Ο πλούτος, η δαπάνη και η πάλη των τάξεων


/var/www/rednotebook.gr/httpdocs/wp content/uploads/2015/10/151007 tumblr mtax79wvmv1r32pxzo1 1280

του Ζώρζ Μπατάιγ

Στο κείμενο που ακολουθεί, μεταφράζονται δύο εκτεταμένα αποσπάσματα από το άρθρο του Ζωρζ Μπατάιγ, «Η έννοια της δαπάνης» (Georges Bataille, La Notion de dépense, Œuvres complètes, τόμος 1, εκδ. Gallimard, Παρίσι, 1970, σελ. 302-320). Ο τίτλος είναι του μεταφραστή. Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε το 1933, στο αριστερό ριζοσπαστικό περιοδικό, La Critique Sociale, του Μπορίς Σουβαρίν.

Λίγες μέρες αργότερα, ο Ζωρζ Μπατάιγ σημείωνε στο ημερολόγιό του: «η 30η Ιανουαρίου 1933 είναι σίγουρα μια από τις πιο δυσοίωνες ημερομηνίες της εποχής μας». Η κριτική υπερχείλιση στην «Έννοια της δαπάνης» επιδιώκει να καλύψει όλους τους αποξηραμένους ορίζοντες αυτής της εποχής: για να καταδείξει ότι είναι ανέφικτη η «ορθολογική σύλληψη» της ζωής κατά τον τρόπο που οι αστοί γονείς την επιβάλλουν στα παιδιά τους, για να αναστρέψει την ανθρωπολογική εργασία του Μαρσέλ Μως προς τους συσχετισμούς της σπατάλης και της έλλειψης, της καταστροφής και της αποταμιευμένης υποκρισίας στις καπιταλιστικές κοινωνίες, για να εστιάσει στις ετερογενείς κοινωνικές μορφές παραγωγής της δαπάνης.

Περίπου δεκαπέντε χρόνια αργότερα, με «Το καταραμένο απόθεμα» (La Part maudite), θα εμβαθύνει και θα συστηματοποιήσει στοιχεία αυτής της προβληματικής σε ένα αξιοθαύμαστο επίτευγμα. Ακόμα και σε (αλλά και χάρη στην) αντιπαράθεση με σημεία παρωχημένα ή αμφιλεγόμενα, η συμβολή του Μπατάιγ διατηρεί ακέραια την επικαιρική σημασία της. Ιδίως τη σημασία της κριτικής ανάγνωσης για μια μαρξική κριτική, η οποία αρνείται να υπαχθεί στη δημοσιονομική πειθαρχία του λόγου της κυριαρχίας, δηλαδή αρνείται να συμμετάσχει στην ταξική διαχείριση της έλλειψης, με τα φτενά υλικούλια στη δοσολογία των προσχημάτων, την ίδια ώρα που εντός της κοινωνίας, πίσω από ιδεολογικά και κατασταλτικά τείχη, σωρεύονται ο πλούτος και η σπατάλη του, μέσα από θεσμοποιημένους μηχανισμούς λεηλασίας, για να βαθύνει η οικονομική, κοινωνική και πολιτική εξαθλίωση των φτωχών και φτωχοποιούμενων κοινωνικών στρωμάτων.

Η έννοια του «ποτλάτς»[1], κατά κυριολεξία διατυπωμένη, πρέπει να χρησιμοποιηθεί για ανταγωνιστικές δαπάνες, πραγματοποιημένες σαν πρόκληση, οι οποίες συνεπιφέρουν ανταλλάγματα, κι ακόμα πιο συγκεκριμένα για μορφές που δεν αντιδιαστέλλονται από την ανταλλαγή των αρχαϊκών κοινωνιών. Είναι σημαντικό να ξέρουμε ότι στην αρχή της η ανταλλαγή υπαγόταν άμεσα σε μια ανθρώπινη επιδίωξη, εντούτοις είναι πρόδηλο πως η συνδεδεμένη με την εξέλιξη των τρόπων παραγωγής ανάπτυξή της δεν ξεκίνησε παρά στο στάδιο, όπου αυτή η υπαγωγή σταμάτησε να είναι άμεση. Η ίδια η αρχή της παραγωγικής λειτουργίας επιβάλλει ότι τα προϊόντα διασώζονται από την καταστροφή, τουλάχιστον προσωρινά.

