Η αδιαπραγμάτευτη ταξική μεροληψία: Ποια ηγεμονία; Με ποιους συμμάχους; Με ποιο κόμμα;


08cultf01111111

του Στέφανου Δημητρίου

1.Να κοιτάμε τον στόχο

Το αίτημα για ηγεμονία, που θα αποβλέπει στον σοσιαλισμό, είναι και ιστορικώς εφικτό και ιστορικώς αναγκαίο. Το ζητούμενο είναι το πώς θα οργανωθεί ο ηγεμονικός λόγος της Αριστεράς και του κατεξοχήν εκπροσώπου της, του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό σημαίνει, καταρχάς, δύο πράγματα: Πρώτον, θα πρέπει να είναι εναργώς διακριτή η κοινωνική και ταξική ταυτότητα του κόμματος. Δεύτερον, θα πρέπει το κόμμα να μπορεί, χωρίς να ξεθωριάζει η ταυτότητά του, να υπερβαίνει την ταξική θέση του, ώστε να κάνει ευρύτερες συμμαχίες. Αυτό, με τη σειρά του, συνεπάγεται ότι θα πρέπει να επικαλείται, αλλά και να πείθει, ότι μπορεί να υπηρετήσει και να προαγάγει, τα γενικά συμφέροντα της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να πείθουμε ότι, χωρίς να εγκαταλείπουμε την κοινωνική και ταξική μας ταυτότητα, μπορούμε να βγαίνουμε έξω από αυτή και, συνεπώς, ότι δεν είμαστε φορείς και εκφραστές μόνο μίας τάξης. Αυτό δεν αλλοιώνει τον ταξικό χαρακτήρα μας, αλλά συνιστά αναγνώριση και παραδοχή του γεγονότος ότι έχει υπάρξει ανασύνθεση των δυνάμεων που εκπροσωπούμε. Τα κόμματα είναι πολιτικοί αντιπρόσωποι. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αντιπρόσωπος των τμημάτων της κοινωνίας που επλήγησαν αγρίως από την κρίση, που βρέθηκαν στο όριο της πολιτικής αντιπροσώπευσης, επειδή τους εξοβέλισε το πολιτικό σύστημα, που βρίσκονται χωρίς εργασία, χωρίς πόρους. Από την άλλη, αντιπροσωπεύουμε και τμήματα της φθίνουσας μεσαίας τάξης, που επιζητούν μικρή, ορατή αλλαγή στη ζωή τους και ελπιδοφόρα προοπτική. Η συμμαχία με αυτές τις δυνάμεις της κοινωνίας είναι μέρος της προγραμματικής μας πολιτικής.

