«Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός» – η Έρημη Χώρα του T.S. Eliot, ο Σολωμός, ο Επιτάφιος. «Όποιος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει»


«Είπανε εναντίον του πως αφήνει τον αναγνώστη μέσα στη στεγνή, στέρφα και άνυδρηΈρημη Χώρα, μόνο, χωρίς ελπίδα σωτηρίας. Αυτό θα ήταν αλήθεια αν ο Έλιοτ δεν είχε δημιουργήσει ποίηση. Και η ποίηση όσο απελπισμένη κι αν είναι, μας σώζει πάντα, με κάποιον τρόπο, από την ταραχή των παθών», γράφει ο Γιώργος Σεφέρης για τον Τ.Σ. Έλιοτ.Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.

Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’ το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα· σταματήσαμε στις κολόνες,
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch.

Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε την κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στα βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το χειμώνα στο νότο.
Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιέ του Ανθρώπου,
Να πεις, ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού
. . . . . . . .
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά του;
. . . . . . . .
 Τ.Σ. Έλιοτ – η αρχή της «Έρημης χώρας» («Η Ταφή του Νεκρού» – ο Επιτάφιος)
απόδοση στα Ελληνικά Γ. Σεφέρης, πρώτη έκδοση, «Ίκαρος», Ιούλιος 1936

Το Αγγλικό πρωτότυπο (1922):

I. The Burial of the Dead 

April is the cruelest month, breeding 
Lilacs out of the dead land, mixing
Memory and desire, stirring
Dull roots with spring rain.
Winter kept us warm, covering
Earth in forgetful snow, feeding
A little life with dried tubers.
Summer surprised us, coming over the Starnbergersee
With a shower of rain; we stopped in the colonnade,
And went on in sunlight, into the Hofgarten,
And drank coffee, and talked for an hour.
Bin gar keine Russin, stamm' aus Litauen, echt deutsch. 
And when we were children, staying at the arch-duke's,
My cousin's, he took me out on a sled,
And I was frightened.  He said, Marie,
Marie, hold on tight.  And down we went.
In the mountains, there you feel free.
I read, much of the night, and go south in the winter. 
  What are the roots that clutch, what branches grow
Out of this stony rubbish? Son of man, 
You cannot say, or guess, for you know only
A  heap of broken images, where the sun beats,
And the dead tree gives no shelter, the cricket no relief,
And the dry stone no sound of water. Only
There is shadow under this red rock
.......
That corpse you planted last year in your garden,
Has it begun to sprout?  Will it bloom this year?
Or has the sudden frost disturbed its bed?

…….

Όλο το πρωτότυπο στα Αγγλικά, με τις ερμηνευτικές σημειώσεις του Έλιοτ (η Έρημη Χώρα είναι ποίημα με υποσημειώσεις) και άλλες επεξηγήσεις, εδώ

Ολόκληρη η Έρημη Χώρα – Ελληνική απόδοση Γ. Σεφέρη (pdf)

T. S. Eliot : Οι Κούφιοι Άνθρωποι (The Hollow Men)

Einsturzende Neubauten – The Garden

You will find me if you want me in the garden
unless it’s pouring down with rain
 
 
Μάνος Χατζιδάκις – «Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη» Πηγή: www.ogdoo.gr
Μάνος Χατζιδάκις – «Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη» Πηγή: www.ogdoo.gr
Μάνος Χατζιδάκις – «Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη» Πηγή: www.ogdoo.gr

Μάνος Χατζιδάκις: Πασχαλιές μέσα απο τη νεκρή γή (1961)
Στο οπισθόφυλλο της αρχικής έκδοσης ο Μάνος Χατζιδάκις γράφει:

“Ο τίτλος του έργου, μου βγήκε μέσα από το δεύτερο στίχο της «Έρημης Χώρας»* του Έλιοτ, που πρωτογνώρισα το 1943 στη θαυμαστή μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη.
Ήμουν δεκαοχτώ χρονώ και ως τα είκοσί μου, που τελείωσε ο πόλεμος, ανακάλυπτα την Μεσόγειο, τον Ήλιο, τον Χριστό, την Ελλάδα και τα Ρεμπέτικα. Κάτι περίεργες και πρωτοφανέρωτες για μένα μελωδίες, μου κινήσαν την προσοχή και με φέρανε σε περιοχές πιο αυστηρές και πιο αληθινές. Μπήκα μέσα σε μικρά μαγαζιά, απίθανα κρυμμένα κι απλησίαστα, σε χώρους μυσταγωγικούς, με κείνη την τολμηρή αστοχασιά της νεότητας, μαγεμένος από τα γυάλινα κεντήματα των μπουζουκιών, από τον επίμονο και διαπεραστικό ήχο του μπαγλαμά, θαμπωμένος από το μεγαλείο και τη βαθύτητα των μελωδικών φράσεων, ξένος, μικρός κι αδύναμος, πίστεψα με μιας πως το τραγούδι αυτό που άκουγα, ήταν δικιά μου, μια ολότελα δικιά μου υπόθεση.
Τον ίδιο καιρό, ο Τσαρούχης μου συνειδητοποιούσε το λυρισμό της γειτονιάς μου, ο Ελύτης τη λατρεία του Ελληνικού Ήλιου και ο Σεφέρης με τον Γκάτσο τη δυσκολία και τη σοφία της Ελληνικής γης, ενώ το υγιές ένστικτό μου με οδηγούσε μακριά από τη ρηχότητα των «πολιτισμένων» ελαφρών μας τραγουδιών ή από τη Βαλκανική Ρωμιοσύνη της «σοβαρής» μας μουσικής. Τα μπουζούκια τότε, στα μικρά και χωρίς αξιώσεις κέντρα τους, δεν είχαν φωτεινές επιγραφές από Νέον, δεν είχαν βεντέτες και ονόματα ηχηρά, δεν παρίσταναν τους «Έλληνες» για τους Τουρίστες, αλλά με σεμνότητα, με λάμπες πετρελαίου πολλές φορές, λειτουργούσαν απλά και ξεδίπλωναν με φανταστική δύναμη, μεράκια, βιώματα και πάθη, γνησίως Ελληνικά.
Το 1949, πρωτομίλησα γι’ αυτά τα τραγούδια, με φανατισμό και με αφέλεια, αλλά και με ιδέες και τόλμη, σε μια σειρά διαλέξεων που οργάνωσε το «Θέατρο Τέχνης». Κανείς δεν με πίστεψε, όμως όλοι συγχώρησαν τη νεανικότητά μου. Το 1950, παρουσίασα τις «Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές». Όλοι νόμισαν πως εξευγένισα επιτυχώς τα μπουζούκια, χωρίς να σκεφθούν πώς, ποια ανάγκη μπορούσε να με οδηγήσει στο να εξευγενίζω τραγούδια μη ευγενή, γιατί να διοχετεύω το οποιοδήποτε ταλέντο μου στην υπηρεσία μιας μουσικής, που για να υπάρξει, είχε την ανάγκη μου;
Είχαν και πάλι λάθος. Η επιτυχία όμως των «Έξι Λαϊκών Ζωγραφιών», ξύπνησε τους εμπόρους, τα ελαφρά θέατρα, τους μικροπρεπείς μουσικούς, τη βαθμιαία αναπτυσσόμενη τουριστική επιδίωξη, το εύκολο «Ελληνικόν μένος» των διεθνών μας προσωπικοτήτων, ώσπου ήρθε η ταινία «Ποτέ την Κυριακή» και στάθηκε η χαριστική βολή σ’ αυτό που υπήρξε κάποτε το Λαϊκό μας τραγούδι.
Σήμερα, ύστερα από είκοσι χρόνια, σαν προσευχή, θέλησα να κάμω αυτόν τον δίσκο και νομίζω πως πέτυχα να ξαναζωντανέψω όλο εκείνο το μελωδικό υλικό, που χρόνια τώρα διατηρούσα μέσα μου και συγχρόνως να εκφράσω όλη την εφηβική ευαισθησία ενός Νέου Έλληνα με παράδοση, μαζί με κείνη τη λεπτή κι ανοιξιάτικη θρησκευτική ατμόσφαιρα του Επιταφίου. Μαζί κι ο Έλιοτ με τον Τσαρούχη, που ζωγράφισε το εξώφυλλο, συνθέτουν την αληθινή νεανική μου ευαισθησία και ζωγραφίζουν μ’ όλες τις αποχρώσεις μια λιτανεία από εντατικές στιγμές.
Η φιλοδοξία μου ήταν να φτιάξω ένα έργο, για όλους τους αληθινούς Νέους.«Για τους γενναίους, τους ελεύθερους και δυνατούς», όπως θα έλεγε ο Εγγονόπουλος την εποχή εκείνη”.
Πηγή: www.ogdoo.gr
Ο δίσκος  «Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη» (Για μικρή ορχήστρα, 1961)περιλαμβάνει:
Το κομπολογάκι (Φτωχό κομπολογάκι μου, του Γιώργου Μητσάκη)
Περίπατος (Μπαξέ Τσιφλίκι, του Βασίλη Τσιτσάνη)
Το δωμάτιο ενός παιδιού (Μες στον οντά, του Σπύρου Περιστέρη)
Ανδρέας Ζέππος (Καπετάν Αντρέας Ζέππος, του Γιάννη Παπαϊωάννου)
Ένα κορίτσι από την Αλεξάνδρεια (Αλεξανδριανή Φελάχα, προπολεμικό τσιφτετέλι)
Η ώρα του αποχαιρετισμού (Πέρα στους πέρα κάμπους, παραδοσιακό της Δωδεκανήσου)
Επιμονή (Φραγκοσυριανή, του Μάρκου Βαμβακάρη)
Ευγενικά παιδιά (Ζούσα μοναχός χωρίς αγάπη, του Δημήτρη Γκόγκου – Μπαγιαντέρα)
Ένα δειλινό (Χωρίσαμε ένα δειλινό, του Βασίλη Τσιτσάνη)
Ο παλιός δρόμος (Πάλιωσε το σακάκι μου, του Βασίλη Τσιτσάνη)
Το Χατζηκυριάκειο (του Δημήτρη Γκόγκου – Μπαγιαντέρα)
Όταν ανάψουν οι φωτιές (Όταν συμβεί στα πέριξ, του Βασίλη Τσιτσάνη),
Απ’ της Ζέας το λιμάνι (του Γιάννη Παπαϊωάννου)
Το τραγούδι του γέρο – ναύτη (Ναύτη, γέρο – ναύτη, του Μάνου Χατζιδάκι)

