Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε το καλοκαίρι αυτό…


Walter benjamin
_____________________________
Δὲν ξέρω κἂν γιατί μᾶς ἦρθε τὸ καλοκαῖρι αὐτό.»
Είμαι από αυτούς τους ξέμπαρκους ‘αριστερούς’ που τον Γενάρη δεν ψήφισα τον ΣΥΡΙΖΑ· κι ο λόγος ήταν ότι δεν είχα ψηφίσει ποτέ ΠΑΣΟΚ, άρα δεν είχα και τη πρόθεση τότε να ψηφίσω το νέο ΠΑΣΟΚ.
Φυσικά και χάρηκα που βγήκε και τον στήριξα. Ταυτόχρονα όμως, χωρίς γκρίνια, επεσήμαινα τα λάθη του αλλά και την παντελή έλλειψη σχεδίου (σχεδίων καλύτερα) για την πορεία της χώρας, όπως θα όφειλαν αφ’ ης στιγμής ως αντιπολίτευση επί τόσα χρόνια είχαν την ευκαιρία να μελετήσουν τα προβλήματα, να διερευνήσουν τις προοπτικές και να προτείνουν λύσεις διεξόδου από τον κύκλο της (και ‘μεταπολιτευτικής’) κρίσης που μαστίζει την Ελλάδα.
Μετά από τον αρχικό ενθουσιασμό, τις δόσεις κρατικισμού, τις παλινωδίες, την απειρία και την αμηχανία αλλά συνάμα και την ανιδιοτελή διάθεση και προσπάθεια να πράξουν και να διαπραγματευτούν τα όσα εννοούσαν, σήμερα είμαστε εδώ που είμαστε: με κλειστές τράπεζες, μετά από ένα δημοψήφισμα, και με μία απεχθή, επώδυνη και αβίωτη συμφωνία, προϊόν ενός ωμού και απροκάλυπτου εκβιασμού των εταίρων-δανειστών. Η οποία, ας σημειωθεί, απλώς βρίσκεται στο προκαταρκτικό της στάδιο, υπάρχει ακόμα δρόμος μπροστά. Περισσότερα δεν χρειάζονται τώρα· ο Αλέξης Τσίπρας (με την συνέντευξή του) ανέλαβε την ευθύνη αλλά και πήρε τις αποφάσεις του για όλα αυτά ασκώντας παράλληλα αυστηρή και πειστική αυτοκριτική.
Από την αρχή ήταν σαφές ότι οι θεσμοί (έτσι θέλησε ο ΣΥΡΙΖΑ να αποκαλούμε την τρόϊκα!) ήθελαν να απαλλαγούν από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κι απ’ ό,τι φαίνεται έχουν σοβαρές ελπίδες να το καταφέρουν.

Η απουσία έστω και στοιχειώδους σχεδιασμού ―του όποιου!― φάνηκε από την ξαφνική και τραγική συνειδητοποίηση του Τσίπρα, το δεύτερο τρίμηνο της χρονιάς, για τις τραγικές συνέπειες ενός Grexit (που σημειωτέον ήταν και παραμένει η δηλωμένη διάθεση του Σόϊμπλε και του ευρωπαϊκού ιερατείου). Παράλληλα δε ήρθε αντιμέτωπος με το δίλημμα μιας πιθανής άρνησης η οποία θα οδηγούσε σε εξαΰλωση των καταθέσεων (ιδίοις λέξεσι του Πρωθυπουργού) και μπροστά σε αυτό το δίλημμα πήρε την απόφαση να προχωρήσει προς την οδυνηρή συνθηκολόγηση. Σε αυτό το δίλημμα δεν απάντησαν οι διαφωνούντες βουλευτές κι απ’ ό,τι φαίνεται δεν το σκέφτονται καν. Καλό όμως είναι να αναλογιστούν τις ιστορικές τους ευθύνες απέναντι σε αυτό που είδε ο Τσίπρας –και φοβήθηκε– και να συλλογιστούν ποιο θα είναι το μέλλον του ελληνικού λαού αλλά και της ίδιας της Αριστεράς αν συμβεί αυτή η εξαΰλωση των χρημάτων των μικροκαταθετών πια, και αν θα πάμε σε ρήξη ασύντακτα, με τράπεζες άδειες και υπερχρεωμένες και με παραγωγική δύναμη σχεδόν μηδενική. (Την τελευταία ‘πρόταση’ της Αριστερής Πλατφόρμας, την αντιπαρέρχομαι ως τουλάχιστον γελοία και στοιχειωδώς ανορθολογική· το μόνο που εκθέτει είναι η έλλειψη οργανωμένου σχεδίου. Αν υπάρχει όντως αριστερή εναλλακτική αντιπρόταση να την ακούσω, όχι άλλη θυματοποίηση όμως και επίκληση του διεθνούς δικαίου· δεν αρκούν για να ζήσει ο κόσμος!)
