Η επίδραση της Παρισινής Κομμούνας στους Γάλλους διανοούμενους…


 

της Μαρί-Τερέζ  Χαρτζουλάκη,εκπαιδευτικού,

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την εισήγηση της Μαρί-Τερέζ  Χαρτζουλάκη, εκπαιδευτικού, στοΔΙΗΜΕΡΟ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ για τηνΠΑΡΙΣΙΝΗ  ΚΟΜΜΟΥΝΑ που συνδιοργάνωσαν στις 24 & 25 Απριλίου 2015 με μεγάλη επιτυχία και αξιοσημείωτη προσέλευση στα Χανιά της (Θέατρο Βλησίδη) ο πολιτιστικός σύλλογος: «ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ» και ο σύλλογος: «ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΘΑΛΑΣΣΕΣ- ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ»
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο πολιτισμός είναι ένα από τα σημαντικά  θέματα με τα οποία καταπιάστηκε η Κομμούνα. Στόχος της, να φέρει τον πολιτισμό στο λαό, να φροντίσει να είναι ανεξάρτητος από το κράτος και να μην αποτελεί εμπόρευμα.
 Αρκετοί, όμως, διανοούμενοι  της εποχής, όπως ο Τεοφίλ Γκωτιέ (Théophile Gautier) ή ο Λεκόντ ντε Λίλ (Leconte de Lisle), είχαν αναπτύξει μία αριστοκρατική θεωρία για την Τέχνη -( l’Art pour l’Art)- σύμφωνα με την οποία ο καλλιτέχνης μπορεί να γίνει κατανοητός μόνο από μία ελίτ. Αυτή τους η ιδεολογία δεν μπορούσε παρά να έρθει σε σύγκρουση με το πνεύμα ισότητας της Κομμούνας. Για πολλούς λογοτέχνες, η αστική τους καταγωγή δεν τους επέτρεπε να συμφωνήσουν με τα ιδεώδη των Κομμουνάρων. Ανάμεσά τους, ο Γκουστάβ Φλωμπέρ (Gustave Flaubert), η Ζωρζ Σάντ (George Sand) και ο Ανατόλ Φρανς (Anatole France), καταδίκασαν δριμύτατα την Κομμούνα και μιλούσαν όπως ο Ανατόλ Φρανς για «μία επιτροπή αποτελούμενη από δολοφόνους, μία συμμορία αλητών, μία κυβέρνηση του εγκλήματος και της τρέλας». Ακόμα και ο Εμίλ Ζολά (Emile Zola)  o οποίος στα μυθιστορήματά του περιέγραψε τις άθλιες συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης της εποχής, αναφερόμενος στην Κομμούνα, μίλησε για «κτηνωδία και εφιάλτη».

 Λίγοι αλλά πολύ σημαντικοί ήταν εκείνοι που τάχτηκαν υπέρ της Κομμούνας. Στην εισήγησή μου, θα παρουσιάσω έξι ποιητές και λογοτέχνες: τον Βικτώρ Ουγκώ ( Victor Hugo), τον Αρθούρ Ρεμπώ (Αrthur Rimbaud), τον Πωλ Βερλέν (Paul Verlaine), τον Βιλιέ ντε Λιλ Ανταμ (Villiers de L” Isle Adam), την Λουίζ Μισέλ (Louise Michel) και τέλος τον Ζυλ Βαλλές” (Jules Vallès).
 ΒΙΚΤΩΡ  ΟΥΓΚΩ  
Ο Βικτώρ  Ουγκώ αποτέλεσε μια ξεχωτιστή περίπτωση εξαιτίας της ιδιαίτερης στάσης που κράτησε απέναντι σ’αυτήν την εξέγερση.
 Από το 1849,πολιτικά στρατευμένος πλέον στο στρατόπεδο των δημοκρατών, καταδικάζει τις ανισότητες και ζητά να ληφθούν μέτρα για την καταπολέμηση της φτώχιας.
 Μετά το πραξικόπημα στις 2 Δεκεμβρίου του 1851 και την κήρυξη της Αυτοκρατορίας από το Ναπολεόντα, κυνηγημένος από το καθεστώς, αυτοεξορίζεται στο Βέλγιο, έπειτα στα νησιά Τζέρζει και Γκέρνεζει και θα περιμένει την πτώση του Αυτοκράτορα και την κήρυξη της Γ” Δημοκρατίας, στις 4 Σεπτεμβρίου 1870 για να επιστρέψει θριαμβευτικά στο Παρίσι, όπου θα παραμείνει για να συμβάλει στην άμυνα της πόλης.
 Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας η πείνα θερίζει και ο χειμώνας είναι τσουχτερός. Στο ποίημά του «Γράμμα σε μια γυναίκα» από τη συλλογή: «Η Τρομερή Χρονιά» που αναφέρεται στα πολιτικά και στρατιωτικά γεγονότα από τον Αύγουστο του 1870 έως το Ιούλιο του 1871, αποτυπώνει εκείνες τις φοβερές συνθήκες επιβίωσης.
 Γράμμα σε μια γυναίκα  (Απόσπασμα)  
Τρώμε άλογα, ποντίκια, αρκούδες, γαϊδούρια.
