Β.Ι.ΛΕΝΙΝ : ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ


Επίκαιρο αυτό το έργο…ειδικά για την Ελλάδα,τώρα.

Κεφάλαιο 1 – 3, εκδόσεις Σύγχρονη εποχή, σημείωση 1917.gr]

Πρόλογος στη Ρώσικη έκδοση του 1917
Το ζήτημα του κράτους αποχτάει σήμερα ιδιαίτερη σπουδαιότητα και από θεωρητική και από πραχτική – πολιτική
άποψη. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος επιτάχυνε και όξυνε εξαιρετικά το προτσές της μετατροπής του μονοπωλιακού
καπιταλισμού σε κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό. Η τερατώδικη καταπίεση των εργαζόμενων μαζών από το κράτος,
πού συγχωνεύεται όλο και πιο στενά με τις παντοδύναμες ενώσεις των κεφαλαιοκρατών, γίνεται όλο και πιο τερατώδικη.
Οι προχωρημένες χώρες μετατρέπονται – μιλάμε για τα «μετόπισθέν» τους – σε στρατιωτικά κάτεργα για τους εργάτες.
Οι ανήκουστες φρίκες και συμφορές του πολέμου πού παρατείνεται κάνούν ανυπόφορη την κατάσταση των μαζών,
δυναμώνουν την αγανάχτηση τους. Ωριμάζει έκδηλα η διεθνής προλεταριακή επανάσταση. Το ζήτημα της στάσης της
απέναντι στο κράτος αποκτάει πρακτική σημασία.
Τα στοιχεία του οπορτουνισμού, που συσσωρεύτηκαν μέσα σε δεκαετίες μιας σχετικά ειρηνικής εξέλιξης, δημιούργησαν
το ρεύμα του σοσιαλσωβινισμού, που κυριαρχεί στα επίσημα σοσιαλιστικα κόμματα όλου του κόσμου. Το ρεύμα αυτό
(Πλεχάνοφ, Ποτρέσοφ, Μπρεσκόφσκαγια, Ρουμπάνοβιτς, κατόπι, με λιγάκι σκεπασμένη μορφή, οι κ. κ. Τσερετέλι,
Τσερνόφ και Σια στη Ρωσία, οι Σάιντεμαν, Λέγκιεν, Ντάβιντ κλπ. στη Γερμανία, οι Ρενοντέλ, Γκέντ, Βαντερβέλντε στη
Γαλλια και το Βέλγο, ο Χάιντμαν και οι φαβιανοί στην Αγγλία κτλ. κτλ.), σοσιαλισμός στα λόγια, σωβινισμός στην πράξη,
το διακρίνει η πρόστυχη λακεδίστικη προσαρμογή των «αρχηγών του σοσιαλισμού» στα συμφέροντα όχι μόνο της «δικής
τους» εθνικής αστικής τάξης, μα ιδίως του «δικού τους» κράτους, γιατί οι περισσότερες από τις λεγόμενες μεγάλες
Δυνάμεις από καιρό εκμεταλλεύονται και υποδουλώνουν πολλές μικρές και αδύνατες εθνότητες. Κι ο ιμπεριαλιστικός
πόλεμος είναι ίσα-ίσα πόλεμος για το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα αυτού του είδους της λείας. Η πάλη για την
απαλλαγή των εργαζόμενων μαζών από την επιρροή της αστικής τάξης γενικά, και της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης
ιδιαίτερα, δεν είναι δυνατή χωρίς την καταπολέμηση των οπορτουνιστικών προλήψεων για το «κράτος».
Θα εξετάσουμε πρώτα τη διδασκαλία του Μαρξ και του Ένγκελς για το κράτος και θα σταματήσουμε πολύ
λεπτομερειακά στις ξεχασμένες ή οπορτουνιστικά διαστρεβλωμένες πλευρές αυτής της διδασκαλίας. Κατόπι θα
καταπιαστούμε ειδικά με τον κύριο εκπρόσωπο αυτών των διαστρεβλώσεων, με τον Καρλ Κάουτσκι, τον πιο γνωστό
ηγέτη της Δεύτερης Διεθνούς (1889- 1914), που χρεωκόπησε τόσο αξιοθρήνητα στη διάρκεια του τωρινού πολέμου.
Τέλος, θα βγάλουμε τα βασικά συμπεράσματά από την πείρα των ρωσικών επαναστάσεων του 1905 και ιδιαίτερα του
1917. Όπως φαίνεται, τούτη η, τελευταία κλείνει σήμερα (αρχές Αυγούστου 1917) την πρώτη φάση της ανάπτυξης της,
όλη όμως αυτή η επανάσταση μπορεί γενικά να γίνει κατανοητή μόνο σαν ένας κρίκος στην αλυσίδα των σοσιαλιστικών
προλεταριακών επαναστάσεων, που προκαλεί ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος. Το ζήτημα της στάσης της σοσιαλιστικής
επανάστασης του προλεταριάτου απέναντι στο κράτος αποχτάει έτσι όχι μόνο πρακτική – πολιτική σημασία, μα και την
πιο επίκαιρη σημασία, σαν ζήτημα που ξεκαθαρίζει στις μάζες τι θα πρέπει να κάνουν για να λυτρωθούν στο άμεσο
μέλλον από το ζυγό του κεφαλαίου.
Αύγουστος 1917
Ο συγγραφέας


Πρόλογος στη δέυτερη ρωσική έκδοση του 1918
Τούτη, η δεύτερη έκδοση τυπώνεται σχεδόν χωρίς αλλαγές. Προστέθηκε μόνο η 3η παράγραφος στο κεφάλαιο ΙΙ.
Ο συγγραφέας
Μόσχα, 17 του Δεκέμβρη 1918
Ι – ΤΑΞΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ
1. Το κράτος: προιόν των ασυμφιλίωτων ταξικών αντιθέσεων
Με τη διδασκαλία του Μαρξ συμβαίνει σήμερα ό’τι συνέβηκε επανειλημμένα στην ιστορία με τις διδασκαλίες των
επαναστατών στοχαστών και αρχηγών των καταπιεζόμενων τάξεων στην πάλη τους για την απελευθέρωση. Όσο ζούσαν
οι μεγάλοι επαναστάτες, οι τάξεις των καταπιεστών τους καταδίωκαν συνεχώς και αντιμετώπιζαν τη διδασκαλία τους με
την πιο άγρια μανία, με το πιο λυσσασμένο μίσος, με την πιο αχαλίνωτη εκστρατεία ψευτιάς και συκοφαντίας. Ύστερα
από το θάνατο τους γίνονται προσπάθειες να τους μετατρέψουν σε άβλαβα εικονίσματα, σα να λέμε, να τους
αγιοποιήσουν, να δώσουν κάποια δόξα στο όνομα τους για «παρηγοριά» των καταπιεζόμενων τάξεων και για την
αποβλάκωση τους, ευνουχίζοντας το περιεχόμενο της επαναστατικής διδασκαλίας, στομώνοντας την επαναστατική της
αιχμή, εκχυδαΐζοντας την. Με τέτοια «επεξεργασία» του μαρξισμού συμφωνάνε σήμερα η αστική τάξη και οι
οπορτουνιστές μέσα στο εργατικό κίνημα. Λησμονούν, σβήνουν, διαστρεβλώνουν την επαναστατική πλευρά της
διδασκαλίας, την επαναστατική ψυχή της. Προωθούν στην πρώτη γραμμή, εξυμνούν εκείνο πού είναι αποδεχτό ή που
φαίνεται πώς είναι αποδεχτό για την αστική τάξη. Όλοι οι σοσιαλσωβινιστές είναι σήμερα «μαρξιστές» – χωρίς αστεία!
Και όλο και πιο συχνά οι Γερμανοί αστοί επιστήμονες, χθεσινοί ειδικοί στην εξόντωση του μαρξισμού, μιλάνε για τον
«εθνικό-Γερμανό» Μαρξ, που διαπαιδαγώγησε τάχα τα τόσο περίφημα οργανωμένα για τη διεξαγωγή του ληστρικού
πολέμου συνδικάτα των εργατών!
Μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση, μπροστά στην ανήκουστη διάδοση των διαστρεβλώσεων του μαρξισμού, χρέος μας
είναι πριν απ’ όλα ν’ αποκαταστήσουμε την αληθινή διδασκαλία του Μαρξ για το κράτος. Χρειάζεται γι’ αυτό να
παραθέσουμε πάρα πολλές μεγάλες περικοπές από τα ίδια τα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς. Φυσικά, οι μεγάλες
περικοπές θα κάνουν βαριά την έκθεση και δε θα συμβάλουν διόλου στον εκλαϊκευτικό χαρακτήρα της. Μα είναι
εντελώς αδύνατο να τα βγάλουμε πέρα χωρίς αυτές. Πρέπει οπωσδήποτε να παρατεθούν όσο το δυνατόν πληρέστερα
όλα ή τουλάχιστο όλα τ’ αποφασιστικά μέρη από τα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς που αφορούν το ζήτημα του κρά-
τους, για να μπορέσει ο αναγνώστης να σχηματίσει δική του αυτοτελή αντίληψη για το σύνολο των απόψεων των
θεμελιωτών του επιστημονικού σοσιαλισμού και για την εξέλιξη αυτών των απόψεων, καθώς και για ν’ αποδειχτεί με
ντοκουμέντα και να δειχτεί παραστατικά η διαστρέβλωση τους από τον «καουτσκισμό» που κυριαρχεί σήμερα.
Ας αρχίσουμε από το πιο διαδομένο έργο του Φρ. Ένγχελς: «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και
του κράτους», που το 1894 βγήκε στη Στουτγάρδη η 6η κιόλας έκδοση του. Θα χρειαστεί να μεταφράσουμε τις περικοπές
από τα γερμανικά πρωτότυπα, γιατί οι ρωσικές μεταφράσεις, μ’ όλο που είναι πολυάριθμες, οι περισσότερες είτε δεν
είναι πλήρεις, είτε έχουν γίνει με τρόπο που δεν είναι διόλου ικανοποιητικός.
«Το κράτος – λέει ο Ένγκελς, βγάζοντας τα συμπεράσματα από την ιστορική του ανάλυση – δεν είναι καθόλου μια δύναμη
που επιβλήθηκε στην κοινωνία απ’ έξω. Το κράτος δεν είναι επίσης «η πραγματικότητα της ηθικής ιδέας», «η εικόνα και
η πραγματικότητα του λογικού», όπως ισχυρίζεται ο Χέγκελ. Το κράτος είναι προϊόν της κοινωνίας σε ορισμένη βαθμίδα
εξέλιξης. Το κράτος είναι η ομολογία ότι η κοινωνία αυτή μπερδεύτηκε σε μιαν άλυτη αντίφαση με τον εαυτό της,
διασπάστηκε σε ασυμφιλίωτες αντιθέσεις, που δεν έχει τή δύναμη να τις εξορκίσει. Και για να μη φθείρουν τον εαυτό
τους και την κοινωνία σ’ έναν άκαρπο αγώνα αυτές οι αντιθέσεις, οι τάξεις με τ’ αντιμαχόμενα οικονομικά συμφέροντα,
έγινε αναγκαία μια δύναμη, που φαινομενικά στέκει πάνω από την κοινωνία, για να μετριάζει τή σύγκρουση, για να την
κρατάει μέσα στα όρια της «τάξεως». Κι η δύναμη αυτή, που προήλθε από την κοινωνία, μα πού βάζει τον εαυτό της
πάνω απ’ αυτήν, που όλο και περισσότερο αποξενώνεται απ’ αυτήν, είναι το κράτος».
Εδώ διατυπώνεται με απόλυτη σαφήνεια η βασική ιδέα του μαρξισμού στο ζήτημα του ιστορικού ρόλου και της
σημασίας του κράτους. Το κράτος είναι προϊόν και εκδήλωση του ασυμφιλίωτου των ταξικών αντιθέσεων. Το κράτος
εμφανίζεται εκεί, τότε και καθόσον, όπου, όταν και εφόσον οι ταξικές αντιθέσεις δεν μπορούν αντικειμενικά να
συμφιλιωθούν. Και αντίστροφα : η ύπαρξη του κράτους αποδείχνει ότι οι ταξικές αντιθέσεις είναι ασυμφιλίωτες.
Ακριβώς απ’ αυτό το σπουδαιότατο και θεμελιακό σημείο αρχίζει η διαστρέβλωση του μαρξισμού, που ακολουθεί δυο
βασικές γραμμές.
Από τη μια μεριά, οι αστοί και προπάντων οι μικροαστοί ιδεολόγοι -αναγκασμένοι κάτω από την πίεση των
αδιαφιλονίκητων ιστορικών γεγονότων ν’ αναγνωρίσουν ότι το κράτος υπάρχει μόνο εκεί που υπάρχουν ταξικές
αντιθέσεις και ταξική πάλη- «διορθώνουν» τον Μαρξ με τρόπο που βγαίνει πως το κράτος είναι όργανο συμφιλίωσης των
τάξεων. Κατά τον Μαρξ, το κράτος δε θα μπορούσε ούτε να εμφανιστεί, ούτε να διατηρηθεί, αν ήταν δυνατή μια
συμφιλίωση των τάξεων. Σύμφωνα με τους μικροαστούς και φιλισταίους καθηγητές και δημοσιολόγους, – που κάθε τόσο
επικαλούνται καλόβουλα τον Μαρξ – βγαίνει πως το κράτος ίσα-ίσα συμφιλιώνει τις τάξεις. Κατά τον Μαρξ, το κράτος
είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, όργανο καταπίεσηs μιας τάξης από μιαν άλλη, είναι η δημιουργία της «τάξεως»
εκείνης, που νομιμοποιεί και στερεώνει αυτή την καταπίεση, μετριάζοντας τη σύγκρουση των τάξεων. Κατά τη γνώμη
των μικροαστών πολιτικών, τάξις είναι ακριβώς η συμφιλίωση των τάξεων κι όχι η καταπίεση της μιας τάξης από μιαν
άλλη, γι’ αυτούς μετριασμός τις σύγκρουσης σημαίνει συμφιλίωση κι όχι αφαίρεση από τις καταπιεζόμενες τάξεις
ορισμένων μέσων και τρόπων πάλης για την ανατροπή των καταπιεστών.
Λογουχάρη, όλοι οι εσέροι (σοσιαλιστές – επαναστάτες) και οι μενσεβίκοι στην επανάσταση του 1917, ακριβώς όταν το
ζήτημα της σημασίας και του ρόλου του κράτους ορθώθηκε σ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια, ορθώθηκε πραχτικά, σαν
ζήτημα άμεσης δράσης, και μάλιστα δράσης σε μαζική κλίμακα, – όλοι τους κατρακύλησαν με μιας και ολοκληρωτικά στη
μικροαστική θεωρία της «συμφιλίωσης» των τάξεων από το «κράτος». Οι αναρίθμητες αποφάσεις και τα άρθρα των
πολιτικών και των δυο αυτών κομμάτων είναι πέρα για πέρα διαποτισμένα μ’ αυτή τη μικροαστική και φιλισταίκη
θεωρία της «συμφιλίωσης». Το γεγονός ότι το κράτος είναι όργανο κυριαρχίας ορισμένης τάξης, που δεν μπορεί να
συμφιλιωθεί με τον αντίποδα της (με την αντίπαλη σ’ αυτήν ταξη), αυτό η μικροαστική δημοκρατία δεν είναι ποτέ σε
θέση να το καταλάβει. Η στάση απέναντι στο κράτος είναι, μια από τις πιο εξόφθαλμες εκδηλώσεις του ότι οι εσέροι και
οι μενσεβίκοι μας δεν είναι διόλου σοσιαλιστές (πράγμα που εμείς, οι μπολσεβίκοι, ποτέ δεν πάψαμε να το
αποδείχνουμε), αλλά μικροαστοί δημοκράτες με σχεδόν σοσιαλιστική φρασεολογία.
Από την άλλη μεριά, η «καουτσκική» διαστρέβλωση του μαρξισμού είναι πολύ πιο ραφιναρισμένη. «Θεωρητικά» δεν
αρνιέται ούτε πως το κράτος είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, ούτε πως οι ταξικές αντιθέσεις είναι ασυμφιλίωτες. Αλλά
παραβλέπεται ή συγκαλύπτεται τούτο: αν το κράτος είναι προϊόν του ασυμφιλίωτου των ταξικών αντιθέσεων, αν είναι
μια δύναμη που στέκει πάνω από την κοινωνία και «όλο και περισσότερο ά π ο ξ ε ν ώ ν ε τ α ι από την κοινωνία», γίνεται
φανερό πως η απελευθέρωση της καταπιεζόμενης τάξης είναι αδύνατη όχι μόνο χωρίς βίαιη επανάσταση, αλλά και
χωρίς καταστροφή του μηχανισμού της κρατικής εξουσίας, που δημιούργησε η κυρίαρχη τάξη και που ενσαρκώνει αυτή
την «αποξένωση». Το συμπέρασμα τούτο, που θεωρητικά ήταν σαφές από μόνο του, ο Μαρξ το έβγαλε, όπως θα δούμε
πιο κάτω, απολύτως συγκεκριμένα με βάση τη συγκεκριμένη ιστορική ανάλυση των καθηκόντων της επανάστασης. Κι
αυτό ακριβώς το συμπέρασμα ο Κάουτσκι -αυτό θα το δείξουμε λεπτομερειακά στην παραπέρα έκθεση μας- το…
«ξέχασε» και το διαστρέβλωσε.
2. Οι ιδιαίτεροι σχηματισμοί ένοπλων ανθρώπων, οι φυλακές κτλ
…»Σε σύγκριση με την παλιά οργάνωση των γενών -συνεχίζει ο Ένγκελς- το κράτος το χαρακτηρίζει, πρώτο, ο χωρισμός
των υπηκόων του κατά, εδαφική περιοχή»… Αυτός ο χωρισμός μας φαίνεται «φυσικός», στοίχισε όμως μακρόχρονους
αγώνες ενάντια στην παλιά οργάνωση κατά γένη και φυλές.
…»Το δεύτερο διακριτικό γνώρισμα είναι η ίδρυση μιας δημόσιας εξουσίας, που δε συμπίπτει πια άμεσα με τον
αυτοοργανωμένο σε ένοπλη δύναμη πληθυσμό. Αυτή ή ιδιαίτερη δημόσια εξουσία είναι αναγκαία, γιατί από τότε που η
κοινωνία διασπάστηκε σε τάξεις έγινε αδύνατο πια να υπάρχει μια αυτενεργός ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού…
Αυτή η δημόσια εξουσία υπάρχει σε κάθε κράτος. Αποτελείται όχι μόνον από ένοπλους ανθρώπους, μα και από υλικά
εξαρτήματα, από φυλακές και από κάθε λογής ιδρύματα καταναγκασμού, που ήταν άγνωστα στην κοινωνία των
γενων»… Ο Ένγκελς αναπτύσσει την έννοια της «δύναμης», που ονομάζεται κράτος, της δύναμης, που προήλθε από την
κοινωνία, μα που βάζει τον εαυτό της πάνω απ’ αυτήν και που όλο και περισσότερο αποξενώνεται απ’ αυτήν. Σε τι
συνίσταται κυρίως η δύναμη αυτή; Στους ιδιαίτερους σχηματισμούς των ένοπλων ανθρώπων, που έχουν στη διάθεση
τους τις φυλακές κλπ.
Έχουμε δικαίωμα να μιλάμε για ιδιαίτερους σχηματισμούς ένοπλων ανθρώπων, γιατί η χαρακτηριστική για κάθε κράτος
δημόσια εξουσία «δε συμπίπτει άμεσα» με τον ένοπλο πληθυσμό, με την «αυτενεργό ένοπλη οργάνωση» του.
Όπως όλοι οι μεγάλοι επαναστάτες στοχαστές, έτσι κι ο Ένγκελς προσπαθεί να στρέψει την προσοχή των συνειδητών
εργατών σε κείνο ακριβώς που στους κυριαρχούντες Φιλισταίους φαίνεται λιγότερο αξιοπρόσεχτο, σ’ αυτό που τους
φαίνεται το πιο συνηθισμένο, το καθαγιασμένο όχι απλώς με σταθερές, μα, μπορούμε να πούμε, με απολιθωμένες
προλήψεις. Ο μόνιμος στρατός και η αστυνομία είναι τα κύρια όργανα δύναμης της κρατικής εξουσίας, μα – μήπως
μπορεί να γίνει και διαφορετικά;
Από την άποψη της τεράστιας πλειοψηφίας των Ευρωπαίων του τέλους του ΧΙΧ αιώνα, στους οποίους απευθυνόταν ο
Ένγκελς και οι οποίοι δε ζήσαν ούτε είδαν από κοντά καμιά μεγάλη επανάσταση, δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Αυτοί
δεν μπορούν να καταλάβουν καθόλου τι πράγμα είναι αυτή η «αυτενεργός ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού». Στο
ερώτημα, γιατί παρουσιάστηκε η ανάγκη ιδιαίτερων σχηματισμών από ένοπλους ανθρώπους (αστυνομία, μόνιμος
στρατός) που στέκουν πάνω από την κοινωνία και που αποξενώνονται από την κοινωνία, ο δυτικοευρωπαίος και Ρώσος
φιλισταίος πάνε ν’ απαιτήσουν με καναδυό φράσεις, δανεισμένες από τον Σπενσερ ή τον Μιχαηλόφσκι, επικαλούμενοι
το γεγονός ότι η κοινωνική ζωή έγινε πιο πολύπλοκη, ότι οι λειτουργίες διαφοροποίηθηκαν κλπ.
Η επίκληση αυτή φαίνεται «επιστημονική» και αποκοιμίζει περίφημα το μικροαστό, συσκοτίζοντας το κύριο και βασικό:
τη διάσπαση της κοινωνίας σε αδιάλλαχτα εχθρικές τάξεις.
Αν δεν υπήρχε αυτή η διάσπαση, η «αυτενεργός ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού» θα διέφερε ως προς την
πολυπλοκότητα της, το ύψος της τεχνικής της κτλ. από την πρωτόγονη οργάνωση της αγέλης των πιθήκων, που
κρατούσαν στα χέρια ραβδιά, ή των πρωτόγονων ανθρώπων, ή των ανθρώπων που είχαν ενωθεί στις κοινωνίες των
γενών, μια τέτοια οργάνωση όμως θα ήταν δυνατό να υπάρξει.
Η οργάνωση αυτή είναι αδύνατο να υπάρξει γιατί η κοινωνία του πολιτισμού είναι διασπασμένη σε εχθρικές και μάλιστα
αδιάλλαχτα εχθρικές τάξεις, πού ο «αυτενεργός» εξοπλισμός τους θα οδηγούσε στον ένοπλο αγώνα ανάμεσα τους.
Σχηματίζεται το κράτος, δημιουργείται μια ιδιαίτερη δύναμη, ιδιαίτεροι σχηματισμοί εξοπλισμένων ανθρώπων, και κάθε
επανάσταση, καταστρέφοντας τον κρατικό μηχανισμό, μας δείχνει ολοφάνερα πώς η κυρίαρχη τάξη προσπαθεί ν’
ανανεώσει τους ιδιαίτερους σχηματισμούς ένοπλων ανθρώπων που την εξυπηρετούν, πως η καταπιεζόμενη τάξη
προσπαθεί να δημιουργήσει μια νέα οργάνωση αυτού του είδους, ικανή να εξυπηρετεί όχι τους εκμεταλλευτές, αλλά
τους εκμεταλλευομένους.
Ο Ένγκελς με τον πιο πάνω συλλογισμό θέτει θεωρητικά το ίδιο ζήτημα, που θέτει μπροστά μας πρακτικά, παραστατικά
και μάλιστα σε κλίμακα μαζικής δράσης κάθε μεγάλη επανάσταση, δηλαδή το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στους
«ιδιαίτερους» σχηματισμούς ένοπλων ανθρώπων και στην «αυτενεργό ένοπλη οργάνωση του πληθυσμού». Θα δούμε
πως με την πείρα των ευρωπαϊκών και ρωσικών επαναστάσεων το ζήτημα αυτό παρουσιάζεται συγκεκριμένα.
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην έκθεση του Ένγκελς.
Ο Ένγκελς τονίζει πώς κάποτε, λογουχάρη που και που στη Βόρεια Αμερική, η δημόσια αυτή εξουσία είναι αδύναμη
(πρόκειται για σπάνια εξαίρεση, στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία και για τα μέρη εκείνα τις Βόρειας Αμερικής στην
προιμπεριαλιστική της περίοδο, όπου επικρατούσε ο ελεύθερος άποικος), γενικά όμως δυναμώνει:
…»Η δημόσια εξουσία δυναμώνει στο μέτρο που οξύνονται οι ταξικές αντιθέσεις μέσα στο κράτος και στο μέτρο που τα
όμορα κράτη μεγαλώνουν σε έκταση και σε πληθυσμό. Ρίχτε μια ματιά μόνο στη σημερινή Ευρώπη, όπου ο ταξικός
αγώνας και ο ανταγωνισμός για καταχτήσεις ανέβασαν τη δημόσια δύναμη σε τέτοιο ύψος, που απειλεί να
καταβροχθίσει ολόκληρη την κοινωνία, ακόμα και το ίδιο το κράτος»…
Αυτά γράφτηκαν όχι αργότερα από τις αρχές της τελευταίας δεκαετίας του περασμένου αιώνα. Ο τελευταίος πρόλογος
του Ένγκελς έχει ημερομηνία 16 του Ιούνη 1891. Την εποχή εκείνη η στροφή προς τον ιμπεριαλισμό -και με την έννοια
της απόλυτης κυριαρχίας των τραστ, και με την έννοια της παντοδυναμίας των μεγάλων τραπεζών, και με την έννοια της
μεγαλεπήβολης αποικιακής πολίτικής κλπ. – μόλις άρχιζε στη Γαλλία, κι ήταν ακόμα πιο αδύνατη στη Βόρεια Αμερική και
τη Γερμανία. Από τότε ο «ανταγωνισμός για καταχτήσεις έκαμε ένα γιγάντιο βήμα προς τα μπρός, πολύ περισσότερο που
στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας του ΧΧ αιώνα η υδρόγειος βρέθηκε οριστικά μοιρασμένη ανάμεσα σ’ αυτούς τους
«ανταγωνιζόμενους κατακτητές», δηλαδή ανάμεσα στις μεγάλες ληστρικές Δυνάμεις. Οι στρατιωτικοί και ναυτικοί
εξοπλισμοί μεγάλωσαν από τότε σε απίστευτο βαθμό και ο ληστρικός πόλεμος του 1914-1917 για το ποιος θα,
κυριαρχήσει στο ν κόσμο, η Αγγλία ή η Γερμανία, και για το μοίρασμα της λείας έφερε κοντά την ολοκληρωτική κατα-
στροφή με την «καταβρόχθιση» όλων των δυνάμεων της κοινωνίας από τη ληστρική κρατική εξουσία.
Ο Ένγκελς ήξερε ακόμα από το 1891 να τονίζει τον «ανταγωνισμό για καταχτήσεις» σαν ένα από τα σπουδαιότερα
διακριτικά γνωρίσματα της εξωτερικής πολιτικής των μεγάλων Δυνάμεων, ενώ οι παλιάνθρωποι του σοσιαλσωβινισμού
το 1914-1917, όταν ίσα-ίσα αυτός ο ανταγωνισμός, οξυμένος στο πολλαπλάσιο, γέννησε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο,
σκέπαζαν την υπεράσπιση των ληστρικών συμφερόντων της «δικής τους» αστικής τάξης με φράσεις για «υπεράσπιση της
πατρίδας», για «άμυνα της δημοκρατίας και της επανάστασης» και με άλλα παρόμοια!
3. Το Κράτος – όργανο για την εκμετάλλευση της καταπιεζόμενης τάξης
Για τη συντήρηση μιας ιδιαίτερης δημόσιας εξουσίας, που στέκει πάνω από την κοινωνία, χρειάζονται φόροι και
δημόσια χρέη.
«Κατέχοντας τη δημόσια εξουσία και το δικαίωμα της είσπραξης φόρων, οι δημόσιοι υπάλληλοι -γράφει οΈνγκελς-
στέκουν λοιπόν σαν όργανα της κοινωνίας πάνω από την κοινωνία. Ο ελεύθερος, εθελοντικός σεβασμός, με τον όποιο
φέρνονταν στα όργανα του καθεστώτος των γενών, δεν τους αρκει, κι αν ακόμα θα μπορούσαν να τον έχουν»…
Φτιάχνονται ειδικοί νόμοι για το ιερό και απαραβίαστο των δημόσιων υπαλλήλων. «Και ό πιο τιποτένιος αστυνομικός
υπηρέτης» έχει περισσότερο «κύρος» απ’ ό,τι όλα μαζί τα όργανα της κοινωνίας των γενών. Ο ισχυρότερος όμως
ηγεμόνας και o μεγαλύτερος πολιτικός άνδρας είτε στρατηγός της εποχής του πολιτισμού θα μπορούσε να ζηλέψει τον
πιο άσημο γενάρχη για τον αβίαστο και αναμφισβήτητο σεβασμό με τoν οποίο του φέρνονταν».
Εδώ έχει τεθεί τo ζήτημα της προνομιακής θέσης των δημοσίων υπαλλήλων σαν οργάνων της κρατικής εξουσίας.
Σημειώνεται σαν βασικό: τi είναι αυτό που τους τοποθετεί πάνω από την κοινωνία; Θα δούμε πως έλυσε πραχτικά τω
θεωρητικό αυτό ζήτημα η Παρισινή Κομμούνα το 1871 και πόσο αντιδραστικά το σκέπαζε ο Κάουτσκι το 1912.
«Επειδή το κράτος γεννήθηκε από την ανάγκη να χαλιναγωγούνται οι ταξικές αντιθέσεις, επειδή όμως ταυτόχρονα
γεννήθηκε μέσα στη σύγκρουση των τάξεων αυτών, είναι κατά κανόνα κράτος της πιο ισχυρής, οικονομικά κυρίαρχης
τάξης, που με τη βοήθεια του κράτους γίνεται και πολιτικά κυρίαρχη τάξη και αποχτάει έτσι νέα μέσα για την
καθυπόταξη και εκμετάλλευση της καταπιεζόμενης τάξης»… Δεν ήταν μόνο το αρχαίο και το φεουδαρχικό κράτος
όργανα εκμετάλλευσης των δούλων και των δουλοπάροικων, μα και το «σύγχρονο αντιπροσωπευτικό κράτος είναι
όργανο εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας από το κεφάλαιο. Σαν εξαίρεση ωστόσο έρχονται περίοδοι όπου οι
αντίπαλες τάξεις κρατούν τόσο πολύ την ισορροπία μεταξύ τους, που η κρατική εξουσία, σαν φαινομενικός μεσάζοντας,
αποχτάει για μια στιγμή κάποια αυτοτέλεια απέναντι και στις δυο τάξεις»… Τέτοια ήταν η απόλυτη μοναρχία του ΧVII
και ΧVΙΙΙ αιώνα, τέτοιος ήταν ο βοναπαρτισμός της πρώτης και δεύτερης αυτοκρατορίας στη Γαλλία, και ο Βίσμαρκ στη
Γερμανία.
Τέτοια -προσθέτουμε εμείς- είναι η κυβέρνηση του Κερένσκι στη δημοκρατική Ρωσία από τότε που άρχισε τους
διωγμούς του επαναστατικού προλεταριάτου σε μια στιγμή που τα Σοβιέτ, εξαιτίας της ηγεσίας των μικροαστών
δημοκρατών, είναι πια αδύναμα και η αστική τάξη δεν είναι ακόμα αρκετά δυνατή για να τα διαλύσει άμεσα.
Στη δημοκρατία -συνεχίζει ο Ένγκελς- «ο πλούτος εξασκεί την εξουσία του έμμεσα, μα γι’ αυτό και πιο σίγουρα», και
συγκεκριμένα, πρώτο, με την «άμεση εξαγορά των δημόσιων υπαλλήλων» (Αμερική), και δεύτερο, με τη «συμμαχία.
κυβέρνησης και χρηματιστηρίου» (Γαλλία και Αμερική).
Σήμερα σ’ οποιαδήποτε δημοκρατία ο ιμπεριαλισμός και η κυριαρχία των τραπεζών έχουν «αναπτύξει» σε πολύ μεγάλη
τέχνη και τους δυο αυτούς τρόπους υπεράσπισης και άσκησης της παντοδυναμίας του πλούτου. Αν λογουχάρη από τους
πρώτους κιόλας μήνες της δημοκρατίας στη Ρωσία, μπορούμε να πούμε στο μήνα του μέλιτος του συνοικεσίου των
«σοσιαλιστών» εσέρων και μενσεβίκων με την αστική τάξη στην κυβέρνηση συνασπισμού, ο κ. Παλτσίνσκι σαμποτάριζε
όλα τα μέτρα χαλιναγώγησης των κεφαλαιοκρατών και του πλιατσικολογήματος και της διασπάθισης απομέρους τους
του δημόσιου ταμείου για τις πολεμικέ ς προμήθειες, αν κατόπι ο κ. ΙΙαλτσίνσκι, που αποχώρησε από την κυβέρνηση
(και που αντικαταστάθηκε φυσικά από άλλον εντελως παρόμοιο ΙΙαλτσίνσκι), «αμείφθηκε» από τους κεφαλαιοκράτες με
μια θεσούλα με μισθό 120 000 ρούβλια το χρόνο – τι έναι όλα αυτά; άμεση εξαγορα ή Έμμεση; συμμαχία της
κυβερνησης με τα κεφαλαιοκρατικά συνδικάτα ή «απλώς» φιλικές σχέσεις; Τι ρόλο παίζουν οι Τσερνόφ και οι Τσερετέλι,
οι Αυξέντιεφ και οι Σκόμπελεφ; Είναι «άμεσοι» σύμμαχοι των εκατομμυριούχων – καταχραστών του δημοσίου ή απλώς
έμμεσοι;
Η παντοδυναμία του «πλούτου» γι’ αυτό ακριβώς είναι πιο σίγουρη στη δημοκρατία, γιατί δεν εξαρτιέται από ένα κακό
πολιτικό περίβλημα του καπιταλισμού. Η δημοκρατία είναι το καλύτερο δυνατό πολιτικό περίβλημα του καπιταλισμού
και γι’ αυτό το κεφάλαιο, όταν αποχτήσει (μέσω των Παλτσίνσκι, των Τσερνόφ, των Τσερετέλι και Σίας) αυτό το
καλύτερο περίβλημα, θεμελιώνει την εξουσία του με τόση ασφάλεια, με τόση σιγουριά, που καμιά αλλαγή ούτε
προσώπων, ούτε θεσμών, ούτε κομμάτων μέσα στην αστική δημοκρατία δεν κλονίζει αυτή την εξουσία.
Πρέπει να σημειωθεί ακόμα πως ο Ένγκελς με τη μεγαλύτερη κατηγορηματικότητα ονομάζει το γενικό εκλογικό
δικαίωμα όργανο κυριαρχίας της αστικής τάξης. Το γενικό εκλογικό δικαίωμα, λέει ο ίδιος, έχοντας ολοφάνερα υπόψη
τη μακρόχρονη πείρα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, είναι «δείχτης ωριμότητας της εργατικής τάξης. Περισσότερο
δεν μπορεί να είναι, ούτε και θα είναι ποτέ μέσα στο σημερινό κράτος».
Οι μικροαστοί δημοκράτες σαν τους δικούς μας εσέρους και μενσεβίκους, καθώς και οι αυτάδελφοι τους, όλοι οι
σοσιαλσωβινιστές και οπορτουνιστές της Δυτικής Ευρώπης, περιμένουν ακριβώς «περισσότερα» από το γενικό εκλογικό
δικαίωμα. Συμμερίζονται οι ίδιοι και υποβάλλουν και στο λαό την απατηλή σκέψη πώς τάχα το γενικό εκλογικό
δικαίωμα «στο σημερινό κράτος» είναι ικανό να εκφράσει πραγματικά τη θέληση της πλειοψηφίας των εργαζομένων και
να κατοχυρώσει την εφαρμογή της στη ζωή. Εδώ μπορούμε να σημειώσουμε απλώς αυτή την απατηλή σκέψη, να
τονίσουμε απλώς ότι η ολότελα σαφής, ακριβολογημένη και συγκεκριμένη δήλωση του Ένγκελς παραμορφώνεται σε
κάθε βήμα της προπαγάνδας και της ζύμωσης των «επίσημων» (δηλαδή των οπορτουνιστικών) σοσιαλιστικών κομμάτων.
Με την έκθεση των απόψεων του Μαρξ και του Ένγκελς για το «σημερινό» κράτος που θ’ ακολουθήσει ξεκαθαρίζουμε
λεπτομερειακά όλη την ψευτιά της σκέψης, που απορρίπτει εδώ ο Ένγκελς.
Το γενικό πόρισμα των απόψεων του ο Ένγκελς το δίνει με τα παρακάτω λόγια στο πιο εκλαϊκευμένο έργο του:
«Το κράτος λοιπόν δεν υπαρχει από καταβολής κόσμου. Υπήρξαν κοινωνίες, που τα βγάζανε πέρα χωρίς αυτό, που δεν
είχαν ιδέα για κράτος και κρατική εξουσία. Σε μιαν ορισμένη βαθμίδα της οικονομικής εξέλιξης, που συνδεόταν
αναγκαστικά με τη διάσπαση της κοινωνίας σε τάξεις, το κράτος έγινε αναγκαιότητα εξαιτίας αυτής της διάσπασης.
Πλησιάζουμε τώρα με βήματα γοργά σε μια τέτοια βαθμίδα ανάπτυξης της παραγωγής, όπου η ύπαρξη αυτών των
τάξεων όχι μόνο έπαψε ν’ αποτελεί αναγκαιότητα, μα και γίνεται πραγματικά εμπόδιο της παραγωγής. Οι τάξεις θα
εξαφανιστούν τόσο αναπόφευκτα, όσο αναπόφευκτα είχαν γεννηθεί στο παρελθόν. Με την εξαφάνιση των τάξεων θα
εξαφανιστεί αναπόφευκτα και το κράτος. Η κοινωνία, που θα οργανώσει με νέο τρόπο την παραγωγή πάνω στη βάση
της ελεύθερης και ισότιμης ένωσης των παραγωγών, θα στείλει ολόκληρη την κρατική μηχανή εκεί, όπου θα είναι τότε η
θέση της: στο μουσείο των αρχαιοτήτων, δίπλα στο ροδάνι και στο μπρούντζινο τσεκούρι».
Δε συναντάς και τόσο συχνά αυτό το χωρίο στην προπαγανδιστική και διαφωτιστική φιλολογία της σημερινής
σοσιαλδημοκρατίας. Μα και όταν το συναντάς, τις πιο πολλές φορές το αναφέρουν με τρόπο που λες και κάνουν
μετάνοιες μπροστά σε εικόνισμα, δηλαδή για να εκφράσουν επίσημα τα σέβη τους στον Ένγκελς, χωρίς καμιά
προσπάθεια να εμβαθύνουν στο πόσο πλατύ και βαθύ αναφτέρωμα της επανάστασης προϋποθέτει αυτό το «σταλσιμο
ολόκληρης της κρατική μηχανής στο μουσείο των αρχαιοτήτων». Τις πιο πολλές φορές μάλιστα φαίνεται πως δεν
καταλαβαίνουν τι πράγμα ονομάζει ο Ένγκελς κρατική μηχανή.
4. Η «απονέκρωση» του Κράτους και η βίαιη Επανάσταση
Τα λόγια του Ένγκελς για την «απονέκρωση» του κράτους είναι τόσο πολύ γνωστά, αναφέρονται τόσο συχνά, δείχνουν
τόσο ανάγλυφα που βρίσκεται η ουσία της συνηθισμένης πλαστογράφησης του μαρξισμού και της μετατροπής του σε
οπορτουνισμό, που χρειάζεται να σταθούμε σ’ αυτά λεπτομερειακά. Παραθέτουμε όλο το συλλογισμό, απ’ όπου έχουν
παρθεί:
«Το προλεταριάτο παίρνει την κρατική εξουσία και μετατρέπει τα μέσα παραγωγής πρώτα σε κρατική ιδιοκτησία. Έτσι
όμως καταργεί τον ίδιο τον εαυτό του σαν προλεταριάτο, έτσι καταργεί όλες τις ταξικές διαφορές και ταξικές αντιθέσεις
και μαζί και το κράτος σαν κράτος. Η ως τα τώρα κοινωνία, που κινείται μέσα σε ταξικές αντιθέσεις, είχε ανάγκη από το
κράτος, δηλαδή από μια οργάνωση της κάθε φορά εκμεταλλεύτριας τάξης για να διατηρεί τους εξωτερικούς της όρους
παραγωγής, δηλαδή κυρίως για να κρατάει με τη βία την εκμεταλλευόμενη τάξη κάτω από τους δοσμένους όρους
καταπίεσης που καθορίζονται από τον υπάρχοντα τρόπο παραγωγής (δουλεία, δουλοπαροικία, μισθωτή εργασία). Το
κράτος ήταν ο επίσημος εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας, η συνένωσή της σε ένα ορατό σωματείο, ήταν όμως
τέτοιο μόνο εφόσον ήταν το κράτος της τάξης εκείνης, που για την εποχή της εκπροσωπούσε η ίδια ολόκληρη την
κοινωνία: στην αρχαιότητα ήταν κράτος των δουλοχτητών – πολιτών, στο μεσαίωνα – της φεουδαρχικής αριστοκρατίας,
σήμερα – της αστικής τάξης. Όταν το κράτος γίνει επιτέλους πραγματικά εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας, τότε θα
κάνει μόνο του περιττό τον εαυτό του. Από τη στιγμή που δε θα υπάρχει πια καμιά κοινωνική τάξη που να χρειάζεται να
κρατιέται σε καταπίεση, από τη στιγμή που μαζί με την ταξική κυριαρχία, μαζί με τον αγώνα για την ξεχωριστή ύπαρξη,
που οφείλεται στην ως τα τώρα αναρχία της παραγωγής, θα παραμεριστούν και οι συγκρούσεις και τα έκτροπα που
πηγάζουν απ’ αυτόν τον αγώνα, από τη στιγμή αυτή δε θα υπάρχει τι να καταπιέζεται, πράγμα που έκανε αναγκαία μιαν
ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης, το κράτος. Η πρώτη πράξη με την οποία το κράτος προβάλλει πραγματικά σαν
εκπρόσωπος ολόκληρης της κοινωνίας – το πάρσιμο στην κατοχή του των μέσων παραγωγής εξονόματος της κοινωνίας –
είναι ταυτόχρονα και η τελευταία αυτοτελής πράξη του σαν κράτος. Η ανάμειξη μιας κρατικής εξουσίας στις κοινωνικές
σχέσεις γίνεται τότε περιττή στον ένα τομέα ύστερα από τον άλλο και από μόνη της αποκοιμιέται. Στη θέση της
διακυβέρνησης προσώπων μπαίνει η διαχείριση πραγμάτων και η διεύθυνση προτσές παραγωγής. Το κράτος δεν
«καταργείται», μα απονεκρώνεται. Με βάση αυτά πρέπει να κρίνουμε τη φράση για το «ελεύθερο λαϊκό κράτος», δηλ.
