Ζιλ Ντελέζ-Επιθυμία και ηδονή…


Α. Μία από τις θεμελιώδεις θέσεις του Επιτήρηση και Τιμωρία αφορούσε τα συστήματα εξουσίας. Μου φαινόταν θεμελιώδης για τρεις λόγους:
1. Καθαυτή και σε σχέση με τον «αριστερισμό»: αυτή η αντίληψη για την εξουσία ενέχει μια βαθιά πολιτική καινοτομία,σε αντίθεση με την κάθε θεωρία για το κράτος.
2. Σε σχέση με τον Μισέλ: του επέτρεπε να υπερβεί τη δυαδικότητα μεταξύ των σχηματισμών του λόγου και των πέραν του λόγου σχηματισμών,η οποία διατηρείτο στην Αρχαιολογία της γνώσης,και να διασαφηνίσει τον τρόπο με τον οποίο αυτοί οι δύο τύποι σχηματισμών κατανέμονται και συναρθρώνονται τμήμα-τμήμα (δίχως να ανάγεται ο ένας στον άλλο,να προσομοιάζουν κ.λπ.). Το ζήτημα δεν ήταν να καταργηθεί η διάκρισή τους αλλά να εξηγηθούν κάπως οι μεταξύ τους σχέσεις.
3. Για μια συγκεκριμένη συνέπεια: η λειτουργία των συστημάτων εξουσίας δεν περιγραφόταν στο βιβλίο ούτε με όρους καταστολής ούτε με όρους ιδεολογίας. Συνεπώς,υπήρξε ρήξη με ένα διαζευτικό δίπολο που -λίγο ή πολύ- όλος ο κόσμος αποδεχόταν. Το Επιτήρηση και Τιμωρία απέρριπτε το δίπολο «καταστολή ή ιδεολογία»,σχηματίζοντας μια έννοια κανονικοποίησης και πειθαρχιών.

Β. Θεωρούσα ότι αυτή η θέση για τα συστήματα εξουσίας είχε δύο κατευθύνσεις,κάθε άλλο παρά αντιφατικές,αν και διακριτές. Ούτως ή άλλως δεν υπήρχε θέμα αναγωγής των συστημάτων εξουσίας σε έναν κρατικό μηχανισμό. Αλλά με βάση τη μία κατεύθυνση,αυτά τα συστήματα αποτελούσαν μια διάχυτη και ετερογενή πολλαπλότητα,και εν ολίγοις μικροσυστήματα. Με βάση μία άλλη κατεύθυνση,παρέπεμπαν σε ένα διάγραμμα,σε ένα είδος αφηρημένης μηχανής,εμμενούς σ’ ολόκληρο το κοινωνικό πεδίο (όπως ο πανοπτισμός,η γενική λειτουργία του οποίου ορίζεται από τη δυνατότητα που έχει κάποιος να βλέπει όντας αθέατος,και μπορεί ως τέτοια να εφαρμοσθεί σε οποιαδήποτε πολλαπλότητα). Επρόκειτο για δύο κατευθύνσεις μικροανάλυσης που ήταν εξίσου σημαντικές,αφού η δεύτερη απεδείκνυε ότι ο Μισέλ δεν αρκείτο σε μια «διασπορά».

Γ.  Η Δίψα της γνώσης προχωρά ένα ακόμη βήμα σε σχέση με το Επιτήρηση και τιμωρία. Η οπτική γωνία μένει απαράλλαχτη: ούτε καταστολή ούτε ιδεολογία. Αλλά,εν συντομία,τα συστήματα εξουσίας δεν έχουν πλέον μόνο κανονιστικό χαρακτήρα: τείνουν να γίνουν συντακτικοί παράγοντες (της σεξουαλικότητας). Δεν σχηματίζουν απλώς γνώσεις: είναι συστατικά στοιχεία της αλήθειας (αλήθεια της εξουσίας). Δεν παραπέμπουν πλέον σε -παρ’ όλα αυτά- αρνητικές «κατηγορίες» (τρέλα,παραβατικότητα ως αντικείμενο εγκλεισμού),αλλά σε μία θεωρούμενη θετική κατηγορία (τη σεξουαλικότητα). Αυτό τ οσημείο διασαφηνίζεται στη συνέντευξη στο περιοδικό Quinzaine,στην αρχή (σ.51) [*-«Les rapports de pouvouir passent a l’ interieur des corps»,Dits et ecrits,II,σσ. 228-236. (Σ.τ.Μ.)]. Απ’ αυτήν την άποψη,νομίζω ότι η Δίψα της γνώσης προχωρά ακόμη περισσότερο την ανάλυση. Ο κίνδυνος είναι ο εξής: μήπως ο Μισέλ επιστρέφει σε κάτι ανάλογo του «συντακτικού υποκειμένου»,και για ποιό λόγο αισθάνεται την ανάγκη να ανακινήσει το ζήτημα της αλήθειας,έστω κι αν κατασκευάζει μια νέα έννοια γι’ αυτήν; Δεν πρόκειται για δικά μου ερωτήματα,αλλά πιστεύω ότι τέτοια ψευδοπροβλήματα θα τίθενται,όσο ο Μισέλ δεν θα έχει γίνει περισσότερο σαφής.