 Το Παρίσι είναι τόσο καλά παγιδευμένο, περικυκλωμένο,
 περιτοιχισμένο, δεμένο,
 Περιφρουρημένο, που κιβωτός του Νώε έγινε.(…)
 Δεν υπάρχουν πια δέντρα: τα κόβουμε, τα πριονίζουμε,
 τα σχίζουμε (…)
 Δεν υπάρχει πια φωτιά για να στεγνώσουμε τα ρούχα των πλυσταριών.
 Και πια δεν αλλάζουμε πουκάμισο. (…)
 Ζούμε από το τίποτα, ζούμε από τα πάντα, είμαστε
 ευχαριστημένοι.
 Πάνω στο τραπέζι μας δίχως τραπεζομάντηλο, όπου
 η πείνα μας περιμένει,
 Μια πατάτα από την κρύπτη της βγαλμένη,
 Είναι βασίλισσα, και τα κρεμμύδια, θεοί όπως στην
  Αίγυπτο.
 Μας λείπει το κάρβουνο,όμως το ψωμί μας είναι μαύρο.
Στις 18 Μαρτίου, λίγες μέρες πριν την κήρυξη της Κομμούνας, ο Βικτώρ Ουγκώ, μετά το αιφνίδιο θάνατο και την κηδεία του γιου του, φεύγει στις Βρυξέλλες και παρακολουθεί τα γεγονότα από εκεί.
Ποια είναι όμως η στάση του απέναντι στην Κομμούνα;
Ενώ διαβλέπει πολύ καθαρά, ήδη από τις 24 Μαρτίου 1871 ότι αυτός ο εμφύλιος πόλεμος είναι ένας «κοινωνικός πόλεμος», συμφωνώντας με τον Μαρξ 1, βρίσκει την Κομμούνα πρόωρη και αντιτίθεται στις προθέσεις των πρωτεργατών της να ανατρέψουν την προσωρινή κυβέρνηση. Μια τέτοια εξέγερση με τον εχθρό στις πόρτες του Παρισιού είναι κατά τη γνώμη του επικίνδυνη.
Μετά το διάταγμα για τους ομήρους και την πυρπόληση της Βιβλιοθήκης του Λούβρου, εκφράζει την φρίκη του για αυτήν   την καταστροφή μέσα από το ποίημα «Ποιανού το φταίξιμο;» όπου ο ποιητής   κάνει έναν υποθετικό διάλογο με τον εμπρηστή: «Άραγε ποιανού το φταίξιμο αν όχι αυτών που σκόπιμα αφήνουν το λαό  στο σκοτάδι μακριά από τα φώτα του πολιτισμού;»
 Ποιανού το φταίξιμο;
 Έκαψες τώρα την Βιβλιοθήκη;
 -Ναι
 Έβαλα φωτιά εκεί!
 -Μα αυτό είναι ένα ανήκουστο έγκλημα!
 Έγκλημα που διαπράχθηκε από σένα εναντίον
                       του ίδιου του εαυτού σου, άτιμε!
 Μα μόλις σκότωσες την αχτίδα της ψυχής σου!
 Είναι ο ίδιος ο πυρσός που μόλις έσβησες,
 Είναι η περιουσία σου, ο θησαυρός σου,
                η προίκα σου, η κληρονομία σου. (…)
 Το βιβλίο, εχθρός του αφεντικού, είναι προς
                                                            όφελος σου.
 Το βιβλίο πάντοτε τάχτηκε στο πλευρό σου. (…)
 Όλο το ανθρώπινο πνεύμα, τόκαμες καπνό;
 Έχεις ξεχάσει λοιπόν ότι ο απελευθερωτής σου
             είναι το βιβλίο; Το βιβλίο βρίσκεται εκεί στα ύψη.
 Λάμπει. Επειδή λάμπει και τους φωτίζει,
 Καταργεί τη λαιμητόμο,τον πόλεμο, την πείνα
 Φωνάζει, όχι πια σκλάβος και όχι πια παρίας.
  Άνοιξε ένα βιβλίο.(…)
 -Δεν ξέρω να διαβάζω.
Κατά τη διάρκεια της Ματωμένης Εβδομάδας, ο Ουγκώ σημειώνει: «Η Κομμούνα σκότωσε με απεχθή τρόπο 64 ομήρους. Η Συνέλευση ανταπέδωσε εκτελώντας 6.000 κρατούμενους. Εκατό προς ένα, αυτή είναι η τιμή των Βερσαλλιών. Η αντίδραση διαπράττει όλα τα εγκλήματα στο Παρίσι. Είμαστε σε λευκή τρομοκρατία». Το ποίημα με τίτλο «Είναι μέρα; Είναι νύχτα; φρικτό λυκόφως», αναφέρεται σ εκείνη την τραγική εβδομάδα.
Είναι μέρα; είναι νύχτα; Φρικτό λυκόφως!
 Όλη η σκιά παραδόθηκε στον απέραντο θυμό (…)
 Κακοποιοί σκοτώσανε εξήντα τέσσερις ομήρους.
 Απαντάμε σκοτώνοντας έξι χιλιάδες φυλακισμένους.
 (…)
 Ο ένας έκαψε το Λούβρο. Τι; Τι είναι το Λούβρο;
 Δεν το ήξερε. Ο άλλος, φριχτά κατορθώματα, ο ανόητος
 Τουφεκίζει στα τυφλά. Που είναι οι νόμοι;
 Τα σκοτάδια, με τις σκοτεινές αδελφές τους τις φλόγες
 Πήραν το Παρίσι, πήραν τις καρδιές, πήραν τις ψυχές…
 Σκοτώνω και δεν βλέπω. Πεθαίνω και δεν ξέρω τίποτα.