τόσο από την άποψη της προσωρινής προπαγανδιστικής δικαιολόγησης της, όσο και από την άποψη της οριστικής
επιστημονικής της ανεπάρκειας. Με βάση αυτά πρέπει επίσης να κρίνουμε το αίτημα των λεγόμενων αναρχικών πώς «το
κράτος πρέπει να καταργηθεί από τη μια μέρα στην άλλη» («Αντι-Ντύρινγκ». «Η ανατροπή τις επιστήμης από τον κύριο
Όυγκεν Ντύρινγκ», σελ. 301- 303 της 3ης γερμ. έκδ.).
Χωρίς φόβο να πέσουμε έξω, μπορούμε να πούμε πως απ’ αυτόν τον εξαιρετικά πλούσιο σε ιδέες συλλογισμό του
Ένγκελς, πραγματικό κτήμα της σοσιαλιστικής σκέψης των σημερινών σοσιαλιστικών κομμάτων έγινε μόνο η θέση ότι
κατά τον Μαρξ το κράτος «απονεκρώνεται», σε διάκριση από την αναρχική διδασκαλία για την «κατάργηση» του
κράτους. Ένα τέτοιο κουτσούρεμα του μαρξισμού σημαίνει αναγωγή του σε οπορτουνισμό. γιατί από μια τέτοια
ερμηνεία δε μένει παρά μια θολή αντίληψη για μια αργή, ομαλή, βαθμιαία μεταβολή, για την απουσία αλμάτων και
θυελλών, για την απουσία της επανάστασης. Η «απονέκρωση» του κράτους στην τρέχουσα, γενικά διαδομένη, μαζική,
αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, αντίληψη σημαίνει αναμφισβήτητα συγκάλυψη, αν όχι άρνηση της επανάστασης.
Και όμως μια τέτοια «ερμηνεία» αποτελεί την πιο χοντροκομμένη παραμόρφωση του μαρξισμού, που συμφέρει μόνο
στην αστική τάξη και που στηρίζεται θεωρητικά στο ξέχασμα των σποτιδαιοτερων γεγονότων και συλλογισμών, που
αναφέρονται έστω και μόνο στον ίδιο «συνοπτικό» συλλογισμό του Ένγκελς που τον παραθέσαμε ολόκληρο.
Πρώτο. Στην αρχή-αρχή αυτου του συλλογισμού ο Ένγκελς λέει πώς το προλεταριάτο, παίρνοντας την κρατική εξουσία,
«καταργεί έτσι το κράτος σαν κράτος». Δε «συνηθίζουν» να σκεέφτονται τι σημαίνουν αυτά τα λόγια. Συνήθως είτε τα
αγνοούν ολότελα, είτε τα θεωρούν σαν ένα είδος «χεγκελιανής αδυναμίας» του Ένγκελς. Στην πραγματικότητα μέσα σ’
αυτά τα λόγια εκφράζεται σύντομα η πείρα μιας από τις μεγαλύτερες προλεταριακές επαναστάσεις, η πείρα της
Παρισινής Κομμούνας του 1871, που γι’ αυτήν θα μιλήσουμε πιο λεπτομερειακά στην κατάλληλη θέση. Στην
πραγματικότητα ο Ένγκελς μιλάει εδώ για «κατάργηση» του κράτους της αστικής τάξης από την προλεταριακή
επανάσταση, ενώ η φράση για την απονέκρωση αναφέρεται στ’ απομεινάρια του προλεταριακού κράτους ύστερα από
τη σοσιαλιστικη επανάσταση. Το αστικό κράτος δεν «απονεκρώνεται», κατά τον Ένγκελς, μα «καταργείται» από το
προλεταριάτο στην επανάσταση. Ύστερα απ’ αυτή την επανάσταση απονεκρώνεται το προλεταριακό κράτος ή
μισοκράτος.
Δεύτερο. Το κράτος είναι μια «ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης». Αυτός ο μεγαλειώδης και εξαιρετικά βαθύς ορισμός του
Ένγκελς δίνεται εδώ με τέλεια σαφήνεια. Και από τον ορισμό αυτό βγαίνει πως η «ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης» του
προλεταριάτου από την αστική τάξη, των εκατομμυρίων εργαζομένων από μερικές χούφτες πλουσίων πρέπει ν’
αντικατασταθεί με μια «ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης» της αστικής τάξης από το προλεταριάτο (δικτατορία του
προλεταριάτου). Σ’ αυτό ακριβώς συνίσταται η «κατάργηση του κράτους σαν κρατους». Σ’ αυτό ακριβώς συνίσταται η
«πράξη» του παρσίματος στην κατοχή του των μέσων παράγωγης εξονόματος της κοινωνίας. Και είναι ολοφάνερο από
μόνο του πώς μια τέτοια αντικατάσταση της μιας (της αστικής) «ιδιαίτερης δύναμης» με μιαν άλλη (με την
προλεταριακή) «ιδιαίτερη δύναμη» δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να γίνει με τη μορφή της «απονέκρωσης».
Τρίτο. Για «απονέκρωση» και μάλιστα, ακόμα πιο ανάγλυφα και πιο παραστατικά, για «αποκοίμισμα» μιλάει ο Ένγκελς
με απόλυτη σαφήνεια και κατηγορηματικότητα σχετικά με την εποχή ύστερα από «το πάρσιμο στην κατοχή του κράτους
των μέσων παραγωγής εξονόματος ολόκληρης της κοινωνίας», δηλαδή ύστερα από τη σοσιαλιστική επανάσταση. Όλοι
μας ξέρουμε πως η πολιτική μορφή του «κράτους» αυτή την περίοδο είναι η πιο πλέρια δημοκρατία. Μα σε κανένα από
τους οπορτουνιστές, που ξεδιάντροπα διαστρεβλώνουν το μαρξισμό, δεν τούρχεται στο νου ότι συνεπώς εδώ ο Ένγκελς
μιλάει για «αποκοίμισμα» και «απονέκρωση» της δημοκρατίας. Από πρώτη ματιά αυτό φαίνεται πολύ παράξενο.
«Ακατανόητο» όμως είναι μόνο για όποιον δε βάθυνε στο ζήτημα ότι η δημοκρατία είναι επίσης κράτος και ότι,
συνεπώς, και η δημοκρατία θα εξαφανιστεί επίσης, όταν θα εξαφανιστεί το κράτος. Το αστικό κράτος μπορεί να το
«καταργήσει» μόνον η επανάσταση. Το κράτος γενικά, δηλαδή η πιο πλέρια δημοκρατία, μπορεί μόνο «ν’
απονεκρωθεί».
Τέταρτο. Αφού διατύπωσε την περίφημη θέση του ότι «το κράτος απονεκρώνεται», ο Ένγκελς εξηγεί αμέσως
συγκεκριμένα ότι η θέση αυτή στρέφεται και ενάντια στους οπορτουνιστές και ενάντια στους αναρχικούς. Συνάμα από
τη θέση για την «απονέκρωση του κράτους» ο Ένγκελς βάζει στην πρώτη σειρά το συμπέρασμα εκείνο, που στρέφεται
ενάντια στους οπορτουνιστές.
Μπορεί κανείς να στοιχηματίσει πως από τους 10000 ανθρώπους, που διάβασαν ή άκουσαν για την «απονέκρωση» του
κράτους, οι 9990 δεν ξέρουν ή δε θυμούνται διόλου ότι ο Ένγκελς τα συμπεράσματα του απ’ αυτή τη θέση τα έστρεφε
όχι μόνο ενάντια στους αναρχικούς. Και από τους υπόλοιπους δέκα ανθρώπους ασφαλώς οι εννιά δε θα ξέρουν τι είναι
το «ελεύθερο λαϊκό κρατος» και γιατί η επίθεση ενάντια σ’ αυτό το σύνθημα είναι και επίθεση ενάντια στους
οπορτουνιστές. Έτσι γράφεται η ιστορία! Έτσι νοθεύεται και προσαρμόζεται απαρατήρητα στον κυρίαρχο φιλισταϊσμό η
μεγάλη επαναστατική διδασκαλία. Το συμπέρασμα ενάντια στους αναρχικούς επαναλαβαινόταν χιλιάδες φορές,
εκχυδαϊζόταν, καρφωνόταν στα κεφάλια με τη μεγαλύτερη απλούστευση κι απόχτησε τη σταθερότητα της πρόληψης.
Ενώ το συμπέρασμα ενάντια στους οπορτουνιστές το συγκάλυπταν και το «ξεχνούσαν»!
Το «ελεύθερο λαϊκό κράτος» αποτελούσε προγραμματική διεκδίκηση και συνηθισμένο σύνθημα των Γερμανών
σοσιαλδημoκρατών στη δεκαετία 1870 – 1880. Στο σύνθημα αυτό δεν υπάρχει κανένα πολιτικό περιεχόμενο, εκτός από
τη μικροαστική στομφώδη περιγραφή της έννοιας της δημοκρατίας. Στο βαθμό πού μ’ αυτό το σύνθημα κάνανε νόμιμα
υπαινιγμό για τη λαοκρατική δημοκρατία, στον ίδιο βαθμό ο Ένγκελς ήταν πρόθυμος για λόγους ζύμωσης «να
δικαιολογήσει» «για ένα διάστημα» αυτό το σύνθημα. Το σύνθημα όμως αυτό ήταν όπορτουνιστικό, γιατί εξεφραζε όχι
μόνο τον εξωραϊσμό της αστικής δημοκρατίας, μα και την μη κατανόηση της σοσιαλιστικής κριτικής κάθε κράτους
γενικά. Εμείς είμαστε υπέρ της λαοκρατικής δημοκρατίας, σαν την καλύτερη για το προλεταριάτο μορφή κράτους στον
καπιταλισμό, δεν εχουμε όμως το δικαίωμα να ξεχνάμε ότι ή μισθωτή δουλεία είναι η μοίρα του λαού ακόμα και στην
πιο λαοκρατική αστική δημοκρατία. Παρακάτω. Κάθε κράτος είναι «μια ιδιαίτερη δύναμη καταπίεσης» της
καταπιεζόμενης τάξης. Γι’ αυτό κάθε κράτος είναι ανελεύθερο και όχι λαικό. Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς το εξήγησαν αυτό
επανειλημμένα στους κομματικούς τους συντρόφους στη δεκαετία 1870 – 1880.
Πέμπτο. Στο ίδιο έργο του Ένγκελς, απ’ όπου όλοι θυμούνται το συλλογισμό για την απονέκρωση του κράτους, υπάρχει ο
συλλογισμός για τη σημασία της βίαιης επανάστασης. Η ιστορική εκτίμηση του ρόλου της μεταβάλλεται στο έργο του
Ένγκελς σε αληθινό πανηγυρικό τ ης βίαιης επανάστασης. Αυτό «κανένας δεν το θυμάται», για τη σημασία αυτής της
σκέψης δε συνηθίζουν να μιλάνε και ούτε καν να σκέφτονται μέσα στα σιημερινά σοσιαλιστικά κόμματα, στην
καθημερινή προπαγάνδα και ζύμωση μέσα στις μάζες οι σκέψεις αυτές δεν παίζουν κανένα ρόλο. Και όμως συνδέονται
αδιάσπαστα σ’ ένα αρμονικό σύνολο με την «απονέκρωση» του κράτους.
Να αυτός ο συλλογισμός του Ένγκελς: …»Ότι όμως η βία παίζει στην ιστορία κι έναν άλλο ρόλο» (εκτός από το ρόλο του
δράστη του κακού), «ρόλο επαναστατικό, ότι, όπως λέει ο Μαρξ, είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας, που κυοφορεί μια
νέα, ότι η βία είναι το όργανο, που με αυτό επιβάλλεται το κοινωνικό κίνημα και σπάει τις απολιθωμένες,
απονεκρωμένες πολιτικές μορφές – για όλα αυτά δε θα βρούμε ούτε λεξη στον κ. Ντυρινγκ. Μόνο βαρυγκομώντας και
αναστενάζοντας δέχεται την πιθανότητα πως για το γκρέμισμα της οικονομίας, που στηρίζεται στην εκμετάλλευση, θα
χρειαστεί ίσως η βία – δυστυχώς, βλεπετε γιατί κάθε χρήση βίας διαφθείρει τάχα αυτόν που τη χρησιμοποιεί. Κι αυτά
λέγονται παρ’ όλη την υψηλή ηθική και πνευματική ανάταση, σαν αποτέλεσμα κάθε νικηφόρας επανάστασης! Κι αυτά
λέγονται στη Γερμανία, όπου μια βίαιη σύγκρουση, πού άλλωστε μπορούν και να την επιβάλουν στο λαό, θαχει
τουλάχιστον το πλεονέκτημα να ξεπατώσει το πνεύμα της δουλοπρέπειας, που εισχώρησε στην εθνική συνείδηση από
την ταπείνωση του Τριακονταετούς πολέμου. Κι αυτός ο θαμπός, άχυμος και αναιμικός κατηχητικός τρόπος σκέψης έχει
την άξίωση να επιβληθεί στο πιο επαναστατικό κόμμα, που γνώρισε η ιστoρία;» (σελ. 193 της 3ης γερμ. έκδ., τέλος του
4ου κεφαλαίου του ΙΙ μέρους). Πως μπορούμε να ενώσουμε σε μια διδασκαλία αυτο τον πανηγυρικό της βίαιης
επανάστασης, που ο Ένγκελς τον προσφεέρει επίμονα στους γερμανούς σοααλδημοκρατες από το 1878 ως το 1894,
δηλαδή ως το θάνατο του, με τη θεωρία της «απονέκρωσης» του κράτους;
Συνήθως ενώνουν το ένα με το άλλο με τη βοήθεια του εκλεκτικισμού, αποσπώντας αυθαίρετα (ή για ν’ αρέσουν σ’
αυτούς που βρίσκονται στην εξουσία), χωρίς ιδεολογική συνέπεια και σoφιστικά πότε τον ένα και πότε τον άλλο
συλλογισμό και συνάμα στις ενενήντα εννιά περιπτώσεις από τις εκατό, αν όχι πιο συχνά, προβάλλουν στην πρώτη
γραμμή ίσα – ίσα την «απονέκρωση». Η διαλεχτική αντικατασταίνεται με τον εκλεκτικισμό: αυτό είναι το πιο
συνηθισμένο, το πιο διαδομένο φαινόμενο στην επίσημη σοσιαλδημοκρατική φιλολογία των ημερών μας, σ’ ό’τι αφορά
το μαρξισμό. Η αντικατάσταση αυτή δεν αποτελεί βέβαια κάτι το καινούργιο, είχε παρατηρηθεί μάλιστα και στην
ιστορία της κλασικής ελληνικής φιλοσοφίας. Όταν με την παραποίηση παρουσιάζουν τον οπορτουνισμό για μαρξισμό, η
παραποίηση του εκλεχτικισμου και η παρουσίαση του σαν διαλεκτική ξεγελάει πιο εύκολα τις μάζες, προσφέρει μια
φαινομενική ικανοποίηση, παίρνει δήθεν υπόψη όλες τις πλευρές του προτσές, όλες τις τάσεις της εξέλιξης, όλες τις
αντιφατικές επιδράσεις κτλ., ενώ στην πράξη δε δίνει καμιά ενιαία και επαναστατική αντίληψη του προτσές της
κοινωνικής εξέλιξης.
Πιο πάνω μιλήσαμε κιόλας και θα δείξουμε πιο λεπτομερειακά στην παραπέρα έκθεση μας πως η διδασκαλία του Μαρξ
και του Ένγκελς για το ότι είναι αναπόφευκτη η βίαιη επανάσταση αναφέρεται στο αστικό κράτος. Το αστικό κράτος δεν
μπορεί να το αντικαταστήσει το προλεταριακό κράτος (η δικτατορία του προλεταριάτου) με την «απονέκρωση», αλλά
κατά γενικό κανόνα μόνο με τη βίαιη επανάσταση. Το εγκώμιο που της έψαλε ο Ένγκελς και που ανταποκρίνεται πέρα
για πέρα στις επανειλημμένες δηλώσεις του Μαρξ – (ας θυμηθούμε το τέλος της «Αθλιότητας της φιλοσοφίας» και του
«Κομμουνιστικού Μανιφέστου» με την περήφανη, ανοικτή δήλωση για το ότι είναι αναπόφευκτη η βίαιη επανάσταση,
ας θυμηθούμε την κριτική του Προγράμματος της Γκότα του 1875, γραμμένη σχεδόν ύστερα από 30 χρόνια όπου ο Μαρξ
μαστιγώνει αμείλιχτα τον οπορτουνισμό αυτού του προγράμματος) -το εγκώμιο αυτό δεν είναι διόλου «συνεπαρμός»
δεν είναι διόλου απαγγελία, ούτε ξέσπασμα πολεμικής. Η ανάγκη της συστηματικής διαπαιδαγώγησης των μαζών στο
πνεύμα αυτής και μόνο αυτής της άποψης για τη βίαιη επανάσταση βρίσκεται στη βάση όλης της διδασκαλίας του Μαρξ
και του Ένγκελς. Η προδοσία της διδασκαλίας τους από τα σοσιαλσωβινιστικά και καουτσκικά ρεύματα, που κυριαρχούν
σήμερα, εκφράζεται ιδιαίτερα ανάγλυφα στο γεγονός ότι και τα πρώτα και τα δεύτερα λησμονούν αυτή την
προπαγάνδα, αυτή τη ζύμωση.
Η αντικατάσταση του αστικού κράτους με το προλεταριακό είναι αδύνατη χωρίς βίαιη επανάσταση. Η κατάργηση του
προλεταριακού κράτους, δηλαδή η κατάργηση κάθε κράτους δεν είναι δυνατό να γίνει διαφορετικά παρά με την
«απονέκρωση».
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς ανάπτυσσαν λεπτομερειακά και συγκεκριμένα τις απόψεις αυτές, μελετώντας κάθε ξεχωριστή
επαναστατική κατάσταση, αναλύοντας τα διδάγματα της πείρας κάθε ξεχωριστής επανάστασης. Περνούμε τώρα σ’ αυτό
το οπωσδήποτε πιο σπουδαίο μέρος της διδασκαλίας τους.
II – Η ΠΕΙΡΑ ΤΟΥ 1848-51
1. Οι παραμονές της Επανάστασης
Τα πρώτα συγγράμματα του ώριμου μαρξισμού, η «Αθλιότητα της φιλοσοφίας» και το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο»,
αναφέρονται ακριβώς στις παραμονές της επανάστασης του 1848. Για το λόγο αυτό, δίπλα στην έκθεση των γενικών
βάσεων του μαρξισμού, έχουμε, εδώ ως ένα βαθμό και το καθρέφτισμα της τοτινης συγκεκριμένης επαναστατικής
κατάστασης, και γι’ αυτό θα είναι ίσως πιο σκόπιμο να δούμε τι λένε οι συγγραφείς αυτών των έργων για το κράτος
αμέσως πριν βγάλουν τα συμπεράσματα τους από την πείρα του 1848-1851
… «Στην πορεία της εξέλιξης – γράφει ο Μαρξ στην «Αθλιότητα της φιλοσοφίας» – η εργατική τάξη θα βάλει στη θέση της
παλιάς αστικής κοινωνίας μιαν ένωση, που αποκλείει τις τάξεις και την αντίθεση τους, και δε θα υπάρχει πια καμιά
καθαυτό πολιτική εξουσία, γιατί ακριβώς η πολιτική εξουσία είναι η επίσημη έκφραση της ταξικής αντίθεσης μέσα στην
αστική κοινωνία» (σελ. 182 της γερμ. έκδ, του 1885).
Είναι διδακτικό μ’ αυτή τη γενική διατύπωση της σκέψης για την εξαφάνιση του κράτους ύστερα από την εξάλειψη των
τάξεων να παραβάλουμε όσα έγραψαν ο Μαρξ και ο Ένγκέλς λίγους μήνες αργότερα -και συγκεκριμένα το Νοέμβρη του
1847- στο «Κομμουνιστικό Μανιφεστο»:
… «Χαράζοντας τις πιο γενικές φάσεις της εξέλιξης του προλεταριάτου, παρακολουθήσαμε τον λίγο-πολύ κρυφό
εμφύλιο πόλεμο μέσα στην υπάρχουσα κοινωνία, ίσαμε το σημείο που ο πόλεμος αυτός ξεσπάει σε ανοιχτή
επανάσταση, και το προλεταριάτο εγκαθιδρύει την κυριαρχία του με το βίαιο γκρέμισμα της αστικής τάξης» …
«Είδαμε κιόλας πιο πάνω, ότι το πρώτο βήμα στην εργατική επανάσταση είναι η μετατροπή» (επι λέξη: η ανύψωση)
«του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη, η κατάχτηση της δημοκρατίας».
«Το προλεταριάτο θα χρησιμοποιήσει την πολιτική του κυριαρχία για ν’ αποσπάσει βαθμιαία από την αστική τάξη όλο το
κεφάλαιο, για να συγκεντρώσει όλα τα εργαλεία παραγωγής στα χέρια του κράτους, δηλαδή του οργανωμένου σαν
κυρίαρχη τάξη προλεταριάτου, και για να αυξήσει όσο μπορεί πιο γρήγορα τη μάζα των παραγωγικών δυνάμεων» (σελ.
31 και 37 της 7ης γερμ. έκδ. του 1906).
Εδώ βλέπουμε να διατυπώνεται μια από τις πιο αξιόλογες και πιο σπουδαίες ιδέες του μαρξισμού στο ζήτημα του
κράτους, και συγκεκριμένα η ιδέα της «δικτατορίας του προλεταριάτου» (όπως άρχισαν να εκφράζονται ο Μαρξ κι ό
Ένγκελς ύστερα από την Παρισινή Κομμούνα), και κατόπιν ό εξαιρετικά ενδιαφέρον ορισμός του κράτους, που κι αυτός
ανήκει στα «λησμονημένα λόγια» του μαρξισμού. «Το κράτος, δηλαδή το οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη προλεταριάτο».
Ο ορισμός αυτός του κράτους όχι μόνο δεν έχει εξηγηθεί ποτέ στην κυριαρχούσα προπαγανδιστική και διαφωτιστική
φιλoλογία των επίσημων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Κάτι παραπάνω. Ίσα-ίσα λησμονήθηκε, γιατί είναι εντελώς
ασυμβίβαστος με το ρεφορμισμό, γιατί χτυπάει κατάμουτρα τις συνηθισμένες οπορτουνιστικές προλήψεις και τις
μικροαστικές αυταπάτες σχετικά με την «ειρηνικη εξέλιξη της δημοκρατίας».
Στο προλεταριάτο χρειάζεται το κράτος – αυτό το επαναλαβαίνουν όλοι οι οπορτουνιστές, οι σοσιαλσωβινιστές και οι
καουτσκιστές, βεβαιώνοντας πως τέτοια είναι η διδασκαλία του Μαρξ και «λησμονώντας» να προσθέσουν ότι, πρώτο,
κατά τον Μαρξ, στο προλεταριάτο χρειάζεται μόνο ένα κράτος που απονεκρώνεται, δηλαδή έτσι συγκροτημένο, που ν’
αρχίσει αμέσως ν’ απονεκρώνεται και που να μην μπορεί παρά ν’ απονεκρώνεται. Και δεύτερο, οι εργαζόμενοι
χρειάζονται το «κράτος», «δηλαδή το οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη προλεταριάτο».
Το κράτος είναι ιδιαίτερη οργάνωση δύναμης, είναι η οργάνωση της βίας για την καταπίεση κάποιας τάξης. Και ποιά
τάξη πρέπει να καταπιέζεται από το προλεταριάτο; Φυσικά, μόνο η τάξη των εκμεταλλευτών, δηλαδή η αστική τάξη. Οι
εργαζόμενοι χρειάζονται το κράτος μόνο για να καταπνίγουν την αντίσταση των εκμεταλλευτών, και μόνο το
προλεταριάτο είναι σε θέση να κατευθύνει αυτή την κατάπνιξη, να την πραγματοποιεί, γιατί είναι η μοναδική ίσαμε το
τέλος επαναστατική τάξη, η μοναδική τάξη που είναι ικανή να συνενώσει όλους τους εργαζόμενους και
εκμεταλλευόμενους στην πάλη ενάντια στην αστική τάξη, για τον ολοκληρωτικό παραμερισμό της.
Οι εκμεταλλεύτριες τάξεις χρειάζονται την πολιτική κυριαρχία για να διατηρούν την εκμετάλλευση, δηλαδή για τα
ιδιοτελή συμφέροντα μιας μηδαμινής μειοψηφίας, ενάντια στην τεράστια πλειοψηφία του λαού. Οι εκμεταλλευόμενες
τάξεις χρειάζονται την πολίτικη κυριαρχία για να εξαλείψουν ολοκληρωτικά κάθε εκμετάλλευση, δηλαδή για τα
συμφέροντα της τεράστιας πλειοψηφίας του λαού, ενάντια στη μηδαμινή μειοψηφία των σύγχρονων δουλοχτητών,
δηλαδή των τσιφλικάδων και των κεφαλαιoκρατών.
Οι μικροαστοί δημοκράτες, αστοί οι δήθεν σοσιαλιστές, που αντικατάστησαν τον ταξικό αγώνα με ονειροπολήματα για
την ομοφωνία των τάξεων, φαντάστηκαν με ονειροπόλο τρόπο και το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, όχι σαν ανατροπή
της κυριαρχίας της εκμεταλλεύτριας τάξης, αλλά σαν ειρηνική υποταγή της μειoψηφίας στην πλειοψηφία που ένιωσε τα
καθήκοντα της. Αυτή η μικροαστική ουτοπία, που συνδέεται αδιάσπαστα με την αναγνώριση του υπερταξικού κράτους,
στην πράξη οδηγούσε στη προδοσία των συμφερόντων των εργαζόμενων τάξεων, όπως το έδειξε λ.χ. η ιστορία των
γαλλικών επαναστάσεων του 1848 και 1871, όπως το έδειξε η πείρα της σοσιαλιστικης συμμέτοχης στις αστικές
κυβερνήσεις της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και άλλων χωρών στα τέλη του ΧΙΧ και στις αρχές του ΧΧ αιώνα.
Ο Μαρξ σ’ όλη του τη ζωή πάλαιβε ενάντια σ’ αυτό τον μικροαστικό σοσιαλισμό, που τον ανασταίνουν σήμερα στη
Ρωσία τα κόμματα των εσέρων και μενσεβίκων. Τη διδασκαλία για την πάλη των τάξεων ο Μαρξ την ανάπτυξε με
συνέπεια ως τη διδασκαλία, για την πολίτικη εξουσία, για το κράτος.
Η κυριαρχία της αστικής τάξης μπορεί ν’ ανατραπεί μόνον από το προλεταριάτο, σαν ιδιαίτερη τάξη, που οι οικονομικοί
όροι της ύπαρξης του το προετοιμάζουν γι’ αυτή την ανατροπή, του δίνουν τη δυνατότητα και τη δύναμη να την
πραγματοποιήσει. Ενώ η αστική τάξη, από τη μια μεριά, κομματιάζει, σκορπίζει την αγροτιά και όλα τα μικροαστικά
στρώματα, από την άλλη, συσπειρώνει, συνενώνει, οργανώνει το προλεταριάτο. Mόνο το προλεταριάτο είναι ικανό –
χάρη στον οικονομικό του ρόλο στη μεγάλη παραγωγή- να είναι ο ηγεμόνας όλων τον εργαζόμενων και
εκμεταλλευόμενων μαζών, που η αστική τάξη τις εκμεταλλεύεται, τις κρατάει στο ζυγό, τις πιέζει συχνά όχι λιγότερο,
αλλά περισσότερο από τους προλετάριους, μα που δεν είναι ικανές να διεξάγουν έναν αυτοτελή αγώνα για την
απελευθέρωση τους.
Η διδασκαλία για την πάλη τον τάξεων, που την εφάρμοσε ο Μαρξ στο ζήτημα του κράτους και της σοσιαλιστικής επανά-
στασης, οδηγεί αναγκαστικά στην αναγνώριση της πολιτικής κυριαρχίας του προλεταριάτου, της δικτατορίας του,
δηλαδή της εξουσίας, που δεν τη μοιράζεται με κανένα και που στηρίζεται άμεσα στην ένοπλη δύναμη των μαζών. Η
ανατροπή της αστικής τάξης μπορεί να πραγματοτοιηθεί μόνο με τη μετατροπή του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη,
ικανή να καταπνίξει την αναπότρεπτη, απεγνωσμένη αντισταση της αστικής τάξης και να οργανώσει όλες τις
εργαζόμενες κι εκμεταλλευόμενες μάζας για το νέο τρόπο συγκρότησης της οικονομίας.
Το προλεταριάτο χρειάζεται την κρατική εξουσία, τη συγκεντρωτική οργάνωση της δύναμης, την οργάνωση της βίας και
για την κατάπνιξη της αντίστασης τον εκμεταλλευτών και για την καθοδήγηση της τεράστιας μάζας τος πληθυσμού, της
αγροτιάς, τον μικροαστών, τον μισοπρολετάριων για «να στρώσει» τη σoσιαλιστική οικονομία.
Ο μαρξισμός, διαπαιδαγωγώντας το εργατικό κόμμα, διαπαιδαγωγεί την πρωτοπορία του προλεταριάτου, που είναι
ικανή να πάρει την εξουσία και να οδηγήσει όλο το λαό στο σοσιαλισμό, να κατευθύνει και να οργανώσει το νέο
καθεστώς, να είναι ο δάσκαλος, ο καθοδηγητής, ο αρχηγός όλων των εργαζομένων κι εκμεταλλευομένων στην
οργάνωση της κοινωνικής τους ζωής χωρίς την αστική τάξη και ενάντια στην αστική τάξη. Αντίθετα, στο εργατικό κόμμα
ο κυρίαρχος σήμερα οπορτουνισμός διαπαιδαγωγεί τους εκπροσώπους των πιο καλοπληρωμένων εργατών που
ξεκόβουν από τη μάζα, που «βολεύονται» υποφερτά στο κεφαλαιοκρατικό καθεστώς, πού πουλάνε τα πρωτοτόκια τους
αντί πινακίου φακής, δηλαδή πού παραιτούνται από το ρόλο τον επαναστατών αρχηγών του λαού ενάντια στην αστική
τάξη.
«Το κράτος, δηλαδή το οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη προλεταιριάτο», – αυτή η θεωρία του Μαρξ συνδέεται
αδιάσπαστα με ολόκληρη τη διδασκαλία του για τον επαναστατικό ρόλο του προλεταριάτου στην ιστορία. Η
ολοκλήρωση αυτού του ρόλου είναι η πρoλεταριακή δικτατορια, η πολιτική κυριαρχία του προλεταριάτου.
Αν όμως το προλεταριάτο χρειάζεται το κράτος, σαν ιδιαίτερη οργάνωση βίας ενάντια στην αστική τάξη, τότε από δω
βγαίνει μόνο του το συμπέρασμα: είναι άραγε νοητή η δημιουργία μιας τέτοιας οργάνωσης χωρίς την προκαταβολική
καταστροφή, χωρίς την συντριβή της κρατικής μηχανής, που δημιούργησε για τον εαυτό της η αστική τάξη; Σ’ αυτό το
συμπέρασμα μας οδηγεί άμεσα το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» και γι’αυτό το συμπέρασμα μιλάει ο Μαρξ, όταν
συνοψίζει τα πορίσματα από την πείρα της επανάστασης του 1848 – 1851

.
2. Τα πορίσματα της επανάστασης
Σχετικά με το ζήτημα του κράτους, που μας ενδιαφέρει, ο Μαρξ συνοψίζει τα πορίσματα της επανάστασης του 1848 –
1851 στον ακόλουθο συλλογισμό του έργου του «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη»:
… «Η επανάσταση όμως είναι ριζική. Βρίσκεται ακόμα στο ταξίδι της μέσα από το καθαρτήριο πυρ. Εκτελεί μεθοδικά το
έργο της. Ως τις 2 του Δεκέμβρη 1851» (τη μέρα που ο, Λουδοβίκος Βοναπάρτης έκανε το πραξικόπημα του) «είχε
τελειώσει τη μισή προπαρασκευαστική της δαυλιά και τώρα τελειώνει την άλλη μισή. Ολοκληρώνει πρώτα την
κοινοβουλευτική εξουσία, για να μπορεί να την ανατρέψει. Και τώρα που το έχει κατορθώσει αυτό, ολοκληρώνει την
εκτελεστική εξουσία, την περιορίζει στην πιο καθαρή της έκφραση, την απομονώνει, τη βάζει απέναντι της σαν μοναδικό
στόχο για να σνγκεντρώσει πάνω της όλες τις δυνάμεις καταστροφής» (η υπογράμμιση είναι δική μας). «Κι όταν θα έχει
εκτελέσει το δεύτερο μισό της προπαρασκευαστικής της δουλιας, η Ευρώπη θ’ αναπηδήσει από τη θέση της και θ’
αλαλάξει: καλά έσκαψες, γερο – τυφλοπόντικα!
Αυτή η εκτελεστική εξουσία, με την τεράστια γραφειoκρατική και στρατιωτική οργάνωση της, με τον εκτεταμένο και
τεχνητό κρατικό της μηχανισμό, με μια στρατιά από μισό εκατομμύριο υπαλλήλους, δίπλα σ’ ένα στρατό από άλλο μισό
εκατομμύριο, αυτό το τρομαχτικό παρασιτικό σώμα, που τυλίγεται σαν δίχτυ γύρω από το κορμί της γαλλικής κοινωνίας
και φράζει όλους τους πόρους της, γεννήθηκε στις μέρες της απόλυτης μοναρχίας, τον καιρό της παρακμής του
φεουδαρχικού καθεστώτος, και συνετέλεσε στην επιτάχυνση της παρακμής του». Η πρώτη γαλλική επανάσταση
ανάπτυξε το συγκεντρωτισμό, «ταυτόχρονα όμως ανάπτυξε την έκταση, τις αρμοδιότητες και τους παραστάτες της
κυβερνητικής εξουσίας. Ο Ναπολέων ολοκλήρωσε αυτή την κρατική μηχανή». Η νομιμόφρονη μοναρχία και η μοναρχία
του Ιούλη «δεν προσθέσανε τίποτα σ’ αυτή τη μηχανή, εκτός από ένα μεγαλύτερο καταμερισμό της εργασίας»…
… «Τέλος, η κοινοβουλευτική δημοκρατία στην πάλη της ενάντια στην επανάσταση βρέθηκε στην ανάγκη, μαζί με τα
καταπιεστικά μέτρα, να ενισχύσει τους πόρους και το συγκεντρωτισμό της κυβερνητικής εξουσίας. Όλες οι ανατροπές
τελειοποιούσαν αυτή τη μηχανή αντί να την τσακίσουν» (η υπογράμμιση είναι δική μας). «Τα κόμματα, που αγωνίζονταν
διαδοχικά για την εξουσία, θεωρούσαν την απόχτηση αυτού του τεράστιου κρατικού οικοδομήματος σαν την κυριότερη
λεία του νικητή» («Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», σελ. 98 – 99, 4η έκδ., Αμβούργο, 1907).
Με τον περίφημο αυτό συλλογισμό ο μαρξισμός κάνει ένα τεράστιο βήμα προς τα μπρος σε σύγκριση με το
«Κομμουνιστικό Μανιφέστο». Εκεί το ζήτημα του κράτους τίθεται ακόμα άκρως αφηρημένα, με τις πιο γενικές έννοιες
και εκφράσεις. Εδώ το ζήτημα τίθεται συγκεκριμένα, και το συμπέρασμα που βγαίνει είναι εξαιρετικά ακριβολογημένο,
καθορισμένο, πραχτικά χειροπιαστό: όλες οι προηγούμενες επαναστάσεις τελειοποιούσαν την κρατική, μηχανή, ενώ
πρέπει να σπάσει, να τσακιστεί.
Το συμπέρασμα τούτο είναι το κύριο, το βασικό στη διδασκαλία του μαρξισμού για το κράτος. Και αυτό ακριβώς το
βασικό δεν έχει μόνο ολότελα λησμονηθεί από τα κυρίαρχα επίσημα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, μα και έχει άμεσα
διαστρεβλωθεί (όπως θα δούμε πιο κάτω) από τον πιο επιφανή θεωρητικό της ΙΙ Διεθνούς Κ. Κάουτσκι.
Στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» συνοψίζονται τα γενικά πορίσματα της ιστορίας, που μας υποχρεώνουν να βλέπουμε
στο κράτος ένα όργανο ταξικής κυριαρχίας και που οδηγούν υποχρεωτικά στο συμπέρασμα, πως το προλεταριάτο δεν
μπορεί ν’ ανατρέψει την αστική τάξη, χωρίς να καταχτήσει πρωτύτερα την πολιτική εξουσία, χωρίς ν’ αποχτήσει την
πολιτική κυριαρχία και να μετατρέψει το κράτος στο «οργανωμένο σαν κυρίαρχη τάξη, προλεταριάτο», και πως αυτό το
προλεταριακό κράτος αμέσως μετά τη νίκη του θ’ αρχίσει ν’ απονεκρώνεται, γιατί σε μια κοινωνία δίχως ταξικές
αντιθέσεις το κράτος δε χρειάζεται και δεν μπορεί να υπάρχει. Εδώ δεν τίθεται το ζήτημα τι λογής πρέπει – από την
άποψη της ιστορικής εξέλιξης – να είναι αυτή η αντικατάσταση του αστικού κράτους από το προλεταριακό.
Αυτό το ζήτημα ο Μαρξ το θέτει και το λύνει μόνο το 1852. Πιστός στη φιλοσοφία του του διαλεκτικού υλισμού, ο Μαρξ
παίρνει για βάση την ιστορική πείρα των μεγάλων χρόνων της επανάστασης του 1848- 1851. Και δω η διδασκαλία του
Μαρξ – όπως πάντα – αποτελεί συνόψιση πείρας, φωτισμένης με βαθιά φιλοσοφική κοσμοθεώρηση και πλούσια γνώση
της Ιστορίας.
Το ζήτημα του κράτους τίθεται συγκεκριμένα : πώς γεννήθηκε ιστορικά το αστικό κράτος, η απαραίτητη για την
κυριαρχία της αστικής ταξης κρατική μηχανή; ποιες είναι οι αλλαγές της, ποια η εξέλιξη της στην πορεία των αστικών
επαναστάσεων και μπροστά στις ανεξάρτητες εκδηλώσεις των καταπιεζόμενων ταξεων; ποια τα καθήκοντα του
προλεταριάτου σε σχέση μ’ αυτή την κρατική μηχανή;
Η συγκεντρωτική κρατική εξουσία, που χαρακτηρίζει την αστική κοινωνία, εμφανίστηκε την εποχή της παρακμής του
απολυταρχισμού. Δυο είναι οι πιο χαρακτηριστικοί γι’ αυτή την κρατική μηχανή θεσμοί: η υπαλληλοκρατία και ο μόνιμος
στρατός. Στα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς γίνεται πολλές φορές λόγος για το πώς χιλιάδες νήματα συνδέουν αυτούς
τους θεσμούς ακριβώς με την αστική τάξη. Η πείρα του κάθε εργάτη διασαφηνίζει αυτό το δεσμό με εξαιρετικά
παραστατικό και επιβλητικό τρόπο. Η εργατικη τάξη μαθαίνει πάνω στο πετσί της να διακρίνει αυτό το δεσμό – να γιατί
κατανοεί τόσο εύκολα και αφομοιώνει τόσο γερά την επιστήμη για το αναπόφευκτο αυτού του δεσμού, την επιστήμη,
που οι μικροαστοί δημοκράτες είτε την αρνούνται από αμορφωσιά και επιπολαιότητα, είτε με ακόμα μεγαλύτερη
επιπολαιότητα την παραδέχονται «γενικά», ξεχνώντας να βγαλουν τ’ αντίστοιχα πραχτικά συμπεράσματα.
Η υπαλληλοκρατία και ο μόνιμος στρατός είναι ένα «παράσιτο» πάνω στο κορμί της αστικής κοινωνίας, παράσιτο, που
γεννήθηκε από τις εσωτερικές αντιφασεις που σπαράζουν αυτή την κοινωνία, και συγκεκριμένα, παράσιτο, που
«φράζει» τους ζωτικούς πόρους. Ο καουτσκικός οπορτουνισμός, που κυριαρχεί σήμερα στην επίσημη
σοσιαλδημοκρατία, θεωρεί σαν ειδικό και αποκλειστικό γνώρισμα του αναρχισμού την άποψη ότι το κράτος είναι
παρασιτικός οργανισμός. Φυσικά αυτή η διαστρέβλωση του μαρξισμού συμφέρει εξαιρετικά στους μικροαστούς
εκείνους, που έφεραν το σοσιαλισμό στο ανήκουστο αίσχος να δικαιολογεί και να εξωραΐζει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο,
εφαρμόζοντας σ’ αυτόν την έννοια της «υπεράσπισης της πατρίδας», ωστόσο όμως πρόκειται για αναμφισβήτητη
διαστρέβλωση.
Μέσα απ’ όλες τις αστικές επαναστάσεις, που τόσο πολλές γνώρισε η Ευρώπη από τον καιρό της πτώσης της
φεουδαρχίας, προχωρεί η εξέλιξη, η τελειοποίηση, το δυνάμωμα αυτού του υπαλληλοκρατικού και στρατιωτικού
μηχανισμού. Ιδιαίτερα, ίσα – ίσα η μικροαστική τάξη είναι εκείνη που τραβιέται προς το μέρος της μεγαλοαστικής τάξης
και σε σημαντικό βαθμό υποτάσσεται σ’ αυτήν μέσω αυτού του μηχανισμού, που προσφέρει στ’ ανώτερα στρώματα της
αγροτιάς, των χειροτεχνών, των έμπορων κ.α. σχετικά βολικές, ήσυχες και τιμητικές θεσούλες, που τοποθέτουν τους
κατόχους τους πάνω από το λαό. Πάρτε αυτό που έγινε στη Ρωσία μέσα σ’ ένα εξάμηνο ύστερα από τις 27 του Φλεβάρη
1917: οι δημοσιοϋπαλληλικές θέσεις, που πρώτα δίνονταν κατά προτίμηση στους μαυροεκατονταρχίτες, έγιναν
αντικείμενο λείας των καντέτων, των μενσεβίκων και των εσέρων. Στην ουσία δε σκέφτονται να κάνουν κανενός είδους
σοβαρές μέταρυθμίσεις, που πάσχιζαν να τις αναβάλουν «ίσαμε τη Συντακτική Συνέλευση» – και τη Συντακτική
Συνέλευση να την αναβάλουν λίγο-λίγο ίσαμε το τέλος του πολέμου. Δεν αργούσαν όμως και δεν περίμεναν καμιά
Συντακτική Συνέλευση για το μοίρασμα της λείας, για την κατάληψη των θέσεων των υπουργών, των υφυπουργών, των
γενικών διοικητών κλπ. κλπ.! Το παιχνίδι των συνδυασμών για τη σύνθεση της κυβέρνησης στην ουσία δεν εκφραζε
παρά αυτό το μοίρασμα και το ξαναμοίρασμα της «λείας», που γινόταν και από τα πάνω και από τα κάτω, σ’ όλη τη
χώρα, σ’ ολόκληρη την κεντρική και τοπική διοίκηση. Το αποτέλεσμα, το αντικειμενικό αποτέλεσμα του εξαμήνου 27 του
Φλεβάρη – 27 του Αυγούστου 1917 είναι αναμφισβήτητο: οι μεταρυθμίσεις αναβλήθηκαν, το μοίρασμα των
δημοσιοϋπαλληλικών θέσεων έχει γίνει, και τα «λάθη» του μοιράσματος έχουν διορθωθεί με μερικά ξαναμοιράσματα.
