ΓΕΛΑΣΑΜΕ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ


kartesios090815

ΚΑΡΤΕΣΙΟΣ

Εντάξει, όταν καταφέρεις να ξεπεράσεις το στάδιο της οργής γι’ αυτή την κυβέρνηση, μπορείς άνετα ν’ αρχίσεις να διασκεδάζεις μαζί της. Οι άνθρωποι δεν είναι σοβαροί, πρόλαβαν να το αποδείξουν. Δεν περίμενα όμως να είναι και τόσο ξεδιάντροπα διασκεδαστικοί. Να γελάς με αυτά που λένε, να ξέρεις ότι δεν τα πιστεύουν κι όμως να συνεχίζουν να προσπαθούν να σε βγάλουν ηλίθιο με πολύ σοβαρό τρόπο.

Όπως, για παράδειγμα, ο Νίκος Παππάς. Ένας νέος άνθρωπος που μέσα σε 6 μήνες γέρασε πολιτικά περισσότερο κι από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. «Η επιστροφή στη δραχμή δεν υπήρξε προγραμματική δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ και το Grexit δεν υπήρξε ποτέ ούτε εντολή του ελληνικού λαού, ούτε σχέδιο της κυβέρνησης», δήλωσε ο Νίκος Παππάς κι αμέσως σου έρχεται στο μυαλό η ερώτηση: «Δηλαδή ήταν το τρίτο Μνημόνιο ανάμεσα στις προγραμματικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ;».

Δεν υπάρχει ίχνος από το ήθος που θα έπρεπε να χαρακτηρίζει την Αριστερά κι αυτό με κάνει σίγουρο ότι αυτή η κυβέρνηση ή άλλες με κορμό αυτήν την κυβέρνηση δεν θα σταματήσουν εδώ τις πολιτικές ανηθικότητες. Ούτε η διαφθορά θα αγγιχθεί, ούτε η διαπλοκή θα ενοχληθεί, ούτε τα μεγάλα συμφέροντα θα πειραχτούν. Πρόκειται για μια κυβέρνηση ειδικού σκοπού. Και ο σκοπός αυτός είναι να μην αλλάξει τίποτα στην πολιτική, στην κοινωνία και στην οικονομία.

Θα είχε δικαίωμα ο κύριος Παππάς να χρησιμοποιήσει το επιχείρημα πως «Η επιστροφή στη δραχμή δεν υπήρξε προγραμματική δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ» αν υπήρχε έστω και η παραμικρή σχέση της σημερινής κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ με τις προγραμματικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ που κέρδισε τις εκλογές. Το μέγεθος της πολιτικής απάτης που ζήσαμε και θα ζήσουμε από αυτή την κυβέρνηση θα χρειαστεί να το μετράμε για πολλά χρόνια.

Συνέχεια

Μαουτχάουζεν: Κομμουνιστές και Εβραίοι «βράχο στη ράχη κουβαλούν βράχο σταυρό θανάτου»…


Mauthausen3

Στις 8 Αυγούστου 1938 άνοιξε τις πύλες του  το ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μαουτχάουζεν στην Αυστρία. Συνώνυμο του θανάτου και τόπος μαρτυρίου για περισσότερους από 200.000 κρατούμενους κομμουνιστές και Εβραίους από όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης. 122.797 από αυτούς, ανάμεσά τους και 3.700 Ελληνες, άφησαν την τελευταία τους πνοή στα κρεματόρια του Μαουτχάουζεν. Οι επιζήσαντες απελευθερώθηκαν στις 5 Μάη 1945.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Μαουτχάουζεν». Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης ήταν κρατούμενος στο στρατόπεδο απ’ το καλοκαίρι του 1943 μέχρι το τέλος του πολέμου:

Τον καιρό εκείνο, κάθε Κυριακή που δε δουλεύαμε στέκαμε ώρες ολόκληρες και κοιτάζαμε τις γυναίκες που και κείνες βγαίναν απ” τ” αντίσκηνα και μας κοιτάζανε. Η απόσταση που μας χώριζε ήταν μεγάλη. Είναι ζήτημα αν θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε κι αν ακόμη φωνάζαμε. Κάτι τέτοιο φυσικά κανείς δεν ξεθάρρευε να το δοκιμάσει. Ούτε χρειαζόταν. Αυτό το σιωπηλό αλληλοκοίταγμα που περνούσε δυο φράχτες από συρματόπλεγμα δεν είχε ανάγκη από μιλιά. Ήταν οι ώρες του έρωτα στο Μαουτχάουζεν.