Στην εμπορευματική οικονομία, οι διαδικασίες ανταλλαγής έχουν μια έννοια κτήσης. Οι περιουσίες δεν διακυβεύονται πια και γίνονται σχετικά σταθερές. Υποτάσσονται στο καθεστώς της αντιπαραγωγικής δαπάνης μονάχα στον βαθμό που είναι διασφαλισμένη η σταθερότητα και δεν μπορεί να κινδυνεύσει από αξιοσημείωτες απώλειες. Οι στοιχειώδεις συνιστώσες του ποτλάτς επανευρίσκονται σ’ αυτές τις νέες συνθήκες με μορφές, οι οποίες δεν διαθέτουν πια ευθέως ανταγωνιστικό χαρακτήρα: η δαπάνη είναι προορισμένη ακόμα να προσπορίζει ή να συντηρεί την κοινωνική θέση, αλλά, κατά βάση, δεν θέτει πια ως στόχο να την αποστερήσει σε κάποιον άλλον. Όποιες κι αν είναι αυτές οι εκλεπτύνσεις, η επιδεικτική καταστροφή παραμένει οικουμενικά συνδεδεμένη με τον πλούτο, ως η ύστατη λειτουργία του.

Η κοινωνική θέση συνδέεται, περισσότερο ή λιγότερο στενά, με την κατοχή περιουσίας, αλλά ακόμα υπό την προϋπόθεση ότι η περιουσία θυσιάζεται κατά μέρη σε αντιπαραγωγικές κοινωνικές δαπάνες, όπως οι γιορτές, τα θεάματα, οι αγώνες. Παρατηρούμε ότι στις άγριες κοινωνίες, όπου η εκμετάλλευση του ανθρώπου από τον άνθρωπο είναι άτονη ακόμα, τα προϊόντα της ανθρώπινης δραστηριότητας δεν συρρέουν μόνο προς τους πλούσιους, κατ’ αναλογία προς τις υπηρεσίες κοινωνικής προστασίας και διεύθυνσης που υποτίθεται ότι προσφέρουν, αλλά επίσης λόγω των επιδεικτικών δαπανών της συλλογικότητας, για τις οποίες υποχρεούνται να καταβάλουν τα έξοδα. Στις λεγόμενες πολιτισμένες κοινωνίες, η λειτουργική υποχρέωση του πλούτου εξέλειπε σε μια σχετικά πρόσφατη εποχή. Το τέλος του παγανισμού επέφερε το τέλος των αγώνων και των λατρειών, για τις οποίες οι πλούσιοι Ρωμαίοι έπρεπε υποχρεωτικά να καταβάλουν τα έξοδα: γι’ αυτό μπορέσαμε να πούμε ότι ο Χριστιανισμός εξατομίκευσε την περιουσία, αποδίδοντας στον κάτοχό της την ολική διαχείριση των προϊόντων της και καταλύοντας την κοινωνική λειτουργία της. Καταλύοντας, τουλάχιστον, τον υποχρεωτικό χαρακτήρα αυτής της λειτουργίας, καθώς ο Χριστιανισμός υποκατέστησε την εθιμικά καθορισμένη δαπάνη του παγανισμού με την αυτεξούσια ελεημοσύνη, είτε υπό μορφή διανομής από τους πλούσιους στους φτωχούς είτε, κυρίως, υπό μορφή άκρως σημαντικών δωρεών προς τις εκκλησίες και αργότερα προς τα μοναστήρια: κι αυτές ακριβώς οι εκκλησίες κι αυτά ακριβώς τα μοναστήρια είναι που παρέλαβαν κατά τον Μεσαίωνα το μεγαλύτερο μερίδιο από τη θεαματική λειτουργία.