Μα όσο πιο πολλά «ξαναμοιράσματα» γίνονται στον υπαλληλοκρατικό μηχανισμό ανάμεσα στα διάφορα αστικά και
μικροαστικά κόμματα (ανάμεσα στους καντέτους, τους εσέρους και τους μενσεβίκους, για να πάρουμε το ρωσικό
παράδειγμα), τόσο πιο φανερή γίνεται για τις καταπιεζόμενες τάξεις και για το προλεταριάτο, που βρίσκεται επικεφαλής
τους, η ασυμφιλίωτη έχθρα τους προς όλη την αστική κανωνία. Από δω πηγάζει η ανάγκη για όλα τα αστικά κόμματα,
ακόμα και για τα πιο δημοκρατικά, μαζί και για τα «επαναστατικά – δημοκρατικά», να δυναμώνουν τις καταπιέσεις
εναντία στο επαναστατικό προλεταριάτο, να στεριώνουν τον καταπιεστικό μηχανισμό, δηλαδή την ίδια την κρατική
μηχανή. Αυτή η πορεία των γεγονότων υποχρεώνει την επανάσταση «να συγκεντρώνει όλες τις δυνάμεις της καταστρο-
φής» ενάντια στην κρατική εξουσία, την υποχρεώνει να βάλει καθήκον της όχι την καλυτέρευση της κρατικής μηχανής,
μα τη συντριβή, την καταστροφή της.
Δεν είναι οι λογικοί συλλογισμοί, αλλά η πραγματική εξέλιξη των γεγονότων, η ζωντανή πείρα του 1848- 1851 πού οδή-
γησαν στην τέτοια τοποθέτηση του προβλήματος. Πόσο αυστηρά κρατιέται ο Μαρξ στην πραγματική βάση της ιστορικής
πείρας – φαίνεται από το γεγονός ότι το 1852 δε θέτει ακόμα συγκεκριμένα το ζήτημα με τι πρέπει ν’ αντικατασταθεί
αυτή η κρατική μηχανή που πρόκειται να καταστραφεί. Η πείρα δεν πρόσφερνε ακόμα τότε στοιχεία για ένα τέτοιο
πρόβλημα, που η ιστορία το έθεσε στην ημερήσια διάταξη αργότερα, το 1871. Το 1852 μπορούσε κανείς να διαπιστώσει
με την ακρίβεια φυσικοίστορίκης παρατήρησης μόνον ότι η προλεταριακή επανάσταση πλησίασε άμεσα στο καθήκον
«να συγκεντρώσει όλες τις δυνάμεις της καταστροφής» ενάντια στην κρατική εξουσία, στο καθήκον «να τσακίσει» την
κρατική μηχανή.
Εδώ μπορεί να γεννηθεί το ερώτημα: είναι άραγε σωστή η γενίκευση της πείρας, των παρατηρήσεων και των
συμπερασμαάτων του Μαρξ, η μεταφορά τους σε πεδίο πλατύτερο από την ιστορία της Γαλλίας στην τριετία 1848-
1851; Για να εξετάσουμε αυτό το ζήτημα θα θυμίσουμε πρώτα μια παρατήρηση του Ένγκελς και κατόπι θα περάσουμε
στα πραγματικά δεδομένα.
… «Η Γαλλία – έγραφε ο Ένγκελς στον πρόλογο της 3ης έκδοσης της «18ης Μπρυμαίρ» – είναι η χώρα όπου περισσότερο
από οπουδήποτε αλλού οι ιστορικοί ταξικοί αγώνες έφταναν κάθε φορά ως την αποφασιστική μάχη, όπου συνεπώς
διαγράφονται με τον πιο ανάγλυφο τρόπο οι μεταβαλλόμενες πολιτικές μορφές, που μέσα τους κινούνται οι ταξικοί
αγώνες και όπου συνοψίζονται τ’ αποτελέσματά τους. Κέντρο της φεουδαρχίας στο μεσαίωνα, υποδειγματική χώρα της
ενιαίας μοναρχίας των προνομιούχων τάξεων ύστερα από την Αναγέννηση, η Γαλλία τσάκισε στη μεγάλη επανάσταση το
φεουδαρχισμό και εγκαθίδρυσε την καθαρή κυριαρχία της αστικής τάξης με τέτοια κλασική μορφή που δεν την έφτασε
καμιά άλλη ευρωπαική χώρα. Και ο αγώνας του προλεταριάτου, που σηκώνει κεφάλι ενάντια στην κυρίαρχη αστική
τάξη, εκδηλώνεται εδώ με τόσο οξεία μορφή, που είναι άγνωστη σε άλλες χώρες» (σελ. 4 της έκδ. του 1907).
Η τελευταία παρατήρηση έχει παλιώσει, εφόσον από το 1871 και δω σημειώθηκε μια διακοπή στον επαναστατικό
αγώνα του γαλλικού προλεταριάτου, μ’ όλο που, όσο μακρόχρονη κι αν είναι αυτή η διακοπή, δεν αποκλείει διόλου την
πιθανότητα στην επικείμενη προλεταριακή επανάσταση η Γαλλία να δείξει πως είναι η κλασική χώρα της πάλης των
τάξεων ίσαμε το αποφασιστικό τέλος.
Ας ρίξουμε όμως μια γενική ματιά στην ιστορία των προχωρημένων χωρών στα τέλη του ΧΙΧ και τις αρχές του ΧΧ αιώνα.
Θα δούμε ότι συντελούνταν πιο αργά, πιο ποικιλόμορφα, πάνω σε πολύ πιο πλατιά κονίστρα το ίδιο προτσες: από τη μια
μεριά, η συμπλήρωση της «κοινοβουλευτικής εξουσίας» τόσο στις δημοκρατικές χώρες (Γαλλία, Αμερική, Ελβετία), όσο
και στις μοναρχικές (Αγγλία, Γερμανία ως ένα βαθμό, Ιταλία, Σκανδιναβικές χώρες κ.ά.), κι από την άλλη, η πάλη για την
εξουσία των διάφορων αστικών και μικροαστικών κομμάτων, που μοιράζονταν και ξαναμοιράζονταν τη «λεία» των
δημοσιουπαλληλικών θέσεων, χωρίς ν’ αλλάζουν τα θεμέλια του αστικού καθεστώτος, τέλος, η τελειοποίηση και το
δυνάμωμα της «εκτελεστικής εξουσίας» του υπαλληλοκρατικού και στρατιωτικού μηχανισμού της.
Δε χωράει καμιά αμφιβολία πώς όλα αυτά είναι κοινά χαρακτηριστικά όλης της νεότερης εξέλιξης των
κεφαλαιοκρατικών κρατών γενικά. Στα τρία χρόνια 1848 – 1851 η Γαλλία παρουσίασε με γοργό, έντονο συγκεντρωτικό
τρόπο τα ίδια προτσές εξέλιξης που χαρακτηρίζουν όλο τον κεφαλαιοκρατικό κόσμο.
Ιδίως ο ιμπεριαλισμός, η εποχή του τραπεζιτικού κεφαλαίου, η εποχή των γιγάντιων κεφαλαιοκρατικών μονοπωλίων, η
εποχή της μετεξέλιξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε κρατικό – μονοπωλιακό καπιταλισμό, παρουσιάζει ένα
ασυνήθιστο δυνάμωμα της «κρατικής μηχανής», μιαν ανήκουστη αύξηση του υπαλληλοκρατικού και στρατιωτικού της
μηχανισμού σε συνδυασμό με την ένταση των καταπιέσεων εναντία στο προλεταριάτο τόσο στις μοναρχικές, όσο και
στις πιο ελεύθερες, δημοκρατικές χώρες.
Είναι αναμφισβήτητο ότι η παγκόσμια ιστορία πλησιάζει τώρα, σε ασύγκριτα μεγαλύτερη κλίμακα από το 1852, στη
«συγκέντρωση όλων των δυνάμεων» της προλεταριακής επανάστασης για την «καταστροφή» της κρατικής μηχανής.
Με τι θα την αντικαταστήσει το προλεταριάτο, στο ζήτημα αυτό έδωσε διδαχτικότατο υλικό η Παρισινή Κομμούνα.
3. Η τοποθέτηση του ζητήματος από τον Μάρξ το 1852
Το 1907 ο Μέρινγκ δημοσίεψε στο περιοδικό «Neue Ζeit» (XXV, 2, 164) αποσπάσματα από γράμμα του Μαρξ στον
Βαιντεμάγιερ με ημερομηνία 5 του Μάρτη 1852. Στο γράμμα αυτό περιέχεται, ανάμεσα στ’ άλλα, και ο ακόλουθος
αξιοσημείωτος συλλογισμός:
«Όσο για μένα, δε μου ανήκει ούτε η τιμή ότι εγώ ανακάλυψα την ύπαρξη των τάξεων στη σύγχρονη κοινωνία, ούτε η
τιμή ότι εγώ ανακάλυψα την πάλη ανάμεσα τους. Πολύν καιρό πριν από μένα αστοί ιστορικοί είχαν περιγράψει την
ιστορική εξέλιξη αυτής της πάλης των τάξεων και αστοί οικονομολόγοι – την οικονομική ανατομία των τάξεων. Το
καινούργιο πού έκαμα εγώ ήταν πως απόδειξα: 1) ότι η ύπαρξη των τάξεων συνδέεται απλώς με ορισμένες ιστορικές
φάσεις εξέλιξης της παραγωγής (histοrische Entwicklungsphasen der Ρrοdυktiοn), 2) ότι η ταξική πάλη οδηγεί
αναγκαστικά στη διχτατορία του προλεταριάτου, 3) ότι αυτή η ίδια η δικτατορία αποτελεί απλώς το περασμα προς την
κατάργηση όλων των τάξεων και προς μια αταξική κοινωνία»…
Στα λόγια τούτα ο Μαρξ κατόρθωσε να εκφράσει με καταπληχτική παραστατικότητα, πρώτα, το κύριο και το θεμελιακό
που ξεχωρίζει τη διδασκαλία του από τη διδασκαλία των πρωτοπόρων και πιο βαθιών στοχαστών της αστικής τάξης, και
δεύτερο, την ουσία της διδασκαλίας του για το κράτος.
Το κύριο στη διδασκαλία του Μαρξ είναι η ταξική πάλη. Έτσι λένε και γράφουν πολύ συχνά. Μα αυτό δεν είναι σωστό.
Και το αποτέλεσμα απ’ αυτή την ανακριβεια είναι σχεδόν πάντα μια οπορτουνιστική διαστρέβλωση του μαρξισμού, η
νόθευση του, έτσι που να γίνεται παραδεχτός για την αστική τάξη. Γιατί η διδασκαλία για την ταξική πάλη δεν
δημιουργήθηκε από τον Μαρξ αλλά από την αστική τάξη πριν από τον Μαρξ και, μιλώντας γενικά, είναι παραδεχτή για
την αστική τάξη. Όποιος παραδέχεται μόνο την πάλη των τάξεων, δεν είναι ακόμα μαρξιστής, αυτός μπορεί ακόμα ναναι
άνθρωπος που δε βγαίνει από τα πλαίσια της αστικής σκέψης και της αστικής πολιτικής. Το να περιορίζεις το μαρξισμό
στη διδασκαλία για την πάλη των τάξεων – σημαίνει να κουτσουρέβεις το μαρξισμό, να τον διαστρεβλώνεις, να τον
ανάγεις σε ό,τι είναι παραδεκτό για την αστική τάξη. Μαρξιστής είναι μόνο εκείνος που επεκτείνει την αναγνώριση τ ης
πάλης των τάξεων ως την αναγνώριση της δικτατορίας του προλεταριάτου. Αυτού βρίσκεται η πιο βαθιά διαφορά του
μαρξιστή από το μικρό (μα και μεγάλο) αστό της αράδας. Αυτή είναι η λυδία λίθος για την πραγματική κατανόηση και
παραδοχή του μαρξισμού. Και δεν είναι παράξενο πως, όταν η ιστορία της Ευρώπης έφερε πραχτικά την εργατική τάξη
μπροστά σ’ αυτό το ζήτημα, όχι μόνο όλοι οι οπορτουνιστές και ρεφορμιστές, αλλά και όλοι οι «καουτσκιστές» (οι
άνθρωποι που ταλαντεύονται αναμέσα στο ρεφορμισμό και το μαρξισμό) αποδείχτηκαν θλιβεροί φιλισταίοι και
μικροαστοί δημοκράτες, που απαρνιούνται τη διχτατορία του προλεταριάτου. Η μπροσούρα του Κάουτσκι «Διχτατορία
του προλεταριάτου», που βγήκε τον Αύγουστο του 1918, δηλαδή πολύ πιο ύστερα από την πρώτη έκδοση τούτου του
βιβλίου, είναι πρότυπο μικροαστικής διαστρέβλωσης του μαρξισμού και ύπουλης απάρνησής του στην πράξη, ενώ τον
αναγνωρίζει υποκριτικά στα λόγια (βλ. τη μπροσούρα μου: «Η προλεταριακή επανάσταση κι ο αποστάτης Κάουτσκι»,
Πετρούπολη και Μόσχα 1918).
Ο σημερινός οπορτουνισμός στο πρόσωπο του κυριότερου εκπροσώπου του, του πρώην μαρξιστή Κ. Κάουτσκι, υπάγεται
ολοκληρωτικά στο χαρακτηρισμό της αστικής θέσης που δίνεται από τον Μαρξ, γιατί ο οπορτουνισμός αυτός περιορίζει
την περιοχή αναγνώρισης της ταξικής πάλης στην περιοχή των αστικών σχέσεων. (Σ’ αυτή όμως την περιοχή, μέσα στα
πλαίσια της, κανένας μορφωμένος φιλελεύθερος δε θ’ αρνηθεί «καταρχήν» να παραδεχτεί την ταξική πάλη!) Ο
οπορτουνισμός δεν επεκτείνει την αναγνώριση της ταξικής πάλης ακριβώς ίσαμε το κυριότερο, ως την περίοδο του
περάσματος από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό, ως την περίοδο της ανατροπήs της αστικής τάξης και της πλέριας
εκμηδένισης της. Στην πραγματικότητα η περίοδος αυτή είναι αναπόφευκτα περίοδος μιας πρωτάκουστα σκληρής
ταξικής πάλης, πρωτάκουστης οξύτητας των μορφών της, συνεπώς, και το κράτος αυτής της περιόδου πρέπει
αναπόφευκτα να είναι κράτος με νέο τρόπο δημοκρατικό (για τους προλετάριους και τους φτωχούς γενικά) και με νέο
τρόπο δικτατορικό (ενάντια στην αστική τάξη).
Παρακάτω. Την ουσία της διδασκαλίας του Μαρξ για το κράτος την αφομοίωσε μόνον όποιος κατάλαβε πως η
δικτατορία μιας τάξης είναι αναγκαία όχι μόνο για κάθε ταξική κοινωνία γενικά, όχι μόνο για το προλεταριάτο, που έχει
ανατρέψει την αστική τάξη, μα και για ολόκληρη την ιστορική περίοδο, πού χωρίζει τον καπιταλισμό από την «χωρις
τάξεις κοινωνία», από τον κομμουνισμό. Οι μορφές των αστικών κρατών είναι εξαιρετικά πολυποίκιλες, μα η ουσία τους
είναι μια: όλα αυτά τα κράτη έτσι είτε αλλιώς, μα σε τελευταία ανάλυση υποχρεωτικά, είναι δικτατορία της αστικής
τάξης. Το πέρασμα από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό δεν μπορεί φυσικά να μη δόσει μια τεράστια αφθονία και
ποικιλία πολιτικών μορφών, μα η ουσία εδώ θα είναι μια: δικτατορία του προλεταριάτου.
ΙΙΙ Η ΠΕΙΡΑ ΤΗΣ ΠΑΡΙΣΙΝΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ ΤΟΥ 1871: Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ
ΜΑΡΞ
1. Σε τι συνίσταται ο ηρωισμός της προσπάθειας των κομμουνάρων;
Είναι γνωστό πως λίγους μήνες πριν από την Κομμούνα, το φθινόπωρο του 1870, ο Μαρξ προειδοποιούσε τους εργάτες
του Παρισιού, αποδείχνοντας τους πως θα ήταν ανοησία απόγνωσης η απόπειρα ν’ ανατρέψουν την κυβέρνηση. Όταν
όμως το Μάρτη του 1871 επέβαλαν στους εργάτες την αποφασιστική μάχη και κείνοι τη δέχτηκαν, όταν η εξέγερση έγινε
γεγονός, ο Μαρξ, παρά τα κακά προμηνύματα, χαιρέτησε με το μεγαλύτερο ενθουσιασμό την προλεταριακή
επανάσταση. Ο Μαρξ δεν κόλλησε στη σχολαστική καταδίκη του «πρόωρου» κινήματος, όπως έκαμε ο θλιβερής φήμης
ρώσος αποστάτης του μαρξισμού Πλεχάνοφ, που το Νοέμβρη του 1905 έγραφε ενθαρρυντικά για τον αγώνα των ρώσων
εργατών και αγροτών, και ύστερα από το Δεκέμβρη του 1905 φώναζε σαν φιλελεύθερος: «δεν έπρεπε να πάρουμε τα
όπλα».
Όμως ο Μαρξ δεν εκδήλωσε μόνον τον ενθουσιασμό του για τον ηρωισμό των κομμουνάρων, που, σύμφωνα με δική του
έκφραση, «έκαναν έφοδο ενάντια στον ούρανό». Στο μαζικό επαναστατικό κίνημα, παρ’ όλο που δεν πέτυχε το σκοπό
του, ο Μαρξ έβλεπε μια ιστορική πείρα τεράστιας σημασίας, ορισμένο βήμα προ ς τα μπρος της παγκόσμιας
προλεταριακής επανάστασης, ένα πραχτικό βήμα, πολύ σπουδαιότερο από χιλιάδες προγράμματα και συζητήσεις. Ν’
αναλύσει αυτή την πείρα, να βγάλει απ’ αυτή διδάγματα ταχτικής, να επανεξετάσει πάνω στη βάση της τη θεωρία του –
να το καθήκον που έβαλε στον εαυτό του ο Μαρξ.
Τη μόνη «διόρθωση» στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», που ο Μαρξ έκρινε απαραίτητο να κάνει, την έκαμε με βάση την
επαναστατική πειρα των κομμουνάρων του Παρισιού.
Ο τελευταίος πρόλογος στη νέα γερμανική έκδοση του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου», που υπογράφεται και από τους
δυο συγγραφείς του, έχει ημερομηνία 24 του Ιούνη 1872. Σ’ αυτό τον πρόλογο οι συγγραφείς του, ο Καρλ Μαρξ και ο
Φρίντριχ Ένγκελς, λένε πως «σήμερα πάλιωσε σε μερικά μέρη» το πρόγραμμα του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου».
… «Ιδίως – συνεχίζουν – η κομμούνα απόδειξε ότι η «εργατική τάξη δεν μπορεί απλώς να πάρει στα χέρια της την έτοιμη
κρατική μηχανή και να τη βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς»» …
Τις λέξεις αυτής της περικοπής, που βρίσκονται μέσα στα δεύτερα εισαγωγικά, οι συγγραφείς τις δανείστηκαν από το
έργο του Μαρξ: «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλια».
Έτσι λοιπόν ένα βασικό και κύριο δίδαγμα της Κομμούνας του Παρισιού ο Μαρξ και ο Ένγκελς θεωρούσαν ότι έχει τόσο
γιγάντια σημασία, που το καταχώρησαν σαν ουσιαστική διόρθωση στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο».
Είναι πάρα πολύ χαρακτηριστικό ότι αυτή ακριβώς η ουσιαστική διόρθωση διαστρεβλώθηκε από τους οπορτουνιστές,
και το νόημα της θα είναι ασφαλώς άγνωστο στα εννιά δέκατα, αν όχι στα ενενήντα εννιά εκατοστά των αναγνωστών
του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου». Θα μιλήσουμε λεπτομερειακά για τη διαστρέβλωση αυτή πιο κάτω, στο κεφάλαιο
που αφιερώνεται ειδικά στις διαστρεβλώσεις. Τώρα φτάνει να σημειωθεί ότι η συνηθισμένη, η χυδαία «αντίληψη» του
περίφημου αποφθέγματος του Μαρξ, που αναφέραμε, βρίσκεται στο ότι τάχα ο Μαρξ υπογραμμίζει εδώ την ιδέα της
αργής εξέλιξης σε αντίθεση με την κατάληψη της εξουσίας και τα παρόμοια.
Στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η σκέψη του Μαρξ είναι ότι η εργατική τάξη πρέπει να συντρίψει,
να τσακίσει την «έτοιμη κρατική μηχανή» και να μην περιοριστεί στην απλή κατάληψη της.
Στις 12 του Απρίλη 1871, δηλαδή ακριβώς τον καιρό της Κομμούνας, ο Μαρξ έγραφε στον Κούγκελμαν:
… «Αν ανοίξεις το τελευταίο κεφάλαιο του έργου μου «Η Ι 8η Μπρυμαίρ», θα δεις ότι εκφράζω τη γνώμη πως η επόμενη
προσπάθεια της γαλλικής επανάστασης δεν πρέπει, όπως γινόταν ως τώρα, να περάσει τη γραφειοκρατική – στρατιωτική
μηχανή από το ένα χέρι στο άλλο, άλλα να την τσακίσει» (η υπογράμμιση είναι του Μαρξ, στο πρωτότυπο υπάρχει η
λέξη : zerbrechen), «και αυτός είναι ο προκαταρκτικός όρος κάθε πραγματικής λαικής επανάστασης στην ήπειρο. Αυτή
είναι και η προσπάθεια των ηρωικών μας κομματικών συντρόφων του Παρισιού» (σελ. 709 της «Neue Ζeit», ΧΧ, 1,
χρόνος 1901 – 1902). (Τα γράμματα του Μαρξ προς τον Κούγκελμαν βγήκαν στα ρωσικά σε όχι λιγότερες από δυο
εκδόσεις, τη μια απ’ αυτές την έχω επιμεληθεί εγώ και έχει δικό μου πρόλογο.)
Στα λόγια αυτά «να τσακίσει τη γραφειοκρατική – στρατιωτική κρατική μηχανή» περιέχεται, σύντομα διατυπωμένο, το
κυριότερο δίδαγμα του μαρξισμού στο ζήτημα των καθηκόντων του προλεταριάτου στην επανάσταση όσον αφορά το
κράτος. Κι αυτό ακριβώς το δίδαγμα όχι μόνο λησμονήθηκε ολότελα, μα και διαστρεβλώθηκε ανοιχτά από την κυρίαρχη
καουτσκική «ερμηνεία» του μαρξισμού!
Όσο για την παραπομπή στη «18η Μπρυμαίρ» που κάvει ο Μαρξ, δώσαμε πιο πάνω ολόκληρη την αντίστοιχη περικοπή.
Είναι ενδιαφέρο να σημειώσουμε ιδιαίτερα δυο σημεία στον πιο πάνω συλλογισμό του Μαρξ. Πρώτο, ο Μαρξ
περιορίζει. το συμπέρασμα του στην ήπειρο. Αυτό ήταν κατανοητό το 1871, όταν η Αγγλία ήταν ακόμα πρότυπο χώρας
καθαρά κεφαλαιοκρατικής, αλλά χωρίς στρατοκρατία και σε σημαντικό βαθμό χωρίς γραφειοκρατία. Γι αυτό ο Μαρξ
εξαιρούσε την Αγγλία, όπου μια επανάσταση, ακόμα και μια λαϊκή επανάσταση, φαινόταν και ήταν τότε δυνατή χωρίς
τον προκαταρκτικό όρο της καταστροφής της «έτοιμης κρατικής μηχανής».
Τώρα, στα 1917, στην εποχή του πρώτου μεγάλου ιμπεριαλιστικού πολέμου, ο περιορισμός αυτός του Μαρξ παύει να
ισχύει. Και η Αγγλία και η Αμερική, οι μεγαλύτεροι και τελευταίοι – σ’ όλο τον κόσμο – εκπρόσωποι της αγγλοσαξωνικής
«ελευθερίας» με την έννοια ότι δεν είχαν στρατοκρατία και γραφειοκρατία, κατρακύλησαν ολότελα στον
πανευρωπαϊκό, βρωμερό, αιματηρό βούρκο των γραφειοκρατικών – στρατοκρατικών θεσμών που υποτάσσουν τα
πάντα, που καταπνίγουν τα πάντα. Τώρα και στην Αγγλία και στην Αμερική «προκαταρκτικός όρος κάθε πραγματικής
λαικής επανάστασης» είναι το τσάκισμα η καταστροφή της «έτοιμης» (που το 1914- 1917 ετοιμάστηκε σ’ αυτές τις χώρες
σε «ευρωπαϊκή», πανιμπεριαλεστική τελειότητα) «κρατικής μηχανής».
Δεύτερο, ιδιαίτερα αξιοπρόσεχτη είναι η εξαιρετικά βαθυστόχαστη παρατήρηση του Μαρξ, ότι η καταστροφή της
γραφειοκρατικής στρατιωτικής κρατικής μηχανής αποτελεί «προκαταρκτικό όρο κάθε πραγματικής λαϊκής
επανάστασης». Αυτή η έννοια της «λαϊκής» επανάστασης φαίνεται παράξενη στο στόμα του Μαρξ και οι ρώσοι
πλεχανοφικοί και μενσεβίκοι, οι οπαδοί αυτοί του Στρούβε, που θέλουν να θεωρούνται μαρξιστές , θα μπορούσαν ίσως
να κηρύξουν αυτή την έκφραση του Μαρξ «παραδρομή». Αυτοί κατάντησαν το μαρξισμό μια τόσο άθλια φιλελεύθερη
διαστρέβλωση, που γι’ αυτούς δεν υπάρχει τίποτα άλλο εκτός από την αντιπαράθεση: αστική η προλεταριακή
επανάσταση, μα κι αυτή την αντιπαράθεση την καταλαβαίνουν, όσο δε σηκώνει, νεκρά.
Αν πάρουμε για παράδειγμα τις επαναστάσεις του ΧΧ αιώνα, θα πρέπει βέβαια να παραδεχτούμε σαν αστικές και την
πορ τογαλική και την τούρκικη. «Λαϊκή» όμως δεν ήταν ούτε η μια, ούτε η άλλη, γιατί ούτε στη μια, ούτε στην άλλη
επανάσταση η μάζα του λαού, η τεράστια πλειοψηφία του δεν προβάλλει αισθητά, ενεργά, ανεξάρτητα, με δικές της
οικονομικές και πολιτικές διεκδικήσεις. Αντίθετα, η ρωσική αστική επανάσταση του 1905 – 1907, μ’ όλο που δεν είχε
τόσο «λαμπρές» επιτυχίες, σαν κι αυτές που σημείωσαν παροδικά και η πορτογαλική και η τούρκικη, ήταν
αναμφισβήτητα «πραγματικά λαϊκή» επανάσταση, γιατί η μάζα του λαού, η πλειοψηφία του, τα κατώτατα κοινωνικά
στρώματα, τα τσακισμένα από την καταπίεση και την εκμετάλλευση, ορθώθηκαν ανεξάρτητα, έβαλαν σ’ όλη την πορεία
της επανάστασης τη σφραγίδα των δικών τους διεκδικήσεων, των δικών τους προσπαθειών να οικοδομήσουν με δικό
τους τρόπο μια νέα κοινωνία στη θέση της παλιάς πού έπρεπε να καταστραφεί.
Σε καμία χώρα της ηπειρωτικής Ευρώπης του 1871 το προλεταριάτο δεν αποτελούσε την πλειοψηφία του λαού. Μια
«λαική» επανάσταση που βάζει σε κίνηση πραγματικά την πλειοψηφία, θα μπορούσε να είναι τέτοια, μόνον εφόσον θ’
αγκάλιαζε και το προλεταριάτο και την αγροτιά. Αυτές οι δυο τάξεις αποτελούσαν τότε το «λαό». Και τις δυο τάξεις τις
ενώνει το γεγονός ότι «η γραφειοκρατική – στρατιωτική κρατική μηχανή» τις καταπιέζει, τις πνίγει, τις εκμεταλλεύεται.
Να συντριφτεί αυτή η μηχανή, να τσακιστεί – αυτό είναι το πραγματικό συμφέρον του «λαού», της πλειοψηφίας του,
των εργατών και της πλειοψηφίας των αγροτών, αυτός είναι ο «προκαταρκτικός όρος» της ελεύθερης συμμαχίας των
φτωχών αγροτών με τους προλετάριους, και χωρίς αυτή τη συμμαχία η δημοκρατία δεν είναι στέρεη και είναι αδύνατος
ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός.
Όπως είναι γνωστό, για μια τέτοια συμμαχία ξάνοιγε το δρόμο η Κομμούνα του Παρισιού, πού δεν πέτυχε το σκοπό της
για μια σειρά αιτίες εσωτερικού και εξωτερικού χαρακτήρα.
Συνεπώς, μιλώντας για μια «πραγματικά λαϊκή έπανάσταση», ο Μαρξ, χωρίς διόλου να ξεχνάει τις ιδιομορφιες των
μικροαστών (γι’ αυτές μιλούσε πολύ και συχνά), υπολόγιζε πολύ αυστηρά τον πραγματικό συσχετισμό των τάξεων στα
περισσότερα κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης του 1871. Κι από τ’ άλλο μέρος, διαπίστωνε πως τη «συντριβή» της
κρατικής μηχανής την απαιτούν τα συμφέροντα και των εργατών και των αγροτών, πως αυτή τους ενώνει, βάζει
μπροστά τους το κοινό καθήκον της εξάλειψης του «παράσιτου» και της αντικατάστασης του με κάτι καινούργιο.
Μα με τι ακριβώς;
2. Με τι πρέπει να αντικατασταθεί η συντριμμένη κρατική μηχανή;
Η απάντηση που έδινε ο Μαρξ σε τούτο το ερώτημα το 1847 στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» ήταν ακόμα εντελώς
αφηρημένη, πιο σωστά, η απάντηση υπόδειχνε τα καθήκοντα, όχι όμως και τους τρόπους της πραγματοποίησης τους. Ν’
αντικατασταθεί με την «οργάνωση του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη», με την «κατάχτηση της δημοκρατίας» – αυτή
ήταν η απάντηση του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου».
Χωρίς να επιδίδεται σε ουτοπίες, ο Μαρξ περίμενε από την πείρα του μαζικού κινήματος την απάντηση στο ερώτημα,
ποιές συγκεκριμένες μορφές θα πάρει αυτή η οργάνωση του προλεταριάτου σαν κυρίαρχης τάξης, με ποιον ακριβώς
τρόπο η οργάνωση αυτή θα συνδυαστεί με την πιο πλέρια και συνεπή «κατάχτηση της δημοκρατίας»:
Όσο μικρή κι αν ήταν η πείρα της Κομμούνας, ο Μαρξ στον «Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία» την υπόβαλε στην πιο
προσεχτική ανάλυση. θα παραθέσουμε τα σπουδαιότερα χωρία αυτού του συγγράμματος:
Στον ΧΙΧ αιώνα αναπτύχθηκε η καταγόμενη από το μεσαίωνα «συγκεντρωτική κρατική εξουσία με τα πανταχού παρόντα
όργανα της: το μόνιμο στρατό, την αστυνομία, τη γραφειοκρατία, τον κλήρο, τη δικαστική κάστα». Με την ανάπτυξη του
ταξικού ανταγωνισμού ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία «η κρατική εξουσία αποχτούσε όλο και πιο πολύ το
χαρακτήρα μιας δημοσιας βίας για την καταπίεση της εργατικής τάξης, το χαρακτήρα μιας μηχανής της ταξικής
κυριαρχίας. Ύστερα από κάθε επανάσταση που σημειώνει μια πρόοδο της ταξικής πάλης, προβάλλει όλο και πιο ανοιχτά
ο καθαρά καταπιεστικός χαρακτήρας της κρατικής εξουσίας». Η κρατική εξουσία ύστερα από την επανάσταση του 1848 –
1849 γίνεται «το εθνικό όργανο πολέμου του κεφαλαίου ενάντια στην εργασία». Η δεύτερη αυτοκρατορία κατοχυρώνει
αυτό το όργανο.
«Η άμεση αντίθεση της αυτοκρατορίας ήταν η Κομμούνα». «Ήταν η καθορισμένη μορφή» «μιας τέτοιας δημοκρατίας,
που όφειλε να έξαλείψει όχι μόνο τη μοναρχική μορφή της ταξικής κυριαρχίας, μα και την ίδια την ταξική κυριαρχία» …
Σε τι ακριβώς συνίστατο αυτή η «καθορισμένη» μορφή προλεταριακής, σοσιαλιστικής δημοκρατίας; Ποιο ήταν το κράτος
πού άρχισε να δημιουργεί;
…. «Το πρώτο διάταγμα της Κομμούνας ήταν η κατάργηση του μόνιμου στρατού και η αντικατάσταση του με τον ένοπλο
λαό» …
Η διεκδίκηση αυτή βρίσκεται σήμερα στα προγράμματα όλων των κομμάτων που θέλουν να ονομάζονται σοσιαλιστικά.
Το τι αξίζουν όμως τα προγράμματά τους το δείχνει καλύτερα από καθετί άλλο η στάση των δικών μας εσέρων και
μενσεβίκων, που ίσα – ίσα μετά την επανάσταση της 27 του Φλεβάρη αρνήθηκαν στην πράξη να πραγματοποιήσουν
αυτή τη διεκδίκηση!
… «Η Κομμούνα αποτελούνταν από τους δημοτικούς συμβούλους, που είχαν εκλεγεί με βάση το γενικό εκλογικό μα στα
διάφορα διαμερίσματα του Παρισιού. Οι σύμβουλοι αυτοί ήταν υπεύθυνοι και σ’ οποιαδήποτε στιγμή ανακλητοί. Η
πλειοψηφία τους αποτελούνταν φυσικά από εργάτες ή από αναγνωρισμένους εκπροσώπους της εργατικής τάξης» …
… «Η αστυνομία, που ως τώρα ήταν το όργανο της κεντρικής κυβέρνησης του κράτους, απογυμνώθηκε αμέσως απ’ όλες
τις πολιτικές της ιδιότητες και μετατράπηκε σε υπεύθυνο και ανακλητό σ’ οποιαδήποτε στιγμή όργανο της Κομμούνας.
Το ίδιο έγινε και με τους δημόσιους υπαλλήλους όλων των άλλων κλάδων της διοίκησης… Αρχίζοντας από τα μέλη της
Κομμούνας, ως τους κατώτερους υπαλλήλους, η δημόσια υπηρεσία έπρεπε να εκτελείται με μισθό εργάτη. Όλα τ’
αποχτημένα δικαιώματα και οι επιχορηγήσεις για έξοδα παραστάσεως στους ανώτερους αξιωματούχους του κράτους
εξαφανίστηκαν μαζί με τους ίδιους τους αξιωματούχους… Όταν καταργήθηκαν πια ο μόνιμος στρατός και η αστυνομία,
τα όργανα αυτά της υλικής έξουσίας της παλιάς κυβέρνησης, η Κομμούνα επιδίωξε να τσακίσει το πνευματικό όργανο
καταπίεσης, την εξουσία των παπάδων… Οι δικαστικοί λειτουργοί χάσανε τη φαινομενική ανεξαρτησία τους… στο εξής
έπρεπε να εκλέγονται, να είναι υπεύθυνοι και ανακλητοί» …
Έτσι λοιπόν η Κομμούνα σάμπως ν’ αντικατάστησε τη συντριμμένη κρατική μηχανή «απλώς» με μια πιο πλέρια δημο-
κρατία: κατάργηση του μόνιμου στρατού, πλέρια αιρετότητα και ανακλητότητα όλων των δημόσιων λειτουργών. Στην
πραγματικότητα όμως αυτό το «απλώς» σημαίνει αντικατάσταση σε γιγάντια κλίμακα ενός είδους θεσμών με θεσμούς
καταρχήν διαφορετικού είδους. Εδώ βλέπουμε ακριβώς μια από τις περιπτώσεις «μετατροπης της ποσότητας σε
ποιότητα»: η δημοκρατία, εφαρμoσμένη με τη μέγιστη γενικά νοητή πληρότητα και συνέπεια, μετατρέπεται από αστική
δημοκρατία σε προλεταριακή, από κράτος (=ιδιαίτερη δύναμη για την καταπίεση μιας ορισμένης τάξης) σε κάτι που δεν
είναι πια καθαυτό κράτος.
Πάντως η κατάπνιξη της αστικής τάξης και της αντίστασης της εξακολουθεί να είναι αναγκαία. Για την Κομμούνα αυτό
ήταν ιδιαίτερα αναγκαίο, και μια από τις αιτίες της ήττας της βρίσκεται στο ότι δεν το έκανε όσο έπρεπε αποφασιστικά.
Εδώ όμως όργανο καταπίεσης είναι πια η πλειοψηφία του πληθυσμού κι όχι η μειοψηφία, όπως γινόταν πάντα και στη
δουλεία, και στη δουλοπαροικία, και στη μισθωτή δουλεία. Και μια που η ίδια η πλειοψηφία του λαού καταπνίγει τους
καταπιεστές της, δε χρειάζεται πια μια «ιδιαίτερη δύναμη» κατάπνιξης! Μ’ αυτή την έννοια το κράτος αρχίζει ν’
απονεκρώνεται. Στη θέση των ειδικών θεσμών της προνομιούχας μειοψηφίας (προνομιούχα υπαλληλοκρατία και ηγεσία
του μόνιμου στρατού), αυτό το καθήκον μπορεί να το εκπληρώνει άμεσα η ίδια η πλειοψηφία, και όσο πιο παλλαϊκή
γίνεται η ίδια η εκπλήρωση των λειτουργιών της κρατικής εξουσίας, τόσο λιγότερο αναγκαία γίνεται αυτή η εξουσία.
Απ’ αυτή την άποψη ιδιαίτερα αξιοσημείωτο είναι το μέτρο της Κομμούνας, που το υπογραμμίζει ο Μαρξ: η κατάργηση
κάθε επιχορήγησης για έξοδα παραστάσεως, κάθε χρηματικού προνομίου στους δημόσιους υπαλλήλους, η ελάττωση
της πληρωμής όλων των λειτουργών του κράτους ως το επίπεδο του «μισθού του εργάτη». Σ’ αυτό ίσα – ίσα εκφράζεται
με τον πιο χτυπητό τρόπο η στροφή από την αστική δημοκρατία στην προλεταριακή δημοκρατία, από τη δημοκρατία
των καταπιεστών στη δημοκρατία των καταπιεζόμενων τάξεων, από το κράτος σαν «ιδιαίτερη δύναμη» καταπίεσης μιας
ορισμένης τάξης στην κατάπνιξη των καταπιεστών με τη γενική δύναμη της πλειοψηφίας του λαού, των εργατών και
αγροτών. Και σ’ αυτό ακριβώς το εξαιρετικά σαφές, στο ζήτημα του κράτους ίσως το σπουδαιότερο σημείο ξεχάστηκαν
πιο πολύ τα διδάγματα του Μαρξ. Στα εκλαϊκευτικά σχόλια – ων ουκ έστιν αριθμός – δε γίνεται λόγος γι’ αυτό.
«Συνηθίζουν» να το αποσιωπούν, λες και πρόκειται για μια «απλοϊκότητα» που ξεπεράστηκε, – όπως οι χριστιανοί, από
τότε που ο χριστιανισμός ανυψώθηκε σε επίσημη θρησκεία του κράτους, «λησμόνησαν» τις «απλοϊκότητες» του
πρωταρχικού χριστιανισμού με το δημοκρατικό – επαναστατικό πνεύμα του.
Η ελάττωση των μισθών των ανώτατων δημόσιων λειτουργών φαίνεται «απλώς» σαν αίτημα του απλοϊκού, πρωτόγονου
δημοκρατισμού. Ένας από τους «ιδρυτές» του νεότατου οπορτουνισμού, ο πρώην σοσιαλδημοκράτης Ε. Μπέρνσταϊν,
εξασκούνταν επανειλημμένα στο να επαναλαμβάνει τις ξεφτισμένες αστικές ειρωνείες σε βάρος του «πρωτόγονου»
δημοκρατισμού. Όπως όλοι οι οπορτουνιστές, όπως και οι τωρινοί καουτσκιστές, έτσι κι αυτός δεν κατάλαβε καθόλου,
πρώτο, ότι το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό δεν μπορεί να γίνει χωρίς ορισμένη «επιστροφή» στον
«πρωτόγονο» δημοκρατισμό (γιατί πως αλλιώς θα περάσεις στην άσκηση των κρατικών λειτουργιών από την
πλειοψηφία του πληθυσμού, ακόμα κι απ’ όλο χωρίς εξαίρεση τον πληθυσμό;), και δεύτερο, ότι ο «πρωτόγονος
δημοκρατισμός» πάνω στη βάση του καπιταλισμού και του κεφαλαιοκρατικού πολιτισμού δεν είναι το ίδιο με τον
πρωτόγονο δημοκρατισμό στις πρωτόγονες ή προκεφαλαιοκρ ατικές εποχές. Ο κεφαλαιοκρατικός πολιτισμός
δημιούργησε τη μεγάλη παραγωγή, τα εργοστάσια, τους σιδηροδρόμους, τα ταχυδρομεία, τα τηλέφωνα κτλ., και πάνω
σ’ αυτήν τη βάση η τεράστια πλειονότητα των λειτουργιών της παλιάς «κρατικής εξουσίας» απλοποιήθηκε τόσο πολύ
και μπορεί ν’ αναχθεί σε τόσο απλούστατες πράξεις καταχώρησης, καταγραφής και έλεγχου, που οι λειτουργίες αυτές
είναι απολύτως προσιτές σ’ όλους όσοι ξέρουν ανάγνωση και γραφή, πού τις λειτουργίες αυτές θα μπορούν απολύτως
να τις εκτελούν με το συνηθισμένο, «μισθό εργάτη», έτσι που θα μπορεί (και θα πρέπει) ν’ αφαιρεθεί απ’ αυτές τις
λειτουργίες κάθε ίχνος οποιουδήποτε προνομίου, οποιουδήποτε «δικαιώματος προϊσταμένου».