 Όλοι ανακατεμένοι, το ξανθό παιδί κι ο απαίσιος
 κατάδικος
 Ο άνθρωπος της σκέψης, κι ο άνθρωπος της λάσπης
 Ξεψυχούν συνάμα μέσα σε – δεν ξέρω ποιο βάραθρο
 Ο κουφός θάνατος θερίζει το τυφλό πλήθος.
Στις 25 Μαίου, αντιδρώντας στην ανακοίνωση της βελγικής κυβέρνησης η οποία δηλώνει ότι θέλει να αποτρέψει την εισβολή στο βελγικό έδαφος «αυτών που δεν αξίζουν να αποκαλούνται άνθρωποι» ο Ουγκώ προσφέρει δημόσια άσυλο στο σπίτι του σε όλους τους καταδιωκόμενους της Κομμούνας. Γράφει προκλητικά: «Αυτό το άσυλο το οποίο η βελγική κυβέρνηση αρνείται να δώσει στους ηττημένους, το προσφέρω εγώ. Που;  Στο Βέλγιο. Αυτήν την τιμή κάνω στο Βέλγιο. Προσφέρω άσυλο στις Βρυξέλλες. Προσφέρω άσυλο στον αριθμό 4 της Πλατείας των Οδοφραγμάτων».
Θα πληρώσει ακριβά αυτή τη δήλωση: τη νύχτα της 27ης Μαίου, το σπίτι του πολιορκείται για κάμποσες ώρες από τραμπούκους που φωνάζουν: «Θάνατος στο Βικτώρ Ουγκώ! Θάνατος στον Γιάννη Αγιάννη!» Σ” ένα ποίημά του με τίτλο: «Μια νύχτα στις Βρυξέλλες» αφηγείται εκείνες τις τρομακτικές ώρες που πέρασε με την οικογένειά του. Όπως ήταν επόμενο, δυο μέρες αργότερα απελάθηκε και κατέφυγε στο Λουξεμβούργο. Όταν επιτέλους επιστρέφει στο Παρίσι, δεν παύει να παρεμβαίνει υπέρ των Κομμουνάρων, ενώ οι συνάδελφοί του τον κατηγορούν ότι υποστηρίζει τους δολοφόνους. Το 1876, ως γερουσιαστής προτείνει να δοθεί αμνηστία στους Κομμουνάρους. Η πρόταση του θα γίνει δεκτή από την Συνέλευση μόνο τον Ιούλιο του 1880.
Μια νύχτα στις Βρυξέλλες
 Στα μικρά ατυχήματα  πρέπει να συνηθίσουμε
 Χθες, ήρθαν στο σπίτι μου για να με σκοτώσουν.
 Το λάθος μου σ” αυτή τη χώρα είναι που πιστεύω
 στο άσυλο.
 Δεν ξέρω ποιος συρφετός ηλίθιων φουκαράδων
 Όρμησε ξαφνικά τη νύχτα στο σπίτι μου.(…)
 Τα δυο μου εγγόνια, τέσσερις γυναίκες κ” εγώ.
 Αυτή ήταν η φρουρά αυτού του πύργου.
 Τίποτα δεν ήρθε να διασώσει το εγκαταλειμμένο σπίτι.
 Η αστυνομία κουφάθηκε, είχε δουλειά αλλού.
 (…) Ουρλιάζανε, λαχανιασμένοι. (…)
 «Δολοφόνε! – Εγώ ήμουν- Θέλουμε να πεθάνεις!
 Κλέφτη! Ληστή!» Αυτό κράτησε δυο ατελείωτες
 ώρες.
ΑΡΘΟΥΡ  ΡΕΜΠΩ
Ένας άλλος ποιητής , ο Αρθούρ Ρεμπώ, εκδήλωσε με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο τον εφηβικό ενθουσιασμό για την Κομμούνα. Πολύ νωρίς, τα γραπτά του μαρτυρούν  την αντίστασή του κατά του κοινωνικού καθεστώτος, στη γενέτειρά του  στην Σαρλεβίλ, μια επαρχιακή πόλη όπου πέρασε τα παιδικά του χρόνια και όπου πνίγεται όπως λέει ο ίδιος: «μέσα στη πεζότητα, στην κακία, στη γκρίζα μονοτονία».
Κι ένας άλλος συγγραφέας, ο Ζυλ Βαλλές, αισθάνεται επίσης το ίδιο, όπως θα δούμε παρακάτω.