Ο λόγος περί ηγεμονίας δεν μπορεί και δεν πρέπει να εξαντλείται στην περιγραφή του κοινωνικού και ταξικού ανταγωνισμού. Με άλλα λόγια, υπερβαίνει τα όρια των θεωρήσεων που διαμορφώνονται εντός του πεδίου της κοινωνικής οντολογίας. Ο λόγος περί ηγεμονίας εκτείνεται μέχρι τη διατύπωση των στρατηγικών επιδιώξεων για ριζικό και βαθύ κοινωνικό μετασχηματισμό. Προφανώς και αυτό δεν είναι του παρόντος, αλλά κανείς δεν έχει γνώμη για το παρόν, εάν δεν έχει όραμα για το μέλλον. Από εκεί αντλούμε τα κριτήρια για την αποτίμηση του υπάρχοντος. Διαφορετικά, μένουμε και εδώ που είμαστε. Αυτό αφορά το αξιολογικό περιεχόμενο των θέσεών μας. Η ανάλυση μιας συγκεκριμένης ιστορικής μορφής που αποκρυσταλλώνει τον τρόπο παραγωγής και κατανάλωσης δεν μπορεί να περιορίζεται στην απλή –και αναγκαία, αλλά όχι ικανή– αιτιώδη εξήγηση της διαμόρφωσης αυτών των σχέσεων και παραγωγής και κατανάλωσης. Είναι περισσότερο αναγκαία η αξιολογική κρίση επ’ αυτών. Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατό να εξηγήσουμε και να αναλύσουμε τις σχέσεις κεφαλαίου και εργασίας, χωρίς να αναφερθούμε στην εκμετάλλευση και την αλλοτρίωση των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας. Χρειάζεται να προτάξουμε το δικό μας αξιακό σύστημα. Η διεκδίκηση της ηγεμονίας δεν είναι δυνατή χωρίς την πειστική και πείσμονα προβολή των δικών μας αξιών. Η συλλογική και προσωπική αυτονομία, σε μια κοινωνία χωρίς ταξικές διαφορές, η ουσιαστική ελευθερία, η κοινωνική ισότητα και δικαιοσύνη, ο διεθνισμός αλλά και ο δημοκρατικός πατριωτισμός, μαζί με τον αναστοχασμό για τον πολιτισμό που επιδιώκουμε, είναι εμβληματικές αξίες. Η Παρισινή Κομμούνα θα είναι πάντοτε το διαρκές ιστορικό υπόδειγμα για το τι είναι ο δημοκρατικός αυτοκαθορισμός του λαού, ο οποίος εκφράζει το πνεύμα της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, δηλαδή της θεμελιώδους κανονιστικής αρχής της δημοκρατίας. Η κριτική στον αδηφάγο, χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό προϋποθέτει αυτόν τον ιστορικό ορίζοντα, αλλιώς θα συρρικνωνόταν σε απλή περιγραφή του κρινομένου. Ο στρατηγικός μας στόχος θα αφορά πάντοτε την ιστορική προοπτική μιας κοινωνίας που θα υπερβαίνει τον καπιταλιστικό καταμερισμό της εργασίας, επιτυγχάνοντας τη δίκαιη κατανομή των ίδιων των όρων της κοινωνικής αναπαραγωγής. Θα αποσκοπεί διαρκώς στη διαφύλαξη του πλανήτη και τη μείωση της οικολογικής ανισορροπίας και καταστροφής, που απειλεί την ίδια την αναπαραγωγή της ανθρωπότητας λόγω της φρενήρους θήρευσης όλο και περισσότερου κέρδους. Πάνω από όλα, ο στόχος μας θα είναι ο καθορισμός τους κοινωνικού πλούτου να έχει μέτρο προσδιορισμού του τον ελεύθερο χρόνο, ώστε να είναι δυνατή η αυτοπραγμάτωση του καθενός εκεί όπου είναι εφικτή η αυτοπραγμάτωση και όλων των άλλων. Αυτή είναι η συλλογική αυτονομία.

Η ιστορική προοπτική των στρατηγικών μας σχεδιασμάτων υπερέχει αξιακώς του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, ο οποίος, στο πεδίο μιας νέας συσσώρευσης κέρδους, επαναφέρει τη βαρβαρότητα. Ο ίδιος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και ανταλλαγής χαρακτηρίζεται από δύο εγγενή, στη συγκρότησή του, στοιχεία: την κοινωνική ανισότητα, σε ό, τι αφορά τις ιδιοκτησιακές σχέσεις, και τη διαρκή αφαίρεση υπεραξίας από τις δυνάμεις της μισθωτής εργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, μπορούμε να δούμε και την παρούσα κρίση. Χρειάζεται να εκκινήσουμε από μια κύρια παραδοχή: το κοινωνικό κράτος κόστισε πολύ ακριβά στο κεφάλαιο. Το τελευταίο, ό, τι αναγκάστηκε να παραχωρήσει υπό την πίεση σκληρών αγώνων, αλλά και από την ανάγκη να διατηρήσει ισορροπίες με τον καταρρεύσαντα ανατολικό συνασπισμό, τώρα το παίρνει πίσω στο πολλαπλάσιο. Είναι μία, τηρουμένων των αναλογιών και χωρίς περιγραφική ακρίβεια, νέα συσσώρευση. Σε αυτή τη νέα συσσώρευση, η δημοκρατία φαίνεται να περισσεύει. Για την ακρίβεια, είναι εμπόδιο, το οποίο θέλει να άρει ο νεοφιλελεύθερος, χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός.

2. Ο νεοφιλελευθερισμός εναντίον της δημοκρατίας και ο στόχος της δίκαιης αναδιανομής.