Δ. Ένα πρώτο ερώτημα,απ’ την πλευρά μου,θα είχε να κάνει με τη φύση της μικροανάλυσης που εφαρμόζει ο Μισέλ από το Επιτήρηση και Τιμωρία και μετά. Η διαφορά μεταξύ «μικροδιάστασης» και «μακροδιάστασης» δεν ήταν προφανώς διαφορά μεγέθους,ως εάν τα μικροσυστήματα να αφορούσαν μικρές ομάδες (η οικογένεια δεν είναι λιγότερο εξαπλωμένη από τους άλλους σχηματισμούς). Δεν επρόκειτο επίσης για εξωγενή δυϊσμό,διότι υπάρχουν μικροσυστήματα που είναι εμμενή στον κρατικό μηχανισμό και υπάρχουν τμήματα των κρατικών μηχανισμών που διαπερνούν μικροσυστήματα-άρα υπάρχει πλήρηςη εμμένεια των δύο διαστάσεων. Αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για διαφορά κλίμακας; Μια σελίδα της Δίψας της γνώσης (σ. 124) απορρίπτει ρητά μια τέτοια ερμηνεία. Αλλά η σελίδα αυτή φαίνεται να ανάγει την «μακροδιάσταση» στο στρατηγικό μοντέλο και την «μικροδιάσταση» στο τακτικό μοντέλο. Γεγονός που μου δημιουργεί αμηχανία: γιατί νομίζω ότι τα μικροσυστήματα έχουν επίσης -στο έργο του Μισέλ- μια ολόκληρη στρατηγική διάσταση (κυρίως αν συνυπολογίσουμε το διάγραμμα με το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένα). Μια άλλη κατεύθυνση θα μπορούσε να είναι ο καθοριστικός ρόλος των «σχέσεων δύναμης» στο επίπεδο της «μικροδιάστασης»: βλ. κυρίως την συνέντευξη στο Quinzaine. Αλλά πιστεύω ότι ο Μισέλ δεν έχει ακόμη εμβαθύνει σ’ αυτό το σημείο: στην πρωτότυπη αντίληψή του για τις σχέσεις δύναμης,γι’ αυτό που αποκαλεί σχέση δυνάμεων,η οποία θα πρέπει να αποτελέσει μια έννοια εξίσου νέα με όλα τα άλλα.
Oύτως ή άλλως,υπάρχει διαφορά φύσεως,ετερογένεια ανάμεσα στην «μικροδιάσταση» και την «μακροδιάσταση». Αυτό δεν αποκλείει μια αμοιβαία σχέση εμμένειας. Αλλά,σε τελική ανάλυση,θα διατύπωνα το ερώτημά μου ως εξής: μας επιτρέπει ακόμη αυτή η διαφορά φύσεως να μιλάμε για συστήματα εξουσίας; Όπως λέει ο Μισέλ,η έννοια του κράτους δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε μια μικροανάλυση,διότι το ζητούμενο δεν είναι η σμίκρυνση του κράτους. Αλλά η έννοια της εξουσίας είναι περισσότερο εφαρμόσιμη; Δεν συνιστά επίσης σμίκρυνση μιας σφαρικής έννοιας;
Απ’ αυτό το σημείο μπορώ να περάσω σε μια πρώτη διαφορά που έχω με τον Μισέλ στην παρούσα φάση. Αναφέρομαι,μαζί με τον Φελίξ Γκουαταρί,σε επιθυμητικές συναρμογές,διότι δεν είμαι βέβαιος ότι τα μικροσυστήματα μπορούν να περιγραφούν με όρους εξουσίας. Για εμένα η έννοια της επιθυμητικής συναρμογής αποσαφηνίζει ότι δεν υπάρχει «φυσική» ή «αυθόρμητη» επιθυμία. Η φεουδαρχία,για παράδειγμα,συνιστά μια συναρμογή που ενεργοποιεί νέες σχέσεις με το ζωικό στοιχείο (το άλογο),με τη γη,με την απεδαφικοποίηση (η ιπποδρομία,η Σταυροφορία),με τις γυναίκες (ιπποτικός έρωτας) κ.λπ.. Πρόκειται για εντελώς τρελές συναργμογές,αλλά πάντα ιστορικά προσδιορίσιμες. Θα έλεγα,απ’ την πλευρά μου,ότι η επιθυμία κυκλοφορεί μέσα σ’ αυτές τις ετερογενείς συναρμογές,σ’ αυτό το είδος «συμβίωσης»: η επιθυμία γίνεται ένα με μία συγκεκριμένη συναρμογή και εν ολίγοις υπάρχει μια συλλειτουργία. Ασφαλώς,μια επιθυμητική συναρμογή εμπεριέχει συστήματα εξουσίας (για παράδειγμα της φεουδαρχικές εξουσίες),τα οποία όμως θα πρέπει να συμπεριληφθούν στις διάφορες συνιστώσες της συναρμογής.
Με βάση έναν πρώτο άξονα,μπορούμε να διακρίνουμε,στα πλαίσια των επιθυμητικών συναρμογών,αφενός τις καταστάσεις πραγμάτων και αφετέρου τις αποφαντικές εκφορές (γεγονός που έρχεται σε συμφωνία με τη διάκριση του Μισέλ αναφορικά με τους δύο τύπους σχηματισμών ή πολλαπλοτήτων). Με βάση έναν άλλον άξονα,θα μπορούσαμε να διακρίνουμε αφενός τις εδαφικότητες ή τις επανεδαφικοποιήσεις και αφετέρου τις κινήσεις απεδαφικοποίησης που παρασύρουν μία συναρμογή (για παράδειγμα όλες τις κινήσεις απεδαφικοποίησης που παρασύρουν την Εκκλησία,τον ιπποτισμό,τους χωρικούς). Τα συστήματα εξουσίας θα αναδύονταν τότε εκεί όπου επιχειρούνται επανεδαφικοποιήσεις,έστω και αφηρημένες. Υπό αυτή την έννοια τα συστήματα εξουσίας θα μπορούσαν να θεωρηθούν συνιστώσα των συναρμογών. Αλλά οι συναρμογές θα εμπεριείχαν επίσης αιχμές απεδαφικοποίησης. Εν ολίγοις,τα συστήματα εξουσίας δεν θα είχαν οργανωτικό ή συντακτικό χαρακτήρα,αλλά μάλλον οι επιθυμητικές συναρμογές θα παρήγαγαν σχηματισμούς εξουσίας σε μία απ’ τις διαστάσεις τους. