Οι Ανύπαρκτοι που διάλεξε ο Θεός (S. Zizek)


Διονύσης Σκλήρης

Ο Slavoj Zižek και η αγιοπνευματική κοινότητα που συνίσταται εσωτερικεύοντας τη θυσία του Χριστού
Αν ο Alain Badiou μπορεί να χαρακτηριστεί ως «άθεος θεολόγος», τότε ο Slavoj Zižek (γ. 1949) (αυτο-)προσδιορίζεται ως «άθεος χριστιανός» σε μία προσπάθεια να φτάσει την εγελιανή διαλεκτική στα άκρα.
Η λογική είναι ότι η Ιστορία προχωρά μέσα από αντιθέσεις και άρσεις, οι οποίες μάλιστα κατά τον Zižek (και όχι μόνο) έχουν εγκαινιαστεί από τον χριστιανισμό ως θρησκεία εξόδου από την θρησκεία. Πολύ σχηματικά θα λέγαμε ότι μια χριστιανική Τριαδολογία (δυτική βασικά και όχι ορθόδοξη), όπου ο Υιός σχετίζεται αντιθετικά με τον Πατέρα και θυσιάζεται στον Σταυρό, ενώ το Πνεύμα αποτελεί τον αγαπητικό σύνδεσμο και των δύο, αποτελεί το αρχέτυπο της εγελιανής διαλεκτικής της θέσης, της αντίθεσης-άρσης και της σύνθεσης, ή, καλύτερα, της άρσης της άρσης. Αλλά και της μαρξιστικής διαλεκτικής, όπου την θέση της θυσίας του Υιού μπορεί να πάρει η επανάσταση και της αγιοπνευματικής κοινότητας η αταξική κοινωνία. Σε αυτήν την Τριαδολογία, ο Υιός Χριστός δεν είναι η «Δεξιά του Υψίστου», όπως αρέσκονται να θυμούνται πολλοί καθ’ ημάς χριστιανοί, αλλά αντιθέτως είναι η «Αριστερά του Υψίστου», ο «επαναστάτης του Θεού», και εναπόκειται στο Πνεύμα η συγκρότηση της καθολικότητας.

Ο σκοπός του Zižek είναι να καταδείξει αφενός ότι ο αληθής διαλεκτικός υλιστής δεν μπορεί παρά να είναι κληρονόμος του χριστιανικού πολιτισμού, αλλά και αφετέρου ότι ο αληθής χριστιανός είναι αυτός που έχει διά του χριστιανισμού αυθυπερβεί την θρησκεία στην κατεύθυνση του διαλεκτικού υλισμού. Με αυτό το σκεπτικό υπερασπίζεται σθεναρά την χριστιανική κληρονομιά και δη τον Παύλο μέσα σε έναν μεταμοντέρνο κόσμο του ύστερου καπιταλισμού, που στρέφεται προς εναλλακτικές πηγές θρησκευτικότητας, όπως το Ζεν και ο βουδισμός, προς έναν New Age συγκρητισμό, ή παλινδρομεί σε έναν αποφατικό (αποδομητικό πλέον) Ιουδαϊσμό χωρίς Ενσάρκωση του Μεσσία.
Όταν λέμε διαλεκτική, εννοούμε πολύ σχηματικά μία θεώρηση όπου οι έννοιες δεν είναι στατικές και αυτοπροσδιοριζόμενες, αλλά ορίζονται αντιθετικά η μία προς την άλλη, σε μία ζωντανή κίνηση, όπου μία τρίτη αίρει και τις δύο από κοινού, αλλά και τις μεταρσιώνει σε μία σύνδεση σε ανώτερο επίπεδο. Λ.χ. το είναι δεν μπορεί να οριστεί αφ’ εαυτού του, αλλά μόνο σε αντίθεση με το μη είναι, ενώ και τα δύο αίρονται αλλά και ακεραιώνονται στο γίγνεσθαι. Ο Zižek ακολουθεί την διαλεκτική σκέψη ως τις πλέον ακραίες της παραδοξολογίες. Το ενδιαφέρον είναι ότι βλέπει με μια πολύ διεισδυτική ψυχαναλυτική ματιά την Ιστορία του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού, κατ’ εξοχήν του Παύλου, και τους συνδέει με τις νεωτερικές πραγματικότητες του καπιταλισμού και του κομμουνισμού, αλλά και της ίδιας της ψυχανάλυσης, που μπορούν όλα να γενεαλογηθούν από τη χριστιανική κληρονομιά μέσα από μία ιστορική διαλεκτική πορεία.