Στις μέρες μας, έχουν εκλείψει οι μεγάλες κι ελεύθερες κοινωνικές μορφές της αντιπαραγωγικής δαπάνης. Ωστόσο, δεν πρέπει να συμπεράνουμε απ’ αυτό ότι η ίδια η αρχή της δαπάνης έπαψε να τοποθετείται στο πέρας της οικονομικής δραστηριότητας. Ένας συγκεκριμένος μετασχηματισμός του πλούτου, του οποίου τα συμπτώματα δίνουν την αίσθηση της νόσου και της εξάντλησης, καταλήγει σε αισχύνη του εαυτού και συγχρόνως σε μικροπρεπή υποκρισία. Ό, τι ήταν γενναιόδωρο, οργιώδες, πέρα από το συνηθισμένο μέτρο, εξαφανίστηκε: η θεματολογία του ανταγωνισμού, η οποία εξακολουθεί να ρυθμίζει την ατομική δραστηριότητα, αναπτύσσεται στο σκοτάδι και προσομοιάζει σε αισχυντηλά ρεψίματα. Οι εκπρόσωποι της αστικής τάξης έχουν προσοικειωθεί μια λαθρόβια συμπεριφορά: η επίδειξη της αφθονίας συντελείται τώρα πίσω από τους τοίχους, σύμφωνα με συμβάσεις φορτισμένες με ανία και καταθλιπτικές. Επιπλέον, οι αστοί της μεσαίας τάξης, οι υπάλληλοι και οι μικρέμποροι, αποκτώντας μια μέτριας αξίας ή υποδεέστατη περιουσία, καταλήγουν να ευτελίζουν την επιδεικτική δαπάνη, που έχει υποστεί ένα είδος κατάτμησης κι από την οποία δεν απομένει πια παρά μια πληθώρα κενόδοξων εγχειρημάτων, συνδεδεμένων με φορτικές μνησικακίες.

Με λίγες εξαιρέσεις, ωστόσο, τέτοια στερεότυπα προσποίησης έχουν γίνει ο πρώτιστος λόγος ζωής, εργασίας και άλγους για οποιονδήποτε στερείται του θάρρους να υποσχεθεί την μουχλιασμένη κοινωνία του σε μια επαναστατική καταστροφή. Γύρω από τις σύγχρονες τράπεζες, όπως γύρω από τους τοτεμικούς στύλους των Κβακιούτλ, η ίδια επιθυμία να επισκιάσουν κινεί τα άτομα και τα παρασύρει σε ένα σύστημα από μικρές ψευδείς επιδείξεις, το οποίο τυφλώνει τους μεν απέναντι στους δε, σαν να βρίσκονταν μπροστά σ’ ένα υπερβολικά δυνατό φως. Λίγα βήματα μακριά από την τράπεζα, τα κοσμήματα, τα φορέματα, τα αυτοκίνητα περιμένουν στις βιτρίνες την ημέρα που θα χρησιμεύσουν, ώστε να εδραιώσουν την προσαυξημένη αίγλη του δυσοίωνου βιομήχανου και της ακόμα πιο δυσοίωνης γηραιάς συζύγου του. Σε ένα κατώτερο επίπεδο, τα επιχρυσωμένα ρολόγια τοίχου, οι μπουφέδες της τραπεζαρίας, τα ψεύτικα λουλούδια προσφέρουν εξίσου ανομολόγητες υπηρεσίες σε ζευγάρια παντοπωλών. Η ζήλεια απελευθερώνεται από ανθρώπινο ον σε ανθρώπινο ον, όπως στους άγριους, με μια ισοσθενή βαναυσότητα: μόνο η γενναιοδωρία και η ευγένεια έχουν εξαλειφθεί και μαζί τους η θεαματική αντιπληρωμή που απέδιδαν οι εύποροι στους ενδεείς.