Δεν είναι δυνατό να κατανοήσουμε την κρίση που ξεκίνησε το 2008, εάν δεν την περιγράψουμε ως κρίση του καπιταλισμού. Αυτή η κρίση εμφανίζεται με τη μορφή χρηματοπιστωτικής αστάθειας, μετατρέπεται σε τραπεζική κρίση και, εν συνεχεία, σε δημοσιονομική κρίση και κρίση δημοσίου χρέους στην ευρωζώνη. Παραλλήλως, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η τελευταία διαμορφώθηκε και με σκοπό τον έλεγχο και τον περιορισμό των επεκτατικών διαθέσεων της Γερμανίας, η οποία, σημειωτέον, δεν ήθελε κοινό νόμισμα. Το κύριο μέλημα όλων των δεξιών κυβερνήσεων, αλλά και της νεοφιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας –δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλη εκδοχή της σοσιαλδημοκρατίας– έγκειται στην εργώδη προσπάθεια που καταβάλλουν, ώστε να μην επηρεαστεί η διάρθρωση του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος και η εδραίωση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Σκοπός της οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας, στην Ευρώπη, σήμερα, είναι η εμπέδωση της κυριαρχίας του διεθνούς, χρηματοπιστωτικού συστήματος, καθώς και των εποπτικών καθηκόντων που θα ασκούν οι πολιτικοί του εκφραστές. Απώτερος σκοπός η εξασφάλιση και μακρά διατήρηση της υφαρπαγής των πρωτείων της πολιτικής από την οικονομία, η παγκυριαρχία των αγορών, σε βάρος της δημοκρατίας, καθώς και η σύνθλιψη του κόσμου της εργασίας. Όμως, μέσα σε όλα αυτά, η ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού, ιδεολογικώς, δεν παραμένει αλώβητη. Το κράτος παρεμβαίνει, για να διασώσει τις τράπεζες, όχι, όμως, και τα νοσοκομεία, τα ασφαλιστικά ταμεία ή τους φορείς της κοινωνικής προστασίας. Αυτή η ασυνέπεια, όμως, ενδεικτική της αυθαιρεσίας που διακρίνει τον νεοφιλελευθερισμό, δεν επιφέρει συνέπειες και στο πολιτικό επίπεδο. Πρόκειται για ιδεοληψία, όπως το να ζητούν από την ελληνική κυβέρνηση να υπογράψει την απελευθέρωση των απολύσεων σε μια χώρα με περίπου 30% ανεργία; Στη συνέχεια, θα προσπαθήσω να δείξω ότι δεν είναι ιδεοληπτική εμμονή αλλά στρατηγική επιλογή.

Στη χώρα, εμείς ως ΣΥΡΙΖΑ, επιτύχαμε την πολιτική έκφραση των στρωμάτων που λεηλατήθηκαν από την κρίση. Ένα από τα κύρια γνωρίσματα της προγραμματικής μας πολιτικής ήταν και παραμένει η αμφισβήτηση της πολιτικής της νεοφιλελεύθερης λιτότητας και των απάνθρωπων συνεπειών της. Αυτός ο προγραμματικός μας στόχος, δηλαδή η απαλλαγή από την πολιτική της λιτότητας, διαμορφώνεται σε σχέση με ένα παράδοξο: οι κύκλοι της οικονομικής και της πολιτικής ολιγαρχίας επιμένουν με πείσμονα διάθεση στην πολιτική της λιτότητας, παρόλο που είναι πλέον αδιαμφισβήτητο ότι αυτή η πολιτική εμποδίζει ή και καθιστά αδύνατη την ανάπτυξη, ενώ βαθαίνει παραπάνω την ύφεση. Συνεπώς, πολλαπλασιάζει όλες τις αρνητικές συνέπειες για την κοινωνία και, ιδίως, για τα ασθενή κοινωνικά στρώματα και τη φθίνουσα, συρρικνούμενη μεσαία τάξη. Η, κατά τη γνώμη μου, εσφαλμένη προσέγγιση είναι ότι πρόκειται για πλάνη, ότι, δηλαδή, ο ανορθολογισμός του νεοφιλελευθερισμού δεν του επιτρέπει να απεγκλωβιστεί από αυτό το παράδοξο. Ο νεοφιλελευθερισμός είναι πράγματι ανορθολογικός, αλλά το να εξηγηθεί το πώς και το γιατί δεν είναι στους στόχους αυτού του άρθρου. Η προσέγγιση που θα παρουσιάσω αφορμάται από άλλη αφετηρία: όχι από την ανορθολογική φύση του νεοφιλελευθερισμού, αλλά από τις στρατηγικές του επιδιώξεις. Θα υποστηρίξω, λοιπόν, ότι και η λιτότητα και η ύφεση είναι στρατηγική της νεοφιλελεύθερης οικονομικής ολιγαρχίας και των πολιτικών της φορέων, ιδίως σε περιόδους κρίσης. Η συνέχιση αυτής της κρίσης και η σταδιακή της σταθεροποίηση θα γίνει σε βάρος του κόσμου της εργασίας, με σκοπό την ενίσχυση της διαβόητης ανταγωνιστικότητας μέσω της άρσης όλων των κωλυμάτων που την παρεμποδίζουν. Ποια είναι αυτά τα κωλύματα; Είναι ό, τι συνδέθηκε με το κοινωνικό κράτος και τα κοινωνικά δικαιώματα, με το εργατικό δίκαιο και τα εργασιακά δικαιώματα, με το δικαίωμα της ανεμπόδιστης, ίσης πρόσβασης όλων στα δημόσια αγαθά. Σε αυτή την περίπτωση, η επιδίωξη είναι να ανέλθει το ποσοστό κέρδους για το κεφάλαιο, με την ταυτόχρονη αποψίλωση του εισοδήματος των μεσαίων και ασθενέστερων στρωμάτων μέχρι του σημείου της φτώχειας ή, ακόμη, και της εξαθλίωσης των πολλών. Για αυτόν τον λόγο, η επιμονή των εκβιαστών, κατά τη διαπραγμάτευση, ως προς το να υποκύψει και να υπογράψει η κυβέρνηση, μαζί με τη μη αποκατάσταση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, αλλά και την απελευθέρωση των μαζικών απολύσεων, δεν είναι ιδεοληπτική εμμονή και αγκύλωση του νεοφιλελευθερισμού, αλλά μέσο προς επίτευξη στρατηγικού σκοπού: η άνοδος του ποσοστού κέρδους για το κεφάλαιο γίνεται παράλληλα με τη συμπίεση των εισοδημάτων των πολλών, την πτώχευσή τους, αλλά και την αύξηση της ανεργίας, η οποία, χωρίς Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και εργασιακά δικαιώματα, επαναφέρει τις δουλοκτητικές σχέσεις υπέρ των εργοδοτών και σε βάρος των ενοικιαζόμενων εργαζομένων.