Συνέχεια

ο Όστερ στο σινεμά…


Ο κινηματογραφιστής Πολ Όστερ

Ο Όστερ έχει ιδιαίτερη αδυναμία στο σινεμά· την εποχή που φοιτητής διάβαζε το ένα βιβλίο πίσω από το άλλο, έβλεπε και τη μία ταινία μετά την άλλη. Αυτή η λατρεία στον κινηματογράφο αποτυπώνεται συχνά μέσα στο έργο του· χαρακτηριστικότερο παράδειγμα  είναι το Book of Illusions, με τον κεντρικό ήρωα να γελάει πρώτη φορά μετά τον χαμό της οικογένειάς του παρακολουθώντας σε ένα ντοκιμαντέρ της τηλεόρασης έναν ελάσσονα κωμικό του βωβού, τον Έκτορ Μαν – ταινίες του οποίου περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια, αποτελώντας τις ιστορίες μέσα στην ιστορία του βιβλίου· ενώ στα Oracle Night και Leviathan, οι ήρωες εμφανίζονται να δουλεύουν σε κινηματογραφικά σενάρια που τελικά δεν καρποφορούν.

Σεπτέμβρης του 2007: με τη σύζυγό του, Σίρι Χούστβεντ, στο διεθνές κινηματογραφικό φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν. Ο Όστερ ήταν πρόεδρος της κριτικής επιτροπής. Ο ρόλος του πάντως στις κριτικές επιτροπές, λένε οι κακές γλώσσες, φαίνεται να είναι… να βραβεύει τον φίλο του, τον Γουέιν Γουάνγκ.

Σεπτέμβρης του 2007: με τη σύζυγό του, Σίρι Χούστβεντ, στο διεθνές κινηματογραφικό φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν. Ο Όστερ ήταν πρόεδρος της κριτικής επιτροπής. Ο ρόλος του πάντως στις κριτικές επιτροπές, λένε οι κακές γλώσσες, φαίνεται να είναι… να βραβεύει τον φίλο του, τον Γουέιν Γουάνγκ.

____________________________________________________

Ο Όστερ ισχυρίζεται ότι σκεφτόταν να γίνει σκηνοθέτης από νωρίς, ωστόσο δεν το κατόρθωσε γιατί δεν ήξερε σε ποιον να απευθυνθεί (κι αν ήξερε, θα ντρεπόταν να το κάνει), από πού να ξεκινήσει· το να γίνει συγγραφέας ήταν πολύ πιο απλό – χρειαζόταν απλώς μολύβι και χαρτί. Στα χρόνια του στη Γαλλία, σκέφτηκε να κάνει αίτηση για να γίνει δεκτός στο Γαλλικό Ινστιτούτο Κινηματογραφικών Σπουδών, τα έντυπα όμως που έπρεπε να συμπληρώσει του φάνηκαν πολλά και πολύπλοκα – τόσο, που απλώς τα έβαλε στην άκρη· είχε, πάντως, ήδη εμπλακεί με ένα τρόπο στην κινηματογραφική βιομηχανία, όπως γράφει στο Hand to Mouth, μέσω ενός ιδιόρρυθμου παραγωγού στη Γαλλία, για τον οποίο έκανε περιλήψεις σεναρίων – η συνεργασία περιλάμβανε να διορθώνει, αν όχι να γράφει ο ίδιος, και τα γραπτά της γυναίκας του παραγωγού· αυτή όμως η ιστορία δεν είχε καλή κατάληξη.

Συνέχεια

Ακάθαρτοι Χοίροι, Αναγκαίοι Θεοί Κι Ένα Ερωτηματικό Μόριο…


Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα.
Οδυσσέας Ελύτης

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Μικρός είχα ρωτήσει τον πατέρα μου γιατί οι μουσουλμάνοι δεν τρώνε χοιρινό. Μου ανέφερε τη χριστιανική εκδοχή.

