.
23 Hannah ARENDT, Περί βίας, Ἀλεξάνδρεια, Ἀθήνα, 2000, ἰδίως σελ. 103 ἑπ..
23a Νικολαΐδου-Κυριανίδου: “καταναγκασμός”.
23b Ὁ μεταφραστής Τίτος Πατρίκιος ἀποδίδει τόν ὅρο force ὡς δύναμη (μέ τήν σημασία τῆς βίας, τῆς ἐπιβολῆς), καί τόν ὅροcoercion ὡς ἐξαναγκασμό. Μετέφρασα κατ’ ἐξαίρεσιν τήν λέξη force ὡς βία (καί ὄχι ὡς ἐξαναγκασμό), ὄχι μόνο διότι προκύπτει ἀπό τά συμφραζόμενα, ἀλλά καί διότι ἡ Arendt: 1. δέν εἶχε ἀκόμη καταλήξει σέ μία σταθερή ἀγγλική ὁρολογία ὅταν ἔγραφε τό Τί εἶναι ἡ αὐθεντία; (1958), καί 2. στήν προγενέστερη γερμανική ἐκδοχή τοῦ ἐν λόγῳ κειμένου [Was ist Autorität?, Der Monat, τόμος 8, τεῦχος 89, Φεβρουάριος 1956, σελ. 29-44] χρησιμοποιεῖ τόν ὅρο Gewalt (=βία).
24 Hannah ARENDT, Τί εἶναι ἡ αὐθεντία;, Δευκαλίων: Περιοδική ἔκδοση τοῦ Κέντρου Φιλοσοφικῶν Ἐρευνῶν, τόμος 7, ἀρ. 22,1978, σελ. 284.
25 Νά μήν ξεχνοῦμε τήν ἑτυμολογία: ἕνα οὐσιαστικό προερχόμενο ἀπό τό λατινικό fors (τύχη, σύμπτωση).
26 Ἐκ τοῦ λατινικοῦ possum, potentia, κτλ. Πρβλ. τούς νομικούς ὅρους in esse καί in posse.
26a Ἀντίθετα μέ τήν διάκριση πού ἐπιχειρῶ, σήμερα ὁ ἐξαναγκασμός καί ὁ καταναγκασμός χρησιμοποιοῦνται ὡς συνώνυμα. Ἔχουμε λησμονήσει ὅτι ὁ καταναγκασμός συνδέεται πρωταρχικά μέ τήν ἐπανάταξη, τήν ἐπαναφορά ἑνός ἐξαρθρωμένου ὀργάνου τοῦ σώματος στήν θέση του (βλ. Ἱπποκράτους Περί ἀγμῶν 8), ἐνῶ ὁ ἐξαναγκασμός μέ τήν ἐξώθηση, τήν ἀπομάκρυνση, τήν πίεση πρός τά ἔξω. Γιά τούς ἐξοικειωμένους μέ τήν ντελεζιανή ζαργκόν, ὁ καταναγκασμός εἶναι παρανοϊκός, ὁ ἐξαναγκασμός εἶναι σχιζοφρενικός.
26b Στό γαλλικό πρωτότυπο, χρησιμοποίησα τόν ὅρο “société d‘échec”, ἤ, πιό ἐξαγγλισμένα, société de check”, γιά νά παραπέμψω στό σκακιστικό “τσέκ” ἤ “ρουά”. Ἡ σύνδεση ἐξηγεῖται παρακάτω, ἀλλά τό παιχνίδι τῶν λέξεων δέν μπορεῖ νά ἀποδοθεῖ στά ἑλληνικά. Συνεπῶς, θεώρησα τήν “κοινωνία τῆς ἀναχαίτισης” ὡς πιό κοντινή σημασιολογικά σ’ αὐτό πού θέλησα νά ἐκφράσω. Πρβλ. πάντως τό ἀγγλικό hold in check καί τό γαλλικό tenir en échec.
27 Θυμηθεῖτε ὅτι ἡ λέξη contrôle προέρχεται ἀπό τήν ἀρχαία γαλλική λέξη contrerole. Στήν ἀρχαία του σημασία, contrôle ἦταν τόκατάστιχο πού τηροῦμε γιά τήν ἐπαλήθευση ἑνός ἄλλου” (Émile LITTRÉ, Dictionnaire de la langue française, πρῶτος τόμος (A-C), Librairie Hachette et Cie, Paris, 1873, λῆμμα contrôle, σελ. 789). Βλ. ἀκόμη Fréderic GODEFROY, Dictionnaire de l’ancienne langue française et de tous ses dialectes du IXe au XVe siècle – Complément, ἔνατος τόμος, λήμματα contreroller καί contrerolleur, σελ. 186.
28 Μία κύρια τεχνική βίας εἶναι, κατ’ ἐξοχήν, ἡ χρήση ὅπλων.
29 Leonard SNETLAGE, Nouveau dictionnaire francais contenant les éxpressions de nouvelle création du Peuple Français etc., Gottingue, Dieterich, 1795, σελ. 215.
30 Giacomo CASANOVA, À Léonard Snetlage, docteur en droit de l’Université de Gottingue, Jacques Casanova, docteur en droit de l’Université de Padoue, 1797.
31 Antoine FURÈTIERE, Dictionnaire universel, contenant généralement tous les mots françois tant vieux que modernes et les termes de toutes les sciences et des arts, τρίτος τόμος, Haye et Rotterdam, Arnout et Reinier Leers, 1690.
32 André THEUET [Thevet], Cosmographie De Levant, Reuue & augmentée de plusieurs figures, Ian de Tovrnes et Gvil. Gazeav, Lion, 1556, σελ. 94. Παρεμπιπτόντως, Thevet ἦταν ἐξερευνητής καί, πιθανῶς, κατάσκοπος γιά λογαριασμό τῆς Γαλλίας.
33 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Περί Ἑρμηνείας, 18 b 23 ἑπ..
34 Pierre DE RIVO, Questio quodlibetica Petri de Rivo, in Léon BAUDRY, La querelle des futurs contingents: (Louvain, 1465-1475), Vrin, Paris, 1950, σελ. 71. Ἡ μετάφραση ἀπό τά λατινικά εἶναι τοῦ γράφοντος.
35 Dan KAMINSKI, Critique de la critique de la critique: Simon Green et le “pouvoir” de la criminologie, Présentation orale,Séminaire Surveillance et Contrôle: (dé)mystification des concepts, Université Catholique de Louvain, 13 Νοεμβρίου 2015.
36 ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ, Βίοι καί γνῶμαι τῶν ἐν φιλοσοφίᾳ εὐδοκιμησάντων, X, 135.
____________________________________________________________
Από:

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s