Η κυβέρνηση, μετά την 25η Ιανουαρίου, παρέλαβε σωρό ερειπίων και στην κοινωνία και στην οικονομία. Οι προηγηθείσες υποτελείς κυβερνήσεις εφάρμοσαν, με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο, δηλαδή λέγοντας μόνο «ναι», την πολιτική που άλλαξε επί τα χείρω την ήδη προβληματική ελληνική κοινωνία. Δεν εφαρμόστηκε, αυτή την περίοδο από τις συγκεκριμένες κυβερνήσεις, πρόγραμμα δημοσιονομικής σταθερότητας. Εφαρμόστηκε πρόγραμμα σταθεροποίησης των συμφερόντων αυτών που είπαν «να δούμε την κρίση ως ευκαιρία». Πρόκειται για πρόγραμμα προαγωγής συμφερόντων και κέρδους του νέου μαυραγοριτισμού και της πολιτικής πατρωνίας της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, αλλά και των προκατόχων τους. Ωστόσο, ένα τέτοιο πρόγραμμα έχει κόστος. Αυτό το κόστος πλήρωσε και εξακολουθεί να πληρώνει το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας. Η πολιτική του Μνημονίου αποτέλεσε άτεγκτη εφαρμογή ενός προγράμματος αύξησης και διεύρυνσης της κοινωνικής ανισότητας. Πρόκειται για την τάχιστη και την πλέον άγρια αναδιανομή εισοδημάτων αλλά και πολιτικής ισχύος υπέρ του κεφαλαίου. Όλα τα παραπάνω, εκτός από τη διαρκή συρρίκνωση και αποδυνάμωση της δημοκρατίας, προϋπέθεταν και την ενεργό στήριξη της νομισματικής ένωσης. Η ευρωζώνη παρέσχε την πλέον ισχυρή και διαρκή στήριξη σε αυτή την επίθεση του κεφαλαίου εναντίον της μεγάλης μερίδας της κοινωνίας, των μεσαίων και χαμηλότερων στρωμάτων, του κόσμου της μισθωτής εργασίας και της πλειονότητας των νέων ανθρώπων. Η ευρωζώνη, όπως γνωρίζουμε, παρουσιάζει την ακόλουθη ιδιομορφία: η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αδυνατεί να λειτουργήσει ως έσχατη λύση για την εξεύρεση πόρων μέσω δανεισμού για τις χώρες που ανήκουν στην ευρωζώνη και την συναπαρτίζουν. Δεν είναι σαφές κατά πόσον αυτό είναι σφάλμα γενόμενο κατά την αρχική συγκρότηση της ευρωζώνης ή μέσο για την εξώθηση των χωρών σε στάση πληρωμών –δεδομένου ότι ο όρος «χρεοκοπία» είναι προβληματικός, εφόσον τα κράτη δεν χρεοκοπούν – με απώτερο σκοπό τον ανηλεή εκβιασμό αυτών των χωρών με τον επαπειλούμενο κίνδυνο του χρεοστασίου. Η ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού και η κυβερνητική του εφαρμογή στις χώρες της ευρωζώνης, σε μεγάλο βαθμό, οφείλεται σε αυτήν ακριβώς τη χρήσιμη «αδυναμία» της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η μεγάλη αλλαγή που συντελείται είναι η εξής: καταβαραθρώνεται το κοινωνικό κράτος, καταργείται η πολιτική της κοινωνικής πρόνοιας και η κρατική πολιτική τίθεται στην υπηρεσία των αγορών. Αυτό προϋποθέτει την υφαρπαγή των πρωτείων της πολιτικής από την οικονομία και την υπαγωγή της δημοκρατίας στην ολιγαρχία των αγορών και των πολιτικών τους υποζυγίων. Αυτό είναι το πλαίσιο εντός του οποίου αποτελεί πρόβλημα το δημόσιο χρέος. Το δημόσιο χρέος είναι το μέσο για να υπαχθεί η δημοσιονομική πολιτική στη λιτότητα, να ιδιωτικοποιηθεί η δημόσια περιουσία, με όρους επιβλαβείς για το δημόσιο και την κοινωνία και να υποτιμηθεί η εργασία προς όφελος του κεφαλαίου.