 
Όλες αυτές τις καταθλιπτικές ημέρες διάβαζα Μακιαβέλλι και Μπένγιαμιν (τον Ηγεμόνα και τις Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας), κείμενα που ένα μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς τουλάχιστον τα έχει παραμερίσει ― ή αγνοήσει παραδειγματικά. Θα ’θελα να υπενθυμίσω, σε σχέση με τον ελπιδοφόρο ―κι απέλπιδα στη διάψευσή του― μεσσιανισμό ενός μεγάλου τμήματος της Αριστεράς, ότι ο Μεσσίας δεν έρχεται μόνο σαν λυτρωτής, αλλά και σαν νικητής του Αντίχριστου· με τα λόγια του Μπένγιαμιν: «… ο κίνδυνος απειλεί τόσο το περιεχόμενο της παράδοσης όσο και τους παραλήπτες του. Και για τους δύο είναι ο ίδιος: να γίνουν όργανα της κυρίαρχης τάξης. Κάθε εποχή πρέπει να κάνει τη δύσκολη προσπάθεια για την εκ νέου αρπαγή της παράδοσης από τον κoμφoρμισμό, που είναι έτoιμoς να την καταδυναστεύσει. Γιατί ο Μεσσίας δεν έρχεται μόνο σαν λυτρωτής, αλλά και σαν αυτός που καθυποτάσσει τον Αντίχριστο. Το χάρισμα να αναζωπυρώνει τη σπίθα της ελπίδας στο παρελθόν έχει εκείνος μόνο ο ιστορικός που είναι απόλυτα πεισμένος ότι ούτε ακόμη και οι νεκροί δεν θα ‘ναι ασφαλείς από τον εχθρό, εάν αυτός νικήσει. Και ο εχθρός αυτός δεν έχει πάψει να νικά» (Μπένγιαμιν, Θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας, VI).
Ο δε μακιαβελλικός Ηγεμόνας μπορεί να σταθεί χρήσιμος στον Πρωθυπουργό και στον ΣΥΡΙΖΑ ώστε να επιβάλλουν την παραμονή τους στην εξουσία υπό τις παρούσες συνθήκες, καθώς κανείς από την αντιπολίτευση δεν είναι διατεθειμένος, από χαιρεκακία και δίκαιη ―εν πολλοίς― διάθεση ανταπόδοσης, να συμπράξει, αλλά και το μιντιακό κατεστημένο εξυμνεί τον έως πριν λοιδορούμενο Πρωθυπουργό.
Ναι λοιπόν, προκρίνω ―ο μη οπαδός του ΣΥΡΙΖΑ― την παραμονή του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ (έστω με τους ΑΝΕΛ) στην εξουσία για τον εξής ένα λόγο: θεωρώ ότι, ούτως εχόντων των πραγμάτων, είναι οι μόνοι που μπορούν να διασώσουν ό,τι ελάχιστο μπορεί να διασωθεί για τις ζωές των ανθρώπων που επί τόσα χρόνια βάναυσα υποφέρουν. Δεν έχω καθόλου ―μα καθόλου― εμπιστοσύνη σε κυβερνήσεις τεχνοκρατών ή φιλελεύθερων λακέδων. Αυτό υπό την προϋπόθεση ―και μόνον― ότι αλλάζουν ανθρώπους, αρκετές από τις αντιλήψεις και τις ψευδαισθήσεις τους αλλά και ταυτόχρονα προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο ούτως ώστε, αν υπάρξει η δυνατότητα, να επεξεργαστούν σχέδια (έστω για μία φορά!), να ανασυνταχθεί αλλά και να κινητοποιηθεί ο λαός (πράγμα που τόσα χρόνια δεν έχει συμβεί). Και φυσικά μέχρι το σημείο που τα πράγματα έστω και λίγο παλεύονται… Αυτά για την κυβερνώσα Αριστερά· η υπόλοιπη –κοινοβουλευτική και εξωκοινοβουλευτική– ας πράξει κατά το δοκούν και κατά τις πεποιθήσεις της.
( Επειδή ουδέν κακόν αμιγές καλού, ας υπενθυμίσω ότι τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και ο Γιάνης με τη στάση τους έχουν εκθέσει τις ηγεσίες ―θεσμικές και μη― της Ε.Ε. και της ΟΝΕ σε ολόκληρο τον κόσμο αλλά και στους ίδιους τους λαούς τους, για έλλειμμα δημοκρατικότητας και άσκηση βάρβαρων, αυταρχικών και ατελέσφορων πολιτικών. Η Ιταλία και η Γαλλία γνωρίζουν σαφέστατα ότι είναι οι επόμενοι κρίκοι σε αυτή τη μετά βίας συγκρατούμενη αλυσίδα του κοινού νομίσματος. Η δε υπερατλαντική μας σύμμαχος ―μετά της μακράς της χειρός, του ΔΝΤ― επιθυμεί, για τους δικούς της λόγους και με τους δικούς της τρόπους, διευθέτηση της κατάστασης. Ας προσθέσει τέλος κανείς και τα γεωπολιτικά ζητήματα που εξελίσσονται στη γειτονιά μας. Φυσικά όλα αυτά ―αν είναι σωστά― είναι ρευστά, δυναμικά κι όχι νομοτελειακά προκαθορισμένα. Τίποτα δεν έχει τελειώσει).