 Στα 16 του χρόνια, ο Ρεμπώ είχε αποφασίσει να παίξει τον ρόλο του στην Επανάσταση που ερχότανε. Έτσι, το Φεβρουάριο του 1871, πηγαίνει στο Παρίσι όπου παραμένει μέχρι τις 10 Μαρτίου, δηλαδή 8 μέρες  πριν ξεκινήσει η Κομμούνα. Χωρίς λεφτά, ψάχνει στα σκουπίδια και κοιμάται στα ποταμόπλοια. Όμως ζει τα γεγονότα  που αναστατώνουν το Παρίσι: την είσοδο των Γερμανών στην Πρωτεύουσα, την 1η Μαρτίου, και τις μεγάλες διαδηλώσεις. Αυτά τα γεγονότα χαράχτηκαν βαθιά  μέσα του και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην μετέπειτα ποιητική του δημιουργία. Ο Ρεμπώ έγινε κοινωνός των ιδανικών της Κομμούνας, ένιωσε τους πόθους των Κομμουνάρων να τον διαπερνούν, έζησε την ήττα τους σαν συναγωνιστής κι ας  μην ήτανε εκεί τις μέρες εκείνες. Ο Ρεμπώ μοιράζεται με τον Ζυλ Βαλλές την αγάπη του για τους εργάτες, τον θαυμασμό του για αυτούς τους απλούς και τραχείς ανθρώπους. Νιώθει σαν αδελφός των δυστυχισμένων. Διαβάζουμε το ποίημα: «Οι Κατάπληκτοι», καθαρά εμπνευσμένο από τον Βικτώρ Ουγκώ.
Οι Κατάπληκτοι
 Μαύρα μέσα στο χιόνι και την ομίχλη
  Στο μεγάλο φεγγίτη που ανάβει (…)
 Γονατισμένα, πέντε μικρά  παιδιά- τι δυστυχία
 Κοιτάζουν τον φούρναρη να φτιάχνει
 Το βαρύ ξανθό ψωμί…
 Βλέπουν το δυνατό λευκό χέρι που γυρίζει
 Την γκρίζα ζύμη, και την φουρνίζει
 Σε μια τρύπα φωτεινή.
 Ακούνε το καλό ψωμί που ψήνεται
 Τον φούρναρη με το πλατύ χαμόγελο
 Να τραγουδάει έναν παλιό σκοπό.
 Κι όταν, ενώ κτυπούν μεσάνυχτα,
 Ζυμωμένο, αφράτο και κίτρινο
 Βγαίνει το ψωμί.
 Όταν κάτω από τα καπνισμένα δοκάρια
 Τραγουδούν οι ευωδιασμένες κρούστες
 Και οι γρίλλοι,
 Όταν απ” αυτή τη ζεστή τρύπα, φυσάει η ζωή,
 Έχουν τόση χαρά στην ψυχή τους
 Κάτω από τα κουρέλια τους,
 Νιώθουν τόσο καλά που ζωντανεύουν
 Τα φτωχά παιδιά γεμάτα παγωνιά!
 Που είναι εδώ όλα,
 Η μικρή ροζ φατσούλα τους κολλημένη
 στις γρίλιες, και τραγουδούν κάτι
 ανάμεσα στις τρύπες,
 Αλλά πολύ χαμηλόφωνα- όπως μια προσευχή
 Σκυμμένα προς εκείνο το φως
 Του ανοιχτού ουρανού (…)
Για τον νεαρό Ρεμπώ, ο ποιητής οφείλει  να εκφράσει τις επιθυμίες, τις ελπίδες, τους θυμούς της ανθρωπότητας. Η επανάστασή του θα εκδηλωθεί στα τέλη του 1870 και στις αρχές του 1871, την χρονιά της Κομμούνας. Στο ποίημα του:«Οι Καθισμένοι», εμφανίζεται για πρώτη φορά με όλη τη δύναμή της η βία που ο ποιητής αποφάσισε να ασκήσει πάνω στη γλώσσα. Σε αυτό το ποίημα όπως και σε άλλα, συναντάμε τις πιο ασυνήθιστες λέξεις δίπλα σε άλλες που δημιούργησε ο ίδιος και που με δυσκολία ερμηνεύονται. Αυτό το ποίημα είναι ένα είδος τερατώδους καρικατούρας. Τα γεροντάκια της βιβλιοθήκης έχουν κρατήσει τόση λίγη από την ανθρώπινη φύση τους που ταυτίζονται με τις καρέκλες τους, αφού τα πόδια τους αγκαλιάζουν σφιχτά τα ραχιτικά πόδια των καρεκλών. Εδώ, ο ποιητής τα βάζει με τους «καθισμένους»  βιβλιοθηκάριους, τους καθηγητές, τους γελοίους σχολαστικούς.
 Άλλο ποίημα αναφέρεται καθαρά στον εμφύλιο πόλεμο. Είναι το:«Παριζιάνικο πολεμικό τραγούδι» που ο Ρεμπώ αποκαλούσε «επίκαιρο άσμα». Εκφράζει τα συναισθήματά του όταν μαθαίνει τα νέα από την γενέτειρά του. Γράφτηκε τις πρώτες μέρες του Μαΐου, λίγο πριν την Ματωμένη Εβδομάδα.
Σε ένα άλλο ποίημα με τίτλο: «Δημοκρατία», αν και αναφέρεται σε μια προσωπική εμπειρία του, δηλαδή στο πέρασμα του Ρεμπώ το 1876 στην ολλανδέζικη ξένη λεγεώνα, στο νησί Ιάβα, εντούτοις εκφράζει γενικότερα την αποδοκιμασία  του στον δυτικό πολιτισμό. Σε αυτό το ποίημα, στρατιώτες μιλούν, βαδίζοντας πίσω από τη σημαία τους, έχοντας σαν αποστολή τους να πνίξουν μια εξέγερση που αποτελεί συνέπεια της στυγνής αποικιακής εκμετάλλευσης. Όπως καταλαβαίνουμε, αυτή η περιγραφή θα μπορούσε να αναφέρεται σε οποιαδήποτε λαϊκή εξέγερση.