Όλα τα παραπάνω επιφέρουν ανήκεστο βλάβη στον κοινωνικό οργανισμό. Είναι τα γνωρίσματα της νέας, βιαίως επιβληθείσης, κανονικότητας που θα ρυθμίζει τη ζωή των ανθρώπων με γνώμονα το τι θεωρεί το κεφάλαιο ότι είναι οι άνθρωποι και η ζωή τους. Αυτό κυρίως έχει υποτιμηθεί: η ζωή των ανθρώπων. Αυτοί είναι που έχουν φτηνύνει. Ο πλούτος του κεφαλαίου είναι η φτήνια των ανθρώπων.

3. Να είμαστε και ριζοσπαστική και μεταρρυθμιστική δύναμη

Η εκλογική μας επιτυχία, την 25η Ιανουαρίου, έθεσε εν αμφιβόλω αυτήν ακριβώς την κανονικότητα. Η έκφραση της λαϊκής βούλησης και η εκφωνηθείσα λαϊκή εντολή αποτέλεσαν κατακραυγή εναντίον της πολιτικής που απέβλεπε στη συνέχιση της λιτότητας και τη διάλυση της κοινωνίας. Αυτό ισοδυναμεί με αίτημα να διασωθεί η κοινωνία. Ο ΣΥΡΙΖΑ έτσι κέρδισε τις εκλογές: επειδή προέταξε το συμφέρον της κοινωνικής πλειοψηφίας έναντι της ευνοημένης και ευημερούσας, εντός και λόγω κρίσης, μειοψηφίας. Αυτή η μειοψηφία δεν είναι ακαθόριστος αχταρμάς. Είναι η οικονομική και πολιτική ολιγαρχία που ενδημεί στο πολιτικό σύστημα και συνέχει τον πυρήνα του. Το τελευταίο, οριζόμενο ως θύλακος συμφερόντων, κατανέμει την πολιτική ισχύ προς όφελος αυτής της ολιγαρχίας. Η μείζων σύγκρουση που διεξάγεται στη χώρα μας, αλλά και σε όλη την Ευρώπη, είναι αυτή ακριβώς: η σύγκρουση ανάμεσα στη νεοφιλελεύθερη ολιγαρχία και τη δημοκρατία, ανάμεσα στο κεφάλαιο και τους λαούς. Ως εκ τούτου, βρισκόμαστε μπροστά σε μία καθοριστική, ιστορική πρόκληση: πρέπει να αποτρέψουμε την τελεσφόρα εφαρμογή της πολιτικής που υπηρετεί τους στόχους του κεφαλαίου, η οποία αποσκοπεί στο να υπαγάγει στο κεφάλαιο και τις προτεραιότητές του το σύνολο της κοινωνικής ζωής, δηλαδή της ζωής των ανθρώπων. Πρόκειται για την αποικιακή επέκταση του κεφαλαίου σε όλες τις εκφάνσεις του κοινωνικού βίου, μηδέ της ιδιωτικότητας εξαιρουμένης. Άλλωστε ο άνεργος και ο άστεγος, ο συντηρούμενος με την πενιχρή σύνταξη των συγγενών και ο ενοικιαζόμενος εργαζόμενος μόνο ιδιωτική ζωή μπορούν να έχουν ∙ το δικαίωμα της ενεργού συμμετοχής στη δημόσια σφαίρα και τον συγκαθορισμό των δημοσίων πολιτικών πραγμάτων το έχουν απολέσει μαζί με την εργασία, το σπίτι, τη δυνατότητα οικονομικής αυτοσυντήρησης, τη σταθερή και αυτάρκη εργασία. Η