Βαρδινογιάννηδες -7- (Άνθρακες ο ροδεσιανός θησαυρός) & Βαρδινογιάννηδες -8- (Η απόκτηση του διυλιστήριου)



Βαρδινογιάννηδες -7- Άνθρακες ο ροδεσιανός θησαυρός


Στις 7 Απριλίου 1966, το βρεττανικό υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει από τον ΟΗΕ εξουσιοδότηση να σταματήσει την παράδοση πετρελαίου στην Μπέιρα. Ο βρεττανός αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ, ο λόρδος Κάραντον, ζήτησε επείγουσα σύσκεψη του Συμβουλίου Ασφαλείας. Κι ενώ το αίτημα του Κάραντον αφορούσε εξουσιοδότηση για χρήση στρατιωτικής ισχύος προς αποτροπή κάθε παράδοσης πετρελαίου στην Μπέιρα, οι αφρικανικές χώρες που συμμετείχαν στο Συμβούλιο, ζητούσαν ακόμη αυστηρότερες κυρώσεις. Μάλιστα δε, οι αφρικανοί κατηγόρησαν τους βρεττανούς ότι δεν πήραν έγκαιρα στρατιωτικά μέτρα για να καταπνίξουν την επανάσταση στην Ροδεσία. Αυτό μπορεί σήμερα να ηχεί παράξενα στ’ αφτιά μας αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή οι περισσότερες υποσαχάριες αφρικανικές χώρες ήσαν αποικίες και, συνεπώς, ήταν λογικό να αντιτίθενται σε κάθε επαναστατική διαδικασία.

Τελικά, στις 9 Απριλίου, το Συμβούλιο Ασφαλείας εξέδωσε το Ψήφισμα 221, το οποίο χαρακτήριζε την παράδοση πετρελαίου στην Μπέιρα ως «απειλή για την διεθνή ειρήνη» και καλούσε την Μεγάλη Βρεττανία «να εμποδίσει, ακόμη και με χρήση στρατιωτικής ισχύος αν είναι απαραίτητο, την άφιξη στην Μπέιρα πλοίων που δικαιολογημένα εκτιμάται ότι μεταφέρουν πετρέλαιο με προορισμό την Ροδεσία, ενώ παροτρύνει το Ηνωμένο Βασίλειο να συλλάβει και να κρατήσει το τάνκερ Joanna V αμέσως μόλις αναχωρήσει από την Μπέιρα, εφ’ όσον είχε ξεφορτώσει εκεί το πετρέλαιο που μεταφέρει». (TMC Asser Instituut, «Resolutions and Statements of the United Nations Security Council 1946-1989«, σελίδα 84).

Το Ψήφισμα 221 αποτέλεσε ορόσημο για τα Ηνωμένα Έθνη, αφού ήταν η πρώτη φορά μετά τον πόλεμο της Κορέας που μια τοπική διαμάχη χαρακτηριζόταν ως «απειλή για την διεθνή ειρήνη», δίνοντας την δυνατότητα στο Συμβούλιο Ασφαλείας να χορηγεί εξουσιοδοτήσεις για χρήση στρατιωτικής ισχύος. Και, βέβαια, είναι η μοναδική φορά στα χρονικά του ΟΗΕ που ψήφισμά του θεωρεί μια απλή παράδοση πετρελαίου ως «απειλή για την παγκόσμια ειρήνη». Πάνω σ’ αυτό το Ψήφισμα έχουν βασιστεί αμέτρητες επεμβάσεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ (π.χ. Γιουγκοσλαβία, Ιράκ, Σομαλία κλπ κλπ)