Οι πιστοί ζητούσαν απ” τον Μωάμεθ να κάνει ένα θαύμα, όπως είχαν κάνει οι Εβραίοι και οι χριστιανοί προφήτες. Εκείνος τους υποσχέθηκε ότι θα έκανε την έρημο ν” αναβλύζει νερό.

Το προηγούμενο βράδυ πήγε κι έθαψε στην άμμο ένα ασκί με νερό. Το επόμενο πρωινό, επέστρεψε με τους πιστούς στο σημείο όπου θα έκανε το «θαύμα», όμως τα γουρούνια είχαν μυρίσει το νερό κι είχαν σκίσει το σακί.

Θυμωμένος ο Μωάμεθ είπε ότι το γουρούνι είναι ακάθαρτο ζώο κι απαγόρευσε τη βρώση του.

~~

Μόλις τις προάλλες έμαθα γιατί το χοιρινό απαγορεύεται απ” τη μουσουλμανική και την εβραϊκή θρησκεία: Γιατί τα γουρούνια δεν είναι μηρυκαστικά.

Τα μηρηκαστικά μπορούν να χωνέψουν τροφές πλούσιες σε κυτταρίνη (φύλλα, χόρτα, φλοιό κα) που οι άνθρωποι δεν μπορούν να φάνε. Έτσι τα πρόβατα και τα κατσίκια αρκούνται στην τροφή που βρίσκουν στο άνυδρο περιβάλλον της Μέσης Ανατολής. (Και οι αγελάδες μηρυκαστικά είναι, αλλά δεν συμφέρουν, λόγω μεγέθους).

Συνέχεια

Enrico Fermi ο κατασκευαστής του πρώτου πυρηνικού αντιδραστήρα


«Υπάρχουν δύο πιθανές εξελίξεις: Αν το αποτέλεσμα επαληθεύει την υπόθεση, θα έχεις κάνει μια μέτρηση. Αν το αποτέλεσμα δεν συμφωνεί με την υπόθεση, τότε θα έχεις κάνει μια ανακάλυψη.»*

‘Ενας εκ των τελευταίων μεγάλων φυσικών του αιώνα του, μια μεγαλοφυΐα στην δημιουργία θεωριών και απαράμιλλος στη δημιουργία κομψών πειραμάτων.

Πολλοί πιστεύουν ότι αν ο 19ος αιώνας ήταν ο αιώνας της χημείας, ο 20ός ήταν ο αιώνας της φυσικής. Η επιστήμη της φυσικής υποστήριξε την ανάπτυξη εφαρμογών τεράστιας σημασίας, όπως η ιατρική απεικόνιση, οι πυρηνικοί αντιδραστήρες, η βόμβα σχάσης και οι βόμβες υδρογόνου, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, τα transistors, οι υπολογιστές και τα λέιζερ. Η φυσική γνώση αυξήθηκε τόσο γρήγορα μετά από το 1900 ώστε η θεωρία και το πείραμα διαιρέθηκαν σύντομα σε ξεχωριστές ειδικότητες.

Ο Enrico Fermi, γεννημένος στη Ρώμη στις 29 Σεπτεμβρίου του 1901, ήταν ο τελευταίος μεγάλος φυσικός που μπορούσε να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ θεωρητικών και πειραματιστών.

Το 1924 επινόησε την κβαντική στατιστική σωματιδίων με αντισυμμετρικές κυματοσυναρτήσεις, χρησιμοποιώντας την απαγορευτική αρχή του Pauli.

Το 1933 ερμήνευσε τη διάσπαση βήτα με τη μετατροπή ενός νετρονίου σε πρωτόνιο και ταυτόχρονα την εκπομπή ενός ηλεκτρονίου και ενός νετρίνου. Η θεωρία του για τη β-διάσπαση, εισήγαγε την τελευταία από τις  τέσσερις βασικές γνωστές δυνάμεις στη φύση (βαρύτητα, ηλεκτρομαγνητισμός και, αυτές που λειτουργούν μέσα στον πυρήνα του ατόμου, δηλαδή την ισχυρή πυρηνική δύναμη και την «ασθενή πυρηνική δύναμη» του Fermi).

