Βαλτερ Μπένγιαμιν: Στα παιδικά μου χρόνια…


«Στα παιδικά μου χρόνια ήμουν δέσμιος της παλιάς και της νέας δυτικής πλευράς της πόλης. Το σόι μου έμενε τότε σ” αυτές τις δύο συνοικίες με μία συμπεριφορά ανάμεικτη από πείσμα και υπερηφάνεια, γεγονός που τους έκανε να ζουν σ” ένα γκέτο που το θεωρούσαν φέουδό τους. Παρέμενα κλεισμένος σε αυτή τη συνοικία χωρίς να γνωρίσω άλλη. Για τα πλούσια παιδιά της ηλικίας μου οι φτωχοί ήταν μόνο ζητιάνοι. Είχα κάνει μεγάλη πρόοδο όταν ανακάλυψα πρώτη φορά ότι η φτώχεια αποτελεί το όνειδος της κακοπληρωμένης εργασίας.

Ήταν σ” ένα μικρό κείμενο, το πρώτο που συνέταξα εντελώς μόνος μου, για λογαριασμό μου. Το θέμα του ήταν ένας άνθρωπος που μοίραζε διαφημιστικά φυλλάδια, καθώς και οι ταπεινώσεις που υφίστατο από τους περαστικούς που αδιαφορούσαν γι” αυτά.
Τότε ο φτωχός -έτσι τελείωνα- ξεφορτώνεται κρυφά το πακέτο. Σίγουρα ήταν ο πλέον αναποτελεσματικός τρόπος να τακτοποιήσει την κατάσταση. Όμως, την εποχή εκείνη δεν μπορούσα να σκεφτώ άλλη μορφή εξέγερσης εκτός από τη σκανταλιά. Είναι αλήθεια ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα προσωπικής εμπειρίας. Κατέφευγα σ” αυτήν όταν προσπαθούσα να ξεφύγω από τη μητέρα μου. Κυρίως όταν έβγαινε για ψώνια, τότε που το πείσμα μου και η επιμονή μου την έφερναν σε κατάσταση απόγνωσης. Συνήθιζα πράγματι, να μενω πάντα μισό βήμα πίσω. Σαν να μην ήθελα σε καμία περίπτωση να πηγαίνω μπροστά, ούτε ακόμα και με την ίδια μου τη μητέρα.

Ο λόγος που κατά τις κοινές μας εξόδους στην πόλη αισθανόμουνα αυτή την ονειροπόλο αντίσταση, αποκαλύφθηκε αργότερα, όταν ο λαβυρινθώδης χαρακτήρας της πόλης ξανοίχτηκε στη σεξουαλική επιθυμία. Αλλά αυτή η τελευταία, κατά τις πρώτες ψηλαφήσεις αναζητούσε λιγότερο τη σάρκα και περισσότερο την εντελώς κολασμένη ψυχή, που τα φτερά της έλαμπαν σαπρά στο φώς ή λαγοκοιμούνταν ακόμα, αναδιπλωμένα κάτω από τη γούνα που περιέβαλλε αυτήν τη ψυχή σαν κουκούλι. Επωφελούμουν, λοιπόν, από ένα βλέμμα που φαινόταν να μη βλέπει το τρίτο κομμάτι από αυτό που πραγματικά παρατηρούσε. Ωστόσο, ήδη από τότε, όταν η μητέρα μου αποδοκίμαζε την απέχθεια που ένιωθα και τη νυσταλέα περιπλάνησή μου, διέβλεπα αμυδρά τη δυνατότητα να διαφύγω μια μέρα από την κηδεμονία της, χάρη στη συνωμοτικότητα αυτών των δρόμων, μέσα στους οποίους, ήταν προφανές, δεν είχα βρει το δικό μου. Σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αίσθηση -δυστυχώς απατηλή- ότι μπορούσα να ξεφύγω από τη μητέρα μου από την κοινωνική της τάξη και από τη δική μου, εξηγούσε την ακατανίκητη παρόρμηση που μ” έκανε να πλησιάζω μέσα στο δρόμο μια πόρνη. Αυτό μπορούσε να διαρκεί κάποιες ώρες πριν το αποτολμήσω.