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορούσ να απαντήσω σε ένα ερώτημα που μου φαίνεται αναγκαίο,μολονότι ο Μισέλ δεν το θεωρεί αναγκαίο: πώς μπορεί να είναι επιθυμητή η εξουσία; Η πρώτη διαφορά θα ήταν συνεπώς ότι,κατά την γνώμη μου,η εξουσία είναι ένας τρόπος ύπαρξης της επιθυμίας (δεδομένου ότι η επιθυμία δεν συνιστά ποτέ μια «φυσική πραγματικότητα»). Όλα αυτά είναι πολύ προσεγγιστικά: υπάρχουν πολύ πιο σύνθετες σχέσεις,απ’ ό,τι λέω,ανάμεσα στις δύο διαδικασίες τις απεδαφικοποίησης και της επανεδαφικοποίησης. Αλλά υπό αυτήν την έννοια θα έλεγα ότι η επιθυμία είναι πρωταρχική και αποτελεί το στοιχείο στο οποίο θα πρέπει να βασιστεί μια μικροανάλυση.
Ε. Συμφωνώ πάντα με τον Μισέλ σε ένα σημείο που μου φαίνεται θεμελιώδες: ούτε ιδεολογία ούτε καταστολή. Οι αποφάνσεις,για παράδειγμα,ή μάλλον οι αποφαντικές εκφορές,δεν έχουν καμμία σχέση με την ιδεολογία. Οι δε επιθυμητικές συναρμογές δεν έχουν καμμία σχέση μετηνκαταστολή. Αλλά βέβαια δεν είμαι τόσο σίγουρος όσο ο Μισέλ σε σχέση με τα συστήματα εξουσίας,διότι ο αμφίσημος χαρακτήρας που θεωρώ ότι έχουν με σπρώχνει στην αοριστία: Μισέλ λέει στο Επιτήρηση και Τιμωρία ότι έχουν κανονιστικό και πειθαρχικό χαρακτήρα. Απ’ την πλευρά μου θα έλεγα ότι κωδικούν και επανεδαφικοποιούν (υποθέτω ότι σ’ αυτό το σημείο δεν υπάρχει μόνο διαφορά λέξεων). Αλλά καθώς θεωρώ ότι υπάρχει ένα πρωτείο της επιθυμίας επί της εξουσίας ή ότι τα συστήματα εξουσίας έχουν έναν δευτερογενή χαρακτήρα,οι διεργασίες τους εξακολουθούν να έχουν μία κατασταλτική πλευρά,διότι συμπιέζουν όχι την επιθυμία ως φυσικό δεδομένο αλλά τις αιχμές των επιθυμητικών συναρμογών. Παραπέμπω σε μία από τις ωραιότερες θέσεις που βρίσκουμε στη Δίψα της γνώσης: το σύστημα της σεξουαλικότητας ανάγει τη σεξουαλικότητα στο σεξ (στη διαφορά των φύλων… κ.λπ.,και η ψυχανάλυση είναι βουτηγμένη σ’ αυτήν την επιχείρηση). Διακρίνω εκεί ένα στοιχείο καταστολής,στο σύνορο ακριβώς της «μικροδιάστασης» και της «μακροδιάστασης»: η σεξουαλικότητα,ως ιστορικά μεταβλητή και προσδιορίσιμη επιθυμητική συναρμογή,με τις αντίστοιχες αιχμές απεδαφικοποίησης,ροής και συνδυασμών,θα αναχθεί σε μια γραμμομοριακή βαθμίδα,στο «σεξ»,και ακόμη κι αν οι μέθοδοι αυτής της αναγωγής δεν είναι κατασταλτικές,το (μη-ιδεολογικό) αποτέλεσμα είναι κατασταλτικό,στο βαθμό που οι συναρμογές ακυρώνονται,όχι μόνο ως προς τις δυνατότητες αλλά και ως προς την μικροπραγματικότητά τους. Συνεπώς αυτές οι συναρμογές δεν θα μπορούν να υπάρχουν παρά ως φαντασιώσεις,που με τη σειρά τους θα τις αλλάζουν και θα τις εκτρέπουν παντελώς,ή ως καταστάσεις που προκαλούν ντροπή κ.λπ.. Υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα,που ωστόσο με ενδιαφέρει πολύ: γιατί ορισμένοι «διαταραγμένοι» είναι περισσότερο ευάλωτοι από τους άλλους στη ντροπή,και είναι επίσης περισσότερο εξαρτημένοι απ’ αυτήν (για παράδειγμα οι ενουρητικού ή οι ανορεκτικοί είναι ελάχιστα ευάλωτοι στη ντροπή); Χρειάζομαι συνεπώς μία έννοια καταστολής,όχι για να πω ότι ασκείται επί ενός αυθόρμητου στοιχείου,αλλά για να τονίσω ότι οι συλλογικές συναρμογές έχουν πολλές διαστάσεις,μία μόνο απ’ τις οποίες είναι τα συστήματα εξουσίας.
ΣΤ. Άλλο θεμελιώδες σημείο: πιστεύω ότι η θέση «ούτε καταστολή-ούτε ιδεολογία» έχει ένα σύστοιχο,και ίσως μάλιστα εξαρτάται από αυτό. Ένα κοινωνικό πεδίο δεν ορίζεται από τις αντιφάσεις του. Η έννοια της αντίφασης είναι μία σφαιρική και ανεπαρκής έννοια,που προϋποθέτει ήδη μία ισχυρή συνέργεια «αντιφατικών στοιχείων» εντός ενός συστήματος εξουσίας (για παράδειγμα οι δύο τάξεις,η αστική [τάξη] και το προλεταριάτο). Πράγματι,νομίζω ότι μία επίσης σημαντική καινοτομία της θεωρίας του Μισέλ για την εξουσία θα μπορούμε να διατυπωθεί ως εξής: μια κοινωνία δεν αντιφάσκει καθόλου ή σχεδόν καθόλου. Αλλά η απάντησή του είναι: στρατηγικοποιείται και στρατηγικοποιεί. Και το βρίσκω αυτό πολύ ωραίο,αντιλαμβάνομαι την τεράστια διαφορά (στρατηγική-αντίφαση) και θα έπρεπε να ξαναδιαβάσω ως προς αυτά τον Κλαούζεβιτς. Αλλά κάτι δεν μ’ αρέσει σ’ αυτήν την ιδέα.