Δημοκρατία
 Η σημαία προχωρά στο αηδιαστικό τοπίο
 και τα λόγια μας τα πνίγει το ταμ-ταμ.
 (…) Θα συντρίψουμε τις λογικές εξεγέρσεις.
 Στις πιπεράτες και ολόυγρες χώρες – στην υπηρεσία
 της πιο τερατώδης βιομηχανικής  και στρατιωτικής
 εκμετάλλευσης(…)
 Εθελοντές καλής θελήσεως, θα έχουμε μια άγρια
 φιλοσοφία, και άγνοια για την επιστήμη. (…)
 Θάνατος για τον κόσμο που προχωρά (…) Αυτό είναι
 το αληθινό εμβατήριο. Εμπρός, μαρς!
Τέλος, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε  στο εμβληματικό ποίημά του:«Το Μεθυσμένο Καράβι». Σε αυτό, πέρα από μια ποιητική περιγραφή ενός φανταστικού ταξιδιού, ο Ρεμπώ αναφέρεται στην σκληρή εμπειρία του το χειμώνα του 1870-1871 όταν πήγε στο Παρίσι, γεμάτος ελπίδες για μια απελευθερωμένη κοινωνία που υποσχόταν η Κομμούνα. Το τέλος του ποιήματος εκφράζει την απογοήτευσή του και την απελπισία του μπροστά στην παταγώδη αποτυχία και την τελική καταστροφή.
Το μεθυσμένο καράβι
 Καθώς κατέβαιναν τα αδιάφορα ποτάμια
 Πλέον δεν ένιωθα οι ρυμουλκοί να με καθοδηγούν
 Φωνακλάδες ερυθρόδερμοι τους είχαν σημαδέψει
 Αφού, σε πολύχρωμους στύλους, γυμνούς
 τους είχαν καρφωμένους.
 Για κανένα πλήρωμα δεν νοιάστηκα καθόλου.
 Στάρι απ” τη Φλάνδρα έφερνα, βαμβάκι αγγλικό
 Όταν έπαψε των ρυμουλκών η φασαρία
 Να κατέβω όπου ήθελα, μ” άφησαν οι Ποταμοί
 Στο ρόχθο της παλίρροιας, το περσινό χειμώνα
 Εγώ, πιο ανυπάκουος κι από μωρό παιδί
 Ξανοίχτηκα! Και οι Χερσόνησοι με τα σχοινιά λυμένα
 Τόση χαώδη ταραχή και θριαμβευτική δεν είχαν υποστεί.
 Η θύελλα ευλόγησε τις ναυτικές αυγές μου
 Από φελλό πιο ελαφρύς εχώρεψα στα κύματα
 Που των θυμάτων αιώνιο ταρακούνημα τα φωνάζουν
 για δέκα μέρες δεν μου έλειψε του φάρου το ηλίθιο μάτι.
 Μα στ” αλήθεια έκλαψα  πολύ
 Θλιβερές οι χαραυγές
 Πικρός ο κάθε ήλιος, φρικτό κάθε φεγγάρι
 Στυφός ο έρωτας με γέμισε με μεθυσμένη νάρκη
 Αχ! Να έσκαγε η καρίνα μου! Να μ” έπαιρνε η θάλασσα!
ΠΩΛ  ΒΕΡΛΑΙΝ
Ο Ρεμπώ, όπως ίσως είναι γνωστό, είχε στενή σχέση με τον Βερλαίν ο οποίος έτρεφε μεγάλο θαυμασμό για τον νεαρό ποιητή, θαυμασμό που εξελίχθηκε σε φλογερό έρωτα.
Αφού με μεγάλη χαρά δέχεται την πτώση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας και την ανακήρυξη της Δημοκρατίας, ο Βερλαίν, λίγο αργότερα, για πατριωτικούς λόγους, κατατάσσεται στην Εθνοφρουρά εγκαταλείποντας τη θέση του υπαλλήλου στο Δημαρχείο του Παρισιού. Όμως, λόγω προβλημάτων υγείας στέλνεται πίσω στο Δημαρχείο όπου εργάζεται σ” ένα γραφείο τύπου της Κομμούνας. Δουλειά του είναι να συλλέγει από τις εφημερίδες άρθρα υπέρ η κατά της Επανάστασης. Στα απομνημονεύματά του αποκαλεί αυτή την εργασία του ανούσια. Παρόλα αυτά δεν μετανιώνει για τις «γενναιόδωρες αυταπάτες» του, όπως λέει, εννοώντας  ότι ναι μεν  προσφέρθηκε γενναιόδωρα, παραδέχεται όμως ότι έτρεφε αυταπάτες για τη νίκη των Κομμουνάρων.
Κατά την Ματωμένη Εβδομάδα, δυο φίλοι του εθνοφρουροί βρίσκουν καταφύγιο στο σπίτι του και του ανακοινώνουν την ήττα τους, αφού σε λίγες ώρες ο στρατός των Βερσαλλιών θα έμπαινε και στη συνοικία τους. Την ίδια μέρα, από το μπαλκόνι του σπιτιού του, βλέπει να παρελαύνει,όπως γράφει, «το τάγμα των εκδικητών του Φλουρένς, παιδιά το πολύ 15-16 χρονών οι οποίοι σκοτώθηκαν όλοι, την άλλη μέρα στο οδόφραγμα της γέφυρας του Ωστερλίτς, από πολύ άγριους ναυτικούς, αλήθεια».