Η επιμονή του Zižek στην διαλεκτική είναι αυτή που τον αντιθέτει στον κατά τα άλλα συνοδοιπόρο εν πολλοίς Badiou, που ζωγραφίζει, όπως είδαμε, ένα αντιδιαλεκτικό πορτραίτο του Παύλου. Με θεολογικούς όρους, θα λέγαμε ότι ο Badiou είναι ένας «θεολόγος της Ανάστασης», ενώ ο Zižek ένας «θεολόγος της Σταύρωσης», καθώς η διαλεκτική τονίζει το πώς χρειάζεται εγγενώς η θυσία της Σταύρωσης για να έλθει η Ανάσταση και η Πεντηκοστή του Πνεύματος. Παρά την αιρετική αυτή ματιά του στον χριστιανισμό ως μία θρησκεία με «διαστροφικό πυρήνα», ο Zižek αποτελεί έναν πολύτιμο συνομιλητή για τους θεολόγους, καθώς επικεντρώνει στο πώς ο χριστιανισμός και δη του Παύλου αποτελεί μία διέξοδο έξω από τον «Ιουδαϊσμό» του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού στην κατεύθυνση προς έναν νέο «κομμουνισμό» της αγάπης (διαφορετικό ασφαλώς από τον «υπαρκτό σοσιαλισμό»)[1].
Στην ανάλυση του Παύλου, ο Zižek ακολουθεί ορισμένες βασικές διοράσεις του Badiou και κυρίως του Agamben, που είναι πιο διαλεκτικός, αλλά τις εντάσσει σε ένα είδος εγελιανής διαλεκτικής σκέψης (σ. 163-167, 193-198). Όπως είδαμε, στον Badiou έχουμε την ολότητα (Έλληνας), το μέρος- εξαίρεση (Εβραίος), και την υφαίρεση και από τα δύο του καθολικού (χριστιανική πιστότητα στο συμβάν). Στον Agamben έχουμε την τριάδα όλο, μέρος και λεῖμμα ως μη-μη (χριστιανός: μη μη Έλληνας και μη μη Εβραίος). Ο Zižek διατυπώνει το ίδιο με την βοήθεια του εγελιανού παραδόξου ενός γένους που έχει μόνο ένα είδος, ενώ το λεῖμμα που μένει είναι η ίδια η καθολικότητα του γένους. Κατά κάποιο τρόπο δηλαδή, θέλει να διατηρήσει και μια έννοια καθολικότητας, όπως ο Badiou, και μια έννοια λείμματος, όπως ο Agamben. Έχουμε λοιπόν μια τριάδα Γένους, Είδους και Λείμματος όπου το τελευταίο λαμβάνει εντέλει χαρακτήρα καθολικού γένους.
Αυτό συμβαίνει εντός μιας διαλεκτικής κίνησης: Τίθεται μια αρχική καθολικότητα. Το είδος της μπορεί να έχει τον ρόλο του αισχρού, του αποτρόπαιου. Χαριτολογώντας ο Zižek παρατηρεί ότι συνήθως όταν αναφερόμαστε σε κάτι ως «ειδικό» είναι λόγω αισχρότητας, όπως όταν λέμε «ειδικά μέτρα» στην κρατική καταστολή, «ειδικές συνθήκες» κ.ο.κ. Και εντέλει το υπόλοιπο, το λεῖμμα είναι μια υπερβολή, που βοηθά το γένος να βρει αναστοχαστικά τον εαυτό του μέσα στο είδος του, σύμφωνα με την εγελιανή διαλεκτική.