Θα έλεγα απ’ την πλευρά μου: μία κοινωνία,ένα κοινωνικό πεδίο,δεν αντιφάσκει,αλλά αυτό που πρωτεύει είναι ότι διαφεύγει,ότι διαφεύγει καταρχάς από παντού,ότι οι γραμμές διαφυγής είναι πρωταρχικές (έστω κι αν αυτό δεν σημαίνει ότι προηγούνται χρονολογικά).Οι γραμμές διαφυγής όχι μόνο δεν βρίσκονται έξω από το κοινωνικό πεδίο,όχι μόνο δεν φεύγουν απ’ αυτό αλλά συγκροτούν το ρίζωμα ή τη χαρτογραφία του. Οι γραμμές διαφυγής είναι σχεδόν το ίδιο πράγμα με τις κινήσεις απεδαφικοποίησης: δεν ενέχουν καμμία επιστροφή στη φύση και αποτελούν τις απεδαφικοποιητικές αιχμές των επιθυμητικών συναρμογών. Συνεπώς,τον πρωταρχικό ρόλο στη φεουδαρχία τον έχουν οι γραμμές διαφυγής που προϋποθέτει. Το ίδιο ισχύει και για τη χρονική περίοδο από τον 10ο μέχρι τον 12ο αιώνα,το ίδιο και για τη γέννηση του καπιταλισμού. Οι γραμμές διαφυγής δεν είναι κατ’ ανάγκην «επαναστατικές»,το αντίθετο. Αλλά τα συστήματα εξουσίας θα επιδιώξουν να τις φράξουν και να τις συνθλίψουν. Αυτό ακριβώς γίνεται τον 11ο αιώνα με όλες τις γραμμές απεδαφικοποίησης που επιταχύνονται: τις τελευταίες εισβολές,τις συμμορίες που λεηλατούν,την απεδαφικοποίηση της Εκκλησίας,τις αγροτικές μετακινήσεις,το μετασχηματισμό του ιπποτισμού,το μετασχηματισμό των πόλεων που όλο και περισσότερο εγκαταλείπυον τα εδαφικά μοντέλα,το μετασχηματισμό του χρήματος που διεισδύει σε ένα κυκλώματα,την αλλαγή της θέσης των γυναικών με τα θέματα του αυλικού έρωτα που απεδαφικοποιούν ακόμη και τον ιπποτικό έρωτα κ.λπ.. Συνεπώς,η στρατηγική δεν μπορεί παρά να είναι δευτερεύουσα σε σχέση με τις γραμμές διαφυγής,τις συζεύξεις τους,τις κατευθύνσεις τους,τις συγκλίσεις ή τις αποκλίσεις. Ως προς αυτά,επίσης,πιστεύω ότι υπάρχει πρωτείο της επιθυμίας,αφού η επιθυμία βρίσκεται στις γραμμές διαφυγής,ως σύζευξη και διαχωρισμός ροών. Γίνεται ένα μ’ αυτές. Νομίζω,λοιπόν,ότι ο Μισέλ συναντά ένα πρόβλημα που εγώ το αντιμετωπίζω εντελώς διαφορετικά. Διότι αν τα συστήματα εξουσίας έχουν κατά κάποιο τρόπο έναν συντακτικό χαρακτήρα,τότε δεν μπορούν να υπάρχουν απέναντί τους παρά φαινόμενα «αντίστασης»,και συνεπώς το ζητούμενο είναι να προσδιοριστεί ο χαρακτήρας αυτών των φαινομένων. Και πράγματι,αυτά με τη σειρά τους δεν μπορούν τότε να είναι ούτε ιδεολογικά ούτε αντικατασταλτικά. Αυτό ακριβώς καθιστά βαρύνουσες τις δύο σελίδες της Δίψας της γνώσης,όπου ο Μισέλ λέει: ας μη μου αντιτείνει κανείς ότι αυτά τα φαινόμενα είναι απάτη. Αλλά τι χαρακτήρα θα τους αποδώσει; Υπάρχουν εν προκειμένω αρκετές κατευθύνσεις:
1. Η κατεύθυνση της Δίψας της γνώσης (σσ. 119-120): τα φαινόμενα αντίστασης μοιάζουν με αντεστραμμένη εικόνα των συστημάτων εξουσίας. Έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά διάχυσης,ετερογένειας κ.λπ.,και βρίσκονται «πρόσωπο με πρόσωπο» απέναντί τους. Αυτή όμως η κατεύθυνση περισσότερο κλείνει παρά ανοίγει δρόμους.
2. Η κατεύθυνση της συνέντευξης στο περιοδικό Politique Hebdo: [*-«La fonction politique de l’ intellectuel»,Dits et ecrits,II,σσ. 109-114,140-160. (Σ.τ.Μ.)] αν τα συστήματα εξουσίας είναι συστατικοί παράγοντες της αλήθειας,αν υπάρχει μια αλήθεια της εξουσίας,πρέπει επίσης να υπάρχει ως αντιστρατηγική ενάντια στις εξουσίες ένα είδος εξουσίας της αλήθειας. Από εκεί προκύπτει για τον Μισέλ το ζήτημα του ρόλου του διανοούμενου,όπως επίσης ο τρόπος με τον οποίο επαναφέρει την κατηγορία της αλήθειας: διότι ναι μεν ανανεώνει ριζικά την έννοια της αλήθειας,όταν ισχυρίζεται ότι εξαρτάται από την εξουσία,αλλά αυτή η ανανέωση τού παρέχει μια ύλη ικανή να μεταστραφεί κατά της εξουσίας; Δεν μπορώ όμως να σκεφτώ πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό. Θα πρέπει να περιμένουμε να διασαφηνίσει ο Μισέλ αυτή τη νέα αντίληψη για την αλήθεια στο επίπεδο της μικροανάλυσης.
3. Ως τρίτη κατεύθυνση θα μπορούσαν να θεωρηθούν οι ηδονές: το σώμα και οι ηδονές του. Και ως προς αυτό βρίσκομαι σε κατάσταση αναμονής: με ποιόν τρόπο θα μπορούσαν οι ηδονές να σχηματίσουν αντιεξουσίες,και πώς πρέπει να γίνει αντιληπτή αυτή η έννοια της ηδονής;
Νομίζω ότι υπάρχουν τρεις έννοιες που ο Μισέλ τις αντιλαμβάνεται με έναν ολοκληρωτικά καινούργιο τρόπο,χωρίς ωστόσο να τις έχει αναπτύξει: οι σχέσεις δύναμης,οι αλήθειες,οι ηδονές.