Συνέχεια

Ζω Ακόμα στην ΕΛΛΑΔΑ…


Ζώ ακόμη στην Ελλάδα, που με πληγώνει, γιατί μπορούν να μας πληγώνουν μόνο εκείνοι που αγαπάμε. Δεν είναι μόνο η πατρίδα μου, είναι η αγαπημένη μου πληγή…

Ζώ ακόμη στην Ελλάδα του μελαγχολικού μαυροντυμένου Διονύσιου Σολωμού, σ’ εκείνη την Ελλάδα που έχει για εθνικό της ποιητή τον Έλληνα Έντγκαρ Πόε, που ο Σπυρίδων Τρικούπης τού έλεγε να συνεχίσει να γράφει διότι η Ελλάδα δεν έχει τον δικό της Δάντη, και που δεν δημοσίευσε καμία ποιητική συλλογή όσο ζούσε, όλοι ήξεραν τα ποίηματά του απ’ έξω, προφορικά, (και παρ’ όλο που δεν δημοσίευσε ποτέ κανονικό βιβλίο, όλη η Ελλάδα πένθησε όταν πέθανε, έκλεισε κι η Ιόνιος Βουλή για το πένθος), και που στα τελευταία χρόνια του είχε γίνει «ιδιόρρυθμος», είχε αποκοπεί από όλους τους φίλους του και δεν έβγαινε πλέον από το σπίτι. (Σ’ ένα σημειωματάριο είχε γράψει: «Δεν είναι άξιοι να αγαπηθούν εκείνοι οι οποίοι δεν διακινδυνεύουν τίποτε. Αγάπα για να ζήσεις, ζήσε για να αγαπάς…»)

Ζω ακόμη στην Ελλάδα του Κώστα Καρυωτάκη, που η Μαρία Πολυδούρη τού πρότεινε να παντρευτούν παρότι γνώριζε ότι έπασχε από σύφιλη, (αναμενόμενη ερωτική αυταπάρνηση τότε, όπως έκαναν τα τολμηρά ρομαντικά κορίτσια που ζούσαν κάποτε εδώ), που το κατεστημένο τον είχε εντοπίσει πως ήταν αιθεροβάμων και τον έστειλε εξόριστο υπάλληλο στην Πρέβεζα, όπου έζησε σε μεγάλη απόγνωση, αλλά μόνο και μόνο επειδή υπήρχε «το δείλι και το αεράκι» έγραψε τη συγκλονιστικότερη ελληνική ποίηση κατά την ασήμαντη γνώμη μου, κι εκεί δεν πήγε στην παραλία για μπάνιο όπως οι άλλοι ή για παραθερισμό, αλλά πήγε για να πνιγεί, πήγε στην ακτή στο όμορφο Μονολίθι, προσπαθώντας επί δέκα ώρες να αυτοκτονήσει, παλεύοντας στη θάλασσα μάταια να πνιγεί, και, στο σπαραξικάρδιο σημείωμα που άφησε αργότερα με την αυτοκτονία του, έγραψε με αυτοσαρκασμό ένα υστερόγραφο:

«Υ.Γ. Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.», και μετά τη ματαιότητα του πνιγμού, την επόμενη μέρα αγόρασε ένα πιστόλι και πήγε σ’ ένα καφενείο –που ίσως υπάρχει ακόμη– στην Πρέβεζα, όπου κάθησε πολλές ώρες μόνος του καπνίζοντας, με το πιστόλι πάνω στο τραπέζι, κι όλοι τον έβλεπαν και κανείς δεν τον ρώτησε για το πιστόλι ή να τον εμποδίσει, έγραψε το σημείωμα αυτό κι έπειτα πήγε στον Άγιο Σπυρίδωνα στην παραλία, και αυτοπυροβολήθηκε κάτω από έναν ευκάλυπτο.

