Η Μεγάλη Απόκλιση Νομισματικών Πολιτικών


el-erian_1557599c

Mohamed A. El-Erian

Κατά τις προσεχείς εβδομάδες, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα θέσουν πιθανότατα σε εφαρμογή αισθητά διαφορετικές πολιτικές, γράφει ο διακεκριμένος οικονομολόγος Μοχάμεντ Ελ-Εριάν, επικεφαλής Οικονομικός Σύμβουλος της Allianz και μέλος της Διεθνούς Εκτελεστικής Επιτροπής της, καθώς και Πρόεδρος του Συμβουλίου για την Παγκόσμια Ανάπτυξη του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα. Η Fed ετοιμάζεται να αυξήσει τα επιτόκιά της για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν δέκα χρόνια. Εν τω μεταξύ, η ΕΚΤ αναμένεται να λάβει επιπρόσθετα αντισυμβατικά μέτρα προκειμένου να ρίξει τα επιτόκια προς την αντίθετη κατεύθυνση, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει αυξημένη πίεση εις βάρος ορισμένων κρατικών ομολόγων, η συναλλαγή των οποίων γίνεται ήδη με αρνητικές ονομαστικές αποδόσεις.

Εφαρμόζοντας τις πολιτικές αυτές, σημειώνει ο Ελ-Εριάν, αμφότερες οι κεντρικές τράπεζες εξυπηρετούν εσωτερικούς στόχους που τέθηκαν βάσει της νομοθεσίας από την οποία διέπονται. Το πρόβλημα είναι πως είναι ελάχιστοι – αν υπάρχουν – οι εύρυθμοι μηχανισμοί για τη διαχείριση των διεθνών επιπτώσεων αυτής της αυξανόμενης απόκλισης.

Η Fed ανταποκρίνεται στις συνεχείς ενδείξεις μιας στέρεης τάσης δημιουργίας θέσεων εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και άλλα σημάδια ανάκαμψης – έστω και συγκρατημένης – της οικονομίας της χώρας. Έχοντας επίσης επίγνωση του κινδύνου που εγκυμονεί για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα η διατήρηση των επιτοκίων σε τεχνητώς χαμηλά επίπεδα, η Fed αναμένεται να τα αυξήσει όταν συνεδριάσει η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς (FOMC: Federal Open Market Committee) – το όργανο της Τράπεζας που είναι αρμόδιο για τη χάραξη της νομισματικής πολιτικής – στις 15 και 16 Δεκεμβρίου. Η κίνηση σηματοδοτεί μία στροφή στην προσέγγιση της Fed ως προς την οικονομία. Αποφασίζοντας να αυξήσει τα επιτόκια, η Τράπεζα δεν θα σηκώσει απλά το πόδι της από το «γκάζι» των μέτρων χρηματοοικονομικής τόνωσης· θα κάνει επίσης ένα αξιοσημείωτο βήμα προς την πολυετή διαδικασία ομαλοποίηση της συνολικής της νομισματικής στάσης.

Εν τω μεταξύ, η ΕΚΤ βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πολύ διαφορετικό σύνολο οικονομικών συνθηκών, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και μία εν γένει υποτονική ανάπτυξη, ο κίνδυνος του αποπληθωρισμού, και οι ανησυχίες για τον αντίκτυπο των τρομοκρατικών επιθέσεων. Ως εκ τούτου, οι ιθύνοντες της Τράπεζας εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο να ωθήσουν το προεξοφλητικό επιτόκιο σε περαιτέρω αρνητικό έδαφος και να επεκτείνουν το μεγάλης κλίμακας πρόγραμμα αγοράς περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας – γνωστό επίσης και ως ποσοτική χαλάρωση (ή απλά QE). Με άλλα λόγια, η ΕΚΤ ενδέχεται να επεκτείνει και να διευρύνει ορισμένα πειραματικά μέτρα τα οποία θα πατήσουν ακόμα πιο δυνατά το γκάζι της χρηματοοικονομικής τόνωσης.

Ο Ελ-Εριάν, που έχει επίσης διατελέσει Διευθύνων Σύμβουλος της PIMCO, σχολιάζει πως σε έναν τέλειο κόσμο, οι ιθύνοντες θα είχαν αναλογιστεί το ενδεχόμενο διεθνών δευτερογενών επιπτώσεων (αμφοτέρωθεν του Ατλαντικού) εξαιτίας αυτών των αποκλινουσώνν πολιτικών και να διαμορφώσουν ένα σύνολο εργαλειών προκειμένου να διασφαλίσουν μια καλύτερη ευθυγράμμιση εσωτερικών και παγκόσμιων στόχων. Δυστυχώς, η πολιτική πόλωση και η γενική δυσλειτουργία της νομισματικής πολιτικής, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εξακολουθεί να παρεμποδίζει μια τέτοια προσπάθεια. Ως εκ τούτου, ελλείψει μιας πιο ολοκληρωμένης πολιτικής απάντησης, η εναρμόνιση των αποκλινουσών πολιτικών των κεντρικών τραπεζών τους ανατίθεται στις αγορές – συγκεκριμένα, εκείνες των περιουσιακών στοιχείων σταθερού εισοδήματος και των νομισμάτων.