Τελικά ο Βερλαίν καταφέρνει να δραπετεύσει από το Παρίσι για να αποφύγει τις συνέπειες της καταστολής της Επανάστασης. Αργότερα, λόγω της συμμετοχής του στην Κομμούνα, θα απολυθεί για πάντα από τη θέση του στο Δημαρχείο.
Στο θαυμάσιο ποίημά του: «Οι ηττημένοι», εκφράζει το μίσος του για τους σφαγιαστές και όραματίζεται την εκδίκηση των επαναστατών.
Οι Ηττημένοι
Οι ηττημένοι σκέφτηκαν μέσα στη νύχτα, στην φυλακή τους:
 Μας έχουν αλυσοδέσει, αλλά ζούμε ακόμα!
 Κι αν το σιδερένιο περιλαίμιο βαραίνει τους ώμους μας
 Μέσα στις φλέβες μας όμως, το αίμα ρέει, πολύτιμος
 θησαυρός
 Μας έχουν αλυσοδέσει! Μα οι αλυσίδες είναι φτιαγμένες
 Για να πέσουν κάτω από τη λίμα τη σκοτεινή
 Και για να χτυπήσουν τους φύλακες που εμείς αφοπλίζουμε
 Κι οι νικητές πανηγυρίζοντας αφήνουν χρόνο στους
 δραπέτες να ξεφύγουν!
 Μάχη ξανά! Και νίκη ίσως!
 Αλλά μάχη τρομερή και θρίαμβος ανελέητος!
 Κι αφού το Δίκιο θα νικήσει τούτη τη φορά
 Αυτή η φορά θα είναι σίγουρα η τελευταία!
ΒΙΛΛΙΕ ΝΤΕ ΛΙΛ ΑΝΤΑΜ
 
Ένας άλλος λογοτέχνης, αριστοκρατικής καταγωγής, ο Βιλλιέ όπως τον αποκαλούν οι φίλοι του, παράλληλα με το συγγραφικό και ποιητικό του έργο, συνεργάζεται ως αρχισυντάκτης του Περιοδικού των Γραμμάτων και των Τεχνών με τους ποιητές Στεφάν Μαλλαρμέ και Πωλ Βερλαίν.
Κατά τη διάρκεια της Κομμούνας, ως ταγματάρχη της Εθνοφρουράς, παίρνει μέρος με ενθουσιασμό στις μάχες  του εμφυλίου πολέμου.
Το διασημότερο του έργο είναι τα: «Άσπλαχνα Παραμύθια», μέρος του οποίου αναφέρεται στην Κομμούνα.
ΛΟΥΙΖ  ΜΙΣΕΛ
Δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ σε μια άλλη σπουδαία φυσιογνωμία της Κομμούνας, μια γυναίκα αυτή τη φορά, τη Λουίζ Μισέλ η οποία δεν είναι γνωστή ως λογοτέχνης, παρόλο που ήταν συγγραφέας και ποιήτρια. Έστελνε μάλιστα τα ποιήματά της  στον Βικτώρ Ουγκώ με τον οποίο διατηρούσε αλληλογραφία που υπάρχει δημοσιευμένη. Εκτός από τα απομνημονεύματά της, έχει γράψει ένα βιβλίο αφιερωμένο στην Κομμούνα που αποτελεί ένα σπουδαίο χρονικό της Επανάστασης. Είναι όμως πολύ γνωστή  για την πολιτική της δράση στον αναρχικό χώρο.
Στο  Παρίσι όπου βρίσκεται από το 1856, συνδέεται με φίλους του σοσιαλιστή και επαναστάτη Μπλανκί. Συναντά επίσης τον Ζυλ Βαλλές, και συνεργάζεται στην εφημερίδα του: «Η Κραυγή του Λαού». Κατά την διάρκεια της Κομμούνας, κατατάσσεται στην Εθνοφρουρά και στις 18 του Μάρτη, συμμετέχει στην υπόθεση των κανονιών της Μονμάρτης. Αργότερα το Μάη, παίρνει μέρος στις μάχες κατά του στρατού των Βερσαλλιών αλλά παραδίδεται, για να απελευθερωθεί στη θέση της η μητέρα της που είχε πιαστεί όμηρος. Η Λουίζ διηγείται αυτό το περιστατικό στα απομνημονεύματά της.
Απόσπασμα από τα απομνημονεύματά της 
Αυτοί που ήθελαν να με πιάσουν αιχμάλωτη άρπαξαν τη μητέρα μου για να την τουφεκίσουν εάν δεν έβρισκαν εμένα. Η φτωχή αγαπημένη γυναίκα δεν ήθελε να την απελευθερώσουν.
Χρειάστηκε να της πω πολλά ψέματα για να την πείσω.
Πάντοτε στο τέλος με πίστευε. Έτσι δέχτηκε να επιστρέψει στο σπίτι.
Στο  δικαστήριο, η Λουίζ Μισέλ, στην απολογία της, ζητά το θάνατο.