Το αφτί τού Γιώργου Βαρδινογιάννη ίδρωσε τόσο πολύ ώστε το επόμενο πρωί σήκωσε άγκυρες και οδήγησε το Joanna V στην «αποβάθρα 8», λίγα μόλις μέτρα από τον αγωγό, κάνοντας σαφές ότι ήταν έτοιμος να ξεφορτώσει. Στον τόπο έσπευσε ο έλληνας πρόξενος, ο οποίος ενημέρωσε τον Βαρδινογιάννη ότι οι ελληνικές αρχές είχαν άρει προ πενθημέρου την νομιμοποίηση του πλοίου και, συνεπώς, το Joanna V για την Ελλάδα ήταν πλέον πειρατικό. Τότε ο Βαρδινογιάννης έβαλε έναν ναύτη να σβήσει με μπογιά την λέξη Peiraeus στην πρύμνη του πλοίου και να γράψει Panama. Λίγες ώρες αργότερα, οι αρχές τού Παναμά ειδοποίησαν τον καπετάνιο ότι κι ο Παναμάς με την σειρά του είχε διαγράψει το πλοίο από τα κατάστιχά του. Ο Βαρδινογιάννης ξανάστειλε τον ναύτη στην πρύμνη, να σβήσει το Panama και να μη γράψει τίποτε, ενώ κατέβασε και την παναμέζικη σημαία, περιμένοντας οδηγία τού αδερφού του σχετικά με το ποια σημαία να σηκώσει.

Στο μεταξύ, η ελληνική κοινότητα της Ροδεσίας (οι φήμες που υπήρχαν έντονες στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ότι υπάρχει άφθονο χρυσάφι στις όχθες των ποταμών της τότε Ροδεσίας, έσπρωξε αρκετά νωρίς πολλούς Έλληνες να φτάσουν στην περιοχή) έστειλε συγχαρητήριο τηλεγράφημα στον Γιώργο Βαρδινογιάννη, εξαίροντας τον ηρωισμό του. Όπως έγραψε η Daily Mirror, «λιπόσαρκος, σκυθρωπός και ντροπαλός, χαμογέλασε μόλις βγήκε στην στεριά και είπε: Έκανα απλώς το καθήκον μου. Δεν ήταν πολύ δύσκολο«.

Τελικά, κάτω από την διεθνή πίεση αλλά και την απαγόρευση εκφόρτωσης από τις πορτογαλικές αρχές, ο Ίαν Σμιθ αναγκάστηκε να δηλώσει ότι αφ’ ενός μεν δεν ήθελε να ανακατέψει την Πορτογαλία στην διαμάχη του με τους άγγλους αφ’ ετέρου δε ότι δεν είχε ανάγκη τον αγωγό τής Μπέιρα. «Τόσα χρόνια πώς τα καταφέρναμε;», τόνισε με νόημα, εννοώντας ότι στα νότια της Μοζαμβίκης και λίγο πιο πέρα από τα σύνορα με την Νότιο Αφρική υπάρχει το Λουρέντσο Μάρκες (σήμερα Μαπούτο).

Η βρεττανική φρεγάτα Eagle συνοδεύει το Joanna V προς τα διεθνή ύδατα

Έτσι, το Joanna V δεν ξεφόρτωσε στην Μπέιρα. Αφού έμεινε ελλιμενισμένο και χωρίς εθνικότητα επί 4 μήνες, στις 18 Αυγούστου ξανασήκωσε την ελληνική σημαία και απέπλευσε συνοδευόμενο από βρεττανικά πλοία με προορισμό τον Πειραιά, όπου έφτασε στις 18 Σεπτεμβρίου με όλο του σχεδόν το φορτίο (επειδή το πλοίο είχε μείνει ασυντήρητο επί τόσους μήνες, οι βρεττανοί επέτρεψαν την μεταφόρτωση 16.000 τόννων σε άλλο τάνκερ, για λόγους ασφαλείας). Τελικά… άνθρακες ο θησαυρός. Η υπόθεση Ροδεσία είχε καταλήξει σε φιάσκο για τους Βαρδινογιάννηδες. Ο βρεττανός πρωθυπουργός Χάρολντ Ουίλσον είχε κάθε δικαίωμα να αισθάνεται ικανοποιημένος.

Άρθρο της Sydney Morning Herald, 6/4/1966
«Προκλητικό τάνκερ απειλεί τον βρεττανικό
αποκλεισμό στο πετρέλαιο της Ροδεσίας»

Για την ιστορία, ας προσθέσουμε ότι το εμπάργκο στην Ροδεσία κράτησε τυπικά ως την 25η Ιουνίου 1973, ημέρα ανεξαρτησίας τής Μοζαμβίκης και ουσιαστικά ως το 1975. Στην διάρκεια αυτού του δεκαετούς αποκλεισμού, στις βρεττανικές περιπολίες έλαβαν μέρος 76 πλοία και 24.000 άνδρες, κάτι που εκτιμάται πως κόστισε στο Ηνωμένο Βασίλειο κάπου εκατό εκατομμύρια στερλίνες. Οι τελευταίες κυρώσεις κατά της Ροδεσίας θα αίρονταν λίγες μέρες πριν εκπνεύσει το 1979 και τον επόμενο χρόνο η χώρα θα αποκτούσε την ανεξαρτησία της με το όνομα Ζιμπάμπουε.