Η πλέρια αίρετοτητα, η ανακλητότητα σ’ οποιαδήποτε στιγμή όλων χωρίς εξαίρεση των δημόσιων λειτουργών, η
ελάττωση του μισθού τους στο συνηθισμένο «μισθό του εργάτη», αυτά τα απλά και «αυτονόητα» δημοκρατικά μέτρα,
που συνδυάζουν πέρα για πέρα τα συμφέροντα των εργατών και της πλειοψηφίας των αγροτών, αποτελούν ταυτόχρονα
το γεφυράκι, που οδηγεί από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Τα μέτρα αυτά αφορούν τον κρατικό, καθαρά – πολιτικό
μετασχηματισμό της κοινωνίας, αποχτούν όμως φυσικά όλο το νόημα και τη σημασία τους μόνο σε συνδυασμό με την
πραγματοποιούμενη ή προετοιμαζόμενη «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών», δηλαδή με το πέρασμα της
κεφαλαιοκρατικής ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής σε κοινωνική ιδιοκτησία.
«Η Κομμούνα – έγραφε ο Μαρξ – έκανε πραγματικότητα το σύνθημα όλων των αστικών επαναστάσεων, το σύνθημα της
φτηνής διακυβέρνησης, καταργώντας τις δυο μεγαλύτερες πηγές εξόδων, το στρατό και τη δημοσιουπαλληλία».
Από την αγροτιά, όπως και από τ’ άλλα στρώματα των μικροαστών, μόνο μια ασήμαντη μειοψηφία «ανεβαίνει ψηλά»,
«γίνονται άνθρωποι» με την αστική έννοια, δηλαδή μεταβάλλονται είτε σε εύπορους ανθρώπους, σε αστούς, είτε σε
εξασφαλισμένους και προνομιούχους δημόσιους υπαλλήλους. Η τεράστια πλειοψηφία της αγροτιάς σε κάθε
κεφαλαιοκρατική χώρα, όπου υπάρχει αγροτιά (και τέτοιες είναι οι περισσότερες κεφαλαιοκρατικές χώρες),
καταπιέζεται από την κυβέρνηση και διψάει για την ανατροπή της, διψάει για «φτηνή» κυβέρνηση. Μόνο το
προλεταριάτο μπορεί να το πραγματοποιήσει αυτό και, πραγματοποιώντας το, κάνει ταυτόχρονα ένα βήμα προς το
σοσιαλιστικό μετασχηματισμό του κράτους.
3. Η κατάργηση του κοινοβουλευτισμού
«Η Κομμούνα – έγραφε ο Μαρξ – δεν επρόκειτο να είναι κοινοβουλευτικό, αλλά εργαζόμενο σώμα, εκτελεστικό και
νομοθετικό ταυτόχρονα» …
… «Αντί ν’ αποφασίζει μια φορά κάθε τρία ή έξι χρόνια ποιό μέλος της άρχουσας τάξης θα εκπροσωπεί και θα
τσαλαπατά (ver – und zertreten) το λαό στη βουλή, το γενικό εκλογικό δικαίωμα θα χρησίμευε στον οργανωμένο σε
κομμούνες λαό, όπως το ατομικό δικαίωμα εκλογής χρησιμεύει σε κάθε εργοδότη, για να διαλεγει εργάτες, επιστάτες
και λογιστές για την επιχείρηση του».
Κι αυτή επίσης η αξιοσημείωτη κριτική του κοινοβουλευτισμού, που έγινε το 1871, ανήκει σήμερα στα «ξεχασμένα
λόγια» του μαρξισμού, χάρη στην κυριαρχία του σοσιαλσωβινισμού και του οπορτουνισμού. Εξ επαγγέλματος υπουργοί
και βουλευτές, προδότες του προλεταριάτου και «επιχειρηματίες» σοσιαλιστές των ημερών μας παραχώρησαν την
κριτική του κοινοβουλευτισμού αποκλειστικά στους αναρχικούς και πάνω σ’ αυτή την περίεργα λογική βάση κήρυξαν
«αναρχισμό» κάθε κριτική του κοινοβουλευτισμού!! Δεν είναι καθόλου παράξενο ότι το προλεταριάτο των
«προοδευμένων» κοινοβουλευτικών χωρών, νιώθοντας αηδία στο θέαμα τέτοιων «σοσιαλιστών», σαν τους διάφορους
Σάιντεμαν, Ντάβιντ, Λέγκιεν, Σαμπά, Ρενοντέλ, Χέντερσον, Βαντερβέλντε, Στάουνινγκ, Μπράντινγκ, Μπισσολάτι και Σία,
έδειχνε όλο και συχνότερα τις συμπάθειες του στον αναρχοσυνδικαλισμό, παρ’ όλο που ήταν αυτάδελφος του
οπορτουνισμού.
Για τον Μαρξ όμως η επαναστατική διαλεχτική δεν ήταν ποτέ η κούφια εκείνή φράση της μόδας, το κρόταλο που την κα-
τάντησαν ο Πλεχάνοφ, ο Κάουτσκι και άλλοι. Ο Μαρξ ήξερε να ξεκόβει αμείλιχτα από τον αναρχισμό, που δεν
κατάφερνε να χρησιμοποιήσει ούτε και το «σταύλο» του αστικού κοινοβουλευτισμού, ιδίως όταν ήταν φανερό πως δεν
υπάρχει επαναστατική κατάσταση, – μα ταυτόχρονα ήξερε να κάνει και πραγματικά επαναστατική – προλεταριακή
κριτική του κοινοβουλευτισμού.
Ν’ αποφασίζεις μια φορά σε κάμποσα χρόνια ποιο μέλος της κυρίαρχης τάξης θα τσαλαπατά, θα καταπνίγει το λαό στη
βουλή – να ποια είναι η αληθινή ουσία του αστικού κοινοβουλευτισμού όχι μόνο στις κοινοβουλευτικές – συνταγματικές
μοναρχίες, αλλά και στις πιο δημοκρατικές δημοκρατίες.
Αν όμως θέσουμε το ζήτημα του κράτους, αν δούμε τον κοινοβουλευτισμό σαν ένα από τους θεσμούς του κράτους, από
την άποψη των καθηκόντων του προλεταριάτου σ’ αυτό τον τομέα, που βρίσκεται τότε η διέξοδος από τον
κοινοβουλευτισμό; Πως μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα χωρίς αυτόν;
Ξανά και ξανά πρέπει να πούμε: τα διδάγματα του Μαρξ, που βασίζονται στη μελέτη της Κομμούνας, ξεχάστηκαν τόσο,
που για το σημερινό «σοσιαλδημοκράτη» (διάβαζε: το σημερινό προδότη του σοσιαλισμού) είναι κυριολεχτικά
ακατανόητη άλλη κριτική του κοινοβουλευτισμού εκτός από την αναρχική ή την αντιδραστική.
Η διέξοδος από τον κοινοβουλευτισμό δε βρίσκεται φυσικά στην κατάργηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών και της
αιρετότητας, αλλά στη μετατροπή, των αντιπροσωπευτικών θεσμών από λογοκοπεία σε «εργαζόμενα» σώματα. «Η
Κομμούνα δεν επρόκειτο να είναι κοινοβουλευτικό, αλλά εργαζόμενο σώμα, εκτελεστικό και νομοθετικό ταυτόχρονα».
«Όχι κοινοβουλευτικό, αλλά εργαζόμενο σώμα», αυτά τα λόγια ταιριάζουν απόλυτα για τους σημερινούς
κοινοβουλευτικούς άνδρες και τα κοινοβουλετικά «χαϊδεμένα σκυλάκια» της σοσιαλδημοκρατίας. Κοιτάχτε
οποιαδήποτε κοινοβουλευτική χώρα, από την Αμερική ως την Ελβετία, από τη Γαλλία ως την Αγγλία, Νορβηγία κλπ.: η
καθαυτό «κρατική» δουλιά διεξάγεται πίσω από τα παρασκήνια και την κάνουν οι Διευθύνσεις, τα γραφεία, τα
επιτελεία. Στα κοινοβούλια απλώς φλυαρούν με τον ειδικό σκοπό να ξεγελούν το «λαουτζίκο». Αυτό είναι τόσο σωστό,
που ακόμα και στη ρωσική δημοκρατία, την αστική δημοκρατία, προτού καν προλάβει να δημιουργήσει πραγματικό
κοινοβούλιο, εκδηλώθηκαν με το πρώτο όλες αυτές οι αμαρτίες του κοινοβουλευτισμού. Τέτοιοι ήρωες του σάπιου
μικροαστισμού, σαν τους Σκόμπελεφ και τους Τσερετέλι, τους Τσερνόφ και τους Αυξέντιεφ, κατάφεραν να μαγαρίσουν
και τα Σοβιέτ σύμφωνα με το πρότυπο του πρόστυχου αστικού κοινοβουλευτισμού και να τα μετατρέψουν σε κούφια
λογοκοπεία. Μέσα στα Σοβιέτ οι κύριοι «σοσιαλιστές» υπουργοί ξεγελούν τους ευκολόπιστους μουζίκους με παχιά
λόγια και ψηφίσματα. Μέσα στην κυβέρνηση συνεχίζεται μια ατελείωτη καντρίλια με σκοπό, από τη μια μεριά, να
θρονιάζουν εκ περιτροπής «γύρω στην πήτα» με τις προσοδοφόρες και τιμητικές θεσούλες όσο το δυνατό
περισσότερους εσέρους και μενσεβίκους, κι από την άλλη, «να περισπούν την προσοχή» του λαού. Ενώ μέσα στα
γραφεία και στα επιτελεία «διεξάγουν» την «κρατική» δουλιά!
Η εφημερίδα «Ντιέλο Ναρόντα», όργανο του κυβερνητικού κόμματος των «σοσιαλιστών- επαναστατών», ομολογούσε
τελευταία σ’ ένα κύριο άρθρο της σύνταξης – με την απαράμιλλη ειλικρίνεια ανθρώπων της «καλής κοινωνίας», όπου
«όλοι» ασχολουνται με την πολιτική πορνεία – πως ακόμα και στα υπουργεία, πού ανήκουν στους «σοσιαλιστες»
(συγνώμη για την έκφραση!), ακόμα κι εκεί ολόκληρος ο δημοσιουπαλληλικός μηχανισμός μένει στην ουσία ο παλιός,
λειτουργεί με τον παλιό τρόπο, σαμποτέρνει εντελώς «ελεύθερα» τις επαναστατικές πρωτοβουλίες! Μα και αν δεν
υπήρχε αυτή η ομολογία, μήπως δεν το αποδείχνει αυτό η πραγματική ιστορία της συμμετοχής των εσέρων και των
μενσεβίκων στην κυβέρνηση; Το χαρακτηριστικό εδώ είναι μόνο τούτο, ότι κάνοντας στα υπουργεία συντροφιά με τους
καντέτους, οι διάφοροι κύριοι Τσερνόφ, Ρουσάνοφ, Ζενζίνοφ και λοιποί συντάχτες της «Ντιέλο Ναρόντα» τόσο πολύ
ξατσιπώθηκαν, που δε διστάζουν να διηγούνται δημόσια, σαν ένα τιποτένιο πράγμα, δίχως να κοκκινίζουν, πως στα
υπουργεία «τους» όλα έμειναν όπως ήταν παλιά!! Επαναστατική -δημοκρατική φρασεολογία – για να αποβλακώνονται
τα Γιαννάκια του χωριού, και υπαλληλική γραφειοκρατική κωλυσιεργία για να «ικανοποιούνται» οι κεφαλαιοκράτες –
οριστε ποιά είναι η ουσία του «έντιμου» συνασπισμού.
Τον πουλημένο και σαπισμένο κοινοβουλευτισμό της αστικής κοινωνίας η Κομμούνα τον αντικατασταίνει με θεσμούς,
όπου η ελευθερία της γνώμης και της συζήτησης δεν εκφυλίζεται σε απάτη, γιατί οι βουλευτές είναι υποχρεωμένοι να
εργάζονται οι ίδιοι, οι ίδιοι να εφαρμόζουν τους νόμους τους, οι ίδιοι να ελέγχουν τ’ αποτελέσματα της εφαρμογής τους,
οι ίδιοι να φέρνουν άμεσα την ευθύνη απέναντι στους εκλογείς τους. Οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί μένουν, μα δεν
υπάρχει εδώ κοινοβουλευτισμός σαν ιδιαίτερο σύστημα, σαν χωρισμός της νομοθετικής από την εκτελεστική εργασία,
σαν προνομιούχα θέση για τους βουλευτές. Χωρίς αντιπροσωπευτικούς θεσμούς δεν μπορούμε να φανταστούμε τη
δημοκρατία, ακόμα και την προλεταριακή δημοκρατία, χωρίς τον κοινοβουλευτισμό μπορούμε και οφείλουμε να την
φανταστούμε, αν η κριτική της αστικής κοινωνίας δεν είναι για μας κούφια λόγια, αν η προσπάθεια ν’ ανατρέψουμε την
κυριαρχία της αστικής τάξης είναι σοβαρή και ειλικρινής μας προσπάθεια, κι όχι «εκλογική» φρασεολογία για το
ψάρεμα των ψήφων των εργατών, όπως κάνουν οι μενσεβίκοι και οι εσέροι, οι Σάιvτεμαν και οι Λέγκιεν, οι Σαμπά και οι
Βαντερβέλντε.
Είναι εξαιρετικά διδακτικό το γεγονός ότι ο Μαρξ, μιλώντας για τις λειτουργίες εκείνης της δημοσιουπαλληλίας, που εί-
ναι απαραίτητη και στην Κομμούνα και στην προλεταριακή δημοκρατία, παίρνει για σύγκριση τους υπαλλήλους «κάθε
άλλου εργοδότη», δηλαδή μια συνηθισμένη κεφαλαιοκρατική επιχείρηση με «εργάτες, επιστάτες και λογιστές».
Στον Μαρξ δεν υπάρχει ούτε στάλα ουτοπισμός, με την έννοια της επινόησης και της φανταστικής αντίληψης της
«καινούργιας» κοινωνίας. Όχι, ο Μαρξ μελετάει σαν ένα φυσικοιστορικό προτσές τη γέννηση της καινούργιας κοινωνίας
από την παλιά, τις μεταβατικές μορφές από τη δεύτερη στην πρώτη. Παίρνει την πραγματική πείρα του μαζικού
προλεταριακού κινήματος και προσπαθεί να βγάλει απ’ αυτήν πρακτικά διδάγματα. «Διδάσκεται» από την Κομμούνα,
όπως όλοι οι μεγάλοι επαναστάτες στοχαστές δε φοβούνταν να διδάσκονται από την πείρα των μεγάλων κινημάτων της
καταπιεζόμενης τάξης, χωρίς ποτέ να παίρνουν απέναντι της στάση σχολαστική «ηθικοδιδασκαλιστική» (σαν την
πλεχανοφική: «δεν έπρεπε να πάρουμε τα όπλα» ή την τσερετελική: «μια τάξη πρέπει ν’ αυτοπεριορίζεται») .
Δεν μπορεί να γίνεται λόγος για εκμηδένιση της υπαλληλίας μονομιάς, παντού και ολοκληρωτικά. Αυτό θα ‘ταν ουτοπία.
Η συντριβή όμως μονομιάς της παλιάς υπαλληλικής μηχανής και το άμεσο αρχίνημα της οργάνωσης μιας καινούργιας,
που να επιτρέπει τη βαθμιαία εκμηδένιση κάθε υπαλληλίας, αυτό δεν είναι ουτοπία, είναι η πείρα της Κομμούνας, είναι
το άμεσο, το επόμενο καθήκον του επαναστατικού προλεταριάτου.
Ο καπιταλισμός απλοποιεί τις λειτουργίες της «κρατικής» διοίκησης, επιτρέπει ν’ απορρίψουμε το «ρόλο του
προϊστάμενου» και να περιορίσουμε όλο το ζήτημα στην οργάνωση των προλετάριων (σαν κυρίαρχης τάξης), που
εξονόματος όλης της κοινωνιας μισθώνει «εργάτες, επιστάτες , λογιστές».
Εμείς δεν είμαστε ουτοπιστές. Δεν «ονειρευόμαστε» πως θα τα βγάλουμε πέρα μονομιάς χωρίς καμιά διοίκηση, χωρίς
καμιά υποταγή. Αυτά τα αναρχικά ονειροπολήματα, βασισμένα στη μη κατανόηση των καθηκόντων της διχτατορίας του
προλεταριάτου, είναι απολύτως ξένα στο μαρξισμό και στην πράξη χρησιμεύουν μόνο για την αναβολή της
σοσιαλιστικής επανάστασης ίσαμε τη μέρα που θα γίνουν αλλιώτικοι οι άνθρωποι. Όχι, εμείς θέλουμε τη σοσιαλιστική
επανάσταση με τους ανθρώπους που έχουμε τώρα, που δεν θα μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα δίχως υποταγή, δίχως
έλεγχο, δίχως «επιστάτες και λογιστές».
Η υποταγή όμως πρέπει να γίνει στην ένοπλη πρωτοπορία όλων των εκμεταλλευομένων και εργαζομένων – στο προλε-
ταριάτο. Ο ειδικός «ρόλος του προιστάμενου» των δημόσιων υπαλλήλων πρέπει και μπορεί ν’ αρχίσει ν’
αντικατασταίνεται αμέσως από τη μια μέρα στην άλλη, με τις απλές λειτουργίες των «επιστατών και λογιστών»,
λειτουργίες που από τώρα κιόλας είναι πέρα για πέρα προσιτές στο επίπεδο ανάπτυξης των κατοίκων της πόλης γενικά
και που μπορούν οπωσδήποτε να εκπληρώνονται με «μισθό εργάτη».
Ξεκινώντας απ’ ό,τι έχει κιόλας δημιουργήσει ο καπιταλισμός, να οργανώσουμε τη μεγάλη παραγωγή μόνοι μας, εμείς οι
εργάτες, στηριγμένοι στη δική μας εργατική πείρα, δημιουργώντας αυστηρότατη, σιδερένια πειθαρχία, που θα την
υποστηρίζει η κρατική εξουσία των ένοπλων εργατών, να περιορίσουμε τους δημόσιους υπαλλήλους στο ρόλο απλών
εκτελεστών των εντολών μας, που θα είναι υπεύθυνοι για τις πράξεις τους, ανακλητοί, μέτρια πληρωνόμενοι «επιστάτες
και λογιστές» (φυσικά θα συμπεριλαβαίνονται σ’ αυτούς και τεχνικοί όλων των κατηγοριών, ειδών και βαθμών) – αυτό
είναι το δικό μας, προλεταριακό καθήκον, απ’ αυτό μπορούμε και πρέπει ν’ αρχίσουμε όταν κάνουμε την προλεταριακή
επανάσταση. Μια τέτοια αρχή, πάνω στη βάση της μεγάλης παραγωγής, οδηγεί μόνη της στη βαθμιαία «απονέκρωση»
κάθε υπαλληλίας, στη βαθμιαία δημιουργία μιας τέτοιας τάξης πραγμάτων, – τάξης πραγμάτων χωρίς εισαγωγικά, τάξης
που δε μοιάζει με τη μισθωτή δουλεία – τέτοιας τάξης, όπου οι διαρκώς απλοποιούμενες λειτουργίες επιστασίας και
λογοδοσίας θα εκτελούνται απ’ όλους διαδοχικά, θα γίνονται κατόπι συνήθεια και τέλος θ’ ατονίσουν σαν ειδικές
λειτουργιές ενός ιδιαιτέρου στρώματος ανθρώπων.
Ένας έξυπνος Γερμανός σοσιαλδημοκράτης της όγδοης δεκαετίας του περασμένου αιώνα ονόμασε το ταχυδρομείο
πρότυπο σοσιαλιστικού νοικοκυριού. Αυτό είναι πολύ σωστό. Σήμερα το ταχυδρομείο είναι νοικοκυριό, οργανωμένο
σύμφωνα με τον τύπο του κρατικο-κεφαλαιοκρατικού μονοπωλίου. Ο ιμπεριαλισμός μετατρέπει σιγά – σιγά όλα τα
τράστ σε οργανώσεις αυτού του τύπου. Πάνω από τους «απλούς» εργαζόμενους, που ξεθεώνονταν στη δουλιά και
πεινούν, στέκει εδώ η ίδια η αστική γραφειοκρατία. Εδώ όμως είναι κιόλας έτοιμος ο μηχανισμός της κοινωνικής
διαχείρισης. Ας ανατρέψουμε τους κεφαλαιοκράτες, ας συντριψουμε με το σιδερενιο χέρι των ένοπλων εργατών την
αντίσταση αυτών των εκμεταλλευτών, ας τσακίσουμε τη γραφειοκρατική μηχανή του σύγχρονου κράτους – και μπροστά
μας θα προβάλει ένας μηχανισμός με υψηλό τεχνικό εξοπλισμό, απαλλαγμένος από το «παράσιτο», ένας μηχανισμός,
που μπορούν θαυμάσια να τον βάλουν σε κίνηση οι ίδιοι οι ενωμένοι εργάτες, μισθώνοντας τεχνικούς, επιστάτες,
λογιστές, πληρώνοντας τη δουλιά όλων αυτών, όπως και όλων γενικά των «κρατικών» υπαλλήλων με μισθό εργάτη.
Αυτό είναι το συγκεκριμένο, πραχτικό, άμεσα πραγματοποιήσιμο καθήκον σχετικά με όλα τα τραστ, καθήκον που
λυτρώνει τους εργαζόμενους από την εκμετάλλευση και παίρνει υπόψη την πείρα, που εγκαινίασε κιόλας πρακτικά
(ιδίως στον τομέα της κρατικής οικοδόμησης) η Κομμούνα.
Όλη η λαϊκή οικονομία, οργανωμένη όπως το ταχυδρομείο, έτσι που οι τεχνικοί, οι επιστάτες, οι λογιστές, καθώς και
όλοι οι αξιωματούχοι να μην παίρνουν μισθό παραπάνω από το «μισθό εργάτη», κάτω από τον έλεγχο και την
καθοδήγηση του ένοπλου προλεταριάτου – να ποιος είναι ο πιο άμεσος σκοπός μας. Να τι λογής κράτος, να πάνω σε
ποιά οικονομική βάση μας χρειαζεται. Να τι θα μας δόσει την εκμηδένιση του κοινοβουλευτισμού και τη διατήρηση των
αντιπροσωπευτικών θεσμών, να τι θ’ απαλλάξει τις εργαζόμενες τάξεις από την εκπόρνευση αυτών των θεσμών
απομέρους της αστικής τάξης.

  1. Η οργάνωση της ενότητας του έθνους
    … «Σε ένα σύντομο πρόχειρο σχέδιο για την εθνική οργάνωση, που η Κομμούνα δεν πρόλαβε να το επεξεργαστεί
    περισσότερο, λέγεται ρητά πως η Κομμούνα θ’ αποτελούσε την πολιτική μορφή ακόμα και του πιο μικρού χωριού» …
    Από τις κομμούνες (κοινότητες) θα εκλεγόταν και η «εθνική αντιπροσωπεία» στο Παρίσι.
    … «Οι λίγες, μα σπουδαίες λειτουργίες, που θα απόμεναν ακόμα για μια κεντρική κυβέρνηση, δεν θα καταργούνταν,
    όπως σκόπιμα το παραποίησαν, αλλά θα μεταβιβάζονταν σε υπαλλήλους της Κομμούνας, δηλαδή σε αυστηρά
    υπεύθυνους για τις πράξεις τους υπαλλήλους» …
    … «Η ενότητα του έθνους δε θα έσπαζε, μα αντίθετα, θα οργανωνόταν με το καθεστώς της Κομμούνας και θα γινόταν
    πραγματικότητα με την εκμηδένιση της κρατικής εκείνης εξουσίας, που παρουσιαζόταν σαν η ενσάρκωση αυτής της
    ενότητας, που ήθελε όμως να είναι ανεξάρτητη και ανώτερη απέναντι στο ίδιο έθνος και που ωστόσο δεν ήταν παρά ένα
    παρασιτικό καρκίνωμα στο σώμα του έθνους. Ενώ επρόκειτ ο ν’ αποκοπούν τα καταπιεστικά μόνο όργανα της παλιάς
    κυβερνητικής εξουσίας, έπρεπε οι δικαιολογημένες λειτουργίες της ν’ αποσπαστούν από μια εξουσία που είχε την
    αξίωση να στέκει πάνω από την κοινωνία και ν’ αποδοθούν πάλι στους υπεύθυνους για τις πράξεις τους υπηρέτες της
    κοινωνίας».
    Ίσαμε ποιό βαθμό δεν κατάλαβαν – ίσως θα είναι σωστότερο να πούμε: δε θέλησαν να καταλάβουν – οι οπορτουνιστές
    της σημερινής σοσιαλδημοκρατίας αυτούς τους συλλογισμούς του Μαρξ, το δείχνει καλύτερα απ’ όλα το ηροστρατικά
    διάσημο βιβλίο του εξωμότη Μπέρνσταιν: «Οι προϋποθέσεις του σοσιαλισμού και τα καθήκοντα της
    σοσιαλδημοκρατίας». Παίρνοντας αφορμή ίσα – ίσα από τα πιο πάνω λόγια του Μαρξ, ο Μπέρνσταιν έγραφε πώς αυτό
    το πρόγραμμα «ως προς το πολιτικό του περιεχόμενο παρουσιάζει σε όλα τα ουσιαστικά γνωρίσματα τη μεγαλύτερη
    ομοιότητα με το ομοσπονδιακό σύστημα του Προυντόν … Παρ’ όλες τις άλλες διαφορές ανάμεσα στον Μαρξ και στο «μι-
    κροαστό» Προυντόν (ο Μπέρνσταιν βάζει τη λέξη «μικροαστός» μέσα σε εισαγωγικά, που, κατά τη γνώμη του, πρέπει να
    είναι ειρωνικά), η πορεία της σκέψης τους σ’ αυτά τα σημεία είναι τόσο κοντά, όσο δεν παίρνει άλλο». Βέβαια, συνεχίζει
    ο Μπέρνσταιν, η σημασία των δήμων μεγαλώνει, μα «μου φαίνεται αμφίβολο αν το πρώτο καθήκον της δημοκρατίας
    θάπρεπε να είναι μια τέτοια κατάλυση (Αuflosung – κυριολεχτικά: κατάργηση, διάλυση) των σύγχρονων κρατών και η
    ολοκληρωτική μετατροπή (Umwandlung – αλλαγή) της οργάνωσης τους, όπως τη φαντάζονται ο Μαρξ και ο Προυντόν –
    συγκρότηση της εθνικής συνέλευσης από αντιπροσώπους των επαρχιακών ή νομαρχιακών συνελεύσεων, που με τη
    σειρά τους θ’ αποτελούνταν από αντιπροσώπους των κοινοτήτων – έτσι που όλη η ως τώρα μορφή των εθνικών
    αντιπροσωπειών θα εξαφανιζόταν εντελώς» (Μπέρνσταιν, «Οι προϋποθέσεις κτλ.», σελ. 134 και 136 της γερμανικής
    έκδοσης του 1 899).
    Αυτό είναι κυριολεχτικά τερατώδικο: να συγχέεις τις απόψεις του Μαρξ για την «εκμηδένιση της κρατικής εξουσιας –
    παράσιτου» με το ομοσπονδιακό σύστημα του Προυντόν! Αυτό όμως δεν είναι τυχαίο, γιατί του οπορτουνιστή ούτε καν
    του περνάει από το νου πως εδώ ο Μαρξ δε μιλάει καθόλου για το ομοσπονδιακό σύστημα σαν αντίβαρο στο
    συγκεντρωτισμό, αλλά για τη συντριβή της παλιάς, αστικής κρατικής μηχανής, που υπάρχει σ’ όλες τις αστικές χώρες.
    Από το μυαλό του οπορτουνιστή περνάει μόνο αυτό που βλέπει γύρω του, στο περιβάλλον του μικροαστικoύ
    φιλισταισμού και της «ρεφορμιστικής» στασιμότητας, δηλαδή μόνον οι «δήμοι»! Για την επανάσταση του
    προλεταριάτου ο οπορτουνιστής ξέμαθε και να σκέφτεται.
    Είναι για να γελάς. Είναι όμως αξιοσημείωτο πως δε συγκρούστηκαν σ’ αυτό το σημείο με τον Μπέρνσταιν. Πολλοι
    αντικρούσανε τον Μπέρνσταιν – ιδίως ο Πλεχάνοφ στη ρωσική φιλολογία και ο Κάουτσκι στην ευρωπαϊκή, μα γι’ αυτή τη
    διαστρέβλωση του Μαρξ από τον Μπέρνσταιν δε μίλησαν ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος.
    Ο οπορτουνιστής σε τέτοιο βαθμό ξέμαθε να σκέφτεται επαναστατικά και να συλλογίζεται την επανάσταση, που
    αποδίδει το «ομοσπονδιακό σύστημα» στον Μαρξ, μπερδεύοντας τον με τον ιδρυτή του αναρχισμού, τον Προυντόν. Και
    ο Κάουτσκι και ο Πλεχάνοφ, που θέλουν να είναι ορθόδοξοι μαρξιστές, να υπερασπίζουν τη διδασκαλία του
    επαναστατικού μαρξισμού, σωπαίνουν γι’ αυτό! Εδώ βρίσκεται μια από τις ρίζες εκείνου του άκρου εκχυδαϊσμού των
    απόψεων για τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο μαρξισμό και στον αναρχισμό, που χαρακτηρίζει και τους
    καουτσκιστές και τους οπορτουνιστές και που γι’ αυτό θα χρειαστεί να ξαναμιλήσουμε κι άλλο.
    Στους συλλογισμούς του Μαρξ που αναφέρουμε δεν υπάρχει ούτε ίχνος ομοσπονδιακού συστήματος. Ο Μαρξ συμφωνεί
    με τον Προυντόν ίσα – ίσα σε κείνο που δε βλέπει ο οπορτουνιστής Μπέρνσταιν. Ο Μαρξ διαφωνεί με τον Προυντόν ίσα-
    ίσα σε κείνο που ο Μπερνσταιν το βλέπει σαν ομοφωνία τους.
    Ο Μαρξ συμφωνεί με τον Προυντόν εκεί πού και οι δυο τους τάσσονται υπέρ της «συντριβής» της σύγχρονης κρατικής
    μηχανής. Αυτή την ομοφωνία του μαρξισμού με τον αναρχισμό (και με τον Προυντόν και με τον Μπακούνιν) δε θέλουν
    να τη δουν ούτε οι οπορτουνιστές, ούτε οι καουτσκιστές, γιατί σ’ αυτο το σημείο ξεμάκρυναν από το μαρξισμό.
    Ο Μαρξ διαφωνεί και με τον Προυντόν και με τον Μπακούνιν ίσα – ίσα στο ζήτημα του ομοσπονδιακού συστήματος (χω-
    ρίς να μιλήσουμε πια για τη διχτατορία του προλεταριάτου). Το ομοσπονδιακό σύστημα πηγάζει καταρχήν από τις
    μικροαστικές αντιλήψεις του αναρχισμού. Ο Μαρξ είναι συγκεντρωτιστής. Και στους συλλογισμούς του που αναφέραμε
    δεν υπάρχει καμιά απομάκρυνση από το συγκεντρωτισμό. Μόνο άνθρωποι γεμάτοι μικροαστική «δεισιδαιμονική πίστη»
    στο κράτος μπορούν να παίρνουν την εκμηδένιση της αστικής μηχανής σαν εκμηδένιση του συγκεντρωτισμού!
    Καλά, μα αν το προλεταριάτο και η φτωχή αγροτιά πάρουν στα χέρια τους την κρατική εξουσία, οργανωθούν εντελώς
    ελεύθερα σε κομμούνες (κοινότητες) και συνενώσουν τη δράση όλων των κοινοτήτων με σκοπό να χτυπήσουν το
    κεφάλαιο, να συντρίψουν την αντίσταση των κεφαλαιοκρατών, να μεταβιβάσουν σ’ όλο το έθνος, στο σύνολο της
    κοινωνίας, την ατομική ιδιοκτησία πάνω στους σιδηροδρόμους, τα εργοστάσια, τη γη και τα λοιπά, μήπως αυτό δε θα
    είναι συγκεντρωτισμός; μήπως αυτό δε θα είναι ο πιο συνεπής δημοκρατικός συγκεντρωτισμός; και μάλιστα
    προλεταριακός συγκεντρωτισμός;
    Του Μπέρνσταιν δεν μπορεί ούτε και να του περάσει από το νου πως είναι δυνατό να υπάρξει θεληματικός
    συγκεντρωτισμός, θεληματική συνένωση των κοινοτήτων σε έθνος, θεληματική συγχώνευση των προλεταριακών
    κοινοτήτων για τη συντριβή της αστικής κυριαρχίας και της αστικής κρατικής μηχανής. Ο Μπέρνσταιν, όπως και κάθε
    φιλισταίος, φαντάζεται το συγκεντρωτισμό σαν κάτι που μπορεί να επιβληθεί και να διατηρηθεί μόνο από τα πάνω,
    μόνο από την υπαλληλία και τη στρατοκρατία.
    Γι’ αυτό ο Μαρξ, λες και προβλέποντας πως μπορεί να διαστρεβλωθούν οι απόψεις του, υπογραμμίζει επίτηδες ότι
    αποτελούν συνειδητή πλαστογράφηση οι κατηγορίες πως τάχα η Κομμούνα ήθελε να καταστρέψει την ενότητα του
    έθνους, να καταργήσει την κεντρική εξουσία. Ο Μαρξ επίτηδες χρησιμοποιεί την έκφραση «οργάνωση της ενότητας του
    έθνους», για ν’ αντιπαραθέσει το συνειδητό, δημοκρατικό, προλεταριακό συγκεντρωτισμό στον αστικό, στρατιωτικό,
    υπαλληλικό.
    Μα… όποιος δε θέλει ν’ ακούσει είναι χειρότερος από όλους τους κουφούς. Και ακριβώς οι οπορτουνιστές της
    σημερινής σοσιαλδημοκρατίας δε θέλουν ν’ ακούσουν για εκμηδένιση της κρατικής μηχανής, για αποκοπή του
    παράσιτου.
  2. Εκμηδένιση του κράτους – παρασίτου
    Παραθέσαμε κιόλας τα αντίστοιχα λόγια του Μαρξ και πρέπει να τα συμπληρώσουμε.
    … «Η συνηθισμένη μοίρα των νέων ιστορικών δημιουργημάτων – έγραφε ο Μαρξ – είναι να τα παίρνουν σαν αντίστοιχο
    παλιότερων ή ακόμα και ξεπερασμένων μορφών της κοινωνικής ζωής, με τις οποίες οι καινούργιοι θεσμοί μοιάζουν
    κάπως. Έτσι και τη νέα αυτή Κομμούνα, που τσακίζει (bricht – σπάζει) τη σύγχρονη κρατική μηχανή, τη θεώρησαν σαν
    αναβίωση των μεσαιωνικών κοινοτήτων… μια ομοσπονδία μικρών κρατών (Μοντεσκιέ, Γιρονδίνοι)… σαν υπερβολική
    μορφή του παλιού αγώνα ενάντια στον υπερσυγκεντρωτισμό» …
    … «Το καθεστώς της Κομμούνας θα ξαναεπέστρεφε στο κοινωνικό σώμα όλες εκείνες τις δυνάμεις, που τις κατέτρωγε
    ως τώρα το παρασιτικό καρκίνωμα «κράτος», που τρέφεται σε βάρος της κοινωνίας και εμποδίζει την ελεύθερη κίνηση
    της. Και μόνο μ? αυτή την πράξη θα έβαζε μπρος την αναγέννηση της Γαλλίας»…
    … «Το καθεστώς της Κομμούνας θα έβαζε τους παραγωγούς της υπαίθρου κάτω από την πνευματική καθοδήγηση των
    νομαρχιακών κέντρων και εκεί, στο πρόσωπο των εργατών της πόλης, θα τους εξασφάλιζε τους φυσικούς εκπρόσωπους
    των συμφερόντων τους. Και μόνη η ύπαρξη της Κομμούνας είχε σαν συνακόλουθο της, σαν κάτι το αυτονόητο, την
    τοπική αυτοκυβέρνηση, όχι όμως πια σαν αντίβαρο στην κρατική εξουσία, που είχε γίνει τώρα περιττή».
    «Εκμηδενιση της κρατικής εξουσίας», που ήταν «παρασιτικό καρκίνωμα», «αποκοπή» και «καταστροφή» της, «η
    κρατική εξουσία γίνεται τώρα περιττή» – να με ποιες εκφράσεις μιλούσε ο Μαρξ για το κράτος, όταν εκτιμούσε και
    ανάλυε την πείρα της Κομμούνας.
    Όλα αυτά γράφτηκαν σχεδόν πριν από μισόν αιώνα, και. σήμερα χρειάζονται ως ένα βαθμό ανασκαφές, για να κάνεις
    συνείδηση των πλατιών μαζών τον ανόθευτο μαρξισμό. Τα συμπεράσματα που βγήκαν από τις παρατηρήσεις πάνω στην
    τελευταία μεγάλη επανάσταση, που έζησε ο Μαρξ, τα ξέχασαν τότε ακ ριβώς που ήρθε η ώρα για τις κατοπινές μεγάλες
    επαναστάσεις του προλεταριάτου.
    … «Η ποικιλία των ερμηνειών, που δόθηκαν για την Κομμούνα, και η ποικιλία των συμφερόντων, που βρήκαν την
    έκφραση τους σ’ αυτήν, αποδείχνουν πως ήταν μια πέρα για πέρα ευλύγιστη πολιτική μορφή, ενώ όλες οι προηγούμενες
    μορφές κυβέρνησης ήταν στην ουσία τους καταπιεστικές. Το αληθινό της μυστικό, ήταν το παρακάτω: η Κομμούνα ήταν
    ουσιαστικά μια κυβέρνηση της εργατικής τάξης, το αποτέλεσμα του αγώνα της τάξης που παράγει ενάντια στην τάξη
    που ιδιοποιείται, η επιτέλους ανακαλυφθείσα πολιτική μορφή, κάτω από την οποία μπορούσε να συντελεστεί η
    οικονομική απελευθέρωση της εργασίας»…
    «Χωρίς τον τελευταίο αυτόν όρο το καθεστώς της κομμούνας θα ήταν κάτι το αδύνατο, θα ήταν απάτη»…
    Οι ουτοπιστές ασχολούνταν με την «ανακάλυψη» πολιτικών μορφών, μέσα στις οποίες θάπρεπε να συντελεστεί ο
    σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας. Οι αναρχικοί απόφευγαν γενικά το ζήτημα των πολιτικών μορφών. Οι
    οπορτουνιστές της σημερινής σοσιαλδημοκρατίας δέχτηκαν τις αστικές πολιτικές μορφές του κοινοβουλευτικού
    δημοκρατικού κράτους σαν το όριο που δεν επιτρέπεται να ξεπεραστεί και σπάζανε το κούτελο τους, από τις μετάνοιες
    μπροστά σ’ αυτό το «πρότυπο», χαρακτήριζαν αναρχισμό κάθε προσπάθεια να σπάσει κανείς αυτές τις μορφές.
    Ο Μαρξ συμπέρανε απ’ όλη την ιστορία του σοσιαλισμού και των πολιτικών αγώνων πως το κράτος πρέπει να εξαφανι-
    στεί, πως η μεταβατική μορφή της εξαφάνισης του (πέρασμα από το κράτος στο μη – κράτος) θα είναι το «οργανωμένο
    σε κυρίαρχη τάξη προλεταριάτο». Δεν καταπιάστηκε όμως ο Μαρξ ν’ ανακαλύψει τις πολιτικές μορφές αυτού του
    μέλλοντος. Περιορίστηκε στην επιστάμενη παρατήρηση της γαλλικής ιστορίας, στην ανάλυση της και στο συμπέρασμα
    που πρόσφερνε το έτος 1851: τα πράγματα οδηγούν προς την καταστροφή της αστικής κρατικής μηχανής.
    Κι όταν ξέσπασε το μαζικό επαναστατικό κίνημα του προλεταριάτου, ο Μαρξ άρχισε να μελετάει ποιές μορφές είχε
    ανακαλύψει το κίνημα αυτό, παρά την αποτυχία του, παρά τη σύντομη διάρκεια του και την ολοφάνερη αδυναμία του.
    Η Κομμούνα είναι η «ανακαλυφθείσα επιτέλους» από την προλεταριακή επανάσταση μορφή, με την οποία μπορεί να
    συντελεστεί η οικονομική απελευθέρωση της εργασίας.
    Η Κομμούνα είναι η πρώτη, απόπειρα της προλεταριακής επανάστασης να συντρίψει την αστική κρατική μηχανή και η
    «ανακαλυφθείσα επιτέλους» πολιτική μορφή, με την όποια μπορεί και πρέπει ν’ αντικατασταθεί αυτό που συντρίφτηκε.
    Θα δούμε στην παρακάτω έκθεση μας ότι οι ρωσικές επαναστάσεις του 1905 και 1917, μέσα σε διαφορετική κατάσταση
    και κάτω από διαφορετικές συνθήκες, συνεχίζουν το εργο της Κομμούνας και επιβεβαιώνουν τη μεγαλοφυή ιστορική
    ανάλυση του Μαρξ.
    [Κεφάλαιο 4 – Επίλογος, άγνωστες εκδόσεις, σημείωση του 1917.gr]
    IV – ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΝΓΚΕΛΣ
    Ο Μαρξ μας έδωσε τις βάσεις για να καταλάβουμε την σημασία της Κομμούνας. Ο Ένγκελς επανειλημμένως εξέτασε το
    ίδιο ζήτημα, φωτίζοντας την ανάλυση και τα συμπεράσματα του Μαρξ, εξηγώντας πολλές φορές τόσο καθαρά και άλλες
    πλευρές του ζητήματος, ώστε πρέπει να σταθούμε για να εξετάσουμε αυτές τις εξηγήσεις.