Ακολουθώντας την (γνώριμη πλέον) μεταπήδηση από την εποχή του Παύλου στην δική μας, ο Zižek χρησιμοποιεί τα πορίσματα των Michael Hardt και Antonio Negri που ανέλυσαν τη Νέα Τάξη του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού με όρους «Αυτοκρατορίας», καθώς η ρωμαϊκή[2]. Αλλά τα συνδέει με την σκέψη των Ernesto Laclau και Jacques Rancière, κατά τους οποίους το μόνο πραγματικά δημοκρατικό υποκείμενο είναι το υπόλοιπο, δηλαδή το στοιχείο του Όλου που δεν έχει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που θα του έδιναν μια θέση εντός του Όλου, όντας προσωρινά αποκλεισμένο. Με το να μην μπορεί να λάβει μια ορισμένη οντική θέση, αυτό το υπόλοιπο αναδεικνύεται σε οντολογική ενσάρκωση της καθολικότητας. Με άλλα λόγια, όταν κάθε ειδική ομάδα διεκδικεί τα ειδικά της συμφέροντα, μόνο οι αποκλεισμένοι είναι αυτοί που μπορούν να ενσαρκώσουν την καθολικότητα.
Μπορούμε να θυμηθούμε εδώ τον όρο égaliberté (ελευθερία- liberté και ισότητα-égalité μαζί) του Etienne Balibar, την οποία μπορούν να ενσαρκώσουν μόνο οι «ανύπαρκτοι», οι «πουθενάδες», όπως οι liumang (αλήτες) της σύγχρονης φεουδαλο- καπιταλιστικής Κίνας, που μη μετέχοντας σε καμία υφιστάμενη τάξη «μετακινούνται ελεύθερα δίχως να έχουν εργασία και κατοικία, αλλά ούτε και καταγεγραμμένη πολιτιστική ή σεξουαλική ταυτότητα» (σ. 98). Είναι με μια τέτοια έννοια αναστοχαστικής διαλεκτικής ενσάρκωσης της καθολικότητας στο υπόλοιπο το οποίο πετάνε τα επιμέρους, που μπορούμε, λοιπόν, να καταλάβουμε το παύλειο «τὰ μὴ ὄντα ἐξελέξατο ὁ Θεὸς ἵνα τὰ ὄντα καταργήσῃ» (Α ́ Κορ. 1,28).
Ο Zižek προσθέτει μία διάσταση που δεν τονίζεται αρκετά στους δύο προηγούμενους στοχαστές, ήτοι ότι αυτή η κοινότητα των ανύπαρκτων είναι η κοινότητα του Αγίου Πνεύματος. Θα χρειαστεί να αναπτύξουμε εδώ την διαλεκτική Τριαδολογία του, στην επικαιροποίησή της σε σχέση με την καπιταλιστική συνάφεια και την ψυχανάλυση. Αν για τον Sigmund Freud ο Θεός Πατήρ είναι ο σκοτωμένος αρχαϊκός πατέρας, για τον Zižek είναι ένας απών Πατέρας ο οποίος ομοιάζει με το Πράγμα της λακανικής ψυχανάλυσης, δηλαδή, όπως είπαμε, με αυτό που μένει ασυμβολοποίητο και άρρητο.