Ως τάξη που κατέχει τον πλούτο, έχοντας αναδεχθεί μαζί με τον πλούτο και την υποχρέωση της λειτουργικής δαπάνης, η σύγχρονη αστική τάξη χαρακτηρίζεται από τη θεμελιώδη άρνηση, την οποία αντιπαραθέτει σε αυτή την υποχρέωση. Διακρίνεται από την αριστοκρατία κατά το ότι συγκατατίθεται να δαπανήσει μόνο για τον εαυτό της, στο εσωτερικό της, δηλαδή αποκρύπτοντας όσο περισσότερο γίνεται τις δαπάνες της από τα μάτια των υπόλοιπων τάξεων. Αυτή η ιδιαίτερη μορφή οφείλεται αφετηριακά στην ανάπτυξη του πλούτου της υπό τη σκιά μιας αριστοκρατικής τάξης ισχυρότερης από εκείνη. Σ’ αυτές τις ταπεινωτικές αντιλήψεις της περιορισμένης δαπάνης ανταποκρίθηκαν οι ρασιοναλιστικές αντιλήψεις, που η αστική τάξη ανέπτυξε από τον 17ο αιώνα και δεν σημαίνουν τίποτα άλλο από μια στενά οικονομική αναπαράσταση του κόσμου, με το χυδαίο νόημα, με το αστικό νόημα της λέξης. Το μίσος για τη δαπάνη είναι ο λόγος ύπαρξης και η δικαιολόγηση της αστικής τάξης. Είναι συγχρόνως και η βασική αρχή της φρικαλέας υποκρισίας της. Οι αστοί χρησιμοποίησαν τις σπατάλες της φεουδαρχικής κοινωνίας σαν βασική αιτίαση και, αφού έγιναν κύριοι της εξουσίας, θεώρησαν τους εαυτούς τους ικανούς να εφαρμόσουν μια κυριαρχία αποδεκτή στις φτωχές τάξεις, λόγω της εξοικείωσής τους με την απόκρυψη. Και είναι σωστό να αναγνωρίσουμε ότι ο λαός είναι ανίκανος να τους μισήσει τόσο όσο τους προηγούμενους κυριάρχους του: στο μέτρο που, πράγματι, είναι ανίκανος να τους αγαπήσει, καθώς τους είναι αδύνατο, τουλάχιστον, να αποκρύψουν ένα πρόσωπο χαμέρπειας, τόσο αρπακτικό χωρίς ευγένεια και τόσο φρικτά μικροπρεπές, ώστε ολόκληρη η ανθρώπινη ζωή μοιάζει εξευτελισμένη με το να τους βλέπει. Εναντίον τους, η λαϊκή συνείδηση έχει περιαχθεί στο να διατηρεί βαθιά μέσα της την αρχή της δαπάνης, αναπαριστώντας την αστική ύπαρξη ως την αισχύνη του ανθρώπου και ως δυσοίωνη κατάργηση.

Πασχίζοντας για τη στειρότητα όσον αφορά τη δαπάνη, σύμφωνα με μια λογική που μοιάζει με τους λογαριασμούς, η αστική κοινωνία κατόρθωσε να αναπτύξει την οικουμενική μικροπρέπεια. Η ανθρώπινη ζωή δεν ξαναβρίσκει την κίνηση, στο μέτρο των μη αναγώγιμων αναγκών, παρά στην προσπάθεια αυτών που ωθούν στο άκρο τους τις συνέπειες από τις τρέχουσες ρασιοναλιστικές αντιλήψεις. Ό, τι απομένει από τους παραδοσιακούς τρόπους δαπάνης, έχει αποκτήσει τη σημασία του μαρασμού και η ζωντανή αναταραχή της δαπάνης έχει γίνει άφαντη μέσα στη μοναδική σφοδρότητα της πάλης των τάξεων.