  3. Το πρόβλημα της Κατοικίας
    Ακριβώς στο έργο του για το Πρόβλημα της Κατοικίας (1872) ο Ένγκελς εφαρμόζει τα διδάγματα της Κομμούνας,
    εξετάζοντας με λεπτομέρεια την Επανάσταση έν σχέσει με το Κράτος. Πρέπει να σημειώσουμε ότι στην εξέταση του
    συγκεκριμένου αυτού ζητήματος βλέπουμε καθαρά, από το ένα μέρος τα σημεία εκείνα του προλεταριακού Κράτους
    που μοιάζουν με τα σημεία του σημερινού Κράτους-σημεία που μας επιτρέπουν να μιλούμε περί Κράτους και στις δύο
    αυτές περιόδους, και απ’ το άλλο μέρος, βλέπουμε τα σημεία που διαφέρουν και δείχνουν την μετάβαση προς την
    καταστροφή του Κράτους.
    «Πως μπορεί να λυθεί το πρόβλημα της κατοικίας; Στη νεώτερη κοινωνία το ζήτημα αυτό λύεται, όπως και κάθε άλλο
    κοινωνικό ζήτημα, με την βαθμιαία οικονομική εξίσωση της προσφοράς και της ζήτησης. Αυτός όμως ο τρόπος λύσης,
    δημιουργεί μόνος του πάλιν το πρόβλημα, δηλαδή δεν το λύει. Ο τρόπος με τον οποίον η Κοινωνική Επανάσταση θα
    λύσει αυτό το ζήτημα, εξαρτάται όχι μόνο από τοπικές περιστάσεις της στιγμής, αλλά συνδέεται με άλλα γενικότερα
    ζητήματα, από τα οποία το σοβαρότερο είναι η κατάργηση της διαφοράς μεταξύ πόλεων και χωριών.
    Δεν ασχολούμαστε με ουτοπιστικές φαντασίες για την δημιουργία της μελλοντικής κοινωνίας και γιαυτό θα χάναμε τον
    καιρό μας επιμένοντας σαυτό το σημείο. Ένα μόνον είναι βέβαιο : ακόμη και σήμερα υπάρχουν αρκετά κατοικήσιμα
    σπίτια στις μεγάλες πόλεις για να ικανοποιήσουν τις πραγματικές ανάγκες, αν χρησιμοποιηθούν με κατάλληλο τρόπο.
    Αυτό βέβαια θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με την εκδίωξη των σημερινών κατοίκων τους, και την
    εγκατάσταση μέσα σαυτά των άστεγων εργατών που κατοικούν σήμερα σε υπερπληρωμένα σπίτια. Μόλις οι εργάτες
    κατακτήσουν την πολιτική εξουσία θα πραγματοποιηθεί το μέτρο αυτό που υπαγορεύεται από τα συμφέροντα της
    κοινωνίας, με τόση ευκολία, όπως και όλες οι άλλες απαλλοτριώσεις που ενεργεί το νεώτερο Κράτος».
    Δεν εξετάζεται εδώ η αλλαγή της μορφής του Κράτους, παρά μόνο ο χαρακτήρας της ενεργείας του. Απαλλοτριώσεις και
    καταλήψεις οικιών, γίνονται και κατά διαταγή του σημερινού κράτους. Το προλεταριακό Κράτος, από τυπικής απόψεως,
    θα «διατάσει» και αυτό την κατάληψη σπιτιών και την απαλλοτρίωση κτιρίων. Είναι όμως φανερό ότι ο παλιός
    εκτελεστικός οργανισμός, η γραφειοκρατία που συνδέεται με την πλουτοκρατία, θα ήταν τελείως άχρηστος για την
    εφαρμογή των διαταγών του Προλεταριακού Κράτους.
    «Πρέπει να αναφέρουμε ότι η κατάληψη όλων των μέσων της εργασίας και όλης τής βιομηχανίας από τις εργαζόμενες
    μάζες του έθνους, είναι ακριβώς το αντίθετο από την «εξαγορά» που προτείνει ο Προυντόν. Σύμφωνα με το σύστημα
    του Προυντόν κάθε εργάτης γίνεται ιδιοκτήτης ενός σπιτιού, ενός μικρού χωραφιού και των αναγκαίων εργαλείων. Ενώ,
    στην άλλη περίπτωση, ο εργαζόμενος λαός γίνεται ο ομαδικός ιδιοκτήτης των σπιτιών, των εργοστασίων και των
    μηχανών. Η χρήση αυτών των σπιτιών, εργοστασίων κ.λ.π., θα παραχωρηθεί κατά την διάρκεια της μεταβατικής
    περιόδου σε άτομα ή ομάδες, όχι χωρίς πληρωμή κάποιου μισθώματος. Επίσης η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας
    της γης δεν προϋποθέτει την κατάργηση του εισοδήματος, άλλά την μεταβίβαση του, βέβαια με διαφορετική μορφή,
    στο σύνολο τής κοινωνίας. Η κατάκτηση όλων των μέσων της εργασίας από τις εργαζόμενες μάζες δεν αποκλείει βέβαια
    καθόλου την διατήρηση του δικαιώματος του εισοδήματος και του ενοικίου».
    Στο επόμενο κεφάλαιο θα μελετήσουμε το ζήτημα που αναφέρεται εδώ, δηλαδή τους οικονομικούς λόγους του
    «μαρασμού» του Κράτους. Ο Ένγκελς εκφράζεται σαφέστερα εδώ λέγοντας ότι το προλεταριακό Κράτος, θα
    παραχωρήσει τα σπίτια «όχι χωρίς πληρωμή κάποιου μισθώματος κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου». Το
    νοίκιασμα των σπιτιών από το σύνολο του έθνους, στις διάφορες οικογένειες με ορισμένο μίσθωμα, προϋποθέτει την
    είσπραξη αυτού τού ενοικίου, ένα είδος έλέγχου και ένα ορισμένο τρόπο για. το νοίκιασμα των σπιτιών.
    Αυτά όλα απαιτούν ένα είδος Κράτους, δεν χρειάζονται όμως καθόλου έναν ειδικό στρατιωτικό και γραφειοκρατικό
    μηχανισμό, με τιτλούχους που κατέχουν προνομιούχους θέσεις. Η μετάβαση όμως στην περίοδο όπου θα μπορούν να
    παραχωρούνται τα σπίτια χωρίς νοίκι, εξαρτάται από τον ολοκληρωτικό «μαρασμό» του Κράτους.
    Μιλώντας για τους οπαδούς του Μπλανκί, οι οποίοι ύστερα από την Κομμούνα, και με την πείρα που απέκτησαν απ’
    αυτήν, προσχώρησαν στην Μαρξική άποψη, ως εξής χαρακτηρίζει ο Ένγκελς την άποψη αυτή:
    «Ανάγκη πολιτικής δράσης από το προλεταριάτο και προλεταριακής δικτατορίας στην περίοδο της μετάβασης προς την
    κατάργηση των τάξεων και, μαζί μ’ αυτές, του Κράτους…»
    Οι αστοί εχθροί του Μαρξισμού θα νομίσουν ίσως ότι βρίσκουν μια αντίφαση μεταξύ της «κατάργησης του Κράτους»
    που παραδέχεται εδώ ο Ένγκελς, και της άρνησης της θεωρίας των αναρχικών που περιέχεται στο απόσπασμα του «Αντι-
    Ντύριγκ» που αναφέραμε παραπάνω. Δεν θα ήταν παράξενο αν οι οπορτουνιστές χαρακτήριζαν και τον Ένγκελς ως
    «αναρχικό», γιατί οι σοσιαλπατριώτες άρχισαν να κατηγορούν ως αναρχικούς όλους τους διεθνιστές.
    Η σκέψη του Μαρξισμού ήταν πάντοτε ότι μαζί με την κατάργηση των τάξεων θα καταργηθεί και το Κράτος. Το γνωστό
    κομμάτι από τον «Αντι-Ντύριγκ» δεν κατηγορεί τους αναρχικούς γιατί είναι υπέρ της κατάργησης του Κράτους, αλλά
    γιατί ισχυρίζονται ότι μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτή η κατάργηση «μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες». Απέναντι της
    τέλειας διαστροφής που οι σημερινοί «σοσιαλδημοκράτες» επέφεραν στο ζήτημα των σχέσεων Μαρξισμού και
    Αναρχισμού, για το ζήτημα της κατάργησης του Κράτους, είναι ιδιαιτέρως σκόπιμο να υπενθυμίσουμε μια ειδική
    πολεμική του Μαρξ και του Ένγκελς προς τους Αναρχικούς.
  4. Η πολεμική προς τους Αναρχικούς
    Η πολεμική αυτή έγινε στα 1873. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς δημοσίευαν τότε άρθρα εναντίον των «Αυτονομιστών» και
    «Αντιεξουσιακών» οπαδών του Προυντόν, σε μια Ιταλική σοσιαλιστική επιθεώρηση, και μόλις στα 1913 φάνηκαν τα
    άρθρα αυτά στη Γερμανία στην «Neue Zeit» (Νέος Χρόνος).
    «Αν ο πολιτικός αγώνας της εργατικής τάξης (έγραφε ο Μαρξ, γελοιοποιώντας την αναρχική αντίληψη της άρνησης της
    πολιτικής δράσης) πάρει μια επαναστατική μορφή, αν οι εργάτες, στη θέση τής αστικής δικτατορίας επιβάλλουν την δική
    τους δικτατορία, τότε διαπράττουν τρομερό έγκλημα και προσβάλλουν την θεωρία (των αναρχικών) γιατί έτσι οι
    εργάτες, αλήθεια, για να αντιμετωπίσουν τις άθλιες και ταπεινές απαιτήσεις της στιγμής, για να συντρίψουν την
    αντίσταση της καπιταλιστικής τάξης, δίνουν στο Κράτος μια επαναστατική και μεταβατική μορφή, αντί να σταυρώσουν
    τα χέρια τους και να καταργήσουν το Κράτος».
    Αυτό μόνο είναι το πνεύμα της «κατάργησης» του Κράτους, που καταπολέμησε ο Μαρξ, αντικρούοντας τους
    αναρχικούς. Πολέμησε όχι την θεωρία της εξαφάνισης του Κράτους όταν εξαφανισθούν οι τάξεις, ή της καταργήσεώς
    του όταν καταργηθούν οι τάξεις, παρά μόνο την γνώμη ότι οι εργάτες πρέπει να αρνηθούν την χρήση των όπλων, την
    χρήση της οργανωμένης βίας, δηλαδή, την χρήση του Κράτους, με τον σκοπό να συντρίψουν την αντίσταση της
    καπιταλιστικής τάξης». Και ίσα- ίσα για να μη παραμορφωθεί η πραγματική ουσία της πολεμικής του κατά των
    αναρχικών, ο Μαρξ τονίζει την επαναστατική και μεταβατική μορφή του Κράτους που χρειάζεται στο προλεταριάτο.
    Το προλεταριάτο έχει ανάγκη από το Κράτος μόνο προσωρινώς. Δεν διαφωνούμε καθόλου με τους αναρχικούς όταν η
    κατάργηση του Κράτους είναι τελικός σκοπός. Πιστεύουμε όμως ότι για την πραγματοποίηση αυτού του σκοπού πρέπει
    να χρησιμοποιήσουμε προσωρινώς τα όπλα και τις μεθόδους του Κράτους εναντίον των εκμεταλλευτών, και ότι επίσης η
    προσωρινή δικτατορία της καταπιεζόμενης τάξης είναι αναγκαία για την εκμηδένιση όλων των τάξεων. Ο Μαρξ βρήκε
    τον συντομότερο και σαφέστερο τρόπο για να καθορίσει την θέση του απέναντι των αναρχικών. Αφού συντρίψουν τον
    ζυγό των καπιταλιστών πρέπεί οι εργάτες να καταθέσουν τα όπλα», ή πρέπει να τα διευθύνουν κατά των καπιταλιστών
    για να συντρίψουν την αντίσταση τους; Και η συστηματική χρήση των όπλων από μια τάξη εναντίον άλλης, τι άλλο είναι
    παρά μια «μεταβατική» μορφή του Κράτους;
    Ας εξετάσει κάθε σοσιαλδημοκράτης, με ποιο τρόπο ο Μαρξ εξέταζε το ζήτημα του Κράτους στην πολεμική του προς
    τους αναρχικούς. Ήταν ο ίδιος τρόπος που χρησιμοποιεί η μεγάλη πλειοψηφία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της
    Δευτέρας Διεθνούς;
    Ο Ένγκελς αναπτύσσει τις ίδιες ιδέες με μεγαλύτερη λεπτομέρεια και απλότητα. Πρώτα-πρώτα γελοιοποιεί τις
    συγκεχυμένες ιδέες των οπαδών τού Προυντόν, που ονομάζονται «Αντιεξουσιακοί», δηλαδή αρνούνται κάθε μορφή
    εξουσίας, υποταγής και αρχής. Πάρτε ένα εργοστάσιο, ένα σιδηρόδρομο, ένα πλοίο στον ωκεανό, λέει ο Ένγκελς, δεν
    είναι φανερό ότι καμιά απ’ αυτές τις πολύπλοκες τεχνικές λειτουργίες που βασίζονται στην χρήση των μηχανών και στην
    επιβεβλημένη συνεργασία πολλών ανθρώπων, δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς ένα βαθμό υποταγής και συνεπώς
    εξουσίας;
    «Όταν μεταχειρίζομαι αυτά τα επιχειρήματα, γράφει ο Ένγκελς, εναντίον των φανατικότερων Αντιεξουσιακών μπορούν
    να μου δώσουν μόνο την ακόλουθη απάντηση: «Α, αυτό είναι αλήθεια, δεν πρόκειται όμως περί εξουσίας που δίνουμε
    στους αντιπροσώπους μας, αλλά περί ορισμένης εντολής». Οι άνθρωποι αυτοί νομίζουν ότι ένα πράγμα μπορεί να
    μεταβληθεί μόνο με την αλλαγή του ονόματος του».
    Αποδεικνύοντας έτσι ότι εξουσία και αυτονομία είναι έννοιες σχετικές, ότι η σφαίρα της εφαρμογής τους αλλάζει μαζί με
    τις διάφορες φάσεις της κοινωνικής εξέλιξης, ότι είναι σφάλμα να τις θεωρούμε ως απόλυτες έννοιες, προσθέτοντας
    επίσης ότι το πεδίον της εφαρμογής των μηχανών και της μεγάλης παραγωγής ευρύνεται ολοένα περισσότερο, ο
    Ένγκελς από την γενική συζήτηση περί εξούσιας περνάει στο ζήτημα του Κράτους.
    «Αν οι Αυτονομιστές, (γράφει) ήθελαν να πουν ότι η κοινωνική οργάνωση του μέλλοντος θα παραδέχεται την εξουσία
    μόνο μέσα στα όρια που επιβάλλουν αναγκαστικά οι όροι της βιομηχανίας, θα ήταν δυνατόν τότε να συμφωνήσουμε
    μαζί τους. Αυτοί όμως είναι τυφλοί μπροστά σε όλα τα γεγονότα που καθιστούν αναγκαία την εξουσία και πολεμούν
    φανατικά μια λέξη.
    Γιατί οι Αντιεξουσιακοί δεν περιορίζονται να φωνάζουν εναντίον της πολιτικής εξουσίας, εναντίον τον Κράτους; Όλοι οι
    σοσιαλιστές παραδέχονται ότι το Κράτος και μαζί μ’ αυτό και η πολιτική εξουσία θα εκλείψουν ύστερα από την
    σοσιαλιστική επανάσταση, δηλαδή ότι οι δημόσιες λειτουργίες θα χάσουν τον πολιτικό τους χαρακτήρα και θα
    μεταμορφωθούν σε απλές διαχειριστικές λειτουργίες, σύμφωνα με τα κοινωνικά συμφέροντα. Αλλά οι Αντιεξουσιακοί
    ζητούν να καταργηθεί μονομιάς το Κράτος, πριν μάλιστα καταργηθούν οι κοινωνικές σχέσεις που το γέννησαν. Πρώτη
    πράξη της Κοινωνικής Επανάστασης θέλουν να είναι η κατάργηση κάθε εξουσίας.
    Είδαν ποτέ τους καμιά Επανάσταση αυτοί οι κύριοι; Η Επανάσταση χωρίς αμφιβολία, είναι το πιο αυθαίρετο πράγμα.
    Επανάσταση είναι μια πράξη στην οποία ένα μέρος του πληθυσμού επιβάλλει την θέληση του στο άλλο μέρος με τα
    όπλα, τις λόγχες, τα κανόνια, δηλαδή με τα πιο αυθαίρετα μέσα. Και το κόμμα που επικρατεί είναι μοιραία
    υποχρεωμένο να διατηρήσει την κυριαρχία του με τον τρόμο εκείνο που τα όπλα του εμπνέουν στους αντιδραστικούς.
    Αν η Παρισινή Κομμούνα δεν στηριζόταν στην εξουσία του οπλισμένου λαού κατά της πλουτοκρατίας, θα μπορούσε να
    κρατηθεί περισσότερο από μια μέρα; Ή μήπως πρέπει μάλλον να επικρίνουμε την Κομμούνα γιατί δεν χρησιμοποίησε
    αρκετά αυτήν την εξουσία; Έτσι, οι Αντιεξουσιακοί ή δεν ξέρουν και οι ίδιοι γιατί μιλούν, οπότε απλώς συγχύζουν τα
    πράγματα ή ξέρουν καλά αυτό που λένε, οπότε είναι προδότες του προλεταριάτου. Και στις δυο περιπτώσεις
    εξυπηρετούν τα συμφέροντα μόνον της αντίδρασης».
    Στην συζήτηση αυτή, θίγονται ζητήματα που πρέπει να εξετασθούν σε συνδυασμό με την αμοιβαία σχέση των πολιτικών
    και οικονομικών φαινομένων κατά την διάρκεια του μαρασμού τον Κράτους. (Το επόμενο κεφάλαιο εξετάζει αυτό το
    ζήτημα).
    Τέτοια είναι τα προβλήματα της μεταμόρφωσης των δημοσίων λειτουργιών, από πολιτικές σε απλές διαχειριστικές, και
    της μεταμόρφωσης της φύσης του «πολιτικού Κράτους». Ο τελευταίος αυτός όρος, που μπορεί πολύ εύκολα να
    παρεξηγηθεί, δείχνει την πορεία του μαρασμού του Κράτους : Το Κράτος που πεθαίνει, σε ένα ορισμένο στάδιο της
    δύσεως του, μπορεί να ονομασθεί Κράτος μη-πολιτικό. Το πιο αξιοσημείωτο μέρος από την περικοπή αυτή του Ένγκελς,
    είναι πάλι ο τρόπος με τον οποίο θέτει το ζήτημα απέναντι των αναρχικών.
    Οι σοσιαλδημοκράτες, που θέλουν να είναι μαθητές του Ένγκελς, συζήτησαν με τους αναρχικούς χιλιάδες φορές μετά
    το 1873, όχι όμως όπως μπορούν και πρέπει να συζητούν οι μαρξιστές. Η Αναρχική ιδέα της κατάργησης του Κράτους
    είναι ακαθόριστη και μη – επαναστατική – έτσι θέτει το ζήτημα ο Ένγκελς. Οι αναρχικοί δεν θέλουν να δουν ακριβώς την
    Επανάσταση, στην έκρηξη και την εξέλιξη της, με τα χαρακτηριστικά της προβλήματα της βίας, της κυβέρνησης, της
    εξουσίας και του Κράτους. Η συνηθισμένη κριτική κατά των αναρχικών από τους σύγχρονους σοσιαλδημοκράτες
    κατάντησε σε καθαρές μικροαστικές χυδαιότητες : – «Εμείς είμαστε οπαδοί τού Κράτους, ενώ οι αναρχικοί δεν είναι».
    Φυσικά οι χυδαιότητες αυτές απομακρύνουν κάθε επαναστατικό εργάτη που σκέπτεται λίγο. Ο Ένγκελς λέει κάτι
    εντελώς διαφορετικό. Τονίζει ότι όλοι οι, σοσιαλιστές αναγνωρίζουν την εξαφάνιση του Κράτους ως αποτέλεσμα της
    Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Την συνδέει λοιπόν με το συγκεκριμένο ζήτημα της Επανάστασης – με το ίδιο αυτό ζήτημα
    που κατά κανόνα οι σοσιαλδημοκράτες με τον οπορτουνισμό τους εγκαταλείπουν, αφήνοντας αποκλειστικά στους
    Αναρχικούς όχι μόνο να μιλούν γιαυτό, αλλά και να το «εκτελέσουν».
    Και διατυπώνοντας έτσι το ζήτημα ο Ένγκελς φθάνει στο κυριότερο σημείο : Δεν έπρεπε η Κομμούνα να χρησιμοποιήσει
    περισσότερο την επαναστατική εξουσία του Κράτους, δηλαδή του προλεταριάτου οπλισμένου και ανυψωμένου σε
    κυβερνώσα τάξη;
    Η νεώτέρη επίσημη Σοσιαλδημοκρατία απέκρουσε τα συγκεκριμένα προβλήματα που παρουσιάζονται στο προλεταριάτο
    κατά την διάρκεια της επανάστασης, ή με διάφορες κενές υποκρισίες, ή, κατά τις περιστάσεις, με το επιτήδειο σόφισμα
    «περιμένουμε και θα δούμε». Και οι αναρχικοί πήραν έτσι το δικαίωμα να κατηγορούν αυτούς τους σοσιαλδημοκράτες
    ότι πρόδωσαν την αποστολή που είχαν να μορφώσουν επαναστατικά την εργατική τάξη. Ο Ένγκελς χρησιμοποιεί την
    πείρα της τελευταίας προλεταριακής επανάστασης, με τον άμεσο σκοπό να βγάλει απ αυτήν συγκεκριμένα
    συμπεράσματα για το τι και πως πρέπει να ενεργήσει το προλεταριάτο σχετικά με το Κράτος.
  5. Η Επιστολή προς τον Μπέμπελ
    Ένας από τους πιο αξιοσημείωτους, αν όχι ο πιο αξιοσημείωτος, συλλογισμός στα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς σε
    σχέση με το Κράτος, περιέχεται στο ακόλουθο απόσπασμα της επιστολής του Ένγκελς προς τον Μπέμπελ, που εγράφη
    στις 18-23 Μαρτίου 1875. Η επιστολή αυτή, το λέμε εν παρενθέσει, δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά από τον Μπέμπελ,
    αν δεν κάνουμε λάθος στον δεύτερο τόμο των απομνημονευμάτων του, που τυπώθηκε στα 1911, δηλαδή μετά τριάντα
    εξ χρόνια αφότου εγράφη και εστάλη.
    Ο Ένγκελς γράφοντας προς τον Μπέμπελ, κατέκρινε το σχέδιο του Προγράμματος της Gotha, το οποίο επίσης κατέκρινε
    και ο Μαρξ στην περίφημη επιστολή του προς τον Β. Μπράκε. Ο Ένγκελς, εξετάζοντας ιδιαιτέρως το ζήτημα του Κράτους,
    γράφει :
    «Το Ελεύθερο Λαϊκό Κράτος μετατράπηκε σε Ελεύθερο Κράτος. Σύμφωνα με την γραμματική σημασία των λέξεων,
    Ελεύθερο Κράτος είναι το Κράτος που είναι ελεύθερο απέναντι των πολιτών του, δηλαδή Κράτος με δεσποτική
    κυβέρνηση. Θα έπρεπε να μη εμφανίζονται όλες αυτές οι ανοησίες περί Κράτους, ύστερα μάλιστα από την Κομμούνα,
    που μπορεί να πούμε ότι δεν ήταν Κράτος στην κυρία σημασία της λέξεως.
    Οι αναρχικοί από πολύ καιρό μας βάζουν στο στόμα αυτό το «Λαϊκό Κράτος», αν και στο έργο του Μαρξ κατά του
    Προυντόν και ύστερα στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», διατυπώνεται σαφέστατα ότι μόλις έλθει το Σοσιαλιστικό
    κοινωνικό καθεστώς, το Κράτος θα διαλυθεί μόνο του (sich auflost) και θα εξαφανισθεί. Και αφού το Κράτος είναι μόνον
    ένας μεταβατικός θεσμός που είμαστε υποχρεωμένοι να χρησιμοποιήσουμε στον επαναστατικό αγώνα, για να
    συντρίψουμε βιαία τους αντιπάλους μας, είναι αληθινή ηλιθιότητα να μιλούμε για ένα Ελεύθερο Λαϊκό Κράτος. Στην
    περίοδο που το προλεταριάτο έχει ανάγκη ακόμη από το Κράτος δεν θα το χρησιμοποιήσει για την ελευθερία, άλλα για
    να συντρίψει τους εχθρούς του -και όταν θα είναι δυνατόν να μιλήσει κανείς πραγματικά περί ελευθερίας, τότε το
    κράτος ως κράτος παύει να υπάρχει. Νομίζουμε λοιπόν ότι παντού η λέξη κράτος πρέπει να αντικατασταθεί από το
    Gemeinwesen (Κοινοκτημοσύνη, Κοινότης), μια ωραία παλιά γερμανική λέξη που ανταποκρίνεται στην γαλλική
    «Κομμούνα».
    Πρέπει να έχει κανείς υπ’ όψη του ότι το γράμμα αυτό αναφέρεται στο πρόγραμμα του Κόμματος που ο Μαρξ κατέκρινε
    στην επιστολή του λίγες εβδομάδες αργότερα από την παραπάνω, (η επιστολή του Μαρξ έχει ημερομηνία 5 Μαΐου
    1875) και ότι αυτή την εποχή ο Ένγκελς ζούσε μαζί με τον Μαρξ στο Λονδίνο. Συνεπώς όταν γράφει «εμείς» ο Ένγκελς
    υποδεικνύει βέβαια στον ηγέτη της γερμανικής εργατικής τάξεως, και εξ ονόματος του Μαρξ, ότι η λέξη «Κράτος»
    πρέπει να αφαιρεθεί από το πρόγραμμα τους και να αντικατασταθεί από την «Κοινότητα».
    Τι κραυγές επί «αναρχισμώ» θα έβγαζαν οι ηγέτες του σημερινού «μαρξισμού» που έχουν ξεπέσει σε απλούς
    οπορτουνιστές, αν τους υπεδείκνυαν μια τέτοια μεταβολή στο πρόγραμμα τους. Ας ουρλιάζουν όμως. Η καπιταλιστική
    τάξη θα τους χαϊδέψει στην πλάτη γιαυτό.
    Εμείς θα προχωρήσουμε στο έργο μας. Στην αναθεώρηση τού προγράμματος του κόμματος μας πρέπει χωρίς αμφιβολία
    να λάβουμε υπ όψη την σκέψη αυτή του Ένγκελς και του Μαρξ, για να προσεγγίσουμε περισσότερο στην αλήθεια, για να
    αποκαταστήσομε τον μαρξισμό, να τον καθαρίσουμε από τις διαστροφές και να ξαναφέρουμε τον αγώνα για την
    απελευθέρωση της εργατικής τάξης στο σωστό του δρόμο. Από τους Μπολσεβίκους δεν θα βρεθεί βέβαια κανείς
    αντίθετος στην γνώμη του Ένγκελς και του Μαρξ. Ίσως παρουσιασθεί δυσκολία στην γραμματική διατύπωση των
    εννοιών. Ενώ στα γερμανικά υπάρχουν δυο λέξεις που εκφράζουν την έννοια της «Κοινότητος» και ο Ένγκελς εκλέγει
    ακριβώς εκείνη που εκφράζει όχι μια μονομερή κοινότητα αλλά το σύνολο, το σύστημα των κοινοτήτων, στα Ρωσικά δεν
    υπάρχει καμιά τέτοια λέξη. Ίσως λοιπόν βρεθούμε στην ανάγκη να προτιμήσουμε την γαλλική λέξη «Κομμούνα», αν και
    αυτή έχει τις ελλείψεις της.
    «Η Κομμούνα δεν ήταν πια κράτος στην κυρία σημασία της λέξεως». Αυτή είναι η σημαντικότερη θεωρητική άποψη του
    Ένγκελς. Ύστερα απ’ όσα είπαμε παραπάνω, η αρχή αυτή είναι τελείως σαφής. Η Κομμούνα έπαψε να είναι κράτος όταν
    δεν είχε πια να υποτάξει την πλειοψηφία αλλά την μειοψηφία του πληθυσμού (τους εκμεταλλευτές) είχε συντρίψει πια
    τον αστικό κυβερνητικό μηχανισμό, και στη θέση της ειδικής περιοριστικής δύναμης έρχεται τώρα το σύνολο του
    πληθυσμού. Αυτό βέβαια είναι απομάκρυνση από το κράτος στην κυρία σημασία της λέξης. Και μόλις θα στερεωνόταν η
    Κομμούνα, τα λείψανα του Κράτους θα «μαραίνονταν» μόνα τους μέσα σ’ αυτήν -δεν θα χρειαζότανε κράτος για να
    «καταργήσει» τους θεσμούς αυτούς, αλλά θα έπαυαν να λειτουργούν όσο λιγότερο έδαφος τους απέμενε ολοένα.
    «Οι αναρχικοί μας βάζουν στο στόμα το Λαϊκό Κράτος». Λέγοντας αυτό ο Ένγκελς, έχει υπ’ όψι του ειδικά τον Μπακουνίν
    και την πολεμική που έκανε αυτός κατά των γερμανών σοσιαλδημοκρατών. Ο Ένγκελς παραδέχεται ως δικαιολογημένη
    την πολεμική αύτή, γιατί το «Λαϊκό Κράτος» ή το «Ελεύθερο Λαϊκό Κράτος» δεν έχουν καμιά έννοια και απομακρύνουν
    από τον σοσιαλισμό. Ο Ένγκελς προσπαθεί να αλλάξει την βάση της συζήτησης των γερμανών σοσιαλδημοκρατών με
    τους αναρχικούς, να την εναρμονίσει με τις θεμελιώδεις αρχές και να την καθαρίσει από τις οπορτουνιστικές προλήψεις
    περί «κράτους». Αλίμονο! Η επιστολή του Ένγκελς έμεινε θαμμένη τριανταέξι ολόκληρα χρόνια. Και βλέπουμε, και
    ύστερα ακόμη από τη δημοσίευση της επιστολής του Ένγκελς, ότι ο Κάουτσκυ εξακολουθεί με επιμονή να
    επαναλαμβάνει αυτά τα ίδια σφάλματα που μας υπέδειξε ο Ένγκελς.
    Ο Μπέμπελ απάντησε στον Ένγκελς με μια επιστολή του από τις 21 Σεπτεμβρίου 1875, στην οποία, μεταξύ άλλων,
    έγραφε ότι «συμφωνεί τελείως» με την κριτική του Ένγκελς για το σχέδιο του προγράμματος, και ότι κατέκρινε τον
    Λίμπκνεχτ για την προθυμία που έδειξε να κάνει παραχωρήσεις (Απομνημονεύματα του Μπέμπελ). Αν πάρουμε όμως το
    βιβλιαράκι τον Μπέμπελ, Οι Σκοποί μας, θα βρούμε τελείως εσφαλμένες απόψεις για το Κράτος.
    «Το Κράτος πρέπει να μεταμορφωθεί, από κράτος βασιζόμενο στην κυριαρχία μιας τάξης σε λαϊκό Κράτος». (Unsere
    Ziele, 1886). Αυτό περιέχεται στην ένατη έκδοση του βιβλίου του Μπέμπελ. Δεν είναι λοιπόν παράξενο αν η διαρκής
    αυτή επανάληψη των οπορτουνιστικών απόψεων περί κράτους, απορροφήθηκε τελείως από την γερμανική
    Σοσιαλδημοκρατία, αφού μάλιστα οι επαναστατικές εξηγήσεις του Ένγκελς έμειναν θαμμένες εν ασφαλεία, και οι όροι
    της ζωής συντέλεσαν στην απομάκρυνση από την Επανάσταση.
    [4. Κριτική του προγράμματος της Ερφούρτης, λείπει από το παρόν pdf αρχείο, σημείωση του 1917.gr]
  6. Ο Πρόλογος του 1891 στο βιβλίο του Μαρξ «Ο Εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία»

Στον πρόλογο που κάνει στην τρίτη έκδοση του Εμφυλίου Πολέμου στη Γαλλία (ο πρόλογος χρονολογείται από τις 18
Μαρτίου 1891, και δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στη Neue Zeit), ο Ένγκελς μαζί με άλλα ενδιαφέροντα ζητήματα σχετικώς
με το Κράτος, μας δίνει μια θαυμαστή περίληψη των διδαγμάτων της Κομμούνας. Η περίληψη αυτή επιβεβαιωμένη από
όλη την πείρα της περιόδου των είκοσι χρονών που χωρίζουν τον συγγραφέα από την Κομμούνα και στρεφόμενη κυρίως
εναντίον της «προληπτικής πίστεως προς το Κράτος» που ήταν τόσο απλωμένη στη Γερμανία, μπορεί πολύ σωστά να
ονομασθεί η τελευταία λέξη του Μαρξισμού για το ζήτημα που εξετάζουμε.
Στη Γαλλία, παρατηρεί ο Ένγκελς, οι εργάτες οπλίζονταν ύστερα από κάθε επανάσταση. «Συνεπώς το πρώτο έργο τον
κάθε αστού που ήταν επικεφαλής του Κράτους ήταν ο αφοπλισμός των εργατών. Έτσι ύστερα από κάθε επανάσταση
που κέρδιζαν οι εργάτες μια νέα πάλη προέκυπτε που τελείωνε κάθε φορά με την ήττα τους…»
Συνοψίζεται εδώ η πείρα των αστικών επαναστάσεων, με τρόπο τόσο σύντομο όσο και εκφραστικό. Η ουσία όλου του
ζητήματος- καθώς και του ζητήματος του Κράτους-δηλαδή αν έχει όπλα η καταπιεζόμενη τάξη, εκτίθεται εδώ με
θαυμάσιο τρόπο. Αυτό ακριβώς είναι το ουσιώδες σημείο που τις πιο πολλές φορές αγνοούν και οι καθηγητές που
βρίσκονται κάτω από την επιρροή της καπιταλιστικής ιδεολογίας και οι δημοκράτες της μικροαστικής τάξης. Στη Ρωσική
Επανάσταση του 1917, η τιμή ότι πρόδωσε το μυστικό των αστικών επαναστάσεων ανήκει στον «Μενσεβίκο» και
αυτοκαλούμενο «Μαρξιστή» Τσερετέλι:. Στον «ιστορικό του λόγο της 9ης (22ας) Ιουνίου ο Τσερετέλλι ανακοίνωσε την
απόφαση της πλουτοκρατίας να αφοπλίσει τους εργάτες της Πετρούπολης παρουσιάζοντας εννοείται την απόφαση αυτή
ως δική του και ως ζωτική ανάγκη του Κράτους.
Ο ιστορικός λόγος του Τσερετέλλι στις 9 (22) Ιουνίου θα είναι για κάθε ιστορικό της Επανάστασης του 1917 μία από τις
φανερότερες αποδείξεις ότι ο συνασπισμός των σοσιαλεπαναστατών και των μενσεβίκων υπό την αρχηγία τον κ.
Τσερετέλλι, ετάχθη με το μέρος της καπιταλιστικής τάξης, εναντίον του επαναστατικού προλεταριάτου.
Μια άλλη παρατήρηση του Ένγκελς, σχετικά με το ζήτημα του Κράτους, αναφέρεται στη θρησκεία. Είναι γνωστό ότι ή
Γερμανική Σοσιαλδημοκρατία, ανάλογα με τον βαθμό της κατάπτωσης της και της οπορτουνιστικής κατευθύνσεώς της,
έπεφτε ολοένα περισσότερο στην υποκριτική παρερμηνεία της περίφημης αρχής ότι «η θρησκεία είναι ιδιωτική
υπόθεση. Δηλαδή η αρχή αυτή καταντούσε να σημαίνει ότι ακόμη και για το Κόμμα του επαναστατικού προλεταριάτου
το ζήτημα της θρησκείας ήταν ιδιωτική υπόθεση. Και ακριβώς αυτή την τελεία προδοσία του επαναστατικού
προγράμματος του προλεταριάτου, καταπολέμησε ο Ένγκελς. Στα 1891 είδε μόνο τις πρώτες αρχές τού οπορτουνισμού
μέσα στο κόμμα του και γι αυτό εκφράζεται στο ζήτημα τούτο με προφύλαξη.
«Με το γεγονός ότι στην Κομμούνα είχαν θέση, σχεδόν αποκλειστικά, μόνο εργάτες ή αναγνωρισμένοι αντιπρόσωποι
των εργατών, οι αποφάσεις της διακρίνονταν από τον τελείως προλεταριακό τους χαρακτήρα. Οι αποφάσεις αυτές ή
καθιέρωναν μεταρρυθμίσεις που η δημοκρατική πλουτοκρατία είχε αποκρούσει μόνο από ταπεινή δειλία, άλλα που
αποτελούσαν το αναγκαίο θεμέλιο για την ελεύθερη δράση της εργατικής τάξης. Τέτοια, παραδείγματος χάρη, ήταν η
παραδοχή της αρχής ότι σε σχέση με το Κράτος η θρησκεία είναι απλώς ιδιωτική υπόθεση. Ή η Κομμούνα έθετε σε
εφαρμογή διατάγματα απευθείας για τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και, έτσι άνοιγε βέβαια βαθιές πληγές στο
παλιό κοινωνικό σώμα».
Ο Ένγκελς τονίζει ιδιαίτερα τις λέξεις «σε σχέση με το Κράτος», δίνοντας έτσι όχι απλώς έναν υπαινιγμό, αλλά ένα
φανερό χτύπημα στον γερμανικό οπορτουνισμό που είχε διακηρύξει ότι η θρησκεία είναι ιδιωτική υπόθεση σε σχέση με
το κόμμα, ταπεινώνοντας έτσι το κόμμα του επαναστατικού προλεταριάτου στο, επίπεδο των πιο επιπόλαιων
μικροαστών οπαδών της «ελεύθερης σκέψης» που είναι πρόθυμοι να δεχτούν ένα μη – θρησκευτικό Κράτος, αλλά
αρνούνται κάθε αγώνα του κόμματος εναντίον του θρησκευτικού δηλητηρίου που ναρκώνει τον λαό.
Ο ιστορικός του μέλλοντος που θα ερευνήσει τις ριζικές αιτίες της αισχρής χρεοκοπίας της Γερμανικής
Σοσιαλδημοκρατίας στα 1914, θα βρει πολλά ενδιαφέροντα στο σημείο αυτό, αρχίζοντας από τα άρθρα του
πνευματικού αρχηγού του Κόμματος, του Κάουτσκυ, που ανοίγουν την πόρτα πλατειά στον οπορτουνισμό και
τελειώνοντας στην στάση τον Κόμματος απέναντι τον Lοs-νοn-Κirche-Bewengung (το κίνημα για την εκτόπιση της
Εκκλησίας) στα 1913.
Ας δούμε όμως πώς, είκοσι χρόνια ύστερα από την Κομμούνα, ο Ένγκελς συνοψίζει τα διδάγματά της προς το
αγωνιζόμενο προλεταριάτο.
Αυτά είναι τα διδάγματα στα οποία ο Ένγκελς δίνει θεμελιώδη σημασία.
«Ακριβώς αυτή η καταπιεστική δύναμη της παλιάς συγκεντρωτικής Κυβέρνησης, ο στρατός, η πολιτική αστυνομία, η
γραφειοκρατία που ο Ναπολέων δημιούργησε στα 1798, και που από τότε, κάθε νέα Κυβέρνηση χρησιμοποίησε ως
απαραίτητο όπλο εναντίον των αντίπαλων της- ακριβώς αυτή η δύναμη θα έπεφτε σε όλη τη Γαλλία όπως έπεσε στο
Παρίσι.
Η Κομμούνα ήταν υποχρεωμένη να αναγνωρίσει αμέσως ότι η εργατική τάξη, αφού κατέλαβε την εξουσία δεν μπορούσε
να εξακολουθήσει τις κυβερνητικές λειτουργίες με τον παλιό μηχανισμό ότι για να μη χάσει πάλι την νεοαποκτημένη
κυριαρχία της, η εργατική τάξη έπρεπε, απ’ το ένα μέρος να σαρώσει ολόκληρη την παλιά καταπιεστική μηχανή που έως
τότε είχε χρησιμοποιηθεί εναντίον της, και από το άλλο μέρος να εξασφαλισθεί απέναντι των δικών της αντιπρόσωπων
και υπαλλήλων, καθιερώνοντας την αρχή ότι όλοι, χωρίς εξαίρεση, μπορούν σε κάθε στιγμή να ανακληθούν».
Ο Ένγκελς τονίζει άλλη μια φορά ότι όχι μόνο σε μία Μοναρχία, αλλά και σε μια δημοκρατική πολιτεία, το Κράτος μένει
Κράτος, δηλαδή διατηρεί το θεμελιώδες και χαρακτηριστικό στοιχείο του, που είναι η μεταμόρφωση των αρχόντων –
«των υπηρετών της κοινωνίας»-και των οργάνων του σε κυβερνήτες της κοινωνίας.
«Εναντίον της μοιραίας αυτής μεταμόρφωσης όλων των κυβερνητικών συστημάτων που είχαν υπάρξει έως τότε, δηλαδή
της μεταμορφώσης του Κράτους και των οργάνων του από υπηρέτες σε κυβερνήτες της κοινωνίας, η κομμούνα
χρησιμοποίησε δύο αποτελεσματικά μέσα. Πρώτον διόριζε σε όλες τις θέσεις, διοικητικές, δικαστικές, και εκπαιδευτικές
πρόσωπα εκλεγόμενα με καθολική ψηφοφορία, καθιερώνοντας συγχρόνως το δικαίωμα της ανάκλησης σε κάθε στιγμή
των εκλεγέντων από τους εκλογείς των. Δεύτερον πλήρωνε όλους τους υπαλλήλους, ανώτερους και κατώτερους, με το
ίδιο ημερομίσθιο που έπαιρναν και οι άλλοι εργάτες. Ο μεγαλύτερος μισθός που πλήρωνε η Κομμούνα ήταν 6.000
φράγκα. *
Έτσι δημιουργήθηκε ένας αποτελεσματικός φραγμός κατά της θεσιθηρίας και του καριερισμού», χωρίς να αναφέρουμε
τις υποχρεωτικές εντολές που επέβαλλε η Κομμούνα στους εκλεγόμενους σε αντιπροσωπευτικούς θεσμούς».
Ο Ένγκελς καθορίζει εδώ τα όρια μεταξύ μιας δημοκρατίας που μεταμορφώνεται σε Σοσιαλισμό και του Σοσιαλισμού.