αποικιακή επέκταση του κεφαλαίου στην ιδιωτικότητα σημαίνει ότι «η αξιοπρέπειά σου είναι δική μου, άρα δεν έχεις αξιοπρέπεια». Η εποπτεία των αγορών επεκτείνεται μέχρι το μεδούλι της ζωής των ανθρώπων. Γι’ αυτό κομπάζουν και κινδυνολογούν, όταν φωνασκούν για τον λεγόμενο «ηθικό κίνδυνο». Όταν κανείς δεν βλέπει τίποτε το ανήθικο στο να ρημάζει τη ζωή των ανθρώπων, τότε ρέπει εκ του ασφαλούς στην ηθικιστική μεγαλαυχία. Σε βάθος χρόνου, αυτό είναι που θα πρέπει να ανατρέψουμε. Για να γίνει, όμως, αυτό, θα πρέπει να αποσαφηνίσουμε και να ιεραρχήσουμε τις προτεραιότητές μας. Κύριο μέλημά μας και ευκρινής προγραμματικός μας στόχος θα πρέπει να είναι η αναστροφή της αναδιανεμητικής πολιτικής. Δηλαδή, θα πρέπει να επιδιώξουμε τη χάραξη και εφαρμογή μιας πολιτικής που θα αναδιανέμει τον πλούτο προς όφελος της κοινωνίας, αρχίζοντας από τα πιο ευπαθή και αδύνατα τμήματά της. Αυτό δεν είναι μαξιμαλιστικός στόχος. Είναι σχεδιασμός μιας πολιτικής που αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει στο αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης το πραγματικό του αντίκρισμα. Η κοινωνική δικαιοσύνη είναι ο γνώμονας για τη χάραξη της πολιτικής μακράς διάρκειας που θα πρέπει να ακολουθήσουμε. Αυτό συνεπάγεται ότι το κεφάλαιο θα αναγκαστεί να χρηματοδοτήσει το πρόγραμμα κοινωνικής πολιτικής και παραγωγικής ανασυγκρότησης που χρειάζεται η κοινωνία και η χώρα. Χρειαζόμαστε επειγόντως ένα δίκαιο, ριζοσπαστικό φορολογικό σύστημα, το οποίο θα καθιστά την κοινωνική δικαιοσύνη εφαρμοστέα πολιτική και όχι απλή διακηρυκτική εξαγγελία. Ένα τέτοιο φορολογικό σύστημα δίκαιης αναδιανομής θα δώσει ανάσα και στην κοινωνία και στην οικονομία. Θα ενισχύσει τα δημόσια, κοινωνικά αγαθά ως αντίβαρο στην πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, που σχεδιάζονται ως μέσο λεηλασίας του δημοσίου πλούτου. Αυτό δεν θα ενισχύσει απλώς τη διαλυόμενη, τώρα, κοινωνική συνοχή, αλλά θα στηρίξει την ίδια τη δημοκρατία. Δεν μπορεί να μείνει αλώβητη η δημοκρατία, σε μια διαλυόμενη κοινωνία. Στην αποσύνθεση του κοινωνικού οργανισμού ζωντανεύουν τα σκουλήκια του φασισμού, δεν βλασταίνει ούτε και καρποφορεί η δημοκρατία.

4. Τα δύο μέρη της διαπραγμάτευσης: η τεχνοκρατία εναντίον της πολιτικής.