Υπάρχουν ορισμένα προβλήματα τα οποία με απασχολούν,αλλά όχι τον Μισέλ,διότι έχουν εκ των προτέρων λυθεί από τις έρευνες του. Αντιστρόφως,για να παρηγορήσω τον εαυτό μου,σκέφτομαι ότι υπάρχουν κάποια άλλα προβλήματα που δεν τίθενται σ’ εμένα,αλλά μόνο σ’ αυτόν,λόγω των θέσεων και των συναισθημάτων του. Δεν νομίζω ότι υπάρχει στο έργο του Μισέλ κάτι αντίστοιχο με τις γραμμές διαφυγής και τις κινήσεις απεδαφικοποίησης,υπό την έννοια των ιστορικών συλλογικών καθορισμών. Από την πλευρά μου,δεν αντιμετωπίζω πρόβλημα αναφορικά με τον χαρακτήρα των φαινομένων αντίστασης: αφού οι γραμμές διαφυγής αποτελούν τους πρωτεύοντες καθορισμούς και αφού η επιθυμία διευθετεί το κοινωνικό πεδίο,τότε τα συστήματα εξουσίας παράγονται από τις συναρμογές,αλλά ταυτόχρονα τις συμπιέζουν και τις φράζουν. Συμμερίζομαι την απέχθεια του Μισέλ για τους αυτοαποκαλούμενους περιθωριακούς: μου φαίνεται όλο και πιο αφόρητος ο ρομαντισμός της τρέλας,της παραβατικότητας,της διαστροφής και των ναρκωτικών. Αλλά οι γραμμές διαφυγής,δηλαδή οι επιθυμητικές συναρμογές,δεν πιστεύω ότι αποτελούν έργο των περιθωριακών. Αντιθέτως,συνιστούν αντικειμενικές γραμμές που διαπερνούν μία κοινωνία,και στις οποίες εγκαθίστανται εδώ ή εκεί οι περιθωριακοί,για να σχηματίσουν έναν βρόχο,μία περιδίνηση ή μια αποκωδίκωση. Επομένως,αν το πρωταρχικό δεδομένο μιας κοινωνίας είναι ότι τα πάντα διαφεύγουν,ότι όλα απεδαφικοποιούνται,τότε δεν είμαι αναγκασμένος να αποδώσωέναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στα φαινόμενα αντίστασης. Μ’ αυτήν την έννοια ο ρόλος του διανοούμενου και το πολιτικό πρόβλημα δεν αντιμετωπίζονται σε θεωρητικό επίπεδο με τον ίδιο τρόπο απ’ τον Μισέλ κι από εμένα (θα προσπαθήσω να εξηγήσω αμέσως μετά πού βλέπω τη διαφορά).