Θα περίμενε κανείς ότι η αποτυχία τού φιλόδοξου σχεδίου με την Ροδεσία, για χάρη του οποίου είχε κάνει τόσα και τόσα έξοδα, θα γονάτιζε τον Νίκο Βαρδινογιάννη. Πολύ περισσότερο δε που, λίγους μήνες αργότερα, θα επιβαλλόταν στον τόπο μια στρατιωτική δικτατορία, η οποία θα υποχρέωνε τον αδελφό του τον Παύλο να αυτοεξοριστεί και θα εκτόπιζε στην Αμοργό τον άλλον αδελφό του, τον Βαρδή.

Όμως, όλα τούτα δεν προξένησαν στην οικογένεια ενόχληση μεγαλύτερη από εκείνη μιας παρονυχίδας. Με καλύτερο πελάτη της τα στρατιωτικά πλοία των ΗΠΑ που περνούσαν από την Μεσόγειο, οι δουλειές τής ΣΕΚΑ πήγαιναν πρίμα (άλλωστε, κάποιοι λένε πως κυρίως γι’ αυτά τα πλοία φτιάχτηκε ο σταθμός στο Μικρονήσι). Τόσο πρίμα ώστε σε λίγα χρόνια, την εποχή της χούντας, οι Βαρδινογιάννηδες θα αποκτούσαν δικό τους διυλιστήριο…


Βαρδινογιάννηδες – 8. Η απόκτηση του διυλιστήριου


Μόλις επιβλήθηκε η δικτατορία των συνταγματαρχών, οι μεγάλοι κεφαλαιοκράτες χύμηξαν στην περιουσία τού ελληνικού λαού. Είναι χαρακτηριστικό ότι η χούντα απηύθυνε ανοιχτή πρόσκληση στους αμερικανούς επενδυτές, μέσα από τις σελίδες των Τάιμς της Νέας Υόρκης, προσφέροντας: απαλλαγή τόσο της εταιρείας όσο και του αλλοδαπού προσωπικού της από κάθε φόρο ή δασμό, εισαγωγή παντός είδους (από οικοσκευή μέχρι αυτοκίνητο) ατελώς, ελεύθερη εξαγωγή συναλλάγματος, πλήρη φορολογική ασυλία (τα λογιστικά βιβλία όλων των ξένων εταιρειών δεν ελέγχθηκαν ποτέ!) κλπ. Για να θεσμοθετήσει όλα αυτά τα προνόμια, η χούντα δεν δίστασε να τα κατοχυρώσει και συνταγματικά (άρθρο 23 του χουντικού «συντάγματος»). Η νόμιμη ληστεία του ξένου κεφαλαίου εις βάρος του εθνικού μας πλούτου ήταν τόσο μεγάλη ώστε αρκούσε μια πενταετία για να επιτευχθεί πλήρης επιστροφή του επενδεδυμένου κεφαλαίου (με απλά λόγια, τα κέρδη μιας πενταετίας ισούνταν με το κεφάλαιο της επένδυσης)!!Εκείνη την εποχή, η χώρα διέθετε δυο κρατικά διυλιστήρια. Εκείνο της Θεσσαλονίκης το είχε καπαρώσει από νωρίς ο Τομ Πάππας. Στην ποδιά τού δεύτερου άρχισαν να σφάζονται πλούσια παλληκάρια: Ωνάσης, Νιάρχος, Λάτσης, Ανδρεάδης, Βαρδινογιάννης. Ο Ωνάσης, εκμεταλλευόμενος τις άριστες σχέσεις του με τον Παπαδόπουλο (ο δικτάτορας έμενε σε βίλλα στο Λαγονήσι, που του την είχε παραχωρήσει δωρεάν ο Ωνάσης), υπέβαλε προσφορά για το δεύτερο διυλιστήριο, ύψους 400 εκατ. δολλαρίων. Ο Μακαρέζος πήρε την προσφορά και την έκανε βούκινο στα πέρατα της οικουμένης, ως την μεγαλύτερη οικονομική επιτυχία της Ελλάδας κατά την τελευταία δεκαετία. Όμως, ο σύγγαμβρος (μπατζανάκης) του Αριστοτέλη, ο Νιάρχος, αντέδρασε αμέσως και αντιπρότεινε 500 εκατ. δολλάρια, αιφνιδιάζοντας την χούντα.Σαν να μην έφτανε αυτό, ο Νιάρχος έκανε και ρελάνς: προσφέρθηκε να προμηθεύει με πετρέλαιο την χώρα χρεώνοντας μεταφορικά 11,8 δολλάρια τον τόννο, την ώρα που ο Ωνάσης ζητούσε 14 δολλάρια. Αυτή η «μικροδιαφορά» σήμαινε για το δημόσιο 150 εκατ. δολλάρια σε μια δεκαετία. Συν η διαφορά των 100 της προσφοράς, ο Νιάρχος έδινε 250 εκατ. δολλάρια παραπάνω.