Η κυβέρνησή μας καταβάλλει τιτάνια προσπάθεια κατά τη διαπραγμάτευση. Έχει καταθέσει κατάλογο συγκεκριμένων μεταρρυθμίσεων που το εγχώριο, εξωνημένο πολιτικό σύστημα ούτε είχε διανοηθεί να ψελλίσει. Αυτές οι μεταρρυθμιστικές προτάσεις αποτιμήθηκαν και απορρίφτηκαν, με προειλημμένη απόφαση, με τεχνοκρατικά κριτήρια. Αυτό σημαίνει ότι αποκλείστηκε εκ των προτέρων η συζήτηση για το περιεχόμενο αυτών των μεταρρυθμίσεων. Αποκλείστηκε το στοιχειώδες και οδηγητικό ερώτημα: τι είδους μεταρρυθμίσεις χρειάζεται η χώρα και για ποιον σκοπό; Είναι ένα αμιγώς πολιτικό ερώτημα, στρατηγικού χαρακτήρα, το οποίο οι εκβιάζοντες δανειστές είχαν κάθε λόγο να αποφύγουν. Επιπλέον, είχαν κάθε λόγο να μεταθέσουν τη συζήτηση από το πεδίο της πολιτικής σε αυτό της τεχνικής εξέτασης. Η σκόπιμη αποφυγή του πολιτικού ζητήματος είναι μέρος της στρατηγικής του εκβιασμού από πλευράς των δανειστών. Δίνει σε αυτούς τη δυνατότητα να απορρίπτουν τις μεταρρυθμιστικές μας προτάσεις μέχρις ότου σημειωθεί ικανοποιητική, για τους ίδιους, υποχώρηση από την πλευρά μας. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η έλλειψη επιχειρημάτων και εμπεριστατωμένων μεταρρυθμιστικών προτάσεων από την πλευρά της κυβέρνησής μας. Οι εκβιάζοντες δανειστές αδιαφορούν για την ποιότητα αυτών των επιχειρημάτων και την πραγματική αξία αυτών των μεταρρυθμιστικών προτάσεων. Η πεισματική απόρριψη όλων των παραπάνω δεν είναι ιδεολογική αγκύλωση. Πρόκειται για τακτική κίνηση, εγγραφόμενη στο στρατηγικό πεδίο της εξουθένωσης της κυβέρνησης και της παραδειγματικής της αχρήστευσης.

5. Με ποιους θα συμμαχήσουμε για την επίτευξη της νέας ηγεμονίας;

Το κύρος της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού είναι υψηλό. Έδειξαν ότι γνωρίζουν εκεί ακριβώς που τους στριμώχνουν να κινούνται και να κερδίζουν χρόνο. Η δυνατότητα να επιτευχθεί συμφωνία, την τελευταία στιγμή, ακόμη και με υποχωρήσεις, θα δείξει στις υπόλοιπες χώρες ότι υπάρχει διαπραγματευτική δυνατότητα και ότι οι μονόδρομοι είναι εν μέρει παρακάμψιμοι. Ο πρωθυπουργός και η διαπραγματευτική ομάδα άσκησαν υψηλή πολιτική που καταγράφηκε. Σε αντίθεση με τα ανδράποδα των δανειστών, που διαπραγματεύονταν λέγοντας «Νέσκε», εξάντλησαν κάθε περιθώριο και έδειξαν ότι, μπροστά στους στυγνούς εκβιασμούς, έχει προτεραιότητα η κάλυψη των αναγκών της χώρας και της κοινωνίας. Τα παραπάνω, που τα πιστώνεται δικαίως η διαπραγματευτική μας ομάδα, συμβάλλουν στη δημιουργία ερεισμάτων για τη στήριξη της ζητούμενης ηγεμονίας. Ωστόσο, δεν επαρκούν. Το κοινωνικό μέτωπο που μας στήριξε προεκλογικά – και εξακολουθεί να στηρίζει – θα πρέπει να διευρυνθεί. Ο προσανατολισμός στις μερίδες της κοινωνίας που «πλήρωσαν το μάρμαρο» θα πρέπει να είναι σταθερός. Η δίκαιη αναδιανομή, που θα αντιστρέψει τους όρους και θα υποχρεώσει τους νέους μαυραγορίτες, οι οποίοι επωφελήθηκαν από την κρίση, να πληρώσουν, είναι η απόδειξη της ταξικής μας μεροληψίας. Η κοινωνία περιμένει από εμάς πιο δίκαιη πολιτική. Αυτή η πολιτική θα πρέπει να συνδυαστεί με μεταρρυθμίσεις, που, αρκετές από αυτές, έχουν γνωρίσματα μεταρρυθμιστικών αλλαγών στο πλαίσιο του αστικού κράτους δικαίου, όπως είναι η αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών ύστερα από δημόσιο διαγωνισμό. Εμείς είμαστε και ριζοσπαστική μεταρρυθμιστική δύναμη, εκτός από δύναμη βαθέος κοινωνικού μετασχηματισμού. Η Ν. Δ., το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι και η ψευδωνύμως καλούμενη Κεντροαριστερά, στην ουσία Νεοδεξιά, είναι βαθιά συντηρητικές δυνάμεις, που πολιτεύονται, όπως και πολιτεύονταν, με πελατολόγειο εξυπηρέτησης συμφερόντων. Η σύγκρουση με τον εσμό των συμφερόντων είναι αναγκαία. Έχουμε καθυστερήσει ανεπίτρεπτα σε ό, τι αφορά το ζήτημα της ρύθμισης του καθεστώτος λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών. Πρόκειται για αποκατάσταση της, σκοπίμως, μηδέποτε ισχύουσας τυπικής νομιμότητας, σε αυτό το θέμα. Αυτοί διεξάγουν εναντίον μας σφοδρό πολιτικό πόλεμο για λογαριασμό των συμφερόντων του ολιγαρχικού παρακράτους και των πολιτικών του υποζυγίων.