Βρισκόμαστε εδώ στον χώρο του Ιουδαϊσμού, ο οποίος με ψυχαναλυτικούς λακανικούς όρους, βασίζεται στην αντίθεση Πραγματικού και Συμβολικού. Όταν λέμε Συμβολικό εννοούμε κυρίως τον ιουδαϊκό Νόμο, ο οποίος με την μεγάλη λεπτομέρεια των διατάξεών του όλο και θέτει παραπετάσματα για να κρύψει έναν Θεό που δεν συμβολίζεται και δεν εικονοποιείται, όπως είναι ο εικονοκλαστικός Θεός του Ιουδαϊσμού. Ο απόστολος Παύλος, όμως, σε μία καταπληκτική ψυχαναλυτική (avant la lettre) διόραση αποκαλύπτει ότι η επιθυμία προκαλείται από τον Νόμο (όπως και η αμαρτία). Ο Ιουδαϊσμός είναι, λοιπόν, η θρησκεία της επιθυμίας, όπου το Συμβολικό, που με την μορφή του Νόμου κρύβει έναν ανεικονικό Θεό ως ένα οιονεί «παραπέτασμα», εντείνει στο άπειρο την επιθυμία μας και συγκροτεί το ίδιο το υποκείμενο ως επιθυμητικό.
Φτάνουμε, λοιπόν, στην ζιζεκιανή ερμηνεία της παυλείου (και όχι μόνο) Χριστολογίας (σ. 122-125)[3]. Στην χριστιανική σωτηριολογία υπάρχουν δύο βασικοί τρόποι να βλέπουμε την σωτηρία μας. Η μία (περισσότερο ανατολική) είναι να την βλέπουμε ως θέωση. Η άλλη (περισσότερο δυτική) είναι να την βλέπουμε ως μια πορεία προς τον τέλειο άνθρωπο. Ο Zižek συμφύρει τα δύο, αλλά μάλλον προς τα «κάτω». Δηλαδή ο Χριστός είναι για τον Zižek Θεός ακριβώς με την έννοια ότι ενσαρκώνει το ιδιαζόντως ανθρώπινον, δηλαδή την υπερβολή από την φύση, ή το απόρριμμα του φυσικού κόσμου. Βρισκόμαστε εδώ σε μία εγελιανή Τριαδολογία, όπου ό,τι ισχύει για την σχέση Θεού και ανθρώπου, ισχύει και για το εσωτερικό του Θεού: Το ότι ο Χριστός ενσαρκώνει το χάσμα μεταξύ ανθρώπου και φύσης ταυτίζεται με το χάσμα μεταξύ Θεού και ανθρώπου, αλλά και μεταξύ Πατρός και Υιού. Σε αντίθεση, όμως, με κάθε επιμέρους άνθρωπο, ο Χριστός ενσαρκώνει απολύτως την απερριμμένη υπερβολή ως προς την φύση, που είναι ο άνθρωπος.
Για αυτό και είναι ο άνθρωπος κατ’ εξοχήν (βλ. το «ἴδε ὁ ἄνθρωπος» του Ποντίου Πιλάτου), αλλά και ο «άνθρωπος χωρίς ιδιότητες» (ο τελευταίος αυτός χριστολογικός τίτλος αντλείται από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Robert Musil που θυμίζει και την (θεολογούμενη) δογματική θέση ότι η ανθρώπινη φύση που αναλαμβάνει ο Χριστός είναι καθολική και «ἄνευ ἰδιωμάτων»). Γι’ αυτό όμως είναι και ο Υπεράνθρωπος με τη νιτσεϊκή έννοια ή ο Θεάνθρωπος. Εντέλει, ο Χριστιανισμός είναι για τον Zižek η θρησκεία της αποκάλυψης, επειδή ο Χριστός αποκαλύπτει τον θάνατο του θείου Πράγματος. Αυτό συμβαίνει κατ’ εξοχήν στην κραυγή της θεοεγκατάλειψης στον Σταυρό «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τι μὲ ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. 27,46).