Για την καταστροφή του Κράτους πρέπει να μετατραπούν οι λειτουργίες της δημόσιας υπηρεσίας σε απλές λειτουργίες
έλεγχου και λογιστικής που θα μπορεί να τις εκτελεί η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού ή και κάθε άτομο. Και για να
εκμηδενισθούν τελείως οι πολιτικοί τυχοδιώχτες, πρέπει να γίνει αδύνατο, με τον μικρό μισθό, οι δημόσιες υπηρεσίες
να χρησιμοποιηθούν ως βάθρο για να πηδούν στις επικερδείς θέσεις των τραπεζών και των Μετοχικών Εταιρειών, όπως
γίνεται γενικά στις πιο ελευθερές καπιταλιστικές χώρες..
Ο Ένγκελς όμως δεν κάνει το λάθος που κάνουν μερικοί μαρξιστές για το ζήτημα του δικαιώματος της αυτοδιοίκησης
ενός έθνους, ότι δηλαδή αυτό είναι αδύνατο μέσα στον Καπιταλισμό και θα είναι περιττό στο Σοσιαλισμό.
Η πνευματώδης ίσως, πραγματικά όμως εσφαλμένη, αυτή γνώμη θα μπορούσε να εφαρμοσθεί για κάθε δημοκρατικό
θεσμό, καθώς και για την πληρωμή μικρών μισθών στους υπαλλήλους γιατί όσο διαρκεί η ζωή του καπιταλισμού μία
τελεία δημοκρατία είναι αδύνατη, ενώ στον Σοσιαλισμό κάθε πολιτική δημοκρατία εξαφανίζεται.
Αυτό είναι ένα σόφισμα ανάλογο με το παλιό έξυπνο πρόβλημα ποτέ ένας άνθρωπος γίνεται φαλακρός, όταν του
βγάζουν μία-μία τρίχα απ’ τα μαλλιά του.
Η εξέλιξη της δημοκρατίας μέχρι τέλους, η αναζήτηση των τύπων, της εξέλιξης αυτής, η πρακτική τους απόδειξη-όλα
αυτά περιλαμβάνονται στον αγώνα για την Κοινωνική Επανάσταση. Αν τα πάρουμε χωριστά, ο Σοσιαλισμός δεν φέρνει
καμιά Δημοκρατία. Στην σημερινή όμως ζωή η Δημοκρατία δεν πρέπει να «παίρνεται μόνη της» πρέπει να «παίρνεται
μαζί» με άλλα πράγματα, πρέπει να επεκτείνεται η επιρροή της και στο οικονομικό μέρος έτσι θα επιταχυνθεί η
μεταμόρφωση της οικονομικής ζωής, η οποία θα υποστεί επίσης την επίδραση της οικονομικής εξέλιξης. Αυτή είναι ή
διαλεκτική μέθοδος της σημερινής ζωντανής ιστορίας. Ο Ένγκελς εξακολουθεί:
«Η συντριβή (Sprebgug) αυτή του παλιού κυβερνητικού μηχανισμού και η αντικατάσταση του από ένα νέο, πραγματικά
δημοκρατικό, περιγράφεται λεπτομερώς στο τρίτο μέρος του Εμφύλιου Πολέμου. Θα ήταν αναγκαίο να ασχοληθούμε
άλλη μία φορά με λίγα λόγια γιαυτό το σημείο, δηλαδή, για μερικά στοιχεία της αντικατάστασης αυτής, γιατί στην
Γερμανία η προληπτική πίστη προς το Κράτος πέρασε πια τα όρια τής φιλοσοφίας και μπήκε στην γενική συνείδηση της
πλουτοκρατίας και ακόμη και πολλών εργατών. Σύμφωνα με την διδασκαλία των φιλόσοφων, το Κράτος «είναι η
πραγματοποίηση της ιδέας» ή κατά μετάφραση στη Θεολογική γλώσσα «το Βασίλειο του Θεού επί της Γης» το Κράτος
είναι «ο αγρός, στον οποίον καρποφορεί ή αιώνια αλήθεια και δικαιοσύνη».
Και έτσι γεννιέται μια προληπτική υποταγή στο Κράτος-μια προληπτική υποταγή που ριζώνεται πολύ εύκολα γιατί ο
λαός είναι συνηθισμένος, από την κούνια του, να σκέπτεται ότι οι υποθέσεις και τα συμφέροντα ολόκληρης της
κοινωνίας δεν μπορούν να κυβερνηθούν και να προστατευθούν αλλιώς παρά μόνο με τον τρόπο που υπάρχει-δηλαδή
δια μέσω του Κράτους και των καλοπληρωμένων υπαλλήλων του. Ο κόσμος νομίζει ότι κάνει παρά πολύ μεγάλο βήμα
προς τα εμπρός, αν αποτινάξει την πίστη στην κληρονομική Μοναρχία και ασπασθεί μια δημοκρατική πολιτεία.
Στην πραγματικότητα, το Κράτος δεν είναι τίποτε άλλο παρά μηχανισμός καταπίεσης της μιας τάξης από την άλλη, τόσο
στην Μοναρχία, όσο και στην Δημοκρατική Πολιτεία, χωρίς την παραμικρή διάφορα. Ή καλύτερα το Κράτος είναι μια
αρρώστια που κληρονομάει το προλεταριάτο όταν βγει νικηφόρο στον αγώνα για την κυριαρχία της τάξης του. Το
νικηφόρο προλεταριάτο, ακριβώς όπως ή Κομμούνα, θα υποχρεωθεί αμέσως να κόψει τα κακά στοιχεία της αρρώστιας
αυτής, έως ότου μια νέα γενεά, μεγαλώσει μέσα σε νέες κι ελεύθερες κοινωνικές συνθήκες, θα έχει την ικανότητα να
συντρίψει όλα τα άχρηστα παλιά σκουπίδια της Κρατικής οργάνωσης».
Ο Ένγκελς καθιστά προσεκτικούς τους Γερμανούς, όταν η Μοναρχία αντικατασταθεί από την Δημοκρατία, να μη ξεχνούν
τις βασικές σοσιαλιστικές αρχές για το ζήτημα του Κράτους γενικώς. Τα λόγια του είναι σήμερα ένα άμεσο μάθημα για
τους κ. κ. Τσερετέλλι και Τσέρνωφ, που με την τακτική του συμβιβασμού τους απέδειξαν μία προληπτική πίστη και
σεβασμό απέναντι στο Κράτος!
Αλλά δύο σημεία. 1) Όταν ο Ένγκελς λέει ότι στο δημοκρατικό πολίτευμα «χωρίς την παραμικρή διαφορά» από μία
Μοναρχία, το Κράτος εξακολουθεί να είναι ένας «μηχανισμός καταπίεσης μίας τάξης από την άλλη», αυτό δεν σημαίνει
καθόλου ότι η μορφή της καταπίεσης είναι κάτι αδιάφορο για το προλεταριάτο, όπως «διδάσκουν» μερικοί αναρχικοί.
Μια πλατύτερη, πιο ελεύθερη και φανερή μορφή της πάλης των τάξεων και της καταπίεσης μιας τάξης από την άλλη,
βοηθάει πάρα πολύ το προλεταριάτο στον αγώνα του για την εκμηδένιση όλων των τάξεων. 2) Το ζήτημα γιατί μόνο μια
καινούρια γενεά θα είναι ικανή να σαρώσει τελείως τον παλιό σκελετό του Κράτους, αυτό είναι συνδεδεμένο με το
ζήτημα τής εγκατάλειψης της Δημοκρατίας, στο οποίο ερχόμαστε τώρα.
(*) Δηλαδή περίπου 2.400 ρούβλια το χρόνο ή σύμφωνα με τις σημερινές (1917) ανταλλακτικές τιμές στη Ρωσία 6.000
ρούβλια. Οι Μπολσεβίκοι που πρότειναν 9.000 ρούβλια μισθό για τα μέλη της κάθε Τοπικής Δούμας κάνουν
ασυγχώρητο λάθος, ενώ έπρεπε να προτείνουν ως ανώτατο μισθό 6.000 ρούβλια για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους
-ποσό που είναι τελείως αρκετό για τον καθένα. (Ο Συγγραφέας)
6. Πως σκέπτεται ο Ένγκελς για την εξαφάνιση του δημοκρατικού πολιτεύματος
Ο Ένγκελς βρήκε την ευκαιρία να μιλήσει για το ζήτημα αυτό, εξετάζοντας αν είναι «επιστημονικώς» σωστός ο όρος
«σοσιαλδημοκράτης».
Στην εισαγωγή που γράφει στην έκδοση των άρθρων του μετά το 70 για διάφορα ζητήματα, και, κυρίως για ζητήματα
διεθνή («Internationales aus dem Volkstaat») που έχει ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1894, (δηλαδή ενάμιση χρόνο πριν
πεθάνει), ο Ένγκελς έγραφε ότι σε όλα του τα άρθρα μεταχειρίζεται την λέξη «κομμουνιστής» και όχι
«σοσιαλδημοκράτης», γιατί εκείνη την εποχή σοσιαλδημοκράτες ονομάζονταν οι οπαδοί του Προυντόν στη Γαλλία και
του Λασσάλ στη Γερμανία.
«Ο Μαρξ και εγώ (εξακολουθεί ο Ένγκελς) δεν μπορούσαμε βέβαια να μεταχειρισθούμε αυτόν τον όρο για να
διατυπώσουμε την ξεχωριστή άποψη μας. Σήμερα τα πράγματα άλλαξαν και η λέξη αυτή (σοσιαλδημοκράτης) μπορεί να
συγχωρεθεί, αν και εξακολουθεί να είναι ανακριβής (unpassend, κατά λέξη, ανακόλουθος) για ένα κόμμα που το
οικονομικό του πρόγραμμα δεν είναι απλώς και γενικώς σοσιαλιστικό (κοινωνιστικό), άλλα συγκεκριμένα
κομμουνιστικό-για ένα κόμμα που ο τελικός του πολιτικός σκοπός είναι η εξαφάνιση ολοκλήρου του Κράτους και
συνεπώς και της Δημοκρατίας. Αλλά τα ονόματα των πραγματικών πολιτικών κομμάτων δεν ανταποκρίνονται ποτέ
τελείως στα γεγονότα : το κόμμα εξελίσσεται, το όνομα μένει».
Ο διαλεκτικός Ένγκελς μένει πιστός στην διαλεκτική μέθοδο έως την τελευταία ημέρα της ζωής του. Ο Μαρξ και εγώ,
λέει, είχαμε ένα θαυμάσιο, επιστημονικό, σωστό όνομα του κόμματος, αλλά δεν υπήρχε πραγματικό κόμμα, δηλαδή,
δεν υπήρχε κόμμα της προλεταριακής μάζας.
Σήμερα, στο τέλος του l9ου αιώνα, υπάρχει ένα πραγματικό κόμμα, άλλά το όνομα του δεν είναι σωστό. Δεν πειράζει
όμως, μπορεί να «συγχωρηθεί», αρκεί το κόμμα να αναπτυχθεί, αρκεί να μη συγκαλυφθεί η επιστημονική ανακρίβεια
του ονόματος του, και να μη εμποδίσει την ανάπτυξη του προς την ορθή κατεύθυνση.
Μπορεί ίσως κανείς έξυπνος ευφυολόγος να θελήσει να παρηγορήσει εμάς τους Μπολσεβίκους με τον τρόπο του
Ένγκελς : έχουμε ένα πραγματικό κόμμα που αναπτύσσεται αξιοθαύμαστα, το ανούσιο και βάρβαρο όνομα
«Μπολσεβικικό» μπορεί «να συγχωρηθεί» αν και δεν εκφράζει τίποτε παρά το τυχαίο γεγονός ότι στην Συνδιάσκεψη
Βρυξελλών-Λονδίνου στα 1903 είχαμε την πλειοψηφία (Bolshinstvo).
Ίσως σήμερα που οι καταδιώξεις του κόμματος που έγιναν τον Ιούλιο και Αύγουστο από τους δημοκρατικούς και
«επαναστατικούς» μικροαστούς, έδωσαν στη λέξη «μπολσεβίκος» ένα παγκόσμιο σεβασμό, όπως επίσης οι καταδιώξεις
αυτές σημείωσαν ένα τόσο μεγάλο ιστορικό βήμα προς τα εμπρός που έκανε το κόμμα μας στην σημερινή του εξέλιξη-
ίσως σήμερα θα δίσταζα να επαναλάβω την πρόταση που έκανα τον Απρίλιο, να αλλάξουμε το όνομα τον κόμματος μας.
Θα προτιμούσα να προτείνω ένα συμβιβασμό στους συντρόφους μας, να ονομασθούμε Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά να
κρατήσουμε το Μπολσεβικικό εντός παρένθεσης…. Αλλά το ζήτημα του ονόματος του κόμματος έχει ασύγκριτα
μικρότερη σημασία από το ζήτημα της σχέσης του επαναστατικού προλεταριάτου προς το Κράτος.
Στις καθημερινές συζητήσεις για το Κράτος γίνεται διαρκώς το λάθος αυτό που μας δείχνει ο Ένγκελς, και που
αναφέραμε παραπάνω. Δηλαδή λησμονείται διαρκώς ότι η καταστροφή του Κράτους φέρνει επίσης και την καταστροφή
της Δημοκρατίας, ότι ο μαρασμός του Κράτους σημαίνει επίσης και μαρασμό της Δημοκρατίας. Εκ πρώτης όψεως αυτό
φαίνεται πολύ παράξενο και ακατανόητο. Ίσως αλήθεια αρχίσει κανείς να φοβάται μήπως εμείς περιμένουμε μια τέτοια
κοινωνία, στην οποία δεν θα είναι σεβαστή η αρχή της διοίκησης της πλειοψηφίας -γιατί τι άλλο είναι ή δημοκρατία,
παρά η αναγνώριση αυτής της αρχής.
Όχι, Δημοκρατία δεν είναι η διοίκηση της πλειοψηφίας. Όχι, η Δημοκρατία είναι Κράτος που αναγνωρίζει την
υποδούλωση της μειοψηφίας στην πλειοψηφία, δηλαδή, μια οργάνωση για την συστηματική χρήση της βίας από μια
τάξη εναντίον άλλης, από ένα μέρος του πληθυσμού κατά του άλλου.
Τελικός μας σκοπός είναι η καταστροφή του Κράτους, δηλαδή, η καταστροφή κάθε οργανωμένης και συστηματικής βίας,
κάθε μορφής της βίας εν γένει εναντίον οποιουδήποτε. Δεν περιμένουμε να έλθει μια κοινωνία στην οποία δεν θα
λαμβάνεται υπ’ όψιν η αρχή της υποταγής της μειοψηφίας στην πλειοψηφία. Επιδιώκοντας όμως τον Σοσιαλισμό,
έχουμε την πεποίθηση ότι αυτός θα εξελιχθεί έπειτα σε Κομμουνισμό και τότε θα λείψει κάθε ανάγκη βίας για την
υποταγή ενός ανθρώπου σε άλλον, μιας μερίδας της κοινωνίας σε άλλη, γιατί οι άνθρωποι θα συνηθίσουν , σιγά-σιγά να
δέχονται τους στοιχειώδεις όρους τής κοινωνικής ζωής χωρίς βία και χωρίς υποταγή.
Για να τονίσει την σημασία αυτής της συνηθείας, ο Ένγκελς μιλάει για μια νέα γενεά «που μεγαλώνει μέσα σε νέους και
ελεύθερους κοινωνικούς όρους και θα είναι ικανή να συντρίψει όλα τα άχρηστα σκουπίδια της Κρατικής οργάνωσης» –
κάθε είδους Κράτος, επομένως και το Δημοκρατικό Κράτος.
Για να διαφωτίσουμε το σημείο αυτό, θα εξετάσουμε το ζήτημα των οικονομικών βάσεων της αποέκρωσης του Κράτους.
V – Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΝΕΚΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
Λεπτομερέστατη ανάλυση του ζητήματος αυτού μας δίνει ο Μαρξ στην Κριτική του Προγράμματος της Gοtha (επιστολή
προς τον Μπράκε, στις 15 Μαΐου 1875 που δημοσιεύθηκε μόλις στα 1891 στην Neue Zeit). Το πολεμικό μέρος του
αξιοσημείωτου αυτού έργου, που είναι μία κριτική του Λασσαλισμού, έχει επισκιάσει, για να πούμε έτσι, το θετικό του
μέρος, δηλαδή την ανάλυση της σχέσης που έχει η ανάπτυξη του Κομμουνισμού με τον μαρασμό του Κράτους.
1. Διατύπωση του ζητήματος από τον Μαρξ
Όταν κανείς συγκρίνει με επιπολαιότητα την επιστολή του Μαρξ προς τον Μπράκε (15 Μαΐου 1875) με την επιστολή του
Ένγκελς προς τον Μπέμπελ (28 Μαρτίου 1875) για την οποία μιλήσαμε παραπάνω θα νομίσει ότι ο Μαρξ ήταν πολύ
περισσότερο υποστηρικτής του Κράτους παρά ο Ένγκελς, και ότι η διαφορά της γνώμης των στο ζήτημα του Κράτους
είναι πολύ σημαντική.
Ο Ένγκελς υποδεικνύει στον Μπέμπελ ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί όλη η φλυαρία περί Κράτους ότι η λέξη «Κράτος»
πρέπει να αφαιρεθεί από το πρόγραμμα και να αντικατασταθεί με την λέξη «Κοινοκτημοσύνη» ο Ένγκελς μάλιστα
διακηρύσσει ότι η Κομμούνα πραγματικά δεν ήταν πια Κράτος στην κύρια σημασία της λέξης.
Απεναντίας ο Μαρξ μιλάει για το «μέλλον Κράτος στην Κομμουνιστική κοινωνία», δηλαδή φαινομενικά αναγνωρίζει την
ανάγκη του Κράτους και στο Κομμουνιστικό σύστημα.
Η εξήγηση όμως αύτή είναι πολύ εσφαλμένη, μια βαθύτερη εξέταση δείχνει ότι οι απόψεις του Μαρξ και του Ένγκελς
για το Κράτος και τη παρακμή του είναι τελείως όμοιες, και ότι η έκφραση του Μαρξ, που αναφέραμε παραπάνω,
αναφέρεται στο εξαφανιζόμενο Κράτος.
Είναι φανερό ότι δεν μπορεί κανείς να ορίσει ακριβώς την στιγμή του μελλοντικού «μαρασμού» γιατί θα είναι μια αρκετά
μεγάλη σειρά εξέλιξης. Η φαινομενική διαφορά φαίνεται μεταξύ Μαρξ και Ένγκελς οφείλεται στα διαφορετικά θέματα
που ανέλυαν, στους διαφορετικούς σκοπούς που επεδίωκε ο καθένας τους. Ο Ένγκελς διατύπωσε το πρόβλημα καθαρά,
αποφασιστικά και πλατιά για να δείξει στον Μπέμπελ όλη την ηλιθιότητα των συνηθισμένων προλήψεων σχετικά με το
Κράτος, πολλές από τις οποίες πίστευε κι αυτός ο Λασσάλ.
Ο Μαρξ άπλα θίγει αυτό το ζήτημα, γιατί ενδιαφέρεται κυρίως για ένα άλλο θέμα-την εξέλιξη της Κομμουνιστικής
κοινωνίας. Όλη η θεωρία του Μαρξ είναι εφαρμογή της θεωρίας της εξέλιξης στην πιο συγκεκριμένη, τέλεια, μελετημένη
και καρποφόρο μορφή της στον νεώτερο καπιταλισμό. Φυσικά στον Μαρξ παρουσιάζεται τότε το ζήτημα τής εφαρμογής
αυτής της θεωρίας και στην προσεχή ανατροπή του καπιταλισμού και στην μελλοντική ανάπτυξη τον μελλοντικού
Κομμουνισμού.
Ποια γεγονότα μπορούν να αποτελέσουν την βάση της μελλοντικής ανάπτυξης του μελλοντικού Κομουνισμού;
Η βάση αυτή είναι το γεγονός ότι η μελλοντική αυτή ανάπτυξη του μελλοντικού Κομμουνισμού κατάγεται από τον
καπιταλισμό, ότι εξελίσσεται ιστορικώς από τον καπιταλισμό, ότι είναι το αποτέλεσμα της ενέργειας των κοινωνικών
δυνάμεων που γέννησε ο καπιταλισμός. Δεν παρασύρεται καθόλου ο Μαρξ από την ουτοπία ούτε επιχειρεί να επινοήσει
κάτι που δεν μπορεί να είναι γνωστό. Ο Μαρξ εξετάζει το ζήτημα του Κομουνισμού όπως ένας φυσιοδίφης θα εξέταζε το
ζήτημα της ανάπτυξης μιας νέας βιολογικής παραλλαγής, όταν ήξερε την καταγωγή της και την κατεύθυνση της εξέλιξης
της.
Πρώτα-πρώτα ο Μαρξ διαλύει όλη τη σύγχυση που φέρνει το πρόγραμμα τής Gotha στο ζήτημα των αμοιβαίων σχέσεων
Κράτους και Κοινωνίας.
«Η σύγχρονη κοινωνία (γράφει ο Μαρξ) είναι κοινωνία καπιταλιστική, που υπάρχει σε όλες τις πολιτισμένες χώρες που
ελευθερώθηκαν σε μεγάλο ή μικρό βαθμό από τις μεσαιωνικές προσμίξεις, που παρουσιάζουν διάφορους τύπους
σύμφωνα με τους ξεχωριστούς ιστορικούς όρους της εξέλιξης κάθε χώρας και ανάλογα με την ανάπτυξη τους.
Απεναντίας το «σύγχρονο Κράτος» διαφέρει στη βάση κάθε Κράτους. Στην Πρωσσο Γερμανική Αυτοκρατορία είναι
εντελώς διαφορετικό από ότι είναι στην Ελβετία, στην Αγγλία εντελώς διαφορετικό από ότι είναι στις Ηνωμένες
Πολιτείες. Είναι λοιπόν το «σύγχρονο Κράτος» ένα πρόπλασμα.
Μολαταύτα παρ’ όλες τις διάφορες μορφές τους, όλοι οι τύποι του Κράτους στις διάφορες πολιτισμένες χώρες έχουν
τούτο το κοινό χαρακτηριστικό βασίζονται όλες επάνω στην σύγχρονη αστική κοινωνία που είναι περισσότερο ή
λιγότερο κεφαλαιοκρατικά ανεπτυγμένη.
Έχουν λοιπόν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Έτσι μπορεί να μιλάει κανείς για το «σύγχρονο Κράτος» εν αντιθέσει προς
το μέλλον, όταν η σημερινή του βάση, δηλαδή η καπιταλιστική κοινωνία θα έχει εκλείψει.
Το ερώτημα λοιπόν τίθεται ως εξής: Τι μεταμόρφωση θα υποστούν οι μορφές της κυβέρνησης στην κομμουνιστική
κοινωνία; Με άλλα λόγια, ποιες κοινωνικές λειτουργίες θα μένουν τότε, ανάλογες με τις σημερινές λειτουργίες του
Κράτους; Στο ερώτημα αυτό μπορούμε να απαντήσουμε μόνο με τη βοήθεια της επιστημονικής μεθόδου. Μπορούμε να
συνδυάσουμε χιλιάδες φορές την λέξη «λαός» με την λέξη «Κράτος» δεν προσεγγίζουμε όμως ούτε κατά ένα
χιλιοστόμετρο στην λύση του προβλήματος…»
Γελοιοποιώντας έτσι ο Μαρξ όλη την φλυαρία για το «λαϊκό» Κράτος, διατυπώνει το ερώτημα και μας προειδοποιεί ότι,
για να απαντήσουμε επιστημονικά σ’αυτό πρέπει να στηριχθούμε μόνο σε αποδεδειγμένα επιστημονικά γεγονότα.
Το πρώτο γεγονός που αποδείχθηκε με τέλεια ακρίβεια από ολόκληρη την θεωρία της εξέλιξης και μάλιστα από
ολόκληρη την επιστήμη- γεγονός που είχαν ξεχάσει οι ουτοπιστές και που λησμονείτε και σήμερα από τους σύγχρονους
οπορτουνιστές που φοβούνται την σοσιαλιστική επανάσταση- είναι ότι, ιστορικά, χωρίς αμφιβολία θα υπάρξει ένα
ξεχωριστό στάδιο ή εποχή μεταβάσεως από τον Καπιταλισμό στον Κομμουνισμό.
2. Η μετάβαση από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό
«Μεταξύ της καπιταλιστικής και της κομμουνιστικής κοινωνίας (εξακολουθεί ο Ένγκελς) υπάρχει μια περίοδος
επαναστατικής μεταμόρφωσης από την παλιά στην νέα μορφή.
Ένα στάδιο πολιτικής μετάβασης ανταποκρίνεται σ’ αυτήν την περίοδο, και το Κράτος κατά τη διάρκεια αυτής της
περιόδου δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου».
Το συμπέρασμα αυτό, ο Μαρξ το στηρίζει επάνω στην ανάλυση του ρόλου που παίζει το προλεταριάτο στην νεότερη
καπιταλιστική κοινωνία, στα γεγονότα της εξέλιξης της κοινωνίας αυτής και στο αδύνατο της συνδιαλλαγής των
ανταγωνιστικών συμφερόντων της προλεταριακής και της καπιταλιστικής τάξης.
Πρώτα το ζήτημα παρουσιάζεται ως έξής : Για να πραγματοποιήσει την απελευθέρωση του το προλεταριάτο πρέπει να
ανατρέψει την καπιταλιστική τάξη, να κατακτήσει την πολιτική εξουσία και να επιβάλει την δική του επαναστατική
δικτατορία. Σήμερα το ζήτημα παρουσιάζεται κάπως διαφορετικό : `Η μετάβαση από την καπιταλιστική κοινωνία που
εξελίσσεται, προς τον Κομμουνισμό, σε μια Κομμουνιστική Κοινωνία, δεν μπορεί να γίνει χωρίς μια περίοδο «πολιτικής
μετάβασης» και στην περίοδο αυτή το Κράτος δεν μπορεί να είναι παρά η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου.
Τι σχέση έχει λοιπόν η δικτατορία αυτή με την δημοκρατία ;
Είδαμε ότι το Κομμουνιστικό Μανιφέστο απλώς παραθέτει μαζί τις δυο αυτές ιδέες: «ανύψωση του προλεταριάτου σε
κυβερνώσα τάξη και κατάκτηση της Δημοκρατίας». Στηριζόμενοι σε όλα αυτά που είπαμε παραπάνω, μπορούμε να
καθορίσουμε ακριβώς πως η δημοκρατία αλλάζει στην μετάβαση από τον Καπιταλισμό στον Κομμουνισμό:
Στην καπιταλιστική κοινωνία, που υπάρχουν οι ευνοϊκότεροι όροι για την ανάπτυξη της, έχουμε την δημοκρατία
περισσότερο ή λιγότερο τέλεια, με την μορφή της Δημοκρατικής Πολιτείας. Αλλά η δημοκρατία αυτή περιορίζεται πάντα
στο στενό πλαίσιο τής καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, και συνεπώς μένει πάντα στην πραγματικότητα, δημοκρατία μόνο
για τις κυρίαρχες τάξεις, μόνο για τους πλούσιους.
Η ελευθέρια στην καπιταλιστική κοινωνία μοιάζει πάντα σχεδόν σαν την ελευθέρια που υπήρχε στις αρχαίες Ελληνικές
Δημοκρατίες, δηλαδή ελευθέρια για τους κυρίους των δούλων. Οι νεώτεροι μισθόδουλοι, με τους όρους της
καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, βρίσκονται σε μια τέτοια αθλιότητα και δυστυχία, ώστε δεν μπορούν να ασχολούνται με
την «δημοκρατία», δεν έχουν «καιρό για την πολιτική» και έτσι στην κανονική ειρηνική πορεία των γεγονότων, η
πλειοψηφία του πληθυσμού δεν μπορεί να λάβει μέρος στην δημοσία πολιτική ζωή.
Η ακρίβεια του γεγονότος αυτού αποδεικνύεται ίσως καλύτερα από την Γερμανία, ακριβώς γιατί σ’ αυτό το Κράτος η
συνταγματική νομιμότητα διήρκεσε και έμεινε σταθερά επί ένα αρκετά μεγάλο διάστημα -μισό περίπου αιώνα (1871-
1914) και η Σοσιαλδημοκρατία σ’ αυτό το διάστημα μπόρεσε, καλύτερα παρά στις άλλες χώρες, να χρησιμοποιήσει την
«νομιμότητα» για να οργανώσει σε ένα πολιτικό κόμμα μεγαλύτερο μέρος της εργατικής τάξης, παρά όπως έγινε σε
κάθε άλλο μέρος τον κόσμου.
Ποια είναι λοιπόν η μεγαλύτερη αναλογία από πολιτικούς συνειδητούς και αγωνιζόμενους μισθόδουλους, που
παρατηρείται μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία; Ένα εκατομμύριο μέλη του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος μέσα σε
δεκαπέντε εκατομμύρια μισθοδούλων! Τρία εκατομμύρια βιομηχανικώς οργανωμένοι, μέσα σε δεκαπέντε εκατομμύρια.
«Δημοκρατία για μια ασήμαντη μειοψηφία, δημοκρατία για τους πλούσιους -αυτή είναι η δημοκρατία της
καπιταλιστικής κοινωνίας. Αν κοιτάξουμε προσεκτικότερα τον μηχανισμό της καπιταλιστικής δημοκρατίας, παντού στις
«μικρές», καθώς λένε, λεπτομέρειες της ψηφοφορίας (σύστημα περιφερειών, αποκλεισμός των γυναικών κ.τ.λ.), στον
τεχνικό οργανισμό των αντιπροσωπευτικών θεσμών, στα εμπόδια που υπάρχουν για το δικαίωμα των συγκεντρώσεων
(τα δημόσια κτίρια δεν είναι για τους «φτωχούς»), στην καθαρώς καπιταλιστική οργάνωση του καθημερινού τύπου κ.τ.λ,
κ.τ.λ. σε όλα τα σημεία θα δούμε περιορισμούς επί περιορισμών στην Δημοκρατία.
Αυτοί οι περιορισμοί, οι εξαιρέσεις, οι αποκλεισμοί και τα εμπόδια για τούς φτωχούς, φαίνονται ασήμαντα προπάντων
στα μάτια εκείνων που δεν γνώρισαν ποτέ τους την στέρηση και δεν έζησαν ποτέ σε στενή επαφή με τις καταπιεζόμενες
τάξεις στην άθλια ζωή τους, τα εννέα δέκατα, αν όχι τα ενενήντα εννέα εκατοστά των αστών πολιτικών και
δημοσιολόγων ανήκουν σ’ αυτή την κατηγορία!
Αλλά συνολικά όλοι αυτοί οι περιορισμοί αποκλείουν και απομακρύνουν τους φτωχούς από τα πολιτικά πράγματα και
από την συμμετοχή τους στην δημοκρατία.
Ο Μαρξ βρήκε αυτήν την ουσία της καπιταλιστικής δημοκρατίας, όταν, στην ανάλυση του για τα διδάγματα της
Κομμούνας λέει ότι οι καταπιεζόμενοι καλούνται, μια φορά κάθε τόσα χρόνια, να αποφασίσουν ποιοι αντιπρόσωποι τής
καταπιεστικής τάξεως θα τους αντιπροσωπεύσουν και θα τους καταπιέσουν στο Κοινοβούλιο!
Αλλά από την καπιταλιστική δημοκρατία που μοιραία είναι στενή, απομακρύνει με δόλο τους φτωχούς, και συνεπώς
κατ’ ουσία είναι υποκριτική και δόλια- πρόοδος δεν γίνεται με μια απλή, ομαλή και άμεσο πορεία προς την «ολοένα
επεκτεινόμενη δημοκρατία», όπως θέλουν να μάς πείσουν οι φιλελεύθεροι καθηγητές και οι οπορτουνιστές της
μικροαστικής τάξης.
Όχι η προοδευτική εξέλιξη δηλαδή προς τον Κομμουνισμό γίνεται με την δικτατορία του προλεταριάτου και δεν μπορεί
να γίνει αλλιώς, γιατί πρέπει να συντριβει η αντίσταση των εκμεταλλευτών καπιταλιστών, και άλλος δρόμος δεν υπάρχει
γι’ αυτό.
Και η δικτατορία του προλεταριάτου δηλαδή ή οργάνωση τής πρωτοπορίας της καταπιεζόμενης τάξης σε κυρίαρχο τάξη,
με σκοπό την συντριβή των καταπιεστών δεν μπορεί να φέρει άπλα μια μεγαλύτερη επέκταση της δημοκρατίας. Μαζί με
την τεράστια επέκταση της δημοκρατίας- γιατί στην πρώτη περίοδο γίνεται δημοκρατία για τους φτωχούς, δημοκρατία
για τον λαό, και όχι δημοκρατία για τους πλουσίους- η δικτατορία του προλεταριάτου θα φέρει μια σειρά περιορισμών
της ελευθερίας των καταπιεστών, των εκμεταλλευτών και καπιταλιστών. Πρέπει να τους συντρίψουμε αυτούς για να
ελευθερώσουμε την ανθρωπότητα από την μισθοδουλεία, η αντίσταση τους πρέπει να εξαλειφθεί δια τής βίας. Είναι
φανερό ότι εκεί που υπάρχει καταπίεση, θα υπάρξει επίσης και βία, και δεν μπορεί να υπάρχει ελευθερία ή
δημοκρατία.
Ο Ένγκελς το διετύπωσε αυτό σαφέστατα στην επιστολή του προς τον Μπέμπελ όταν έλεγε, καθώς θα θυμάται ο
αναγνώστης, ότι το προλεταριάτο χρειάζεται το Κράτος, όχι για το συμφέρον της ελευθερίας, αλλά με τον σκοπό να
συντρίψει τους εχθρούς του, και όταν θα μπορεί να γίνει λόγος περί ελευθερίας, το Κράτος θα έχει πάψει να υπάρχει.
Δημοκρατία για την μεγάλη πλειοψηφία του έθνους και βιαία κατάργηση -δηλαδή αποκλεισμός από την δημοκρατία-
των εκμεταλλευτών και καταπιεστών του έθνους : αυτή είναι η μεταβολή τής δημοκρατίας που θα δούμε κατά την
διάρκεια της μετάβασης από τον Καπιταλισμό στον Κομμουνισμό.
Μόνο στην Κομμουνιστική Κοινωνία, όταν η αντίσταση των καπιταλιστών θα έχει πια συντριβεί, όταν οι κεφαλαιούχοι
θα έχουν πια εκλείψει, όταν δεν θα υπάρχουν πια τάξεις (δηλαδή, όταν δεν θα υπάρχει διαφορά μεταξύ των μελών τής
κοινωνίας απέναντι των κοινωνικών παραγωγικών μέσων), μόνο τότε «το Κράτος εξαφανίζεται και μπορεί να γίνει λόγος
περί ελευθερίας». μόνο τότε είναι δυνατή, και θα πραγματοποιηθεί μια δημοκρατία αληθινά τελεία, μια δημοκρατία
χωρίς εξαιρέσεις.
Και μόνο τότε η δημοκρατία θα αρχίσει κι’ αυτή να μαραίνεται, για τον λόγο και μόνο ότι ελευθερωμένος από την
καπιταλιστική δουλεία, από τις αμέτρητες φρικαλεότητες, αγριότητες, ηλιθιότητες και ατιμίες της καπιταλιστικής
εκμετάλλευσης, ο λαός θα συνηθίσει σιγά-σιγά να σέβεται τους στοιχειώδεις νόμους της κοινωνικής ζωής, που είναι
γνωστοί από αιώνες και περιέχονται σε όλους τους κώδικες. Θα συνηθίσει να τους σέβεται χωρίς βία, χωρίς
εξαναγκασμό, χωρίς υποταγή, χωρίς τον ειδικό μηχανισμό του εξαναγκασμού που ονομάζεται Κράτος.
Η έκφραση «το Κράτος μαραίνεται» είναι διαλεγμένη πολύ καλά γιατί δείχνει τον βαθμιαίο και αναπόφευκτο χαρακτήρα
του φαινομένου αυτού. Μόνο η συνήθεια μπορεί να φέρει, και θα φέρει χωρίς αμφιβολία, αυτό το αποτέλεσμα :
βλέπουμε γύρω μας χιλιάδες φορές με πόση ευκολία μπορεί ο κόσμος να συνηθίσει να σέβεται τους αναγκαίους
κανόνες της κοινωνικής ζωής, όταν δεν υπάρχει εκμετάλλευση, όταν δεν υπάρχει καμιά αίτία που προκαλεί την
αγανάκτηση, που φέρνει την διαμαρτυρία και την εξέγερση και δημιουργεί την ανάγκη της κατάργησης τους.
Έτσι, στην καπιταλιστική κοινωνία έχομε μίά ακρωτηριασμένη, άθλια, ψεύτικη δημοκρατία, μόνο για τους πλούσιους,
για την μειοψηφία. Η δικτατορία του προλεταριάτου, η περίοδος της μετάβασης προς τον Κομμουνισμό, θα φέρει για
πρώτη φορά την δημοκρατία για τον λαό, για την πλειοψηφία, μαζί με τον αναγκαστικό περιορισμό της μειοψηφίας που
αποτελείται από τους εκμεταλλευτές. Μόνο ο Κομμουνισμός είναι ικανός να φέρει μια πραγματική και τελεία
Δημοκρατία, η οποία πάλι όσο πιο τελεία είναι, τόσο γρηγορότερα θα γίνει περιττή και θα μαραθεί μόνη της. Με άλλα
λόγια, μέσα στο Καπιταλιστικό σύστημα έχουμε το Κράτος με την κύρια σημασία τής λέξης: δηλαδή, ένα ειδικό όργανο
για την καταπίεση μιας τάξης από την άλλη, της πλειοψηφίας από την μειοψηφία. Είναι φυσικό, ότι για την εκπλήρωση
αυτής τής λειτουργίας, όπως είναι η συστηματική καταπίεση από την μειοψηφία των εκμεταλλευτών, της πλειοψηφίας
των θυμάτων της εκμετάλλευσης, απαιτείται η πιο σκληρή και άγρια καταπίεση, και χρειάζονται ποταμοί αιμάτων, που
σημειώνουν τον δρόμο τής ανθρωπότητας στις εποχές της δουλείας, της δουλοπαροικίας και της μισθοδουλείας.
Επίσης, στην εποχή της μετάβασης από τον Καπιταλισμό στον Κομμουνισμό, η καταπίεση είναι ακόμη αναγκαία, αλλά
στην περίπτωση αυτή είναι καταπίεση της μειοψηφίας των εκμεταλλευτών από την πλειοψηφία των θυμάτων της
εκμετάλλευσης. Ένα ειδικό όργανο, μια ειδική μηχανή καταπίεσης -δηλαδή το «Κράτος»- είναι αναγκαίο, άλλά τώρα
είναι Κράτος μεταβατικό, και όχι πια Κράτος στη συνηθισμένη έννοια της λέξης. Γιατί ο περιορισμός της μειοψηφίας των
εκμεταλλευτών, από την πλειοψηφία αυτών που έως χθες ήταν μισθόδουλοι, είναι κάτι σχετικά ευκολότερο,
απλούστερο και φυσικότερο και θα στοίχιση πολύ λιγότερες αιματοχυσίες παρ’ όσο η κατάπνιξη των εξεγέρσεων των
δούλων, των δουλοπάροικων και των ημερομισθίων εργατών.
Και είναι φυσικό ότι με την επέκταση της δημοκρατίας στην μεγίστη αυτή πλειοψηφία του έθνους, η ανάγκη
οποιουδήποτε ειδικού μηχανισμού καταπίεσης παύει βαθμιαία να υπάρχει. Βέβαια οι εκμεταλλευτές είναι ανίκανοι να
καταπιέζουν το λαό χωρίς μια πολύπλοκη μηχανή που θα εκτελεί αυτό το έργο, αλλά ο λαός μπορεί να περιορίσει τους
εκμεταλλευτές ακόμη και με μια απλούστατη «μηχανή»- μάλιστα και χωρίς καμιά «μηχανή» χωρίς κανένα ειδικό
οργανισμό- με την απλή οργάνωση των ενόπλων μαζών (όπως είναι τα Σοβιέτ των αντιπροσώπων εργατών και
Στρατιωτών, αυτό το λέμε προκαταβολικώς).
Τέλος, μόνο στο Κομμουνιστικό καθεστώς το Κράτος θα γίνει τελείως περιττό γιατί δεν θα υπάρχει κανείς που θα
χρειάζεται περιορισμό- «κανείς» με την έννοια τάξης, με την έννοια ενός συστηματικού αγώνος εναντίον ορισμένης
μερίδας του πληθυσμού. Δεν είμαστε ουτοπιστές, και δεν αρνούμαστε καθόλου ότι διάφορες παραβάσεις, από
μεμονωμένα άτομα είναι δυνατές και αναπόφευκτες, και ότι επίσης είναι ανάγκη να κατασταλούν οι παραβάσεις αυτές.
Αλλά, πρώτα-πρώτα, γι’ αυτό δεν χρειάζεται ειδική μηχανή, ειδικό όργανο καταπίεσης.
Αυτό θα γίνεται από το ίδιο το οπλισμένο έθνος, τόσο απλά και τόσο εύκολα, όπως οι πολιτισμένοι άνθρωποι, ακόμα
και στην σημερινή κοινωνία, χωρίζουν δυο άλλους που φιλονικούν ή δεν αφήνουν να προσβάλουν μία γυναίκα: Και
δεύτερο, ξέρουμε ότι η θεμελιώδης κοινωνική αιτία που προκαλεί τις παραβάσεις των νομών τής κοινωνικής ζωής, είναι
η εκμετάλλευση των μαζών, οι στερήσεις και η δυστυχία τους. Όταν απομακρύνουμε αυτή τη βασική αιτία, οι
παραβάσεις θα αρχίσουν μοιραία να «μαραίνονται». Δεν ξέρουμε σε πόσο καιρό και σε ποια στάδια, αλλά ξέρουμε ότι
θα μαραθούν. Με τον μαρασμό αυτών των αδικημάτων, θα μαραίνεται επίσης και το Κράτος.
Ο Μαρξ, χωρίς να πέφτει σε ουτοπία, καθόρισε τελείως αυτό που μπορεί τώρα να καθορισθεί σχετικά με την μελλοντική
εκείνη εποχή : δηλαδή την διαφορά μεταξύ της ανώτερης και της κατώτερης φάσης της Κομμουνιστικής κοινωνίας.
3. Η πρώτη φάση της Κομμουνιστικής Κοινωνίας

Στην Κριτική του Προγράμματος της Gotha, ο Μαρξ αντικρούει λεπτομερώς την ιδέα του Λασσάλ ότι οι εργάτες στο
Σοσιαλιστικό καθεστώς θα περνούν «αμείωτο» ή «ολόκληρο» το προϊόν της εργασίας τους». Ο Μαρξ αποδεικνύει ότι
από ολόκληρο το έργο της κοινωνίας, θα είναι ανάγκη να ξεχωρίσουμε ένα αποθεματικό ποσό, ένα ποσό για την
ανάπτυξη της βιομηχανίας, για την αντικατάσταση των φθειρόμενων μηχανών κ.τ.λ.