Ζ. Την τελευταία φορά που βρεθήκαμε,ο Μισέλ μου είπε με πολύ ευγενικό και τρυφερό τρόπο περίπου τα εξής: «μου είναι ανυπόφορη η λέξη επιθυμία. Ακόμη κι αν την χρησιμοποιείτε διαφορετικά,δεν μπορώ να μην σκεφτώ ή να μην αισθανθώ ότι επιθυμία=έλλειψη,ή ότι η επιθυμία τελεί υπό καταπίεση». Και πρόσθεσε: «ίσως ό,τι εγώ αποκαλώ  ‘ηδονή’ να ταυτίζεται με αυτό που αποκαλείτε ‘επιθυμία’,αλλά ούτως ή άλλως χρειάζομαι μια λέξη διαφορετική από τηνεπιθυμία».

Προφανώς,για μια ακόμη φορά,δεν πρόκειται για διαφορά λέξεων. Διότι εγώ,απ’ την πλευρά μου,δεν μπορώ να αντέξω καθόλου τη λέξη «ηδονή». Γιατί όμως; Πιστεύω ότι η επιθυμία δεν περιέχει καμμία έλλειψη,ούτε εκφράζει ένα φυσικό δεδομένο. Συγχωνεύεται με μια συναρμογή ετερογενών στοιχείων,που βρίσκεται υπό λειτουργία. Είναι διαδικασία και όχι δομή ή γένεση. Είναι συναίσθημα [affect] και όχι αίσθημα [sentiment]. Είναι «τόδε τι» (ατομικότητα μιας μέρας,μιας εποχής,μιας ζωής) και όχι υποκειμενικότητα. Είναι συμβάν και όχι πράγμα ή πρόσωπο. Και ασφαλώς ενέχει τη συγκρότηση ενός πεδίου εμμένειας ή ενός «δίχως όργανα σώματος»,που ορίζεται αποκλειστικά και μόνο από ζώνες έντασης,κατώφλια,βαθμίδες και ροές. Αυτό το σώμα είναι τόσο βιολογικό όσο και συλλογικό-πολιτικό. Πάνω σ’ αυτό δημιουργούνται και καταστρέφονται οι συναρμογές,αυτό φέρει τις αιχμές απεδαφικοποίησης των συναρμογών,ή τις γραμμές διαφυγής. Επιπλέον,μεταβάλλεται: το δίχως όργανα σώμα της φεουδαρχίας δεν είναι το ίδιο με το δίχως όργανα σώμα του καπιταλισμού. Το ονομάζω δίχως όργανα σώμα γιατί αντιτίθεται σε όλα τα στρώματα οργάνωσης,τόσο του οργανισμού όσο και της εξουσίας. Το σύνολο των οργανώσεων του σώματος θα συντρίψουν το επίπεδο ή το πεδίο της εμμένειας και θα επιβάλλουν στην επιθυμία ένα άλλο «επίπεδο»,διαστρωματώνοντας κάθε φορά το δίχως όργανα σώμα.