Ήδη, η διαφορά επιτοκίου μεταξύ των ομολόγων «μηδενικού κινδύνου» αμφοτέρωθεν του Ατλαντικού – ας πούμε, των αμερικανικών ομολόγων και των γερμανικών Bunds – έχει διευρυνθεί σημαντικά. Και, την ίδια στιγμή, το δολάριο έχει ενισχυθεί όχι μόνο έναντι του ευρώ, αλλά και έναντι των περισσότερων άλλων νομισμάτων. Αν αφεθούν στην τύχη τους, οι τάσεις αυτές πιθανότατα θα συνεχιστούν.

Κι αν η ιστορία αποτελεί οδηγό, αναφέρει ο οικονομολόγος, υπάρχουν τρία σημαντικά ζητήματα που χρήζουν προσεκτικής παρακολούθησης κατά τους επόμενους μήνες. Πρώτον, μοιάζει απίθανο οι ΗΠΑ να μείνουν άπραγες για πολύ αν το νόμισμά τους ανατιμηθεί σημαντικά και η διεθνής του ανταγωνιστικότητα επιδεινωθεί ουσιωδώς. Ήδη οι εταιρείες αναφέρουν πιέσεις επί των κερδών τους λόγω της ανόδου του δολαρίου, και ορισμένες μάλιστα ζητούν από την αμερικανική κυβέρνηση να διαδραματίσει έναν πιο αποφασιστικό ρόλο στην αντιμετώπιση του κρυφού «νομισματικού πολέμου».

Δεύτερον, επειδή το δολάριο χρησιμοποιείται ως αποθεματικό νόμισμα, η ταχεία αύξηση της τιμής του θα μπορούσε να ασκήσει πίεση σε όσους το έχουν χρησιμοποιήσει απερίσκεπτα. Σε ιδιαίτερο κίνδυνο βρίσκονται οι εταιρείες των αναδυόμενων χωρών που, έχοντας δανειστεί ως επί το πλείστον σε δολάρια, αλλά παράγοντας περιορισμένα μόνο κέρδη σε δολάρια, θα μπορούσαν να εμφανίσουν μεγάλες νομισματικές αναντιστοιχίες στα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις τους, ή στα εισοδήματα και τις δαπάνες τους.

Και, τέλος, οι απότομες διακυμάνσεις των επιτοκίων και των συναλλαγματικών ισοτιμιών μπορεί να προκαλέσει αστάθεια σε άλλες αγορές, με πιο αξιοσημείωτη αυτή των μετοχών. Επειδή οι ρυθμιστικοί έλεγχοι και οι περιορισμοοί της αγοράς έχουν αποδυναμώσει την ικανότητα των χρηματομεσιτών να διαδραματίζουν αντικυκλικό ρόλο, συσσωρεύοντας αποθέματα στουςισολογισμούς τους, η προκύπτουσα αστάθεια τιμών θα είναι πιθανότατα μεγάλη. Υπάρχει ο κίνδυνος ορισμένα χαρτοφυλάκια να εξαναγκαστούν σε άτακτες ρευστοποιήσεις. Επιπλέον, η πολιτική περιορισμού της λεγόμενης «μεταβλητής μεταβλητότητας» (volatile volatility) ενδέχεται να τεθεί ενώπιον προκλήσεων.

Φυσικά, καμία από αυτές τις εκβάσεις δεν είναι προδιαγεγραμμένη, επισημαίνει ο Ελ-Εριάν. Οι πολιτικοί αμφοτέρωθεν του Ατλαντικού έχουν την ικανότητα να μειώσουν τον κίνδυνο της αστάθειας εφαρμόζοντας διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, διασφαλίζοντας μία πιο ισορροπημένη συνολική ζήτηση, αφαιρώντας την υπερχρέωση, και εξομαλύνοντας τους μηχανισμούς πολυμερούς και περιφερειακής διακυβέρνησης.

Τα τρία πιθανά αποτελέσματα όλων αυτών περιλαμβάνουν έναν σχετικά σταθερό κόσμο πολλών ταχυτήτων, μία σειρά αξιοσημείωτων αναταραχών που θα υπονομεύουν την οικονομική ανάκαμψη των ΗΠΑ, και μία ευρωπαϊκή ανάκαμψη που θα επωφελείται από την ανάπτυξη των ΗΠΑ. Η καλή είδηση είναι πως ο αντίκτυπος της απόκλισης θα εξαρτηθεί από τον τρόπο με τον οποίοι οι ιθύνοντες θα διαχειριστούν τις πιέσεις που αυτή συνεπάγεται. Η κακή είδηση είναι πως ακόμα δεν έχουν βρει την πολιτική βούληση να αναλάβουν αποφασιστική δράση προκειμένου να ελαχιστοποιήσουν τους κινδύνους.

Καθώς η Fed ομαλοποιεί τη νομισματική πολιτική και η ΕΚΤ ποντάρει τα διπλά στα αντισυμβατικά της μέτρα, θα πρέπει σίγουρα να ελπίζουμε για το καλύτερο. Αλλά, καταλήγει ο Ελ-Εριάν θα πρέπει επίσης να προετοιμαζόμαστε για μια αισθητή αύξηση της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής αβεβαιότητας.

 http://analitis.gr/88800-2/

 

One comment on “Η Μεγάλη Απόκλιση Νομισματικών Πολιτικών

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s