6. Αναβάθμιση του ρόλου του κόμματος και ανασύνταξη των κομματικών δυνάμεων.

Τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι κατορθωτό χωρίς ισχυρό κόμμα. Το κόμμα δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι κυβερνητικός προθάλαμος ή κυβερνητικό παράρτημα. Θα πρέπει να έχει κεντρική του κατεύθυνση προς τη Κεντρική Επιτροπή και τις Νομαρχιακές Επιτροπές και, από εκεί, προς τις Οργανώσεις Βάσης των μελών, σε τοπικό επίπεδο (Ο. Μ.) τη διοργάνωση συγκεντρώσεων παντού, σε κάθε πλατεία και περιοχή, όπου θα εξηγούμε την κύρια κατεύθυνση της πολιτικής μας, λέγοντας την πλήρη αλήθεια στην κοινωνία, με τα συν και τα πλην της κατάστασης και της πολιτικής μας. Αυτή πρέπει να είναι η πολιτική μας: να λέμε όλη την αλήθεια. Αυτή η «πολιτική της αλήθειας» θα διατηρήσει την αξιοπιστία μας, θα ενδυναμώσει το πολιτικό φρόνημα των μελών, θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη που μας δείχνει η κοινωνία, θα πυρώσει το νέο, ριζοσπαστικό, δημοκρατικό φρόνημα που μας παρέχει ουσιαστική, λαϊκή νομιμοποίηση, όπως είδαμε στις πολυπληθείς συγκεντρώσεις του Φεβρουαρίου, η οποία υπερβαίνει την απλή εκλογική προτίμηση. Το κόμμα και οι οργανώσεις του θα πρέπει να ενημερώνουν, να συζητούν και να δείχνουν ότι –και μετεκλογικά– ο ΣΥΡΙΖΑ είναι παρών, παντού, απευθυνόμενος σε όλους όσοι περιφρόνησαν την πολιτική, επειδή τους περιφρόνησαν οι τεχνικοί της πολιτικής καπηλείας, που δηλώνουν αυτάρεσκα «τεχνικοί της εξουσίας», ενώ αδυνατούν να οργανώσουν έναν πολιτικό φορέα και το αναθέτουν στους καναλάρχες. Για «τεχνικούς της εξουσίας», αυτό ισοδυναμεί με το να δηλώνει κάποιος ηλεκτρολόγος και να μη μπορεί να βιδώσει μια λάμπα.

Αυτός είναι ο νεοδεξιός, κεντρώος συφερτός που λειτουργεί ως Πέμπτη Φάλαγγα των δανειστών, μαζί με την ακροδεξιονεοφιλελεύθερη πτέρυγα της Ν. Δ. Η σύγκρουση με όλους αυτούς προαπαιτεί ισχυρό ΣΥΡΙΖΑ, εύρωστο, δραστήριο, παραγωγικό κόμμα. Το δικό μας κόμμα. Είναι βαρετό και κοινότοπο, αλλά θα το ξαναπώ ή, για την ακρίβεια, θα επαναλάβω αυτό που έγραψε ο σ. Χρήστος Λάσκος στο Rednotebook: το κόμμα και τα μάτια μας. Ακόμη πιο κοινότοπο είναι να πούμε ότι το κόμμα είναι και τα μάτια μας και τα πόδια μας. Χωρίς αυτό, θα πηγαίνουμε σταβοπερπατώντας στα τυφλά, την ίδια στιγμή που η κοινωνία θα παρακολουθεί και θα περιμένει τη σταθερότητα του βηματισμού μας και την καθαρότητα της ματιάς μας.

Ο Στέφανος Δημητρίου διδάσκει Πολιτική Φιλοσοφία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

http://rednotebook.gr/2015/05/i-adiapragmatefti-taxiki-merolipsia/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s