Οι συνιστώσες της πάλης των τάξεων είναι δοσμένες μέσα στη διαδικασία της δαπάνης από την εποχή των αρχαϊκών κοινωνιών. Στο ποτλάτς, ο πλούσιος διανέμει τα προϊόντα που του προμηθεύουν άλλοι ενδεείς άνθρωποι. Επιζητεί να εξυψωθεί πάνω από έναν αντίζηλο πλούσιο όπως κι αυτός, αλλά το τελευταίο επίπεδο της επιδιωκόμενης εξύψωσης δεν έχει στόχο πιο αναγκαίο από το να τον απομακρύνει περισσότερο από τη φύση των ενδεών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η δαπάνη, μολονότι είναι κοινωνική λειτουργία, απολήγει παρευθύς σε μια ανταγωνιστική πράξη διαχωρισμού με αντικοινωνική όψη. Ο πλούσιος καταναλώνει την καταστροφή του φτωχού, δημιουργώντας για εκείνον μια κατηγορία έκπτωσης και εξαθλίωσης, η οποία ανοίγει τον δρόμο στην υποδούλωση. Επομένως, είναι προφανές ότι, από την αόριστα μεταβιβασμένη κληρονομιά του αρχαίου κόσμου της δαπάνης, ο σύγχρονος κόσμος μοιράστηκε αυτή την κατηγορία, η οποία στον παρόντα χρόνο επιφυλάσσεται στους προλετάριους. Δίχως αμφιβολία, η αστική κοινωνία, η οποία ισχυρίζεται πως διοικείται από ορθολογικές αρχές και τείνει, άλλωστε, με την ίδια της την κίνηση να πραγματοποιεί μια συγκεκριμένη ανθρώπινη ομοιογένεια, δεν αποδέχεται αδιαμαρτύρητα έναν καταμερισμό που μοιάζει καταστροφικός για τον ίδιο τον άνθρωπο, αλλά είναι ανίκανη να ωθήσει την αντίσταση πιο πέρα από μια θεωρητική άρνηση. Αποδίδει στους εργάτες δικαιώματα ίσα με αυτά των κυρίων και αναγγέλλει αυτή την ισότητα γράφοντας τη λέξη επιδεικτικά στους τοίχους: ωστόσο οι κύριοι, οι οποίοι δρουν σαν να ήταν η ίδια η έκφραση της κοινωνίας, είναι απασχολημένοι-πιο σοβαρά απ’ ότι με οποιαδήποτε άλλη φροντίδα-να αποδείξουν ότι δεν μετέχουν κατ’ ελάχιστο στην εξαθλίωση των ανθρώπων που απασχολούν. Ο σκοπός της δραστηριότητας των εργατών είναι να παράγουν για να ζουν, ενώ ο σκοπός της δραστηριότητας των εργοδοτών είναι να παράγουν για να διατηρούν τους παραγωγούς εργάτες σε φρικτή στέρηση: διότι δεν υφίσταται η παραμικρή δυνατή διάζευξη ανάμεσα στην εξεζητημένη ειδίκευση των προσίδιων στον εργοδότη τρόπων δαπάνης, που τείνουν να τον εξυψώσουν για τα καλά πάνω από την ανθρώπινη χαμέρπεια, και την ίδια τη χαμέρπεια, της οποίας λειτουργία είναι αυτή η εξειδίκευση.