Το αποτέλεσμα είναι ότι αφήνεται πίσω ο Ιουδαϊσμός ως μία θρησκεία που βασίζεται στην επιθυμία ως διαλεκτική αντίθεση Πραγματικού (ανεικονικός Θεός Πατήρ) και Συμβολικού (Νόμος), λόγω της κατά Zižek αποκάλυψης της απουσίας του Θείου Πράγματος, το οποίο ορίζεται από τον Zižek και ως μία «διάσχιση» της φαντασίας. Ο Χριστός με εγελιανούς όρους είναι το δεύτερο σκέλος μιας διαλεκτικής τριάδας που εξαφανίζεται (με την Σταύρωση, αλλά θα λέγαμε και με την Ανάληψη), ώστε να έρθει ως τρίτος όρος το Πνεύμα. Το Πνεύμα είναι η συγκρότηση της κοινότητας των «μὴ ὄντων», των «ανύπαρκτων», που έχουν εσωτερικεύσει την θυσία του Χριστού και έχουν μεταβεί από την θρησκεία του Νόμου και της επιθυμίας στην θρησκεία της αγάπης. Τι ακριβώς σημαίνει το τελευταίο; Ο Badiou, όπως είδαμε, τονίζει μια απόλυτη (μη διαλεκτική) αντίθεση μεταξύ Νόμου και αγάπης, όπως πολλοί ορθόδοξοι θεολόγοι της δεκαετίας του ’60.
Ο Zižek αντιθέτως μάλλον βλέπει διαλεκτικά την αγάπη ως αντίθεση μεν προς τον Νόμο, αλλά με την έννοια ότι προκύπτει από μία ακραία απολυτοποίηση και ριζοσπαστικοποίησή του. Λ.χ. αν ο Νόμος σε παροτρύνει να μην μοιχεύσεις, ο χριστιανισμός σε παροτρύνει να μην μοιχεύσεις ούτε «ἐν τῇ καρδίᾳ». Η αγάπη είναι θα λέγαμε μια υπονόμευση του Νόμου μέσα από το τράβηγμά του ίδιου του Νόμου στα άκρα του. Στο οποίο, όμως, δέον να προστεθεί και το εξής. Το γεγονός ότι έχει παρέλθει ο Ιουδαϊσμός ως μια θρησκεία του Νόμου και της επιθυμίας, που αλληλοβαστάζονται στην αντίθεσή τους, σημαίνει ότι η αγάπη έχει έλθει ως μία επένδυση στο απόλυτα συγκεκριμένο που είναι ο πλησίον. Με ψυχαναλυτικούς όρους, ο Ιουδαϊσμός βασίζεται στην απειροδύναμη επιθυμία που είναι μετωνυμική, δηλαδή διαβαίνει επ’ άπειρον από το ένα αντικείμενο στο άλλο. Ο Χριστιανισμός, αντιθέτως, βασίζεται στην αγάπη ως μία ενόρμηση (drive, Trieb) που απευθύνεται διηνεκώς κυκλωτικά σε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο.
Γιατί, λοιπόν, ο Παύλος; Επειδή σήμερα ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός βασίζεται σε μία πλανητική επικράτηση της επιθυμίας ως μετωνυμίας, σύμφωνα με την οποία προκαλούμαστε να στρεφόμαστε σε ένα ατέρμονο κυνήγι μετατοπιζόμενων αντικειμένων- προϊόντων, όπου αυτή επενδύεται. Ο καπιταλισμός, άλλωστε, κατά μία έννοια ξεπήδησε μέσα από τις νεοϊουδαϊκές ρίζες του προτεσταντισμού. Σήμερα δε, ο Zižek είναι δύσπιστος απέναντι σε νεοϊουδαΐζουσες θεολογίες, όπως λ.χ. η φιλοσοφία της αποδόμησης του (πρώιμου) Jacques Derrida, οι οποίες μάλλον συνάδουν με τον καπιταλισμό παρά τον υπονομεύουν. Ο παύλειος χριστιανισμός αντιθέτως προσφέρει την αγάπη ως μία αδιαπραγμάτευτη προσήλωση στον απόλυτα συγκεκριμένο πλησίον. Μια αγάπη που είναι εξ ορισμού βίαιη, όχι τόσο λόγω των ανεπιθύμητων ενδεχομενικών παρενεργειών της, αλλά στην ίδια της την πράξη να αποδίδει απόλυτη αξία στον πλησίον. Με την έννοια αυτή, ο Zižek προσεγγίζει την αγάπη του χριστιανισμού σε ένα είδος κομμουνισμού ή σοσιαλισμού, που δεν είναι όμως ο «υπαρκτός σοσιαλισμός». Η πρόταση του Zižek έγκειται περισσότερο στην αγιοπνευματική κοινότητα ως ένα λεῖμμα αποκλεισμένων, οι οποίοι εσωτερικεύουν την θυσία του Χριστού. Η τελευταία με την κατάδειξη της απουσίας του Θείου Πράγματος μας ωθεί σε μία απόλυτη ενορμητική επένδυση στον συγκεκριμένο πλησίον με την «βία» της αγάπης.