Τα λέω όλα αυτά τόσο μπερδεμένα γιατί με απασχολούν διάφορα προβλήματα σε σχέση με τον Μισέλ:

  1. Δεν μπορώ να προσδώσω καμμία θετική αξία στην ηδονή,γιατί έχω την αίσθηση ότι η ηδονή διακόπτει την εμμενή διαδικασία της επιθυμίας. Μου φαίνεται ότι η ηδονή είναι στην ίδια πλευρά με τα στρώματα ή την οργάνωση. Μου φαίνεται,επίσης,ότι η επιθυμία παρουσιάζεται με μία και την αυτή κίνηση ως εσωτερικά υποταγμένη στο νόμο και ως εξωτερικά διηρημένη από τις ηδονές. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχει άρνηση του πεδίου εμμένειας που προσιδιάζει στην επιθυμία.Σκέφτομαι ότι δεν είναι τυχαίο που ο Μισέλ ενδιαφέρεται τόσο πολύ για τον Σαντ κι εγώ,αντιθέτως,για τον Μαζόχ. Δεν θα αρκούσει να πούμε ότι εγώ είμαι μαζοχιστής και ο Μισέλ σαδιστής. Θα ήταν ωραίο,βέβαια,αλλά όχι αλήθεια. Δεν με ενδιαφέρουν οι οδύνες στον Μαζόχ,αλλά η ιδέα ότι η ηδονή διακόπτει τη θετικότητα της επιθυμίας και τη συγκρότηση του αντίστοιχου πεδίου εμμένειας (με τον ίδιο,ή σχεδόν με τον ίδιο,τρόπο υπάρχει στον αυλικό έρωτα συγκρότηση ενός επιπέδου εμμένειας ή ενός δίχως όργανα σώματος,όπου η επιθυμία δεν στερείται τίποτα και προφυλάσσεται στο μέτρο του δυνατού από τις ηδονές που θα μπορούσαν να διακόψουν την πορεία της). Νομίζω ότι η ηδονή είναι ο μόνος τρόπος που διαθέτει ένα άτομο ή ένα υποκείμενο «για να ξαναβρεί τον εαυτό του» στα πλαίσια μιας διαδικασίας που το υπερφαλλαγίζει. Είναι μια επανεδαφικοποίηση. Και από τη δική μου οπτική γωνία η επιθυμία σχετίζεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αφενός με το νόμο της έλλειψης και αφετέρου με τον κανόνα της ηδονής.
  2. Αντιθέτως,μου φαίνεται θεμελιώδης η ιδέα του Μισέλ για την άμεση και ευθεία σχέση που έχουν τα συστήματα εξουσίας με το σώμα. Αλλά νομίζω ότι αυτό ισχύει στο βαθμό που επιβάλλουν μία οργάνωση στα σώματα. Ενώ το δίχως όργανα σώμα συνιστά τόπο ή παράγοντα απεδαφικοποίησης (και συνεπώς επίπεδο εμμένειας της επιθυμίας),το σύνολο των οργανισμών,δηλαδή ολόκληρο το σύστημα «βιοεξουσίας» (με βάση την ορολογία του Μισέλ) επιχειρεί επανεδαφικοποιήσεις του σώματος.
  3. Θα μπορούσα άραγε να ισχυριστώ ότι αυτό που εγώ αποκαλώ «δίχως όργανα σώμα-επιθυμίες» αντιστοιχεί σε ό,τι αποκαλεί ο Μισέλ «σώματα-ηδονές»; Θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω τη διάκριση που μου ανέφερε ο Μισέλ «σώμα-σάρκα» και να τη συσχετίσω με τη διάκριση «δίχως όργανα σώμα-οργανισμός»; Υπάρχει η σημαντικότατη σελίδα 177 της Δίψας της γνώσης,που επισημαίνει ότι η ζωή προσδίδει έναν νέο χαρακτήρα στις δυνάμεις αντίστασης. Η ζωή,όπως εγώ την αντιλαμβάνομαι,αυτή ακριβώς η ζωή στην οποία αναφέρεται ο Λώρενς,δεν ταυτίζεται καθόλου με τη Φύση: είναι το μεταβλητό πεδίο εμμένειας της επιθυμίας,που διασχίζει όλες τις συγκεκριμένες συναρμογές. Έτσι,συνδυάζεται η έννοια της επιθυμίας που βρίσκουμε στον Λώρενς με τις θετικές γραμμές διαφυγής. (Μικρή λεπτομέρεια: ο τρόπος που χρησιμοποιεί ο Μισέλ τον Λώρενς στο τέλος της Δίψας της γνώσης έρχεται σε αντίθεση με τον τρόπο που τον χρησιμοποιώ εγώ).

Η. Το ερώτημα είναι αν ο Μισέλ προχώρησε στο ζήτημα που μας απασχόλησε: πώς μπορούμε να διατηρήσουμε σε ισχύ την κατεύθυνση μιας μικροανάλυσης (διάχυση,ετερογένεια,τμηματικός [parcellaire] χαρακτήρας) και να τη συνδυάσουμε με μία αρχής ενοποίησης που δεν θα μοιάζει με το «Κράτος»,το «κόμμα»,την ολοποίηση ή την αντιπροσώπευση;

Καταρχάς απ’ την πλευρά της εξουσίας: επανέρχομαι στις δύο κατευθύνσεις του Επιτήρηση και Τιμωρία: αφενός διάχυτος και τμηματικός χαρακτήρας των μικροσυστημάτων,και αφετέρου διάγραμμα ή αφηρημένη μηχανή που καλύπτει το σύνολο του κοινωνικού πεδίου. Αλλά νομίζω ότι εκεί εξακολουθούσε να υπάρχει ένα πρόβλημα: η σχέση μεταξύ αυτών των δύο βαθμίδων μικροανάλυσης. Νομίζω ότι υπάρχει μία μικρή αλλαγή στη Δίψα της γνώσης: οι δύο κατευθύνσεις είναι πλέον οι μικροπειθαρχίες και αφετέρου οι βιοπολιτικές διαδικασίες (σς. 170-171 κ.έ.). Αυτό ακριβώς ήθελα να πω στο σημείο Γ αυτών των σημειώσεων. Αλλά το Επιτήρηση και Τιμωρία θεωρούσε ότι το διάγραμμα,το οποίο ήταν μη-αναγώγιμο στη σφαιρική βαθμίδα του κράτους,επιχειρεί ίσως μία μικροενοποίηση των μικρών συστημάτων. Βγαίνει πλέον ως συμπέρασμα ότι αυτή τη λειτουργία την επωμίζονται οι βιοπολιτικές διαδικασίες; Ομολογώ ότι θεωρούσα πολύτιμη την έννοια του διαγράμματος: θα την συναντήσει πάλι ο Μισέλ σ’ αυτό το νέο επίπεδο;