Πολλοί αναρωτιούνται πότε θα κλείσει ο κύκλος της μεταπολίτευσης. Νομίζω ότι ο ίδιος ο Τσίπρας, αλλά και τα τεκταινόμενα των ημερών, αποτελούν το ένσαρκο τέλος της μεταπολίτευσης. Ένα τέλος που, όπως έγραψε κι ο Έλιοτ, έρχεται «όχι μ’ έναν βρόντο αλλά μ’ έναν λυγμό». Η Αριστερά που νίκησε εξαιτίας της διαχρονικής της ήττας (από τον Εμφύλιο και μετά) ήρθε η ώρα να διδαχτεί και από την ήττα (της νίκης) της. Η μακριά μεταπολίτευση, που ξεκίνησε από τα Ιουλιανά του ’65 (15/7) φαίνεται ότι ολοκληρώνει τον βίο της αυτό το καλοκαίρι, αφού περίμενε με καρτερικότητα ―η πανουργία της Ιστορίας!― και τη συμμετοχή της Αριστεράς σε αυτό το έργο. Ας συνειδητοποιήσει πλέον η Αριστερά, ό,τι κι αν πράξει, ότι πλέον έχει συμμετάσχει στο ‘δράμα’ της μεταπολίτευσης· είτε με την υπογραφή της είτε με την πιθανή ιουλιανή έξοδό της από τη σκηνή.
Ο Αλέξης Τσίπρας ανέλαβε την ευθύνη του έναντι του λαού· ας την αναλάβει –με τον τρόπο που κρίνει– κι η υπόλοιπη Αριστερά.
Και μιας κι άρχισα με τον Καρυωτάκη, αυτό το σύντομο και βιαστικό σημείωμα, αβίαστα κλείνω και μ’ αυτόν:
«Ἄχ, ὅλα ἔπρεπε νά ’ρθουν καθὼς ἦρθαν!… 
Ὅλα ἔπρεπε νὰ γίνουν. Μόνο ἡ νύχτα
δὲν ἔπρεπε γλυκιὰ ἔτσι τώρα νά ’ναι,
νὰ παίζουνε τ᾿ ἀστέρια ἐκεῖ σὰν μάτια
καὶ σὰ νὰ μοῦ γελᾶνε.»
ΥΓ 1. Όπως χρόνια τώρα επαναλαμβάνει η μάνα μου, επιβιώσασα της Κατοχής, «των πολλών ο θάνατος θάνατο δε φέρνει», εννοώντας ότι ένα συλλογικό κακό δεν μπορεί να είναι οριστικό και αξεπέραστο αλλά και αντιπαλεύεται με την αλληλεγγύη και την αλληλοστήριξη πιο εύκολα από ένα οριστικό και αμετάκλητο προσωπικό κακό. Αυτό ήταν το καταστάλαγμα της κατοχικής εμπειρίας τους.
ΥΓ 2. Για να ξεκαθαρίσω και την άποψή μου, από την αρχή της κρίσης (όπως ονομάστηκε η ανακατανομή εισοδημάτων) το 2010, ήμουν υπέρ της ρήξης και του Grexit (έστω και της χρήσης του ως ―γεμάτου― όπλου) αλλά χωρίς το PSI ή τη φυγή των καταθέσεων· με συντεταγμένο σχέδιο και προοπτική. Φυσικά δε, και κάνω την αυτοκριτική μου για την απόρριψη του δημοψηφίσματος του ΓΑΠ, και… ναι, κι εγώ πέρασα από την ίδια καταθλιπτική αμφιθυμία, όπως πολλοί φίλοι, μεταξύ της ανάγκης των ‘αρχών’ και της επιβίωσής μας εν μέσω εκβιασμών.
Προτίμησα όμως το μάθημα που φέρνει η επίγνωση της ήττας κι ετοιμάζομαι, μαζί με τον ήρωα Χουάν Μπελμόντε του Σεπούλβεδα: «Σου ’ρχομαι, Όσκαρ Κράμερ. Μ’ έχεις στο χέρι. Μπορεί να παίζεις τη ζωή μου στα δάχτυλα, υπάρχει όμως κάτι που αγνοείς:ξέρω να χάνω, κι αυτό, στους καιρούς που ζούμε, είναι μεγάλο προτέρημα.»
Ilias Malevitis
____________________________________
Aπό:

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s