Η φρίκη που ένιωθα τότε ήταν η ίδια με αυτήν που θα ένιωθα μπροστά σε ένα αυτόματο, το οποίο αρκούσε να του θέσει κανείς ένα ερώτημα για να αρχίσει να λειτουργεί… Και τότε έριχνα τη φωνή μου μέσα στη σχισμή. Το αίμα βούιζε στ” αυτιά μου και δεν ήμουν ικανός να συλλέξω τα λόγια που έπεφταν από αυτό το έντονα μακιγιαρισμένο στόμα. Δραπέτευα για να επαναλάβω, την ίδια νύχτα -πόσες φορές ακόμα- την τρελή αυτή προσπάθεια. Όταν, καμιά φορά χαράματα, σταματούσα σε μια αυλόπορτα και παγιδευόμουν χωρίς διέξοδο στα ασφαλτοστρωμένα δεσμά του δρόμου, δεν ήταν και τα πιο καθαρά χέρια αυτά που με απελευθέρωναν.»

18image_Berlin_2006

«Μες στο διαμέρισμα ξέρει ήδη όλες τις κρυψώνες κι επιστρέφει εκεί σαν σ’ ένα σπίτι όπου είσαι βέβαιος πως θα ξαναβρείς τα πάντα όπως ήταν… Το παιδί που στέκει πίσω απ’ την κουρτίνα γίνεται το ίδιο κάτι που ανεμίζει και ξασπρίζει, γίνεται φάντασμα. Το τραπέζι του φαγητού, που κάτω του έχει κουρνιάσει, το κάνει ξύλινο είδωλο σε ναό, που οι τέσσερις κίονές του είναι τα σκαλιστά του πόδια. Και πίσω από μια πόρτα είναι πόρτα το ίδιο, τη φόρεσε μάσκα βαριά, και μάγος ιερέας θα μαγέψει όσους ανύποπτοι θα μπούνε. Δεν πρέπει με κανένα τρόπο να το βρουν. Όταν κάνει γκριμάτσες, του λεν πως φτάνει να χτυπήσει το ρολόι και θα μείνει έτσι όπως είναι. Πόσο αυτό είναι αλήθεια, το ξέρει μέσα στην κρυψώνα. Όποιος το βρει μπορεί να το ξυλιάσει σαν ξόανο κάτω απ’ το τραπέζι, να το υφάνει δια παντός σαν φάντασμα μες στην κουρτίνα, να το αφορίσει δια βίου μες στη βαριά την πόρτα. Γι’ αυτό βγάζει από μέσα του με ηχηρή κραυγή τον δαίμονα, που έτσι το μεταμόρφωσε να μην το βρίσκουν, την ώρα που το πιάνει εκείνος που το ψάχνει – μάλιστα δεν την περιμένει τη στιγμή αυτή, με μια κραυγή απελευθέρωσης την προλαβαίνει. Γι’ αυτό τη μάχη με τον δαίμονα δεν την βαριέται. Το σπίτι έχει γίνει το οπλοστάσιο των προσωπείων. Μα μια φορά το χρόνο σε μέρη μυστηριώδη, στις άδειες κόγχες των ματιών τους, στο ξυλιασμένο στόμα τους, υπάρχουν δώρα. Το παιδί ξεμαγεύει σαν μηχανικός τη σκοτεινή οικογενειακή εστία και ψάχνει για πασχαλινά αυγά».

03image_Berlin_1980

Από το βιβλίο του Βάλτερ Μπένγιαμιν «Τα παιδικά χρόνια στο Βερολίνο το χίλια εννιακόσια», από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ, μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου

 

  • Οι δύο φωτογραφίες είναι του καλλιτέχνη Miron Zownir

Aπό:

http://www.hitandrun.gr/valter-bengiamin-sta-pedika-mou-chronia/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s