Απόσπασμα από την απολογία της Λουίζ Μισέλ στη  Δίκη των Κομμουνάρων
Αυτό που απαιτώ είναι να πέσω εκεί που πέσανε τ” αδέλφια μας…Εφόσον φαίνεται πως κάθε καρδιά που χτυπά για την ελευθερία δικαιούται μονάχα λίγες σφαίρες, διεκδικώ το μερίδιο μου κι εγώ!
 Τελικά δεν καταδικάστηκε σε θάνατο αλλά εξορίστηκε στο νησί του Ειρηνικού Νέα – Καληδονία. Μετά την αμνηστία, το 1880, θα επιστρέψει στο Παρίσι όπου μέχρι το τέλος της ζωής της, θα συνεχίσει την πολιτική δραστηριότητά της σ” όλη τη Γαλλία.
Ο Βίκτωρ Ουγκώ της αφιέρωσε το ποίημά του: «Viro Major», που σημαίνει«Μεγαλύτερη κι από  Άντρα». Σ” αυτό, εξαίρει την ηρωική στάση της κατά τη διάρκεια της δίκης.
Απ” όλες τις γυναίκες που συμμετείχαν έμμεσα η άμεσα σ” αυτό το μεγαλειώδη λαϊκό  ξεσηκωμό, η Λουίζ Μισέλ ξεχώρισε για το πάθος της, το θάρρος της και την απέραντη αγάπη της για τους πιο φτωχούς. Γι” αυτό έγινε γνωστή σαν «η Κόκκινη Παρθένος».
ΖΥΛ    ΒΑΛΛΕΣ
Δίκαια θεωρείται ο Ζυλ Βαλλές ως ο κατεξοχήν συγγραφέας της Κομμούνας, όχι μόνο επειδή συμμετείχε ενεργά σ” όλες τις διαδικασίες της οργάνωσής της, αλλά και επειδή την προετοίμασε με τα φλογερά άρθρα του κατά της  Αυτοκρατορίας, πράγμα που τον οδήγησε αρκετές φορές στη φυλακή.
Γιος μιας δύστροπης αγρότισσα και ενός καθηγητή υποταγμένου στην αυταρχική γυναίκα του, ο Βαλλές εκδηλώνει πολύ νωρίς την επαναστατική του διάθεση απέναντι στην μικροαστική, μίζερη και πνιγηρή κοινωνία στην οποία πέρασε τα δυστυχισμένα παιδικά του χρόνια, τα οποία περιγράφει στο πρώτο του βιβλίο με τίτλο: «Το Παιδί».
Από τα 16 του χρόνια, συμμετέχει στην επανάσταση του 1848 στην πόλη Νάντη, δυτικά της Γαλλίας, όπου ο πατέρας του είχε διοριστεί.
Το Δεκέμβρη του 1851, ενώ συνεχίζει τις σπουδές του στο Παρίσι, παίρνει μέρος στην απόπειρα δολοφονίας του Αυτοκράτορα.
Μετά την ήττα της Γαλλίας κατά της Γερμανίας και την κήρυξη της Γ” Δημοκρατίας, ο Βαλλές συμβάλλει στην ίδρυση της μελλοντικής Κεντρικής Επιτροπής της Κομμούνας.
Αντιδρώντας στην προδοσία του στρατηγού Μπαζαίν, παίρνει μέρος στο ξεσηκωμό των Παριζιάνων στις 31 Οκτωβρίου του 1870. Στις 6 Ιανουαρίου του 1871, είναι ένας από τους 4 συντάκτες της Κόκκινης Αφίσας που καλεί στη δημιουργία της Κομμούνας και στην αντίσταση κατά του εχθρού.
Ενώ  η Κομμούνα οργανώνεται, μετά την αποτυχία του Θιέρσου, του αρχηγού της Κυβέρνησης να πάρει τα κανόνια της Μονμάρτρης, οι εξεγερμένοι αποφασίζουν να προκηρύξουν εκλογές στις 26 Μαρτίου. Εκείνη την ημέρα, η Κομμούνα είναι πλέον επίσημα γεγονός. Ο Βαλλές περιγράφει με λυρισμό σ” ένα άρθρο της εφημερίδας του την μεγάλη γιορτή που ακολουθεί με την παρέλαση της Εθνοφρουράς. Ο Βαλλές εκλέγεται στο Δημαρχείο του 5ου Διαμερίσματος και συμμετέχει στις εργασίες της Επιτροπής της Εκπαίδευσης και αργότερα της Επιτροπής των Εξωτερικών Σχέσεων.
Συγχρόνως, όμως, έχουν να αντιμετωπίσουν τον βομβαρδισμό της πόλης. Ο Βαλλές διηγείται με δημοσιογραφικό ύφος  τον αγώνα των Παριζιάνων αλλά εκφράζει με χιούμορ τη δυσφορία του για την έλλειψη οργάνωσης της Εθνοφρουράς και την ανικανότητα, πολλές φορές, των αρχηγών να πάρουν σωστές αποφάσεις. Κατά τη διάρκεια τη Ματωμένης Εβδομάδας, ο Βαλλές  πολεμά στα οδοφράγματα και περιγράφει τον τρόμο των αμάχων μπροστά στην επέλαση του στρατού των Βερσαλλιών.
Στις 28 Μαΐου υπερασπίζεται το τελευταίο οδόφραγμα με λίγους ακόμα ηρωικούς συντρόφους.