Αλλά από την πλευρά των γραμμών αντίστασης,ή των γραμμών διαφυγής όπως θα έλεγα εγώ,με ποιόν τρόπο θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε τις συνενώσεις,τις συζεύξεις,τις διαδικασίες ενοποίησης; Θα έλεγα ότι το συλλογικό πεδίο εμμένειας στο οποίο δημιουργούνται σε μία στιγμή οι συναρμογές,χαράσσοντας εκεί τις γραμμές διαφυγής τους,διαθέτει επίσης ένα πραγματικό διάγραμμα. Συνεπώς,πρέπει να βρούμε αυτή την σύνθετη συναρμογή που θα είνα ικανή να πραγματώσει αυτό το διάγραμμα,επιφέροντας τη σύζευξη των γραμμών ή των αιχμών απεδαφικοποίησης. Μ’ αυτήν την έννοια θα μπορούσα να κάνω λόγο για μία πολεμική μηχανή,η οποία θα ήταν εντελώς διαφορετική τόσο από τον κρατικό μηχανισμό όσο και από τους στρατιωτικούς θεσμούς,αλλά επίσης και από τα συστήματα εξουσίας. Άρα θα υπήρχε απ’ τη μία πλευρά το κράτος-διάγραμμμα της εξουσίας (δεδομένου ότι το κράτος είναι ο γραμμομοριακός μηχανισμός που πραγματώνει τα μικροδεδομένα του διαγράμματος ως επιπέδου οργάνωσης),και από την άλλη πλευρά η πολεμική μηχανή-διάγραμμα των γραμμών διαφυγής (η πολεμική μηχανή θα ήταν η συναρμογή που θα πραγμάτωνε τα μικροδεδομένα του διαγράμματος ως επιπέδου εμμένειας). Σταματώ σ’ αυτό το σημείο,διότι θα έμπαιναν στο παιχνίδι δύο εντελώς διαφορετικά επίπεδα,ένα είδος υπερβατικού επιπέδου οργάνωσης έναντι του εμμενούς επιπέδου των συναρμογών,και συνεπώς θα επιστρέφαμε στα προηγούμενα προβλήματα. Και ως προς αυτό δεν ξέρω πώς να τοποθετηθώ σε σχέση με τις τωρινές μελέτες του Μισέλ.

(Προσθήκη: αυτό που με ενδιαφέρει στις δύο αντιτιθέμενες καταστάσεις επιπέδων ή διαγραμμάτων είναι η ιστορική και πολύμορφη αντιπαράθεσή τους. Στη μία περίπτωση υπάρχει ένα επίπεδο οργάνωσης και ανάπτυξης,που είναι εκ φύσεως κρυμμένο,αλλά παρέχει στην όραση ό,τι είναι ορατό.

Στην άλλη περίπτωση υπάρχει ένα επίπεδο εμμένειας όπου δεν υπάρχουν διαδικασίες ανάπτυξης αλλά μόνο ταχύτητες και βραδύτητες και όπου όλα μπορεί κανείς να τα δει,να τα ακούσει κ.λπ.. Το πρώοτ επίπεδο δεν ταυτίζεται με το κράτος αλλά συνδέεται με αυτό. Αντιθέτως,το δεύτερο συνδέεται με μία πολεμική μηχανή,με μία ονειροφαντασία πολεμικής μηχανής. Στο επίπεδο της φύσης,για παράδειγμα,τόσο ο Κυβιέ όσο και ο Γκαίτε αναφέρονται στον πρώτο τύπο επιπέδου. Ο Χαίλντερλιν στον Υπερίωνα,κι ακόμη περισσότερο ο Κλάιστ,συλλαμβάνουν τον δεύτερο τύπο. Αμέσως εμφανίζονται δύο τύποι διανοούμενων. Ή,επίσης,στη μουσική αντιπαρατίθενται δύο αντιλήψεις ηχητικού επιπέδου. Ο δεσμός εξουσίας-γνώσης,όπως τον αναλύει ο Μισέλ,θα μπορούσε να εξηγηθεί ως εξής: οι εξουσίες ενέχουν ένα επίπεδο-διάγραμμα του πρώτου τύπου (για παράδειγμα,η αρχαιοελληνική πόλη και η ευκλίδεια γεωμετρία). Αλλά,αντιστρόφως,από την πλευρά των αντιεξουσιών,και με μεγαλύτερη ή μικρότερη σύνδεση με τις πολεμικές μηχανές,υπάρχει ο άλλος τύπος επιπέδου,τα είδη των «ελασσόνων» γνώσεων (η αρχιμήδεια γεωμετρία ή η γεωμετρία των καθεδρικών σχολών,στην οποία θα αντιταχθεί το κράτος). Μία ολόκληρη γνώση που προσιδιάζει στις γραμμές αντίστασης,και με μορφή διαφορετική από τη μορφή της άλλης γνώσης;)

[Magazine litteraire,τευχ. 325,Οκτώβριος 1994,σσ. 59-65]

πηγή: Ντελέζ, Ζύλ, «Επιθυμία και ηδονή» στο G. Deleuze, Φουκώ, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος, Πλέθρον, Αθήνα 2005, σσ. 229-244.


Από:

http://bestimmung.blogspot.gr/2015/08/blog-post_13.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s