Επίσης από την συνολική παραγωγή, ένα πόσο για τα έξοδα τής διαχείρισης, για σχολεία, νοσοκομεία, γηροκομεία κ.τ.λ.
Αντί της ακαθορίστου, σκοτεινής και γενικής φράσης του Λασσάλ «ο εργάτης θα παίρνει όλο το προϊόν της εργασίας
του» ο Μαρξ δίνει μια λογική εξήγηση πως η Σοσιαλιστική κοινωνία θα διαχειρίζεται τις υποθέσεις της. Ο Μαρξ παίρνει
μια συγκεκριμένη ανάλυση των όρων της ζωής μιας κοινωνίας στην οποία δεν θα υπάρχει καπιταλισμός και λέει :
«Έχουμε να εξετάσουμε (εννοεί εδώ το πρόγραμμα του Κόμματος), όχι μια κομμουνιστική κοινωνία, που αναπτύχθηκε
πάνω στις δικές της βάσεις, αλλά μια κοινωνία που μόλις προήλθε από την καπιταλιστική κοινωνία, και η οποία κατά
συνέπεια, σε όλα τα σημεία -οικονομικό, ηθικό και διανοητικό- έχει ακόμη την σφραγίδα της παλιάς κοινωνίας, απ’ την
οποία προέκυψε».
Και αυτή την κομμουνιστική κοινωνία -μια κοινωνία που μόλις βγήκε από τους κόλπους του Καπιταλισμού, και που σε
όλα τα σημεία διατηρεί ακόμη την σφραγίδα της παλιάς κοινωνίας, ο Μαρξ την ονομάζει πρώτη, ή κατώτερη φάση της
κομμουνιστικής κοινωνίας.
Τα μέσα της παραγωγής δεν είναι πια ατομική ιδιοκτησία κανενός. Τα μέσα της παραγωγής ανήκουν στο σύνολο της
κοινωνίας. Κάθε μέλος τής κοινωνίας που εκτελεί ένα μέρος κοινωνικά ωφέλιμης εργασίας, παίρνει μια βεβαίωση από
την κοινωνία ότι εκτέλεσε τόσο πόσο εργασίας. Σύμφωνα με την βεβαίωση αυτή, παίρνει από τα δημόσια καταστήματα
των ειδών της κατανάλωσης μια ανάλογη ποσότητα προϊόντων. Ύστερα από το ξεχώρισμα τού μέρους εκείνου της
εργασίας που πηγαίνει στο δημόσιο ταμείο, κάθε εργάτης, παίρνει από την κοινωνία ανάλογα με αυτό που
προσέφερε…
Η «ισότητα» βασιλεύει φαινομενικά. Όταν όμως ο Λασσάλ, έχοντας υπ’ όψιν του μια τέτοια κοινωνία (που γενικά
λέγεται «Σοσιαλισμός», και την οποία ο Μαρξ ονομάζει πρώτη φάση του Κομμουνισμού), λέει ότι υπάρχει «δίκαιη
διανομή» και «ίσο δικαίωμα όλων σε ίσο μερίδιο των προϊόντων της εργασίας», ο Λασσάλ κάνει μεγάλο λάθος και ο
Μαρξ εξηγεί την πλάνη του.
«Ίσο δικαίωμα (λέει ο Μαρξ) πραγματικά θα έχουμε τότε, άλλα θα είναι ακόμη «αστικό δικαίωμα» το οποίο όπως κάθε
δικαίωμα, προϋποθέτει την ανισότητα. Κάθε «δίκαιο» είναι εφαρμογή του ίδιου μέτρου σε διάφορα πρόσωπα που
βεβαία δεν είναι όμοια και ίσα μεταξύ τους. Και έτσι το «ίσο δικαίωμα» είναι πραγματικά παραβίαση της ισότητας και
αδικία. Πραγματικά, κάθε άνθρωπος που εκτελεί τόση κοινωνική εργασία όπως και κάθε άλλος, παίρνει ίσο μέρος απ’ τα
κοινωνικά προϊόντα σύμφωνα με τους παραπάνω συλλογισμούς). Μολαταύτα όμως οι διάφοροι άνθρωποι δεν είναι
όμοιοι μεταξύ τους. Ο ένας είναι δυνατός, ο άλλος αδύνατος. Ο ένας είναι παντρεμένος, ο άλλος όχι. Ο ένας έχει πολλά
παιδιά, ο άλλος λιγότερα, και ούτω καθεξής. Με την ίση εργασία, (συμπεραίνει ο Μαρξ) και συνεπώς με ίσο μερίδιο στα
παραγόμενα είδη κατανάλωσης, ο ένας θα παίρνει πραγματικά περισσότερο από τον άλλο, θα γίνεται πλουσιότερος,
κ.τ.λ. Σύμφωνα με όλα αυτά, τα «δικαιώματα» αντί να είναι ίσα, είναι άνισα».
Η πρώτη λοιπόν φάση τού Κομμουνισμού, δεν μπορεί ακόμη να φέρει δικαιοσύνη και ισότητα, διαφορές, και μάλιστα
άδικες διαφορές, στην περιουσία θα υπάρχουν ακόμη, αλλά η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο ,θα είναι πια
αδύνατη γιατί θα είναι αδύνατο να κρατηθούν ως ατομική ιδιοκτησία τα μέσα τής παραγωγής, τα εργοστάσια, οι
μηχανές, τα χωράφια κ.τ.λ. Ενώ αναιρεί τελείως την μικροαστική, συγκεχυμένη φράση του Λασσάλ για την «ισότητα» και
την «δικαιοσύνη» γενικά, ο Μαρξ δείχνει συγχρόνως την γραμμή της εξέλιξης της κομμουνιστικής κοινωνίας, που είναι
υποχρεωμένη πρώτα-πρώτα να καταστρέψει μόνο την «αδικία» ότι τα μέσα της παραγωγής βρίσκονται στα χέρια
ατόμων. Δεν μπορεί να καταστρέψει δια μιας την γενικότερη αδικία που συνίσταται στην διανομή των ειδών της
κατανάλωσης σύμφωνα με την «προσφερόμενη εργασία» (και όχι σύμφωνα με τις ανάγκες του καθενός).
Οι χυδαίοι οικονομολόγοι καθώς και οι αστοί καθηγητές (σαν τον «δικό μας» Τούγαν-Μπαρανόβσκυ) κατηγορούν πάντα
τους σοσιαλιστές ότι ξεχνούν την υπάρχουσα ανισότητα των ανθρώπων και «ονειρεύονται» την κατάργηση της. Η
κατηγορία αυτή, όπως βλέπουμε, αποδεικνύει μόνο την τέλεια άγνοια των αστών ιδεολόγων.
Ο Μαρξ όχι μόνο λαμβάνει υπ’ όψη του όσο πρέπει την αναπόφευκτη ανισότητα των ανθρώπων, αλλά, αναγνωρίζεί και
το γεγονός ότι η μετατροπή των μέσων της παραγωγής σε κοινή ιδιοκτησία του συνόλου της κοινωνίας -ο
«σοσιαλισμός» στη σημασία του που είναι γενικά δεκτή- δεν αλλάζει τα επακολουθήματα της διανομής και την
ανισότητα της «αστικής δικαιοσύνης», που εξακολουθούν να υπάρχουν εφ’ όσον τα προϊόντα μοιράζονται σύμφωνα με
το ποσό τής «παρεχομένης εργασίας».
«Οι αδικίες όμως αυτές (εξακολουθεί ο Μαρξ) είναι μοιραίες στην πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, με την
μορφή που αυτή εμφανίζεται ύστερα από την περίοδο της εγκυμοσύνης της μέσα στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία. Η
δικαιοσύνη δεν μπορεί ποτέ να προπορευθεί από το αντίστοιχο στάδιο τής οικονομικής εξέλιξης και της ανάπτυξης του
πολιτισμού της κοινωνίας, που καθορίζεται από την οικονομική αυτή εξέλιξη».
Έτσι, στην πρώτη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας (που ονομάζεται γενικά σοσιαλισμός) η «αστική δικαιοσύνη» δεν
καταργείται τελείως, αλλά μόνο εν μέρει, μόνο σε αναλογία προς την συντελούμενη οικονομική μεταβολή δηλαδή, μόνο
σε σχέση με τα μέσα της παραγωγής. Ο «αστικός νόμος» αναγνωρίζει αυτά τα μέσα ως ατομική ιδιοκτησία ορισμένων
προσώπων. Ο σοσιαλισμός τα μετατρέπει σε κοινή ιδιοκτησία και ως προς αυτό, και μόνο αυτό, το σημείο εξαφανίζεται
ο «αστικός νόμος». Εξακολουθεί όμως να ζει από τις άλλες του απόψεις, και λειτουργεί ακόμη ως ρυθμιστής στην
διανομή τής εργασίας και την κατανομή των προϊόντων μεταξύ των μελών τής κοινωνίας.
«Όποιος δεν δουλεύει, δεν πρέπει να τρώει» -η σοσιαλιστική αυτή αρχή εφαρμόζεται αμέσως. «Σε ορισμένο ποσό
εργασίας, ορισμένο ποσό προϊόντων» η σοσιαλιστική αυτή αρχή εφαρμόζεται επίσης αμέσως. Μολαταύτα αυτό δεν
είναι ακόμη κομμουνισμός, και δεν καταργεί τον «αστικό νόμο», που παρέχει σε άνισα άτομα απέναντι άνισου
(πραγματικά) ποσού εργασίας, ίσο ποσό προϊόντων.
Αυτό είναι «αδικία», λέει ο Μαρξ, αλλά είναι μοιραία στην πρώτη φάση του κομμουνισμού, γιατί μόνο αν βρισκόμαστε
στο νησί τής Ουτοπίας μπορούμε να φαντασθούμε ότι ανατρέποντας την Κεφαλαιοκρατία, ο κόσμος θα μάθη αμέσως να
εργάζεται για την κοινωνία χωρίς κανένα νομοθετικό κανονισμό, πραγματικά η κατάργηση του καπιταλισμού δεν
παρέχει αμέσως τις οικονομικές βάσεις για μια παρόμοια αλλαγή.
Και δεν μπορεί ακόμη να υπάρχει άλλος κανονισμός παρά ο «αστικός νόμος». Στο σημείο λοιπόν αυτό είναι ακόμη
αναγκαία μια κρατική μορφή, η οποία ενώ θα διατηρεί την κοινή κατοχή των μέσων της παραγωγής, θα εξασφαλίζει
επίσης την ισότητα της διανομής των προϊόντων. Το Κράτος μαραίνεται εφ’ όσον δεν υπάρχουν πια κεφαλαιούχοι και
διάφορες τάξεις, και συνεπώς καμιά τάξη καταπιέζουσα. Αλλά το Κράτος δεν έχει ακόμη πεθάνει τελείως γιατί
εξακολουθεί να ισχύει ο «αστικός νόμος» που καθιερώνει την σημερινή ανισότητα. Για την τέλεια εξάλειψη του Κράτους
χρειάζεται τέλειος κομμουνισμός.
4.Η ανώτερη φάση της Κομμουνιστικής Κοινωνίας
Ο Μαρξ εξακολουθεί:
«Στην ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, ύστερα από την εξαφάνιση της υποδούλωσης του ανθρώπου που
δημιουργείται από την υποταγή του στην αρχή της διανομής της εργασίας, όταν συγχρόνως θα έχει εξαφανισθεί η
αντίθεση μεταξύ της διανοητικής και της χειρονακτικής εργασίας- όταν ή εργασία δεν θα είναι πια ένα μέσο
διατήρησης της ζωής, αλλά θα γίνει μια από τις πρώτες ανάγκες της ζωής, όταν με την γενική ανάπτυξη του ατόμου θα
ωριμάσουν επίσης και οι παραγωγικές δυνάμεις, και όλες οι δυνάμεις του κοινωνικού πλούτου θα κυλούν σ’ έναν
αδιάκοπο χείμαρρο μόνο τότε θα είναι δυνατό να βγούμε έξω από τον στενό ορίζοντα των αστικών νόμων, και μόνο τότε
θα είναι ικανή η Κοινωνία να γράψει στο λάβαρο της «Καθένας κατά την ικανότητα του, στον καθένα κατά τις ανάγκες
του».
Μόνο τώρα μπορούμε να εκτιμήσουμε πόσο σωστές ήταν οι παρατηρήσεις του Ένγκελς όταν γελοιοποιούσε αλύπητα
όλη την ανοησία του συνδυασμού των λέξεων «ελευθερία» και «κράτος». Ενόσω υπάρχει κράτος δεν μπορεί να υπάρχει
ελευθερία. Όταν υπάρχει ελευθερία δεν θα υπάρχει κράτος.
Οικονομική βάση για τον τέλειο μαρασμό του Κράτους είναι το ανώτερο αυτό στάδιο της εξέλιξης του κομμουνισμού,
στο οποίο η διάκριση μεταξύ διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας εκλείπει, στο οποίο κατά συνέπεια μια από τις
κυριότερες πηγές των νεωτέρων κοινωνικών ανισοτήτων θα έχει εξαφανισθεί -μια πηγή όμως, που είναι αδύνατο να
λείψει αμέσως με την απλή μετατροπή των μέσων της παραγωγής σε δημοσία ιδιοκτησία, με την απλή εκτόπιση των
κεφαλαιούχων.
Η εκτόπιση αυτή θα επιτρέψει μια γιγάντια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Και βλέποντας σε τι απίστευτο
βαθμό ακόμη και τώρα, η Κεφαλαιοκρατία επιβραδύνει την ανάπτυξη αυτή, πόσο μεγάλη πρόοδος θα μπορούσε να
γίνει ακόμη, και επάνω στην βάση της σύγχρονης τεχνικής στο επίπεδο που έφτασε, έχουμε δικαίωμα με την
μεγαλύτερη βεβαιότητα να πούμε ότι η εκτόπιση των κεφαλαιούχων θα καταλήξει μοιραία σε μια γιγάντια ανάπτυξη
των παραγωγικών δυνάμεων της ανθρώπινης κοινωνίας. Αλλά πόσο σύντομα θα προχωρήσει η ανάπτυξη αυτή, πόσο
γρήγορα θα φτάσει το σημείο να ξεφύγει από την διανομή της εργασίας, να καταργήσει τον ανταγωνισμό μεταξύ
διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας, να μετατρέψει την εργασία σε «πρώτη ανάγκη τής ζωής» αυτό δεν το ξέρουμε,
ούτε μπορούμε να το ξέρουμε.
Γι’ αυτό λοιπόν δεν μπορούμε να μιλούμε παρά μόνο για τον μοιραίο μαρασμό του Κράτους, τονίζοντας την διάρκεια της
πορείας, αυτής και την εξάρτηση της από την ταχύτητα της ανάπτυξης τής ανώτερης φάσης του κομμουνισμού. Πρέπει
όμως να μείνει τελείως ανοιχτό το ζήτημα του χρόνου ή των συγκεκριμένων μορφών του μαρασμού του, εφόσον τα
δεδομένα για την λύση τέτοιων ζητημάτων δεν είναι αρκετά.
Το Κράτος θα μπορέσει να μαραθεί τελείως όταν η Κοινωνία εφαρμόσει την αρχή: «καθένας κατά την ικανότητα του
στον καθένα κατά τις ανάγκες του», δηλαδή όταν οι άνθρωποι συνηθίσουν να σέβονται τις θεμελιώδεις αρχές της
κοινωνικής ζωής και η εργασία τους είναι τόσο παραγωγική, ώστε θα εργάζονται προαιρετικά κατά την ικανότητα που
έχουν. «Ο στενός ορίζοντας του αστικού νόμου», που υποχρεώνει τον καθένα να μετράει με την ασπλαχνία του Σάυλοκ,
μήπως ο ένας δούλεψε μισή ώρα περισσότερο από τον άλλον, μήπως ο ένας πληρώνεται λιγότερο από τον άλλον ο
στενός αυτός ορίζοντας θα εγκαταλειφθεί τότε. Δεν θα έχει τότε ανάγκη η Κοινωνία να υπολογίζει ακριβώς το ποσόν των
προϊόντων που θα μοιρασθεί σε κάθε μέλος της, ο καθένας θα παίρνει ελεύθερα «κατά τις ανάγκες του».
Με την κεφαλαιοκρατική άποψη, είναι εύκολο να χαρακτηρίσει κανείς το κοινωνικό αυτό σύστημα ως «καθαρή
ουτοπία» και να ειρωνευτεί τους σοσιαλιστές που βεβαιώνουν ότι θα αποκτήσει ο καθένας το δικαίωμα να παίρνει από
την κοινωνία, χωρίς κανένα έλεγχο της εργασίας των διάφορων πολιτών, όσα θέλει τρόφιμα, αυτοκίνητα, πιάνα κτλ.
Ακόμη και τώρα, πολλοί αστοί «σοφοί» καταφεύγουν σε τέτοιου είδους ειρωνείες, έτσι όμως δείχνουν μόνο την
αμάθειά τους και το υλικό συμφέρον που τους κάνει να υποστηρίζουν τον καπιταλισμό. Αμάθειά γιατί ποτέ δεν πέρασε
απ το νου κανενός σοσιαλιστή να προφητεύσει πότε θα έρθει η ανώτερη φάση του κομμουνισμού, οι μεγάλοι
θεωρητικοί του σοσιαλισμού προβλέπουν ότι θα έρθει, όταν όμως θα έχουν αλλάξει οι σημερινές παραγωγικές δυνάμεις
και ο άνθρωπος θα γίνει εντελώς διαφορετικός από τον σημερινό, που είναι ικανός να λεηλατήσει τα πάντα χωρίς να
αναλογισθεί τις συνέπειες, να αδειάσει τις αποθήκες του κοινωνικού πλούτου και να ζητήσει τα αδύνατα. Εφόσον δεν
έφθασε η ανώτερη φάση του κομμουνισμού, οι σοσιαλιστές ζητούν αυστηρότατο έλεγχο από την κοινωνία και το Κράτος
επί του ποσού της παρεχομένης εργασίας και το ποσό της κατανάλωσης, μόνο ο έλεγχος αυτός πρέπει ν’ αρχίσει με την
εκτόπιση των κεφαλαιούχων, με την επιβολή έλέγχου των εργατών επί των καπιταλιστών, και πρέπει να εκτελεσθεί όχι
από το γραφειοκρατικό, αλλά από το εργατικό κράτος.
Η συμφεροντολογική υπεράσπιση του καπιταλισμού από τους αστούς ιδεολόγους (και τους οπαδούς τους του είδους
Τσερετέλλι, Τσέρνωφ και Σιας), συνίσταται στο γεγονός ότι με διάφορες συζητήσεις και φράσεις για το απώτερο μέλλον,
παρακάμπτουν το ουσιαστικό και σύγχρονο ζήτημα τής σημερινής πολιτικής, δηλαδή την εκτόπιση των καπιταλιστών,
την μεταμόρφωση όλων των πολιτών σε εργάτες και υπαλλήλους ενός μεγάλου συνδικάτου, του Κράτους, και την τελεία
υπαγωγή ολόκληρου του έργου του συνδικάτου αυτού σε ένα πραγματικά δημοκρατικό κράτος -στο κράτος που
αποτελείται από τα Συμβούλια αντιπροσώπων εργατών και στρατιωτών. Πραγματικά, όταν κανείς σοφός καθηγητής και
μαζί του το νοήμον κοινό και οι κ.κ. Τσερετέλλι και Τσέρνωφ, μιλούν για τις παράλογες ουτοπίες, για τις δημαγωγικές
υποσχέσεις των μπολσεβίκων, για το αδύνατο της εφαρμογής του Σοσιαλισμού, έχουν στο νου τους το ανώτερο στάδιο ή
φάση του κομμουνισμού το οποίον κανείς όχι μόνο δεν υποσχέθηκε, άλλά ούτε και σκέφθηκε να δοκιμάσει να
«εισαγάγει», γιατί είναι τελείως αδύνατο να «εισαχθεί».
Ερχόμαστε λοιπόν έτσι στο ζήτημα της επιστημονικής διαφοράς μεταξύ Σοσιαλισμού και Κομμουνισμού, το οποίο έθιξε
ο Ένγκελς στην κρίση του που αναφέραμε παραπάνω για την ανακρίβεια του ονόματος «σοσιαλδημοκράτης». Η πολιτική
διαφορά μεταξύ τής πρώτης ή κατώτερης και τής ανώτερης φάσης του κομουνισμού θα γίνει κάποτε πολύ μεγάλη, θα
ήταν όμως αστείο να επιμείνουμε σ’ αυτό από τώρα, μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα, και μόνο ίσως μερικοί αναρχικοί
θα μπορούσαν να του αποδώσουν πρωτεύουσα σημασίά -αν εννοείται υπάρχουν ακόμη άνθρωποι μεταξύ των
αναρχικών που δεν διδάχθηκαν τίποτε από την «είδους Πλεχάνωφ» μεταμόρφωση των Κροπότκιν, των Γκράβ, των
Κορνελίσσεν και άλλων «αστέρων» του αναρχισμού προς τον Σοσιαλσωβινισμό ή προς τον αναρχο-εσχατισμό, όπως
ομολόγησε ένας από τους λίγους αναρχικούς που διατηρούν ακόμη την τιμή τους (ο Γκαίυ).
Η επιστημονική όμως διαφορά μεταξύ σοσιαλισμού και κομμουνισμού είναι φανερή. Αυτό που γενικά ονομάζεται
σοσιαλισμός χαρακτηρίζεται από τον Μαρξ ως η πρώτη ή κατώτερη φάση τής κομμουνιστικής κοινωνίας.
Και αφού τα μέσα της παραγωγής γίνονται δημόσια ιδιοκτησία, η λέξη κομμουνισμός μπορεί να εφαρμοσθεί και εδώ,
αρκεί να μην ξεχνούμε ότι δεν υπάρχει ακόμα τέλειος κομμουνισμός. Η μεγάλη σημασία της εξήγησης του Μαρξ είναι
ότι και σ’ αυτό το ζήτημα εφαρμόζει την υλιστική διαλεκτική μέθοδο, την θεωρία της εξέλιξης, εξετάζοντας τον
κομμουνισμό σαν κάτι που προκύπτει από τον καπιταλισμό.
Αντί των τεχνητών και σχολαστικών ορισμών και των μάταιων αναζητήσεων της σημασίας των λέξεων («τι είναι
σοσιαλισμός», «τι είναι κομμουνισμός») ο Μαρξ αναλύει τι πρέπει να ονομάζονται στάδια στην οικονομική ανάπτυξη
του κομμουνισμού.
Στην πρώτη του φάση ή στο πρώτο στάδιο ο Κομμουνισμός δεν μπορεί ακόμη να είναι οικονομικώς ώριμος και τελείως
απαλλαγμένος από κάθε παράδοση και επίδραση του καπιταλισμού. Βλέπουμε λοιπόν το ενδιαφέρον φαινόμενο ότι η
πρώτη φάση του κομμουνισμού διατηρεί «τον στενό ορίζοντα του αστικού νόμου».
Ο αστικός νόμος, στην διανομή των ειδών της κατανάλωσης προϋποθέτει μοιραία το κεφαλαιοκρατικό κράτος, γιατί ο
νόμος δεν είναι τίποτε, χωρίς μια οργάνωση εκβιασμού του λαού για να υποτάσσεται σ’ αυτόν. Κατά συνέπεια, για
ορισμένο καιρό όχι μόνο ο αστικός νόμος αλλά ακόμη και το κεφαλαιοκρατικό κράτος θα διατηρούνται υπό τον
κομμουνισμό, χωρίς την κεφαλαιοκρατική τάξη.
Αυτό μπορεί να φανεί ως παραδοξολογία και λογοπαίγνιο, όπως κατηγορούν τον Μαρξισμό οι άνθρωποι που δεν
θέλουν να μελετήσουν τις εξαιρετικά βαθιές διδασκαλίες του. Πραγματικά όμως το Παλιό που επιζεί μέσα στο Νέο
βρίσκεται αντιμέτωπο μας σε κάθε βήμα της ζωής, τόσο στη Φύση όσο και στην Κοινωνία.
Δεν είναι μόνο ο ευσεβής πόθος του Μαρξ που αφήνει ένα λείψανο αστικού νόμου μέσα στον κομμουνισμό. Αυτός
απλώς έδειξε τι είναι οικονομικώς και πολιτικώς αναπόφευκτο σε μια κοινωνία που προκύπτει από τα σπλάχνα του
καπιταλισμού.
Η Δημοκρατία έχει μεγάλη σημασία στον απελευθερωτικό αγώνα της εργατικής τάξης κατά των κεφαλαιοκρατών. Αλλά
η Δημοκρατία δεν είναι όριο που δεν πρέπει να υπερβούμε, είναι μάλλον ένα από τα στάδια στον δρόμο της εξέλιξης
από τον Φεουδαλισμό στον Καπιταλισμό και από τον Καπιταλισμό στον Κομμουνισμό.
Η Δημοκρατία εφαρμόζει την ισότητα. Η τεραστία σημασία του αγώνα του προλεταριάτου για την ισότητα και η
ελκυστική δύναμη αυτού του συνθήματος είναι φανερά, όταν εννοούμε ότι αυτά σημαίνουν την εκμηδένιση των τάξεων.
Η δημοκρατική όμως ισότητα είναι απλά τυπική και τίποτε περισσότερο : και αμέσως μετά την εφαρμογή της ισότητας
όλων των μελών τής κοινωνίας σε σχέση με την κατοχή των μέσων τής παραγωγής, δηλαδή τής ισότητας της εργασίας
και της ισότητας των ημερομισθίων, θα εμφανισθεί μοιραία μπροστά στην ανθρωπότητα το ζήτημα να προχωρήσει από
την τυπική ισότητα προς την ισότητα που είναι πραγματική, και να πραγματοποιήσει στην ζωή την αρχή «καθένας κατά
την ικανότητα του στον καθένα κατά τις ανάγκες του».
Με ποια πρακτικά μέτρα θα προχωρήσει η ανθρωπότητα στον ανώτερο αυτό σκοπό -αυτό δεν το ξέρουμε ούτε
μπορούμε να το ξέρουμε. Πρέπει όμως να δείξουμε πόσο εσφαλμένη είναι η συνηθισμένη κεφαλαιοκρατική μέθοδος
που παριστάνει τον σοσιαλισμό σαν κάτι άψυχο, απολιθωμένο, ορισμένο μια για πάντα. Απεναντίας μόνο με τον
σοσιαλισμό θ’ αρχίσει μια γρήγορη, ασφαλής, πραγματική πρόοδος της μάζας στην οποία πρώτα η πλειοψηφία και
ύστερα ολόκληρος ο πληθυσμός θα λάβουν μέρος -πρόοδος σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής και ατομικής ζωής.
Η δημοκρατία είναι μία μορφή του Κράτους -μία από τις παραλλαγές του Κράτους, όπως λοιπόν κάθε κράτος είναι και
αυτή μία οργανωμένη, συστηματική εφαρμογή της βίας κατά των πολιτών. Αυτή είναι η μία όψη της. Αλλά από το άλλο
μέρος είναι η τυπική αναγνώριση της ισότητας όλων των πολιτών, του ίσου δικαιώματος όλων στον καθορισμό της
σύνθεσης και της διοίκησης του κράτους.
Και από την τυπική αναγνώριση προκύπτει ένα στάδιο στην εξέλιξη της δημοκρατίας, η οποία πρώτα-πρώτα
συγκεντρώνει το προλεταριάτο ως επαναστατική τάξη κατά της πλουτοκρατίας, και του παρέχει την ευκαιρία να
συντρίψει, να κομματιάσει, να σαρώσει από το πρόσωπο της γης την κεφαλαιοκρατική κυβερνητική μηχανή -ακόμη και
την δημοκρατική της παραλλαγή, τον μόνιμο στρατό την αστυνομία και την γραφειοκρατία. Δεύτερον, του δίνει την
δύναμη να αντικαταστήσει όλα αυτά με ένα δημοκρατικότερο, αλλά πάλι κρατικό μηχανισμό, υπό την μορφή των
ένοπλων μαζών της εργατικής τάξης, και να προετοιμάσει την συμμετοχή ολοκλήρου του λαού στην εθνοφυλακή.
Εδώ «η ποσότητα μετατρέπεται σε ποιότητα». Το δημοκρατικό αυτό στάδιο βγαίνει πια από το πλαίσιο της
δημοκρατικής κοινωνίας και σημειώνει την έναρξη της σοσιαλιστικής της διαμόρφωσης. Αν ο καθένας πραγματικά
συμμετέχει στην διεύθυνση του Κράτους η κεφαλαιοκρατία δεν μπορεί να διατηρηθεί πια. Και πραγματικά ο
καπιταλισμός όπως εξελίσσεται, μόνος του προετοιμάζει το έδαφος για τον καθένα να είναι ικανός να λάβει μέρος στην
διεύθυνση του κράτους. Μία εκδήλωση της προπαρασκευής αυτής του εδάφους είναι και γενική εκπαίδευση του
πληθυσμού που έχει ήδη πραγματοποιηθεί σε πολλές από τις πιο προχωρημένες κεφαλαιοκρατικές χώρες επίσης και η
μόρφωση και πειθαρχία που επιβάλλεται επί των εκατομμυρίων των εργατών από τον τεράστιο, πολύπλοκο και
κοινωνικοποιημένο οργανισμό των ταχυδρομείων, σιδηροδρόμων, μεγάλων εργοστασίων, του μεγάλου εμπορίου, των
τραπεζών, κ.τ.λ. κ.τ.λ.
Με το οικονομικό αυτό έδαφος είναι απολύτως δυνατό αμέσως, μέσα σε είκοσι τέσσαρες ώρες να προβούμε στην
ανατροπή των κεφαλαιοκρατών και γραφειοκρατών, και να τους αντικαταστήσουμε στον έλεγχο της παραγωγής και
διανομής, στην υπηρεσία του διακανονισμού της εργασίας και των προϊόντων, από τους ένοπλους εργάτες ή τον
οπλισμένο λαό. Το ζήτημα του ελέγχου και της λογιστικής δεν πρέπει να συγχυσθεί με το ζήτημα της επιστημονικά
μορφωμένης μερίδας των μηχανικών, γεωπόνων κ.τ.λ. Οι κύριοι αυτοί δουλεύουν σήμερα υπό τις διαταγές των
κεφαλαιούχων, θα δουλεύουν ίσως καλύτερα αύριο, υπό τις διαταγές των ένοπλων εργατών. Λογιστική και έλεγχος –
αυτοί είναι οι αναγκαιότεροι όροι για την κανονική και σωστή λειτουργία της πρώτης φάσης της κομμουνιστικής
κοινωνίας. Όλοι οι πολίτες μετατρέπονται σε μισθωτούς υπάλληλους του Κράτους, που αποτελείται από τους ένοπλους
εργάτες. Όλοι οι πολίτες γίνονται υπάλληλοι και εργάτες ενός εθνικού κρατικού «συνδικάτου». Πρόκειται μόνο να
δουλεύουν όλοι σε ίσο βαθμό, να προσφέρουν όλοι κανονικά το μέτρο της εργασίας που τους αναλογεί, και όλοι να
παίρνουν ίση πληρωμή.
Η λογιστική και ο έλεγχος που χρειάζονται γι’ αυτό απλοποιήθηκαν τόσο από τον καπιταλισμό, ώστε μετετράπησαν σε
εξαιρετικά απλούστατες ενέργειες ταξινομήσεως, παραλαβής και έκδοσης αποδείξεων που μπορεί να κάνει ο καθένας
που ξέρει να διαβάζει και να γράφει και ξέρει τις τέσσερις πρώτες αριθμητικές πράξεις (*) . Όταν η πλειοψηφία των
ίδιων των πολιτών αρχίζει να κρατάει αυτούς τους λογαριασμούς και να επιβάλλει αυτόν τον έλεγχο επί των
κεφαλαιούχων που μετατρέπονται τώρα σε υπαλλήλους, επί της κατηγορίας εκείνης των διανοουμένων που διατηρούν
ακόμη τις καπιταλιστικές συνήθειες, ο έλεγχος αυτός θα γίνει πράγματι γενικός, αναπόφευκτος, φυσικός, και δεν θα
υπάρχει τρόπος να τον διαφύγει, κανείς.
Ολόκληρη η κοινωνία θα έχει γίνει ένα γραφείο και ένα εργοστάσιο, με ίση δουλειά και ίση πληρωμή. Αυτή όμως η
πειθαρχία εργοστασίου, που το προλεταριάτο θα επεκτείνει σε όλη την κοινωνία μετά την ήττα του καπιταλισμού και
την ανατροπή των εκμεταλλευτών, δεν είναι καθόλου το ιδανικό μας, και πολύ απέχει από τον τελικό μας σκοπό. Δεν
είναι παρά ένας μεταβατικός σταθμός για την ριζική εκκαθάριση της κοινωνίας από όλη την κτηνωδία και την ατιμία της
κεφαλαιοκρατικής εκμετάλλευσης. Συνεχίζοντας τον δρόμο μας προς τα εμπρός, θα αφήσομε πίσω τον μεταβατικό αυτό
σταθμό.
Όταν το σύνολο, ή έστω μόνο το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας, μάθει πώς κυβερνάται το Κράτος, αναλάβει το έργο
αυτό στα δικά του χέρια, εγκαταστήσει έναν έλεγχο επάνω στην ασήμαντη μειοψηφία των καπιταλιστών, επάνω στη
μερίδα που διατηρεί κεφαλαιοκρατικά έθιμα και στους εργάτες που είναι αγιάτρευτα διεφθαρμένοι από τον
καπιταλισμό -από την στιγμή αυτή η ανάγκη οποιασδήποτε κυβέρνησης αρχίζει να εκλείπει. Όσο τελειότερη είναι η
δημοκρατία, τόσο πλησιέστερη είναι η στιγμή που παύει να είναι αναγκαία. Όσο πιο δημοκρατικό είναι το κράτος,
αποτελούμενο από τους, ένοπλους εργάτες, που «δεν είναι πια κράτος με την κοινή σημασία τής λέξης», τόσο
γρηγορότερα αρχίζει να ξεπέφτει κάθε μορφή κράτους.
Γιατί όταν όλοι μάθουν να κυβερνούν και θα κυβερνούν την κοινωνικοποιημένη παραγωγή, όταν όλοι πραγματικά θα
κρατούν λογαριασμό και θα ελέγχουν τους «φύλακες των κεφαλαιοκρατικών παραδόσεων», θα είναι βέβαια τόσο
απίστευτα δύσκολο να διαφύγει κανείς από την γενική αυτή διεύθυνση και τον έλεγχο, θα είναι τόσο σπάνιο και θα
συνοδεύεται ασφαλώς από τόσο βαριά τιμωρία (γιατί οι ένοπλοι εργάτες είναι πολύ πρακτικοί άνθρωποι και όχι
αισθηματικοί ιδεολόγοι), ώστε πολύ γρήγορα η ανάγκη της τήρησης όλων των απλών και βασικών κανόνων της
κοινωνικής ζωής, θα γίνει μία συνήθεια. Η πόρτα τότε θα είναι ορθάνοιχτη για την μετάβαση από την πρώτη φάση τής
Κομμουνιστικής Κοινωνίας στην ανώτερη δεύτερη φάση της, και συγχρόνως στον τελειωτικό μαρασμό του κράτους.
(*) Όταν οι περισσότερες λειτουργίες του κράτους περιορίζονται σε μια λογιστική και έναν έλεγχο από τους ίδιους τους
εργάτες, αυτό παύει να είναι «πολιτικό» Κράτος. Τότε οι «δημόσιες λειτουργίες μετατρέπονται από πολιτικές σε απλές
διαχειριστικές λειτουργίες» (Ίδε ανωτέρω κεφ. IV, παραγρ. 2 στην Πολεμική του Ένγκελς προς τους αναρχικούς).
(Ο Συγγραφέας)
VI – Η ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΕΣ
Το ζήτημα της σχέσης του κράτους προς την κοινωνική επανάσταση, και της Κοινωνικής επανάστασης προς το κράτος,
καθώς και το ζήτημα τής επανάστασης γενικά, πολύ λίγο απασχόλησε τους γνωστότερους θεωρητικούς της Δευτέρας
Διεθνούς (1889-1914). Το χαρακτηριστικότερο όμως γεγονός στην εξέλιξη αυτή της βαθμιαίας ανάπτυξης του
οπορτουνισμού, που έφερε στην χρεοκοπία τής Δευτέρας Διεθνούς στα 1914, είναι ότι και όταν ακόμη τυχαία έφθασαν
σ’ αυτό το ζήτημα κατέβαλε όλες τους τις προσπάθειες για να το αποφύγουν η μάλλον το περνούσαν απαρατήρητο.
Μπορούμε γενικά να πούμε ότι η αποφυγή του ζητήματος αυτού της σχέσης της προλεταριακής επανάστασης προς το
Κράτος, πράγμα που ήταν εξαιρετικά συμφέρον για τους οπορτουνιστές, ανέπτυξε τον οπορτουνισμό και παραμόρφωσε
τον Μαρξισμό, έως τον τελειωτικό εξευτελισμό του.
Για να χαρακτηρίσουμε μόνο με λίγα λόγια την αξιοθρήνητη αυτή εξέλιξη, ας πάρουμε τους πιο γνωστούς θεωρητικούς
του Μαρξισμού, τον Πλεχάνωφ και τον Κάουτσκυ.
1. Πολεμική του Πλεχάνωφ προς τους Αναρχικούς
Ο Πλεχάνωφ αφιέρωσε ένα ειδικό βιβλιαράκι για το ζήτημα της σχέσης του Σοσιαλισμού προς τον Αναρχισμό, με τον
τίτλο Αναρχισμός και Σοσιαλισμός που τυπώθηκε στα Γερμανικά στα 1894. Προσπάθησε κάπως να μιλήσει γι’ αυτό το
ζήτημα χωρίς να θίξει το ζωτικότερο, το επίμαχο σημείο, το ουσιαστικό πολιτικά σημείο στην πάλη προς τους
αναρχικούς: την σχέση τής Επανάστασης προς το Κράτος και το ζήτημα του Κράτους εν γένει.
Το βιβλιαράκι του πρέπει να χωρισθεί σε δύο μέρη: το ένα, ιστορικό-φιλολογικό, που περιέχει αξιόλογη ύλη για την
ιστορία των ιδεών του Στίρνερ, του Προυντόν και άλλων, το δεύτερο, αμαθές και σοφιστικό, περιέχει μια χονδροειδή
επανάληψη του θέματος ότι «ένας αναρχικός δεν μπορεί να διακριθεί από έναν κακούργο», είναι γεμάτο από
διασκεδαστικούς συνδυασμούς συλλογισμών και είναι πολύ χαρακτηριστικό για όλη τη δράση του Πλεχάνωφ στις
παραμονές της Επανάστασης και κατά την διάρκεια της επαναστατικής περιόδου στη Ρωσία. Πράγματι από το 1908 ως
το 1917, ο Πλεχάνωφ φανερώθηκε σαν ένας μισοσχολαστικός και μισο-υποκριτής, δεμένος πολιτικά στο άρμα της
πλουτοκρατίας.
Είδαμε πως ο Μαρξ και ο Ένγκελς στην πολεμική τους κατά των αναρχικών, ανέπτυξαν σαφέστατα τις απόψεις τους για
την σχέση της Επανάστασης προς το Κράτος. Ο Ένγκελς, δημοσιεύοντας στα 1891 την Κριτική του Προγράμματος της
Gotha του Μαρξ, έγραφε ότι «εμείς» – δηλαδή ο Ένγκελς και ο Μαρξ- «είμαστε τότε στην σκληρότερη φάση της
πολεμικής μας προς τον Μπακούνιν και τους αναρχικούς του: μόλις δυο χρόνια είχαν περάσει τότε από το Συνέδριο της
Πρώτης Διεθνούς στη Χάγη».
Οι αναρχικοί είχαν προσπαθήσει να εμφανίσουν την Παρισινή Κομμούνα ως «δική τους», ως επικύρωση των
διδασκαλιών τους, δείχνοντας έτσι ότι δεν κατάλαβαν καθόλου τα διδάγματα τής Κομμούνας και την ανάλυση των
διδαγμάτων της από τον Μαρξ.
Ο αναρχισμός δεν έδωσε καμιά σωστή λύση στα συγκεκριμένα πολιτικά προβλήματα: μπορούμε να συντρίψουμε την
παλιά Κρατική μηχανή, και τι θα βάλουμε στη θέση της;
Να μιλάει όμως κανείς για Αναρχισμό και Σοσιαλισμό αφήνοντας έξω ολόκληρο το ζήτημα του Κράτους και
παραβλέποντας όλη την εξέλιξη του Μαρξισμού πριν και μετά την Κομμούνα- αυτό σήμαινε μιαν αναπόφευκτη πτώση
στον οπορτουνισμό. Γιατί αυτό ακριβώς θέλει ο οπορτουνισμός- να αφήσει κατά μέρος αυτά τα ζητήματα. Αυτό και μόνο
αποτελεί μια μεγάλη νίκη του οπορτουνισμού.
2.Πολεμική του Κάουτσκυ προς τους οπορτουνιστές
Χωρίς αμφιβολία ένας ασύγκριτα μεγαλύτερος αριθμός έργων του Κάουτσκυ είναι μεταφρασμένα στα Ρωσικά παρά σε
κάθε άλλη γλώσσα. Και έχουν κάποιο δίκιο οι Γερμανοί σοσιαλδημοκράτες όταν λένε χάριν αστειότητας, ότι ο Κάουτσκυ
διαβάζεται περισσότερο στη Ρωσία παρά στη Γερμανία -και πρέπει να πούμε, σε παρένθεση, ότι υπάρχει μια βαθύτερη
ιστορική σημασία στην αστειότητα αυτή, παρ’ όσο πιστεύεται συνήθως.
Γιατί στα 1905 οι Ρώσοι εργάτες εκδήλωσαν μια εξαιρετικά ζωηρή, μια πρωτοφανή ζήτηση των καλύτερων έργων της
καλύτερης σοσιαλδημοκρατικής φιλολογίας του κόσμου, και οι μεταφράσεις και εκδόσεις των έργων αυτών εκδίδονταν
σε απίστευτο αριθμό, παρά στις άλλες χώρες. Έτσι λοιπόν, η τεράστια πείρα τής γειτονικής πιο προοδευμένης χώρας,
μεταφυτεύτηκε στο εντελώς παρθένο έδαφος τού προλεταριακού μας κινήματος.