 
«Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε»: Οι«Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» του Διονύσιου Σολωμού (από το afterschool bar
  
Ὁ Ἀπρίλης μὲ τὸν Ἔρωτα χορεύουν καὶ γελοῦνε,
κι ὅσ᾿ ἄνθια βγαίνουν καὶ καρποὶ τόσ᾿ ἄρματα σὲ κλειοῦνε.

Λευκὸ βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει
Καὶ μὲς τὴ θάλασσα βαθειὰ ξαναπετειέται πάλι,
Κι᾿ ὁλόλευκο ἐσύσμιξε μὲ τ᾿ οὐρανοῦ τὰ κάλλη.
Καὶ μὲς τῆς λίμνης τὰ νερά, ὅπ᾿ ἔφθασε μ᾿ ἀσπούδα
Ἔπαιξε μὲ τὸν ἴσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
Ποὺ εὐώδιασε τὸν ὕπνο της μέσα στὸν ἄγριο κρίνο·
Τὸ σκουληκάκι βρίσκεται σ᾿ ὥρα γλυκειὰ κ᾿ ἐκεῖνο.
Μάγεμα ἡ φύσις κι᾿ ὄνειρο στὴν ὀμορφιὰ καὶ χάρη,
Ἡ μαύρη πέτρα ὁλόχρυση καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι·
Μὲ χίλιες βρύσες χύνεται, μὲ χίλιες γλῶσσες κρένει:
Ὅποιος πεθάνῃ σήμερα χίλιες φορὲς πεθαίνει.
Τρέμ᾿ ἡ ψυχὴ καὶ ξαστοχᾶ γλυκὰ τὸν ἑαυτό της.
…..

(Διονύσιος Σολωμός – Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι, Σχεδίασμα Β)

Για τον Σολωμό, τις πηγές του και τη λογοτεχνία της Επτανήσου

________________________________________________

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s