Για να αποφύγει  τη σύλληψη και την εκτέλεσή του, καταφέρνει να    διαφύγει μεταμφιεσμένος σε γιατρό και, μέσω  Βελγίου, φτάνει στην Αγγλία. Το βιβλίο του: «Ο Εξεργεμένος» τελειώνει με τη στιγμή που περνά τα σύνορα της Γαλλίας, αποφασισμένος να συνεχίσει τον αγώνα.
Αποσπάσματα από το βιβλίο Ο Εξεγερμένος
Τι τρόμο μας έφερε αυτή η αφίσα…, στον Βαγιάν, στον Λεβερνταί, στον Τριντόν και σε μένα.(…)
Συμφωνήσαμε να φέρουμε [στη Συνέλευση ] μια προκήρυξη που, εάν γινόταν αποδεκτή θα είχε την τιμή ν” αναρτηθεί την επόμενη νύχτα σε όλες τις συνοικίες του Παρισιού.
Αλλά το θέμα ήταν πως να την συντάξουμε. Έπρεπε να προσφέρουμε στο λαό μια γλώσσα απλή και συνάμα κατανοητή στους πολλούς. Μπροστά στην Ιστορία, ο λαός έπαιρνε το λόγο, μέσα στην φοβερότερη καταιγίδα, κάτω από την φωτιά του ξένου εχθρού. Οφείλαμε να σκεφτούμε την Πατρίδα αλλά την ίδια στιγμή και την Επανάσταση.
Και μέσα στο μικρό σπίτι της οδού Σαν Ζακ όπου είχαν κλειστεί, αυτοί οι τέσσερις διανοούμενοι τραβούσανε τα μαλλιά της κεφαλής τους για την σύνταξη κάθε αράδας πάνω στις λευκές σελίδες, φοβούμενοι μην πέσουν σε πεζότητα η, αντίθετα, σε πομπώδη απαγγελία (…)
Και το μανιφέστο μας ήταν εδώ… Χρειαζόμασταν ακόμα μια φράση, μόνο μια, η οποία θα έκανε την ψυχή του Παρισιού να σκιρτήσε
[Στο δρόμο προς την αίθουσα της Συνέλευσης ο ένας από τους τέσσερις συντάκτες βρήκε επιτέλους την τελευταία φράση.]
Η προκήρυξη, που διαβάστηκε μέσα σε μια επιβλητική σιγή, σκεπάστηκε με χειροκροτήματα. Τελείωνε με τις εξής  λέξεις: “ Τόπο στο Λαό! Τόπο στην Κομμούνα!”
 2. Τι μέρα!
Αυτός ο γλυκός και καθαρός ήλιος που χρυσίζει τη μπούκα των κανονιών, αυτή η ευωδιά των λουλουδιών, ο ελαφρύς κυματισμός των σημαιών, το ψιθύρισμα αυτής της επανάστασης που παρελαύνει, ήσυχη και όμορφη σαν ένα γαλάζιο ποταμό. Αυτά τα σκιρτήματα, αυτές οι αχτίδες φωτός, αυτές οι χάλκινες φανφάρες, αυτές οι μπρούντζινες αντανακλάσεις, αυτές οι φλογισμένες ελπίδες, αυτό το άρωμα τιμής, όλα έφεραν μέθη υπερηφάνειας και χαράς στο θριαμβευτικό στρατό των Δημοκρατών.
3. Μια γαλακτοκόμος… γαντζώνεται πάνω μου κραυγάζοντας, απελπισμένα: “Δεν θα αφήσετε να καεί η συνοικία! Είστε ένας έντιμος άντρας! Θα πέσετε μ” ένα τάγμα πάνω στους εμπρηστές!”… Είχα για μια στιγμή περικυκλωθεί απ” αυτήν και από άλλους, από γέρους και παιδιά, μια ομάδα ανθρώπων που θρηνούσαν… και ρωτούσαν πού έπρεπε να πάνε αφού ακούγανε ότι όλα θα χαθούν.
4. Μόλις διέσχισα ένα ρυάκι, τα σύνορα. Δεν θα με πιάσουν! Και θα μπορέσω να είμαι πάλι μαζί με το λαό, αν ο λαός απωθείται στο δρόμο και στριμώχνεται στη μάχη.
Κοιτάζω τον ουρανό προς το μέρος όπου νιώθω το Παρίσι.
Πήρε ένα καθαρό γαλάζιο χρώμα, με κόκκινα σύννεφα. Μοιάζουν με μια μεγάλη μπλούζα πλημμυρισμένη με αίμα.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Σ” ένα άρθρο- αφιέρωμα στην Παρισινή Κομμούνα που δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης», οι δημοσιογράφοι, αφού αναφέρονται στο έργο της Κομμούνας, καταλήγουν: «Όλα αυτά, έστω κι αν χάθηκαν στη ματωμένη βδομάδα, μας άφησαν κληρονομιά, κάτω από ποιες συνθήκες μπορεί η τέχνη να αποδοθεί εξ” ολοκλήρου στο δημιουργό της, το λαό, σπάζοντας όλα τα φράγματα που την κρατάνε μακριά του».
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, μπορούμε να αντιληφθούμε πόσο  επίκαιρα είναι τα μηνύματα αυτής της λαϊκής και ηρωικής Επανάστασης.
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ 
1. Καρλ Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2011, σελ. 40.
_____________________________________

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s