Εκείνος που αντιπαραθέτει σ’ αυτή την αντίληψη της κοινωνικής ανταγωνιστικής δαπάνης την αναπαράσταση των πολυάριθμων αστικών εγχειρημάτων, τα οποία συγκλίνουν στη βελτίωση της ζωής των εργατών, δεν εκφράζει παρά τη δειλία των σύγχρονων ανώτερων τάξεων, οι οποίες δεν έχουν πια τη δύναμη να αναγνωρίσουν τις καταστροφές τους. Οι δαπάνες που αναλαμβάνονται από τους καπιταλιστές για να ελεήσουν τους προλετάριους και να τους δώσουν την ευκαιρία να ανέλθουν στην ανθρώπινη κλίμακα, μαρτυρούν αδυναμία- από εξάντληση –να ωθήσουν μέχρι το τέρμα μια διαδικασία δαπάνης. Αφότου έχει πραγματοποιηθεί η καταστροφή του φτωχού, η ηδονή του πλούσιου αδειάζει σταδιακά από το περιεχόμενό της και εξουδετερώνεται: παραχωρεί τη θέση της σε ένα είδος απαθούς αδιαφορίας. Σ’ αυτές τις συνθήκες, για να συντηρήσει μια ουδέτερη κατάσταση, που η ίδια η απάθεια καθιστά σχετικά ευχάριστη παρά τα στοιχεία (σαδισμός, οίκτος), τα οποία τείνουν να την διαταράσσουν, μπορεί να είναι χρήσιμη η μερική αντιστάθμιση της δαπάνης που προκαλεί την εξαχρείωση με μια νέα δαπάνη, η οποία τείνει να απαλύνει τα αποτελέσματα της προηγούμενης. Η πολιτική αίσθηση των εργοδοτών, συνδυασμένη με συγκεκριμένες επιμέρους εξελίξεις ευημερίας, επέτρεψε να δοθεί κάποιες φορές αξιοσημείωτο εύρος σε αυτή τη διαδικασία αντιστάθμισης. Με αυτόν τον τρόπο, ιδιαιτέρως στις ΗΠΑ, η πρωτογενής διαδικασία συντελείται πια σε βάρος ενός σχετικά μικρού μέρους του πληθυσμού και, σε κάποιον βαθμό, πείθεται και η ίδια η εργατική τάξη να λάβει μέρος σ’ αυτή (ιδίως όταν το πράγμα είχε διευκολυνθεί από την προϋποτιθέμενη ύπαρξη μιας τάξης, η οποία θεωρήθηκε με κοινή συναίνεση απόβλητη, όπως ήταν οι μαύροι). Αλλά αυτές οι προφάσεις, των οποίων η σημασία, άλλωστε, είναι αυστηρά περιορισμένη, σε τίποτα δεν μεταβάλλει τον θεμελιώδη διαχωρισμό των ανθρώπινων τάξεων σε ευγενείς και απαθλιωμένους. Ο αδυσώπητος αγώνας της κοινωνικής ζωής δεν ποικίλλει διαμέσου των διάφορων πολιτισμένων χωρών, όπου η υβριστική αίγλη των πλουσίων καταστρέφει και ευτελίζει την ανθρώπινη φύση της κατώτερης τάξης.

Πρέπει να προσθέσουμε πως ο μετριασμός της βαναυσότητας των κυρίων- που δεν αφορά, άλλωστε, τόσο πολύ την ίδια την καταστροφή όσο τις ψυχολογικές τάσεις προς την καταστροφή- αντιστοιχεί στον γενικό μαρασμό των αρχαίων διαδικασιών δαπάνης, ο οποίος χαρακτηρίζει την σύγχρονη εποχή. Αντιθέτως, η πάλη των τάξεων καθίσταται η μεγαλοπρεπέστερη μορφή της κοινωνικής δαπάνης, όταν αναληφθεί και αναπτυχθεί για λογαριασμό των εργατών αυτή τη φορά, με ένα εύρος που απειλεί την ίδια την ύπαρξη των κυρίαρχων.

Μετάφραση από τα γαλλικά: Νίκος Σκοπλάκης

  1.   Ο ανθρωπολόγος Μαρσέλ Μως (Marcel Mauss) μελέτησε και κατέγραψε στους Ινδιάνους του Νέου Μεξικού την πρακτική του «potlatch, η οποία αφορά μορφές συναλλαγής ή καταστροφής πλούτου και προσδιορίζεται από τα στοιχεία του ανταγωνισμού και της αντιζηλίας. Στη μελέτη του, με τίτλο «Essai sur le don» (1923), ο Μως ανέδειξε το ποτλάτς στην πιο ολοκληρωμένη, ανάμεσα σε ανάλογες μορφές, όπου ουσιώδης στόχος είναι η πρόκληση του αντιπάλου και η εξύψωση ανταγωνιστικά προς αυτόν (ΣτΜ).

http://rednotebook.gr/2015/10/o-ploutos-i-dapani-ke-i-pali-ton-taxeon-tou-zorz-bataig/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s