Η χαμογελαστή Νάνα Μούσχουρη συνομιλεί με τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο.
Δίπλα της, σε πρώτο πλάνο, ο πρώην αυτοεξόριστος Παύλος Βαρδινογιάννης κάνει τις συστάσεις.

Οι συνταγματάρχες βρέθηκαν προ αδιεξόδου. Η προσφορά του Νιάρχου ήταν εντυπωσιακά καλύτερη αλλά ο Παπαδόπουλος υποστήριζε αναφανδόν τον Ωνάση. Από την άλλη, όμως, τόσο ο Μακαρέζος όσο και μερικοί υπουργοί προτιμούσαν τον Νιάρχο. Τότε, ο Ωνάσης κατήγγειλε στον Παπαδόπουλο ότι ο Ορλάνδος (τότε αναπληρωτής υπουργός συντονισμού) του ζήτησε ανταλλάγματα ώστε να πάει με το μέρος του. Ο Παπαδόπουλος κάλεσε αμέσως τον Ορλάνδο στο γραφείο του και, παρουσία του Ωνάση, τον ρώτησε αν αληθεύει η καταγγελία. «Ναι», απάντησε ο υπουργός, «ο κύριος Ωνάσης μου προσέφερε ένα σημαντικό ποσό». «Και γιατί δεν μου το είπες;» ρώτησε ο δικτάτορας, για να εισπράξει την απάντηση: «Μα, δεν ήθελα να εκθέσω τον κύριο Ωνάση». «Ρε συ», παρενέβη ο Ωνάσης, «εγώ είμαι επιχειρηματίας και χρησιμοποιώ όλα τα μέσα για να κάνω την δουλειά μου. Εσύ όμως είσαι υπουργός. Γιατί δέχτηκες να συζητήσεις πόσα θα πάρεις;» (ο διάλογος μεταφέρεται αυτολεξεί από το βιβλίο τού Γιάννη Κάτρη «Η γέννηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα»).

Γεώργιος Παπαδόπουλος – Τομ Πάππας

Τελικά, τόσο ο Ορλάνδος όσο και ο υφυπουργός συντονισμού Ευλάμπιος παραιτήθηκαν αλλά η κατάσταση παρέμενε περίπλοκη αφού η χούντα προτιμούσε τον Ωνάση αλλά ο Νιάρχος διέθετε πλήρη βρεττανική υποστήριξη. Ο Παπαδόπουλος, φοβούμενος αποκαλύψεις εκ μέρους του Νιάρχου, δίσταζε να κλείσει την δουλειά και στις 20 Μαΐου 1969 προκήρυξε διεθνή διαγωνισμό. Μη ξέροντας ποιανού την καρδιά να φτιάξει και ποιανού να χαλάσει, η χούντα κήρυξε τον διαγωνισμό ατελέσφορο.