Σύντομη κριτική επισκόπηση:
Ο οποιοσδήποτε μυημένος στην αιρεσιολογία, που αποτελεί άλλωστε και προσφιλή συνήθεια ημών των ορθοδόξων, μπορεί να αναγνωρίσει στην σκέψη του Zižek μια σειρά από αιρέσεις της αρχέγονης Εκκλησίας, οι οποίες εξάλλου ισχύουν εν πολλοίς και για τον Hegel. Σαβελλιανισμός, Θεοπασχιτισμός ή Πατροπασχιτισμός, Υιοπατορία, Σουπερσεσιονισμός, Εποχαλισμός, Μονταλισμός αποτελούν μερικά από τα ονόματα συγκοινωνουσών αιρέσεων από τις οποίες θα μπορούσαμε να γενεαλογήσουμε αυτήν την ακραία μορφή διαλεκτικής σκέψης[4]. (Ασφαλώς, άλλες μη ζιζεκιανές μορφές διαλεκτικής θεολογίας μπορούν να είναι ορθόδοξες). Εννοούμε βασικά ότι η ζιζεκιανή σκέψη κατάγεται από μορφές Θεολογίας και Τριαδολογίας, όπου όχι μόνο αντιτίθενται τα πρόσωπα, (αντί απλώς να σχετίζονται όπως στους Καππαδόκες), αλλά επιπλέον και εξαφανίζεται το ένα για να έλθει το άλλο, όπως στην αίρεση του Εποχαλισμού που χωρίζει την Ιστορία σε εποχές του Πατρός, του Υιού και του Πνεύματος, ή της Υιοπατορίας, όπου η θυσία του Υιού έχει εγγενή σχέση με τον θάνατο ή τη συγχυτική εξαφάνιση του Πατέρα (με το ζιζεκιανό συμπλήρωμα του θανάτου του Υιού που εσωτερικεύεται χάρη στο Πνεύμα).
Το να κατηγορεί βεβαίως κανείς τον Zižek ως αιρετικό είναι σαν να παραβιάζει ανοικτές θύρες, καθώς ο ίδιος έχει φτάσει τη διαλεκτική σκέψη σε τέτοιο επίπεδο παραδοξολογίας, ώστε λ.χ. να θεωρεί ότι μόνο ο αιρετικός ή ακόμη περισσότερο ο άθεος μπορεί να ενσαρκώσει σήμερα την αλήθεια του χριστιανισμού ως «παύλειου υλισμού». Μάλιστα θεωρεί ότι και ο ίδιος ο Παύλος είναι όχι μόνο ένας νέος Μωϋσής (Taubes), αλλά και ένας «νέος Ιούδας», ήτοι ένας διώκτης της αποστολικής κοινότητας, που αντί να αυτοκτονήσει, μετανόησε και πήρε την ελλείπουσα θέση του Ιούδα, για να «ξαναπροδώσει» όμως τον ιστορικό Ιησού (της μικροϊστορικής αφήγησης), προκειμένου μέσω της ερμηνευτικής «προδοσίας» να αναδειχθεί ο Χριστός της πίστεως. Μεγαλύτερο ίσως πολιτισμικό ενδιαφέρον από την αιρεσιολογία, την οποία ο ίδιος ο Zižek θα πανηγύριζε, έχει η παρατήρηση ότι ο Zižek γενεαλογείται από έναν δυτικό σταυροκεντρικό τρόπο σκέψης, όπου η Ενσάρκωση του Θεού Λόγου λίγο πολύ ταυτίζεται με μια Εν-θανάτωση, όπου από την Σταύρωση προκύπτει λίγο πολύ αυτομάτως η σωτηρία χωρίς να κάνουμε τον κόπο να περιμένουμε και την Ανάσταση, και όπου η σωτηρία μας δεν έγκειται στη θέωση, αλλά στο να γίνουμε «τέλειοι» άνθρωποι (είτε αυτό νοηθεί με την έννοια ενός ηθικιστικού υπερανθρώπου, είτε με την έννοια ενός νιτσεϊκού υπερανθρώπου, όπως στον Zižek).