Συνέχεια

Η Βαφή…


Άγγιξε τα μαλλιά της. Σκληρά και άγρια σαν και τον κόσμο της, της φάνηκαν. Τον ξεμαλλιασμένο κόσμο της. Τον ξεμυαλισμένο, συμπλήρωσε. Κι’ όσο να σκεφτεί όλα αυτά, έπιασε στα πράσα το χέρι της να χαϊδεύει τα μαλλιά της. «Μπα σε καλό σου, ρε Χρυσούλα», σκέφτηκε. «Παιδιαρίζεις, μου φαίνεται», έκανε σαν να την μάλωσε. «Μεγάλη γυναίκα πια κι ονειρεύεσαι ακόμη στα μαλλιά σου τα χέρια του πεθαμένου πατέρα σου. Μπα σε καλό σου»

του Αντώνη Ανδρουλιδάκη
___________________________

Έριξε απάνω της ένα κρεμασμένο πανωφόρι κι η ρόμπα της, από μέσα, παρδαλή παρδαλή και πολύχρωμη, έφτιαχνε ένα χοντρό λουλουδάτο σειρήτι λίγο πιο πάνω απ’ τους αστραγάλους. Λες και τσαλαβουτούσε ξυπόλυτη σε ανθιστά περβόλια και κρεμαστήκανε πάνω της τα λουλουδικά που δεν αντέχανε, λέει, άλλο το χώμα.

Ανασκουμπώθηκε κι έσφιξε με τα δυο χέρια της το παλτό λες κι αγκάλιαζε το λαιμό της. Μα τα σοσόνια της, δεν λέγαν τα άτιμα να αγκαλιάσουνε τα πόδια της, δεν λέγανε να σταθούνε, που ΄χαν ξεχειλωμένα τα λάστιχα. Σοσόνια! Τι σοσόνια! Κάλτσες του αντρού της, ήτανε. Λίγο ακόμη και θα της φτάναν ως τα γόνατα. Μα τα είδαν τσακισμένα, φαίνεται και λιγώθηκε το λαστιχένιο σφίξιμο τους, σάμπως να τα λυπηθήκανε. Τέτοια γονατιστά γόνατα δεν ματαγίνηκαν στη λάτρα των σπιτιών και στη λατρεία των ανθρώπων που αγάπησε.

Στις βιτρίνες των μαγαζιών κοίταζε τα μαλλιά της. Δεν είχε μάτια αυτή για τα πολυτελή των άλλων. Κάθε βιτρίνα κι όλο πιο λευκά, της φαίνονταν. «Τι τα θένε όλα ετούτα φώτα και τα γυαλιστερά τζάμια», αναρωτήθηκε. «Ίσα για να γυαλίζουνε τα λευκά μαλλιά των γερασμένων γυναικών» σκέφτηκε και σαν να βλαστήμησε.

Αγόρασε μια βαφή. Νούμερο τάδε της Κόλεστον. Σαντρέ! Σαντρέ θα τα έβαφε. Θυμάται τη συγχωρεμένη τη μάνα της. Να πας να μου πάρεις μπογιά για τα μαλλιά. Σαντρέ νούμερο τάδε της Κόλεστον. Ποτέ της δεν κατάλαβε ετούτο το σαντρέ. Και σαντέσσερα να το λέγανε, το ίδιο της έκανε. «Σαντρέ, σαντρέ!» έκανε μέσα της με επιμονή λες και κάποιος της αμφισβητούσε την επιλογή.

Σαν γύρισε στο σπίτι, απ’ τον ίδιο δρόμο, με τα ίδια παραιτημένα σοσόνια να κρέμονται γύρω απ’  τους αστραγάλους της, έβαλε τα πλαστικά γάντια και τ’ άλλα χρειαζούμενα της βαφής και κλείστηκε στο μπάνιο με τα χέρια μουτζουρωμένα σαν ένα κορίτσι του Δημοτικού σε κάποιο μάθημα καλλιτεχνίας.

Ήταν άγρια τα μαλλιά της. Από χρόνια ήταν άγρια. Ήταν άγρια και τα χρόνια, ιδιαίτερα για ανθρώπους που δεν είχαν στίλβωντα μαλλιά και σφιχτά σοσόνια.

Άπλωνε τη βαφή στα μαλλιά της με την επιδεξιότητα ενός μικρού παιδιού.