Η λύση βρέθηκε στις 7 Μαρτίου 1970: η χούντα θα παραχωρούσε στον Νιάρχο το 70% τού δεύτερου διυλιστηρίου και ο Νιάρχος θα επένδυε 200 εκατ. δολλάρια ενώ για τον Ωνάση θα εγκρινόταν άδεια να επενδύσει 600 εκατ. δολλάρια φτιάχνοντας τρίτο διυλιστήριο. Έτσι, έμειναν όλοι ευχαριστημένοι. Κυρίως, όμως, έμειναν ευχαριστημένα τα στελέχη της χούντας, αφού πήραν τα «δωράκια» τους (την ημέρα που υπογραφόταν η σύμβαση με τον Ωνάση, σε τράπεζα της Γενεύης κατατέθηκαν σε λογαριασμό του Παπαδόπουλου 4 εκατ. δολλάρια). Δυστυχώς, έμειναν δυσαρεστημένοι ο Ανδρεάδης, ο Λάτσης και οι Βαρδινογιάννηδες.

Περί τα τέλη του 1971, οι διεθνείς συγκυρίες έχουν εκτινάξει το κόστος μεταφοράς τού πετρελαίου στα ύψη και ο Ωνάσης διαβλέπει ότι δεν μπορεί να έχει τα κέρδη που είχε υπολογίσει. Έτσι, ζητάει να παραιτηθεί από την σύμβαση. Ο Παπαδόπουλος του κάνει αμέσως το χατήρι, επιστρέφοντάς του μάλιστα (εντελώς παράνομα) την εγγυητική επιστολή ύψους 7 εκατ. δολλαρίων, η οποία έπρεπε να καταπέσει υπέρ του ελληνικού δημοσίου. Έτσι, ο δικτάτορας μπορεί πλέον να ικανοποιήσει και τους μέχρι τώρα δυσαρεστημένους: ο Λάτσης με τους Βαρδινογιάννηδες θα μοιράζονταν την άδεια για το τρίτο διυλιστήριο (φτιάχνοντας ο καθένας το δικό του) και ο Ανδρεάδης θα έπαιρνε μια τέταρτη άδεια για να μη μείνει παραπονεμένος.

Παρένθεση. Πρόκειται για απορία που την έχουμε διατυπώσει κατ’ επανάληψη αλλά θα την ξαναδιατυπώσουμε επειδή είναι μια απορία που επανέρχεται διαρκώς: πώς γίνεται και δείχνει τέτοια εύνοια η χούντα σε μια οικογένεια που ένα μέλος της αυτοεξορίστηκε στις 21 Απριλίου 1967 για να γλιτώσει τις διώξεις κι ένα άλλο εκτοπίστηκε επειδή μπλέχτηκε με το Κίνημα του Ναυτικού; Άλλοι, για πολύ μικρότερα «εγκλήματα» (π.χ. κατείχαν δίσκους του Μίκη ή πιάνονταν να διαβάζουν βιβλίο τού Χένρυ Μίλλερ)(*) δεν μπορούσαν να γίνουν ούτε σκουπιδιάρηδες… Κλείνει η παρένθεση.

Και κάπως έτσι, κάπου στις βόρειες ακτές τού Σαρωνικού, με τις ευλογίες και, κυρίως, με τα δάνεια της χούντας, ο Νίκος Βαρδινογιάννης έβαλε τα θεμέλια των Διυλιστηρίων Κορίνθου. Έχοντας ήδη στα σκαριά την ίδρυση της Μότορ Όιλ (φυσικά, πάλι με δάνεια της χούντας), οι Βαρδινογιάννηδες θα γίνονταν πλέον -και παραμένουν ως και σήμερα- οι εγχώριοι κυρίαρχοι στο πετρελαιικό παιχνίδι. Ήταν η τελευταία μεγάλη δουλειά που επρόκειτο να κάνει ο Νίκος, αφού το 1973 θα εγκατέλειπε αυτόν τον μάταιο κόσμο σε ηλικία μόλις 42 ετών. Στο τιμόνι θα τον διαδεχόταν ο εκτοπισμένος τής Αμοργού, ο αδελφός του Βαρδής.

(*) Στις 8 Μαρτίου 1970, κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, πολτοποιήθηκαν 600 από τα 1000 εκδοθέντα αντίτυπα (όσα, δηλαδή, βρέθηκαν απούλητα) του βιβλίου του Χένρυ Μίλλερ «Τροπικός του Αιγόκερω». Όπως είπε ο εισαγγελέας, «ο Μίλλερ μπορεί να είναι μεγάλος συγγραφέας για πέρα από τον Ατλαντικό, εδώ όμως υπάρχει ο αιώνιος βράχος που φωτίζει τον δυτικό πολιτισμό».

Συνεχίζεται… _______________________________________________

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s