Το ερώτημα λοιπόν γιατί είναι ο Παύλος επίκαιρος σήμερα, μοιάζει να παραλλάσσεται σε γιατί να είναι ο Zižek επίκαιρος για τους ορθοδόξους. Μια προσωπική απάντηση που θα δίναμε είναι ότι αφενός διαθέτει μια εξαιρετικά διεισδυτική ψυχαναλυτική ματιά στην Ιστορία του χριστιανισμού, κυρίως στη δυτική εξέλιξή του, που είναι όμως σήμερα παγκοσμιοποιημένη και αφορά και σ’ εμάς (άλλωστε ο Zižek κατάγεται από τη μεθοριακή μεταξύ Δύσης και Ανατολής Σλοβενία). Αποτελεί, λοιπόν, ένα πολύτιμο συνομιλητή στη διατύπωση εξ αντιθέτου μιας ορθόδοξης διαλεκτικής σκεψής, όπως αυτή που βασίζεται στο τρισσό σχήμα λόγος- τρόπος- τέλος του Μαξίμου Ομολογητή. Και αφετέρου προσφέρει ένα αρκετά συγκινητικό όραμα μέσα στη σύγχρονη συνάφεια. Αυτό μιας αγιοπνευματικής κοινότητας των «μὴ ὄντων», η οποία αρνείται την διαιώνιση της καπιταλιστικής επιθυμίας, που κυκλοφορεί μάταια από το ένα (προϊ-)όν στο άλλο, για χάρη της βίαιης αγάπης στον συγκεκριμένο πλησίον.
Σημειώσεις
1 Βλ. Σλάβοϊ Ζίζεκ, Η μαριονέτα και ο νάνος. Ο διαστροφικός πυρήνας του χριστιανισμού, εκδ. Scripta, Αθήνα 2005, στο οποίο και θα παραπέμπουμε στο εξής.
2 Antonio Negri, Michael Hardt, Empire, εκδ. Harvard University Press, Boston MA 2000.
3 Βλ. επίσης τα έργα του The Fragile Absolute, -or why is the Christian legacy worth fighting for?, εκδ. Verso, New York 2000, και On Belief, εκδ. Routledge, London & New York 2001.
4 Βλ. την πολύ εύστοχη κριτική στο: Frederiek Depoortere, Christ in Postmodern Philosophy. Gianni Vattimo, René Girard, and Slavoj Zižek, T&T Clark, London & New York 2008, σ. 139-141.

Δείτε το α’ και β’ μέρος: Οι ανύπαρκτοι που διάλεξε ο θεός ( Α. Badiou, G. Agamben)

http://antifono.gr/portal/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%80%CF%84%CF%8C%CF%82-%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82/5005-%CE%B1%CE%BD%CF%8D%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B5-%CE%BF-%CE%B8%CE%B5%CF%8C%CF%82.html

http://antifono.gr/portal/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%80%CF%84%CF%8C%CF%82-%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82/5021-%CE%BF%CE%B9-%CE%B1%CE%BD%CF%8D%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B5-%CE%BF-%CE%B8%CE%B5%CF%8C%CF%82-%CE%B2.html

πηγή: Aντίφωνο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s