«Οι άνθρωποι», συλλογίστηκε, «δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα μαλλιά τους. Τ’ αφήνουν να κρέμονται, παραδομένα, σαν κάλτσες του αντρός τους. Τα πιάνουν κότσους μπας και ψηλώσουν μια σταλιά. Τα γδέρνουν και τα κρεπάρουν, για να μην ταλαιπωρήσουν τη ψυχή τους. Ποιός να ξέρει. Μα, τα μαλλιά δεν πονούν. Τα μαλλιά αντέχουν να μένουν αχάϊδευτα. Άλλοι πάλι τα ρίχνουνε στους ώμους και τα παρατάνε εκεί σαν ορφανά. Κι ύστερα άλλοι, τι παράξενοι που είναι οι άνθρωποι στ’ αλήθεια, τα ψευτίζουνε όλο καμπύλες και νάζια σαν κοριτσόπουλα. Άλλοι τα βρέχουν με νερό και πανάκριβα καλλυντικά, αφού τα δάκρυα στις μέρες μας κοστίζουν. Κι άλλοι τα κουρεύουν γουλί μην τύχει και κοιμηθούνε με καμιά Δαλιδά και τους κλέψει, λόγου χάρη, τη δύναμη».

Αγαπούσε τα μαλλιά της κυρίως γιατί όποτε κι αν χρειάστηκε ήταν εκεί για να κρύψουν τα μάτια της. Ακόμη και το πρόσωπο της έκρυβαν, αν χρειαζόταν καμιά φορά. Όσο όμως για την ίδια της τη ζωή, ήταν αχρείαστο ένα τέτοιο κρυφτό.

Τα πατίκωσε σαν τίποτα σχολικά τετράδια που έχουν τις άκρες τους τσακισμένες για να ισιώσουνε. Έτσι λέγανε οι οδηγίες της βαφής σαντρέ, νούμερο τάδε της Κόλεστον.

Η κυρά Χρυσούλα έκλεινε τον Νοέμβρη τα εξήντα εφτά. Στους γέρους ανθρώπους, καθώς λένε, ο καρκίνος καταπίνει αργά τη ζωή. Σαν να θέλει να την απολαύσει πιο πολύ.

Στο γιατρό που της ξεκίνησε τις χημειοθεραπείες δεν είπε κουβέντα για τη βαφή σαντρέ νούμερο τάδε της Κόλεστον. Μα δεν θα έχανε τα μαλλιά της έτσι αχρωμάτιστα. Όσο και να το πεις, είχε η βαφή της μιαν αποκοτιά. Ένα χρώμα κόντρα στην ματαίωση των χρωμάτων. Μια μπογιά για να φανεί πως περνάει η μπογιά της ακόμη. Να του δείξει «εκείνου»!

«Γιατρέ, πρέπει να ζήσω έναν χρόνο ακόμη. Έναν χρόνο. Έναν ολόκληρο χρόνο» είπε πριν μπει στο μηχάνημα. «Έπαιρνα μια σύνταξη 1200 ευρώ. Τώρα παίρνω 700. Τέλος πάντων. Ο γιος μου, είναι άνεργος με οικογένεια και έχει καρκίνο. Είναι κι αυτός στις χημειοθεραπείες. Γιατρέ, μην κοιτάς τα βαμμένα μου μαλλιά. Πρέπει να ζήσω ακόμη έναν χρόνο. Να περάσει η μπογιά μου στο χάρο, για έναν χρόνο ακόμη, όσο να παίρνω αυτή την έρμη σύνταξη και να βοηθώ το παιδί μου. Ένα χρόνο ακόμη, γιατρέ. Έναν χρόνο να περνά η μπογιά μου στο χάρο, αφού καθώς λένε στους γέρους ανθρώπους ο καρκίνος καταπίνει πιο αργά τη ζωή».

Άγγιξε κι ο γιατρός τα καλοχτενισμένα μαλλιά του και του φανήκαν σκληρά, μαύρα και άγρια. Μνημόνεψε από μέσα του την πεθαμένη μάνα του κι αυτός. Την μάνα στα χρόνια του Μνημονίου.