Ο Κάουτσκυ εκτός της εκλαΐκευσης που έκαμε στον Μαρξισμό, είναι ιδιαίτερα γνωστότατος στη χώρα μας με τις
συζητήσεις του προς τους οπορτουνιστές που έχουν επικεφαλής των τον Μπερνστάιν. Ένα γεγονός όμως σχεδόν
άγνωστο, πού μολαταύτα δεν πρέπει να το παραβλέψουμε, αν θέλουμε να ερευνήσουμε πως ο Κάουτσκυ εξέπεσε σε
τέτοιο σημείο σύγχυσης, ώστε να γίνει δικηγόρος του Σοσιαλ-σωβινισμού, στην εποχή της μεγαλύτερης κρίσης, στα
1914-15. Το γεγονός αυτό είναι ότι, πριν εκστρατεύσει εναντίον των κυριοτέρων αντιπροσώπων τον οπορτουνισμού στη
Γαλλία (Μιλλεράν, Ζωρές) και στη Γερμανία (Μπερνστάιν), ο Κάουτσκυ, είχε δείξει πολύ μεγάλους δισταγμούς.
Η Ρωσική μαρξική εφημερίδα, Η Αυγή, πού εκδιδόταν στη Στουτγάρδη στα 1901-2, υποστηρίζοντας την επαναστατική
προλεταριακή τακτική, αποκάλυψε τον Κάουτσκυ χαρακτηρίζοντας την πρόταση του στο Διεθνές Σοσιαλιστικό Συνέδριο
των Παρισίων στα 1900, ως «ελαστική», εξαιτίας τής ακαθόριστης, μετριοπαθούς και συμβιβαστικής στάσης του
απέναντι των οπορτουνιστών. Στα Γερμανικά είχαν δημοσιευθεί επιστολές τού Κάουτσκυ που μαρτυρούσαν την ίδια
διστακτικότητα πριν ταχθεί εναντίον του Μπερνστάιν. Ασύγκριτα όμως μεγαλύτερη σημασία έχει το γεγονός ότι στις
συζητήσεις του αυτές με τους οπορτουνιστές, στην διατύπωση του ζητήματος απ’ αυτόν, και στην μέθοδο με την οποία
,το εξετάζει, μπορούμε να παρατηρήσουμε, τώρα που ερευνούμε την Ιστορία τής τελευταίας προδοσίας του κατά του
μαρξισμού, τον συστηματικό προσανατολισμό του προς τον οπορτουνισμό και προπάντων στο ζήτημα αυτό του
Κράτους.
Ας πάρουμε το πρώτο μεγάλο έργο του Κάουτσκυ κατά του οπορτουνισμού : Ο Μπερνστάιν και το Σοσιαλδημοκρατικό
πρόγραμμα. Ο Κάουτσκυ αντικρούει τον Μπερνστάιν λεπτομερώς, το χαρακτηριστικό όμως σημείο είναι το εξής:
Ο Μπερνστάιν στο διαβόητο βιβλίο του, Σοσιαλιστικά Θεμέλια, κατηγορεί τον μαρξισμό επί «Μπλανκισμώ», κατηγορία
που από τότε επαναλαμβάνεται χιλιάδες φορές από τους οπορτουνιστές και τους φιλελευθέρους της Ρωσίας κατά των
αντιπροσώπων του επαναστατικού μαρξισμού, των Μπολσεβίκων. Στο σημείο αυτό ο Μπερνστάιν επιμένει κυρίως στο
έργο του Μαρξ 0 εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, και προσπαθεί -όπως είδαμε, εντελώς ανεπιτυχώς να συνταυτίσει την
άποψη του Μαρξ για τα διδάγματα τής Κομμούνας με την άποψη του Προυντόν.
Επίσης δίνει ξεχωριστή σημασία στο συμπέρασμα του Μαρξ που τονίζεται από τον ίδιον στον πρόλογο του
Κομμουνιστικού Μανιφέστου στα 1872, ότι δηλαδή «η εργατική τάξη δεν μπορεί άπλα να πάρει στα χέριά της την έτοιμη
κρατική μηχανή και να την χρησιμοποιήσει για τους δικούς της σκοπούς». Η έκφραση αυτή άρεσε τόσο πολύ στον
Μπερνστάιν, ώστε την επαναλαμβάνει τουλάχιστον τρεις φορές μέσα στο βιβλίο του -εξηγώντας την με την πιο
διαστρεβλωμένη οπορτουνιστική έννοια. Είδαμε πώς ο Μαρξ εννοεί, ότι η εργατική τάξη πρέπει να συντρίψει, να
σπάσει, να ανατινάξει (sprengen, εκρηγνύω είναι η έκφραση που χρησιμοποιεί ο Ένγκελς) ολόκληρη την κρατική μηχανή,
ενώ κατά τον Μπερνστάιν, φαίνεται ότι ο Μαρξ με τα λόγια αυτά συμβούλευε την εργατική τάξη ενάντια του
υπερβολικού επαναστατικού ζήλου κατά την κατάληψη τής εξουσίας.
Δεν μπορεί κανείς να φαντασθεί πιο χυδαία και αναιδή διαστροφή των ιδεών του Μαρξ. Τι κάνει όμως ο Κάουτσκυ στην
λεπτομερή του καταπολέμηση του Μπερνσταϊνισμου;
Αποφεύγει την εξέταση ολόκληρης της έκτασης της διαστροφής του Μαρξισμού σ’ αυτό το σημείο. Αναφέρει το
ανωτέρω απόσπασμα από τον πρόλογο του Ένγκελς στο βιβλίο του Μαρξ Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, λέγοντας ότι,
κατά τον Μαρξ, η εργατική τάξη δεν μπορεί άπλα να κατακτήσει την έτοιμη κρατική μηχανή, αλλά, εν γένει, μπορεί να
την κατακτήσει και αυτό είναι όλο… Για το γεγονός ότι ο Μπερνστάιν απέδωσε στον Μαρξ ακριβώς τις αντίθετες από τις
πραγματικές του απόψεις, και ότι το πραγματικό έργο της προλεταριακής επανάστασης, όπως το καθόρισε ο Μαρξ από
τα 1852, ήταν η συντριβή της κρατικής μηχανής- ούτε μια λέξη δεν βρίσκεται για όλα αυτά στο έργο του Κάουτσκυ. Το
αποτέλεσμα ήταν ότι η κυριότερη διάκριση μεταξύ Μαρξισμού και Οπορτουνισμού στο ζήτημα της προλεταριακής
επανάστασης αποσιωπήθηκε!
«Την λύση του προβλήματος της προλεταριακής δικτατορίας», έγραφε ο Κάουτσκυ «εν αντιθέσει» προς τον
Μπερνστάιν, «μπορούμε να την αφήσουμε για το μέλλον».
Αυτό δεν είναι μια πολεμική κατά του Μπερνστάιν, αλλά μάλλον μια παραχώρηση προς αυτόν, μια υποστήριξη της
θέσης του οπορτουνισμού : γιατί σήμερα οι οπορτουνιστές δεν ζητούν άλλο καλύτερο παρά «απλά να αφήσουν για το
μέλλον» όλα τα θεμελιώδη προβλήματα της προλεταριακής επανάστασης.
Ο Μαρξ και ο Ένγκελς, από τα 1852 έως τα 1891 επί σαράντα χρόνια δίδαξαν το προλεταριάτο ότι πρέπει να συντρίψει
την κρατική μηχανή, αλλά ο Κάουτσκυ, στα 1899, αντιμετωπίζοντας στο σημείο αυτό την μεγαλύτερη διαστροφή του
μαρξισμού από τους οπορτουνιστές, μεταστρέφει δόλια το ζήτημα των συγκεκριμένων μορφών της καταστροφής της
κρατικής μηχανής, στο γενικότερο ζήτημα περί τής ανάγκης τής καταστροφής της, και έτσι σώζει τον εαυτό του πίσω από
το πρόσχημα της «αναμφισβήτητου» -και στείρας- αλήθειας, ότι οι συγκεκριμένες μορφές δεν μπορούν να είναι γνωστές
από πριν….
Μεταξύ του Μαρξ και του Κάουτσκυ, μεταξύ της στάσης του καθενός σε σχέση με το πρόβλημα που τίθεται μπροστά στο
προλεταριακό κόμμα, πως δηλαδή, θα προετοιμασθεί η εργατική τάξη για την Επανάσταση, υπάρχει μια πλατειά
άβυσσος.
Ας πάρουμε το επόμενο, ωριμότερο έργο του Κάουτσκυ αφιερωμένο επίσης κατά μέγα μέρος στην αντίκρουση των
οπορτουνιστικών σφαλμάτων. Είναι το βιβλίο του για την Κοινωνική Επανάσταση.
Ο συγγραφέας εκλέγει ως ειδικό θέμα του το ζήτημα της «προλεταριακής επανάστασης» και του «προλεταριακού
καθεστώτος». Μάς παρέχει αρκετά σημαντική ύλη, αλλά ακριβώς το ζήτημα αυτό του Κράτους αγνοείται,
Μέσα στο βιβλίο του ο συγγραφέας μιλάει για την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας -και αυτό είναι όλο. Δηλαδή, το
ζήτημα διατυπώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε αποτελεί μια παραχώρηση στον οπορτουνισμό, αφού γίνεται δεκτό ότι η
κατάληψη της εξουσίας μπορεί να γίνει χωρίς την καταστροφή τής κρατικής μηχανής.
Το ίδιο πράγμα που ο Μαρξ στα 1872, είχε διακηρύξει ότι είναι πια παράκαιρο στο πρόγραμμα του Κομμουνιστικού
Μανιφέστου, ανασταίνεται από τον Κάουτσκυ στα 1902.
Το βιβλίο επίσης περιέχει μια ειδική παράγραφο για τις «μορφές και τα όπλα της Κοινωνικής Επανάστασης».
Σ’ αυτήν εξετάζει την γενική πολιτική απεργία, το ζήτημα του εμφύλιου πολέμου, και «τα όργανα της βίας που
διαθέτουν τα νεώτερα μεγάλα κράτη, όπως είναι η γραφειοκρατία και ο στρατός», για εκείνο όμως που η Κομμούνα
τόσα δίδαξε τους εργάτες, ούτε μια συλλαβή.
Βλέπουμε ότι ο Ένγκελς δεν έδινε μάταια συμβουλές, για τους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες ιδιαίτερα, εναντίον του
«μοιρολατρικού σεβασμού» προς το Κράτος.
Ο Κάουτσκυ θέτει το ζήτημα ότι: το νικηφόρο προλεταριάτο «θα πραγματοποιήσει το δημοκρατικό πρόγραμμα» και
διατυπώνει τα άρθρα του, άλλά γι’ αυτό που μας δίδαξε το έτος 1871, για την μικροαστική δημοκρατία που
αντικαθίσταται από μια προλεταριακή -ούτε μια λέξη. Μεταχειρίζεται γι’ αυτό το ζήτημα διάφορες ευλογοφανείς και
τετριμμένες φράσεις, όπως: «είναι φανερό ότι δεν μπορούμε να επιτύχουμε την κυριαρχία υπό την σημερινή τάξη των
πραγμάτων. Αυτή η επανάσταση προϋποθέτει μια μακρά και βαθιά πάλη που καθώς προχωρεί, θα αλλάξει τον πολιτικό
και κοινωνικό οργανισμό μας».
Χωρίς αμφιβολία αυτό είναι «φοβερό» τόσο όσο τα άλογα τρώνε κριθάρι, ή ο Βόλγας χύνεται στην Κασπία θάλασσα. Το
μόνο λυπηρό είναι ότι χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει αυτή την κενή και πομπώδη φράση για την «βαθιά» πάλη, για να
υπερπηδήσει το ουσιαστικό πρόβλημα του επαναστατικού προλεταριάτου, δηλαδή που ακριβώς βρίσκεται αυτό το
«βάθος» της επανάστασης του σε σχέση με το Κράτος και την Δημοκρατία, σε αντίθεση, προς τις μη προλεταριακές
επαναστάσεις του παρελθόντος.
Εδώ είναι ένα σημαντικότατο σημείο, το οποίο αγνοώντας ο Κάουτσκυ, παραδίδει πραγματικά ολόκληρο, το πεδίο στους
οπορτουνιστές, ενώ κηρύσσει πόλεμο εναντίον τους με φοβερές και τρομερές λέξεις, τονίζοντας την σημασία τής «ιδέας
της επανάστασης» πόσο αξίζει αυτή η «ιδέα», όταν κανείς φοβάται να την διαδώσει μεταξύ, των εργατών; -ή του
«Επαναστατικού ιδεαλισμού υπεράνω όλων…», και διακηρύσσοντας ότι οι Άγγλοι εργάτες μόλις διαφέρουν από την
μικροαστική τάξη….
«Σε μια Σοσιαλιστική κοινωνία (γράφει ο Κάουτσκυ) μπορούν και συνυπάρχουν συγχρόνως οι πιο ποικίλες μορφές
βιομηχανικών επιχειρήσεων -γραφειοκρατικές (;;), εμπορικές, συνεταιριστικές, ατομικές. Είναι παραδείγματος χάριν
μερικές επιχειρήσεις που δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς μια γραφειοκρατική (;;) οργάνωση: έτσι είναι οι
σιδηρόδρομοι. Η δημοκρατική οργάνωση θα πάρει εδώ την ακόλουθη μορφή: Οι εργάτες εκλέγουν αντιπρόσωπους που
αποτελούν ένα είδος Κοινοβουλίου και αυτό το κοινοβούλιο καθορίζει τους όρους της εργασίας και επιστατεί στην
λειτουργία του γραφειοκρατικού μηχανισμού. Άλλες επιχειρήσεις πρέπει να μεταβιβασθούν στις εργατικές ενώσεις που
θα μπορούσαν πάλι να οργανωθούν επάνω σε μια συνεταιριστική βάση».
Η άποψη αυτή είναι εσφαλμένη και οπισθοδρομική σε σύγκριση με τα συμπεράσματα του Μαρξ και του Ένγκελς ύστερα
από το 1870, μετά τα διδάγματα της Κομμούνας.
Για την δήθεν αναγκαία «γραφειοκρατική» οργάνωση, δεν υπάρχει καμιά διαφορά μεταξύ των σιδηροδρόμων και
οποιασδήποτε άλλης μορφής της μεγάλης βιομηχανίας, των εργοστασίων, των μεγάλων εμπορικών επιχειρήσεων ή των
μεγάλων κεφαλαιοκρατικών κτημάτων. Η λειτουργία όλων αυτών των επιχειρήσεων απαιτεί την αυστηρότερη
πειθαρχία, την μεγαλύτερη τυπικότητα στην εκτέλεση τής εργασίας, γιατί αλλιώς υπάρχει κίνδυνος βλάβης του
μηχανισμού ή του προϊόντος, ή και σύγχυση ή σταμάτημα ολόκληρης της εργασίας. Σε όλες αυτές τις επιχειρήσεις, οι
εργάτες «θα εκλέγουν αντιπροσώπους που θα αποτελούν ένα είδος κοινοβουλίου».
Αλλά εδώ είναι το φλέγον ζήτημα : αυτό το «είδος Κοινοβουλίου» δεν θα είναι κοινοβούλιο με την αστική έννοια. Αυτό
το «είδος κοινοβουλίου» δεν θα «καθορίζει
τους όρους τής εργασίας και θα επιβλέπει τη λειτουργία του γραφειοκρατικού μηχανισμού» όπως φαντάζεται ο
Κάουτσκυ, του οποίου οι σκέψεις δεν ξεφεύγουν πολύ από το πλαίσιο του αστικού κοινοβουλευτισμού. Σε μια
σοσιαλιστική κοινωνία, αυτό το «είδος κοινοβουλίου», που αποτελείται από αντιπροσώπους των εργατών, θα καθορίζει
τους όρους της εργασίας, και θα επιβλέπει την λειτουργία του «μηχανισμού» αυτός όμως ο μηχανισμός δεν θα είναι
«γραφειοκρατικός».
Οι εργάτες κατακτώντας την πολιτική εξουσία, θα συντρίψουν τον παλιό γραφειοκρατικό μηχανισμό, θα τον ξεριζώσουν
από τα θεμέλιά του, ώσπου να μη μείνει ούτε λίθος επί λίθου, και η νέα μηχανή που θα κάνουν για να βάλουν στη θέση
της θα δημιουργηθεί από τους ίδίους τους εργάτες και υπαλλήλους. Για να προληφθεί η μετατροπή τους σε
γραφειοκράτες, θα ληφθούν άμεσα μέτρα τα οποία λεπτομερώς ανέλυσαν ο Μαρξ και ο Ένγκελς: 1) Όχι μόνο θα
εκλέγονται, αλλά και θα μπορούν σε κάθε στιγμή να ανακληθούν. 2) Δεν θα περνούν ανώτερη πληρωμή από τους
κοινούς εργάτες: 3) θα γίνει άμεση προετοιμασία για ένα καθεστώς, στο οποίο όλοι θα εκπληρώνουν το έργο του
ελέγχου και της επίβλεψης, ώστε όλοι θα γίνονται «δημόσιοι υπάλληλοι» προσωρινά, και κανείς δεν θα έχει έτσι την
ευκαιρία να γίνει «γραφειοκράτης».
Ο Κάουτσκυ δεν σκέφθηκε καθόλου τους λόγους του Μαρξ: «Η Κομμούνα δεν ήταν ένας κοινοβουλευτικός αλλά ένας
εργατικός οργανισμός, που συγχρόνως εξέδιδε και εκτελούσε τους νόμους».
Δεν κατάλαβε καθόλου την διαφορά μεταξύ ενός μικροαστικού κοινοβουλίου που συνδυάζει την δημοκρατία (όχι για το
λαό) με την γραφειοκρατία (κατά του λαού), και της προλεταριακής δημοκρατίας, η οποία θα λάβει άμεσα μέτρα για να
ξεριζώσει την γραφειοκρατία και η οποία θα είναι ικανή να φέρει τα μέτρα αυτά στη λογική τους κατάληξη, στην τέλεια
καταστροφή της γραφειοκρατίας και την τελική εγκατάσταση της δημοκρατίας για το λαό. Ο Κάουτσκυ φανερώνει έτσι
πάλι τον ίδιο παλιό «μοιρολατρικό σεβασμό» προς το Κράτος, την «μοιρολατρική πίστη» στην γραφειοκρατία.
Ας έρθουμε στο τελευταίο και καλύτερο από τα έργα του Κάουτσκυ κατά των οπορτουνιστών, το βιβλιαράκι του Ο
Δρόμος προς την εξουσία, που δημοσιεύθηκε στα 1909. Το βιβλιαράκι αυτό αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς τα
εμπρός, γιατί δεν εξετάζει απλώς το επαναστατικό πρόγραμμα εν γένει (όπως στο βιβλίο το 1899 κατά του Μπερνστάιν)
ούτε τα προβλήματα της κοινωνικής επανάστασης ανεξάρτητα του χρόνου της έκρηξης της (όπως στο βιβλίο του Η
Κοινωνική Επανάσταση στα 1902), αλλά τους συγκεκριμένους όρους που μάς αναγκάζουν να αναγνωρίσουμε ότι η
επαναστατική περίοδος προσεγγίζει.
Ο συγγραφέας εκθέτει σαφέστατα την ένταση του ανταγωνισμού των τάξεων γενικά και την ανάπτυξη του
ιμπεριαλισμού, που παίζει ρόλο εξαιρετικά σημαντικό στο ζήτημα τούτο. Ύστερα από την «επαναστατική περίοδο του
1789-1871» στην Δυτική Ευρώπη, μια ανάλογη περίοδος αρχίζει για την Ανατολή στα 1905. Ένας παγκόσμιος πόλεμος
έρχεται με απειλητική ταχύτητα. «Το προλεταριάτο δεν μπορεί να μιλάει πια για μια πρόωρη επανάσταση». «Μπήκαμε
σε μια επαναστατική περίοδο». «Η επαναστατική εποχή αρχίζει».
Οι ομολογίες αυτές είναι τελείως σωστές. Το βιβλιαράκι μας προσφέρει ένα μέτρο σύγκρισης μεταξύ του ύψους των
υποσχέσεων τής Γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας πριν από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και του βάθους της κατάπτωσης
στην οποία κατέληξε -παίρνοντας μαζί της κι’ αυτόν τον Κάουτσκυ- όταν εξερράγη ο πόλεμος.
«Η παρούσα κατάσταση» έγραφε ο Κάουτσκυ στο βιβλίο του αυτό, «περιέχει ένα κίνδυνο, μήπως εμείς, η Γερμανική
Σοσιαλδημοκρατία, θεωρηθούμε εύκολα ως περισσότερο μετριοπαθείς από ότι είμαστε πραγματικά». Όταν όμως
έφθασε στην πράξη το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, έγινε ακόμη πιο μετριοπαθές και οπορτουνιστικό απ’ ότι
είχε φανεί. Και το πιο χαρακτηριστικό είναι ότι ενώ ομολογεί τόσο καθαρά ότι η επαναστατική περίοδος άρχισε ήδη, ο
Κάουτσκυ, στο βιβλίο αυτό που ο ίδιος λέει ότι αφιερώνεται ακριβώς στην «πολιτική επανάσταση» παραλείπει πάλι το
ζήτημα του Κράτους.
Το σύνολο όλων αυτών των υπεκφυγών του θέματος, των παραλείψεων και των παρασιωπήσεων, έφερε μοιραία στην
οριστική πτώση προς τον οπορτουνισμό, για την οποία θα μιλήσουμε αμέσως παρακάτω.
Η Γερμανική Σοσιαλδημοκρατία, σαν να πούμε, στο πρόσωπο τον Κάουτσκυ, διακήρυξε: Υποστηρίζω ακόμη τις
επαναστατικές απόψεις (1899), αναγνωρίζω ιδιαίτερα ότι η κοινωνική επανάσταση του προλεταριάτου είναι
αναπόφευκτη (1902) αναγνωρίζω ότι μια νέα επαναστατική περίοδος άρχισε ήδη (1909), αποκρούω όμως αυτό που είπε
ο Μαρξ από τα 1852 -όταν προβλήθηκε οριστικά το ζήτημα των καθηκόντων που θα παρουσιασθούν σε μια
προλεταριακή επανάσταση σε σχέση με το Κράτος (1913).
Και ακριβώς με τον τρόπο αυτό έθεσε το ζήτημα στη συζήτηση του με τον Παννέκεκ.
3. Η πολεμική μεταξύ Κάουτσκυ και Παννέκεκ
Ο Παννέκεκ αντέκρουσε τον Κάουτσκυ, αντιπροσωπεύοντας την ομάδα της «ριζοσπαστικής αριστεράς» που αριθμούσε
στις τάξεις της την Ρόζα Λούξεμπουργκ, τον Κάρλ Ράντεκ και άλλους, οι οποίοι, υποστηρίζοντας την επαναστατική
τακτική, είχαν όλοι την πεποίθηση ότι ο Κάουτσκυ περνούσε προς την τακτική του «κέντρου», κυμαινόμενος χωρίς αρχές
μεταξύ Μαρξισμού και Οπορτουνισμού. Η άποψη αυτή αποδείχθηκε τελείως ορθή από τον πόλεμο, όταν το ρεύμα αυτό
του «κέντρου» ή του «Καουτσκισμού», που κακώς ονομαζόταν μαρξικό, αποκαλύφθηκε με όλη του την οικτρότητα.
Σ’ ένα άρθρο του για το ζήτημα τού Κράτους, τιτλοφορούμενο, «Η δράση των μαζών και η Επανάσταση», (Neue Zeit
1912), ο Παννέκεκ χαρακτήριζε την στάση του Κάουτσκυ ως «παθητικό ριζοσπαστισμό», ως «θεωρία της αδρανούς
αναμονής». Ο Κάουτσκυ δεν θέλει να δει την πορεία της επανάστασης». Στο σημείο αυτό ο Παννέκεκ, θίγει το πρόβλημα
που μάς ενδιαφέρει, για τον ρόλο δηλαδή της προλεταριακής επανάστασης απέναντι τού Κράτους.
«Ο αγώνας του προλεταριάτου (έγραφε) δεν είναι απλά αγώνας κατά της κεφαλαιοκρατίας με σκοπό τον έλεγχο του
ΚΡάτους αλλά στρέφεται κατά του Κράτους…
Βάση της προλεταριακής επανάστασης είναι η καταστροφή των οργανωμένων δυνάμεων του ΚΡάτους και, ή βίαια
εξαφάνιση των (ablosung) δια των οργανωμένων δυνάμεων του προλεταριάτου. Και ο αγώνας αυτός δεν θα τελειώσει
πριν καταστραφεί ολόκληρος ο κρατικός οργανισμός
Αυτός είναι ο σκοπός του. Η οργάνωση της πλειοψηφίας δείχνει την υπεροχή της καταστρέφοντας την οργανωμένη βία
της κυβερνούσας μειοψηφίας».
Ο Παννέκεκ δεν εκφράζει τις ιδέες του με άμεμπτο τρόπο, αλλά οι ιδέες είναι αρκετά σαφείς, και αξίζει τον κόπο να
δούμε πως τις αντικρούει ο Κάουτσκυ.
«Έως τώρα», γράφει, «η διαφορά μεταξύ Σοσιαλδημοκρατών και αναρχικών ήταν η ακόλουθη : οι πρώτοι ήθελαν να
κατακτήσουν την κρατική εξουσία, ενώ σκοπός των αναρχικών ήταν να την καταστρέψουν, ο Παννέκεκ ζητάει και το ένα
και το άλλο».
Αν η ανάπτυξη του Παννέκεκ δεν έχει όλη την ακρίβεια και σαφήνεια δεν μιλούμε για τις άλλες ελλείψεις που είναι
άσχετες με το ζήτημά μας -ο Κάουτσκυ βρίσκει ακριβώς αυτό το σημείο από το άρθρο του Παννέκεκ, που είναι η ουσία
όλου του ζητήματος, και στο θεμελιώδες αυτό ζήτημα, που είναι ζήτημα αρχής, ο Κάουτσκυ απαρνείται τελείως την
μαρξική άποψη και παραδίδεται χωρίς όρους στους οπορτουνιστές. Ο ορισμός του για την διαφορά μεταξύ
σοσιαλδημοκρατών και αναρχικών είναι απολύτως εσφαλμένος, και ο μαρξισμός παραμορφώνεται και ταπεινώνεται
έτσι οριστικά.
Η διαφορά μεταξύ μαρξιστών και αναρχικών είναι η εξής: 1) Οι μαρξιστές ζητούν την τελεία καταστροφή του Κράτους,
αλλά παραδέχονται ότι ο σκοπός τους μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μετά την εξαφάνιση των τάξεων που θα
προέλθει από μια σοσιαλιστική επανάσταση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του σοσιαλισμού που καταλήγει στον
μαρασμό του Κράτους. οι αναρχικοί απεναντίας θέλουν την τέλεια καταστροφή του Κράτους εντός είκοσι τεσσάρων
ωρών και δεν αντιλαμβάνονται τους όρους υπό τους οποίους μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτή η καταστροφή. 2) Οι
μαρξιστές παραδέχονται ότι μόλις το προλεταριάτο κατακτήσει την πολιτική εξουσία οφείλει να συντρίψει ολότελα τον
παλιό κρατικό μηχανισμό και να φέρει στη θέση του έναν νέο μηχανισμό των οργανωμένων ένοπλων εργατών, κατά το
πρότυπο της Κομμούνας.
Οι αναρχικοί απεναντίας ενώ είναι υπέρ της καταστροφής του Κράτους, δεν έχουν ξεκαθαρισμένη ιδέα του τι θα βάλει
το προλεταριάτο στη θέση του και πώς θα χρησιμοποιήσει την επαναστατική του δύναμη, επίσης αρνούνται ότι το
επαναστατικό προλεταριάτο έχει ανάγκη να χρησιμοποιήσει το Κράτος και να εγκαταστήσει την επαναστατική του
δικτατορία. 3) Οι μαρξιστές θέλουν να χρησιμοποιήσουν το νεώτερο κράτος ως μέσον προετοιμασίας των εργατών για
την επανάσταση οι αναρχικοί τα αποκρούουν όλα αυτά.
Στην πολεμική αυτή ο Μαρξισμός αντιπροσωπεύεται από τον Παννέκεκ και όχι από τον Κάουτσκυ, αφού ο ίδιος ο Μαρξ
διακήρυξε ότι η απλή μεταβίβαση της παλιάς κρατικής μηχανής σε νέα χέρια δεν είναι καθόλου κατάκτηση της εξουσίας
Το προλεταριάτο οφείλει να συντρίψει αυτόν τον μηχανισμό και να τον αντικαταστήσει με κάτι εντελώς νέο. Ο
Κάουτσκυ μεταπηδά, από τον μαρξισμό στον οπορτουνισμό, γιατί γι’ αυτόν δεν υπάρχει το ζήτημα της καταστροφής τού
Κράτους ζήτημα που είναι εντελώς απαράδεκτο για τους οπορτουνιστές. Και αφήνει έτσι σ’ αυτούς την ελευθέρια να
εξηγήσουν την «κατάκτηση» της εξουσίας ως προσηλύτιση της πλειοψηφίας.
Για να συγκαλύψει την διαστροφή αυτή του Μαρξισμού, ο Κάουτσκυ επιδεικνύει πολυμάθεια, προσφέροντας
«περικοπές» από τον ίδιο τον Μαρξ. Ο Μαρξ έγραφε στα 1850 για την ανάγκη «της οριστικής συγκέντρωσης της
δύναμης στα χέρια του Κράτους» και ο Κάουτσκυ ρωτάει θριαμβευτικά: «Μήπως ο Παννέκεκ θέλει να καταστρέψει τον
«Συγκεντρωτισμό»; Να ένα αστείο παιγνιδάκι που μοιάζει με την συνταύτιση που κάνει ο Μπερνστάιν στις απόψεις του
Μαρξ και τού Προυντόν για το ζήτημα του ομοσπονδιακού συστήματος κατά τού Συγκεντρωτικού.
Η «περικοπή» αυτή του Κάουτσκυ δεν έχει καθόλου την θέση της. Η νέα μορφή του Κράτους δέχεται το συγκεντρωτικό
σύστημα όπως η παλιά, όταν π.χ. οι εργάτες συνενώνουν εκούσια τις ένοπλες δυνάμεις τους, αυτό είναι
συγκεντρωτισμός, ο οποίος όμως θα βασίζεται στην τελεία καταστροφή του συγκεντρωτικού κρατικού μηχανισμού –
Στράτου, αστυνομίας, γραφειοκρατίας. Η μέθοδος αυτή του Κάουτσκυ βέβαια δεν είναι καθόλου έντιμη. Οι θαυμαστές
διδασκαλίες του Μαρξ και του Ένγκελς για την Κομμούνα παραλείπονται, και αναφέρεται μόνο μία περικοπή που δεν
έχει καμία σχέση με το ζήτημα.
«Ίσως ο Παννέκεκ θέλει να καταργήσει τις κρατικές λειτουργίες των υπαλλήλων; (εξακολουθεί ο Κάουτσκυ). Χωρίς
υπαλλήλους όμως δεν μπορούμε να κάνουμε ούτε στις οργανώσεις του κόμματος και των σωματείων μας, και πολύ
λιγότερο στην διοίκηση του Κράτους. Για τους κρατικούς υπαλλήλους, το πρόγραμμα μας δεν ζητάει να εξαφανισθούν,
άλλα να εκλέγονται από τον λαό. Το ζήτημά μας δεν είναι ποια ακριβώς μορφή θα πάρει ο διοικητικός μηχανισμός στο
κράτος του μέλλοντος, άλλα να καθορίσουμε αν ο πολιτικός αγώνας μας θα καταστρέψει (κατά λέξη: διαλύσει, auflost)
το Κράτος, πριν το κατακτήσουμε (τις λέξεις αυτές τις υπογραμμίζει ο Κάουτσκυ). Ποιο υπουργείο π. χ. με τους
υπαλλήλους του θα μπορούσε να καταργηθεί; (Εδώ γίνεται μια απαρίθμηση των υπουργείων τής Παιδείας, Δικαιοσύνης,
Οικονομικών και Στρατιωτικών). Όχι ούτε ένα από τα τωρινά υπουργεία δεν μπορεί να καταργηθεί από τον πολιτικό μας
αγώνα κατά της Κυβέρνησης… Επαναλαμβάνω για να προληφθεί κάθε παρεξήγηση, δεν πρόκειται εδώ για την μορφή
που θα δώσει στο «Κράτος του μέλλοντος» μία νίκη της Σοσιαλδημοκρατίας, αλλά πως η αντιπολίτευση μας θα αλλάξει
το σύγχρονο κράτος».
Αυτό είναι σωστή ταχυδακτυλουργία. Ο Παννέκεκ έθεσε το ζήτημα της Επανάστασης. Τόσο ο τίτλος του άρθρου του
όσο και τα αποσπάσματα που αναφέραμε παραπάνω το δείχνουν αρκετά καθαρά. Αλλά ο Κάουτσκυ πηδώντας στο
ζήτημα της «αντιπολίτευσης» μετατρέπει την άποψη από επαναστατική σε οπορτουνιστική. Κατά την γνώμη του πρέπει
προς το παρόν να περιοριστούμε σε μια αντιπολίτευση και μετά την κατάκτηση της εξουσίας θα μπορούμε να
μιλήσουμε για άλλα πράγματα. Η επανάσταση εξαφανίζεται : αυτό ακριβώς ζητούν και οι οπορτουνιστές.
Το κύριο ζήτημά μας δεν είναι η αντιπολίτευση ούτε ο γενικός πολιτικός αγώνας, αλλά η Επανάσταση. Και επανάσταση
είναι η καταστροφή του διοικητικού μηχανισμού, και η αντικατάσταση του από την νέα προλεταριακή εξουσία των
ένοπλων εργατών.
Ο Κάουτσκυ δείχνει ένα «μοιρολατρικό σεβασμό» προς τα Υπουργεία: γιατί όμως δεν μπορούν να αντικατασταθούν, π.χ.
από συμβούλια ειδικών που θα λειτουργούν μέσα στο καθεστώς των κυριάρχων και παντοδυνάμων συμβουλίων των
αντιπροσώπων εργατών και στρατιωτών; Το ουσιαστικό όμως σημείο δεν είναι καθόλου αν τα Υπουργεία θα μείνουν ή
θα μετατραπούν σε συμβούλια ειδικών ή σε άλλου είδους θεσμούς, όλα αυτά δεν έχουν καμιά σημασία. Το κύριο
ζήτημα είναι αν θα διατηρήσουμε την παλιά κυβερνητική μηχανή, ποτισμένη από την ρουτίνα και την σκουριά, και
δεμένη με χίλιους δεσμούς προς την πλουτοκρατία, ή αυτή θα συντριφτεί και θα αντικατασταθεί με κάτι εντελώς νέο;
Επανάσταση δεν θα πει ότι θα κυβερνά η νέα τάξη με την παλιά κυβερνητική μηχανή, αλλά ότι θα σαρώσει τον
μηχανισμό αυτό και, θα διοικεί με νέα μηχανή.
Την θεμελιώδη αυτή ιδέα του Μαρξισμού, ο Κάουτσκυ την παραλείπει ή δεν την εννοεί καθόλου. Η ερώτηση του σχετικά
με τους υπαλλήλους δείχνει καθαρά ότι πολύ λίγο ένοιωσε τα διδάγματα της Κομμούνας και την διδασκαλία του Μαρξ.
«Δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς υπαλλήλους ούτε στις οργανώσεις του κόμματος και των σωματείων μας» δεν
μπορούμε να κάνουμε χωρίς υπαλλήλους μέσα στο Κεφαλαιοκρατικό καθεστώς, στην κυριαρχία τής πλουτοκρατίας. Το
προλεταριάτο καταπιέζεται, οι εργαζόμενες μάζες καταντούν σε κατάσταση δουλείας υπό τον καπιταλισμό, η
δημοκρατία πνίγεται, συντρίβεται, διαμελίζεται, κολοβώνεται από τον καπιταλισμό, την μισθοδουλεία, την δυστυχία και
την αθλιότητα των μαζών.
Ακριβώς οι όροι της ζωής μέσα στο κεφαλαιοκρατικό καθεστώς είναι τα μόνα αίτια, που οι υπάλληλοι των πολιτικών
κομμάτων και των επαγγελματικών οργανώσεων μας είναι διεφθαρμένοι-ή μάλλον έχουν την τάσι να διαφθαρούν, να
γίνουν γραφειοκράτες, δηλαδή προνομιούχα πρόσωπα αποχωρισμένα από την μάζα, που στέκουν πιο ψηλά απ’ αυτήν.
Αυτή είναι ακριβώς η ουσία της γραφειοκρατίας, και πριν απομακρυνθούν οι κεφαλαιούχοι και ανατραπεί η
πλουτοκρατία, κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει ακόμη και τους υπαλλήλους των εργατών να είναι έως ένα βαθμό
«γραφειοκρατικοποιημένοι».
Με αυτά που λέει ο Κάουτσκυ θα μπορούσε κανείς να φαντασθεί ότι ένα σοσιαλιστικό καθεστώς με εκλεγόμενους
υπαλλήλους θα μπορούσε να ανεχθεί τούς γραφειοκράτες και την γραφειοκρατία.
Αυτό είναι το μεγαλύτερο λάθος. Ο Μαρξ πήρε το παράδειγμα της Κομμούνας, για να δείξει ότι στο σοσιαλιστικό
καθεστώς οι υπάλληλοι των εργατών θα πάψουν να είναι «γραφειοκράτες» και προπάντων όταν η εκλογή των
συνοδεύεται και με το δικαίωμα της αντικατάστασης περισσότερο ακόμη όταν ο μισθός τους ελαττωθεί στο επίπεδο τής
πληρωμής των κοινών εργατών και ακόμη περισσότερο πάλι, όταν οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί αντικαθίστανται από
«εργατικούς οργανισμούς πού συγχρόνως εκδίδουν και εκτελούν τους νόμους».
Όλα τα επιχειρήματα του Κάουτσκυ κατά του Παννέκεκ, και κυρίως το θριαμβευτικό σημείο του ότι δεν μπορούμε να
κάνουμε χωρίς υπαλλήλους ούτε στις οργανώσεις του κόμματος και των σωματείων μας, δεν δείχνουν άλλο παρά ότι ο
Κάουτσκυ υιοθετεί τα παλιά «επιχειρήματα» του Μπερνστάιν εναντίον αυτού τού Μαρξισμού.
Τα Θεμέλια του Σοσιαλισμού, το βιβλίο αυτό του αποστάτη Μπερνστάίν αντικρούει την ιδέα της «πρωτόγονης»
δημοκρατίας -της «σχολαστικής δημοκρατίας», όπως την ονομάζει- την καθορισμένη εντολή, τους υπαλλήλους που δεν
ανταμείβονται, τα ανίσχυρα κεντρικά αντιπροσωπευτικά σώματα, κ.τ.λ. Η πείρα των αγγλικών επαγγελματικών
ενώσεων, όπως ερμηνεύεται από το ζεύγος Webbs, δείχνει κατά τον Μπερνστάίν πόσο εσφαλμένη είναι η ιδέα της
«πρωτόγονης δημοκρατίας». Εβδομήντα ολόκληρα χρόνια εξέλιξης «με απόλυτη ελευθερία» έπεισαν πράγματι τις
επαγγελματικές ενώσεις ότι η πρωτόγονη δημοκρατία είναι περιττή, και τις οδήγησαν να την αντικαταστήσουν με τον
συνήθη κοινοβουλευτισμό συνδυαζόμενο με την γραφειοκρατία.
Αλλά η «απόλυτη ελευθερία» με την οποία αναπτύχθηκαν οι επαγγελματικές ενώσεις, ήταν στην πραγματικότητα τέλεια
κεφαλαιοκρατική υποδούλωση, στην οποία -τι φυσικότερο;- «δεν μπορεί κανείς να κάνει χωρίς» παραχωρήσεις στην
κυρίαρχη δύναμη της βίας και της ψευτιάς, που αποκλείουν τους «ταπεινούς» από τις υποθέσεις της «ανώτερης»
διοίκησης.
Στο σοσιαλιστικό καθεστώς μοιραία θα αναζήσει ένα μεγάλο μέρος από την πρωτόγονη δημοκρατία. Για πρώτη φορά
στην ιστορία των πολιτισμένων εθνών η μάζα του πληθυσμού θα υψωθεί, απάνω από ψηφοφορίες και εκλογές, στον
άμεσο έλεγχο της καθημερινής διεύθυνσης των υποθέσεων του έθνους. Στο σοσιαλιστικό καθεστώς όλοι θα λάβουν
μέρος στην ιδέα να μην υπάρχουν καθόλου κυβερνήτες.
Το ευρύ κριτικό-αναλυτικό πνεύμα του Μαρξ ένιωσε ότι τα πρακτικά μέτρα της Κομμούνας περιείχαν την επαναστατική
αυτή αφετηρία που τρομάζει τους οπορτουνιστές, και την οποία αυτοί δεν θέλουν να αναγνωρίσουν, είτε από δειλία,
είτε γιατί δεν θέλουν να χωρισθούν οριστικά από την πλουτοκρατία, την οποία επίσης οι αναρχικοί δεν θέλουν να
νιώσουν είτε από υπερβολική βία, είτε από μια γενική αδυναμία κατανόησης των όρων των μεγάλων κοινωνικών
μεταβολών.
«Δεν μπορεί κανείς ούτε να σκεφθεί καν για την συντριβή της παλιάς κυβερνητικής μηχανής, γιατί πως θα μπορούσαμε
να κάνουμε χωρίς υπουργεία, και χωρίς υπαλλήλους;» έτσι σκέπτεται ο οπορτουνιστής, ποτισμένος από υποκρισία και
καταφοβισμένος πραγματικά από την επανάσταση, από την δημιουργική δύναμη της επανάστασης (όπως οι
Σοσιαλεπαναστάτες και οι Μενσεβίκοι μας). Ο καθένας πρέπει να σκέπτεται μόνο για την καταστροφή της παλιάς
κυβερνητικής μηχανής είναι περιττό να ζητήσει συγκεκριμένα διδάγματα στα περασμένα προλεταριακά επαναστατικά
κινήματα ή να αναλύει με τι και πως θα αντικαταστήσει αυτό που καταστράφηκε» έτσι σκέπτεται ο αναρχικός, δηλαδή
οι καλύτεροι από τους αναρχικούς και όχι αυτοί που ακολουθούν τον Κροπότκιν και Σία πίσω από την πλουτοκρατία και
έτσι ο αναρχικός καταλήγει σε μια τακτική απελπισίας και όχι σε μια συγκεκριμένη εργασία, με ακλόνητο θάρρος αλλά
συγχρόνως και με εκτίμηση των όρων με τους οποίους προοδεύουν οι μάζες.
Ο Μαρξ μάς διδάσκει να αποφεύγουμε και τα δυο αυτά σφάλματα. Μας συμβουλεύει να καταστρέψουμε με τόλμη την
παλιά κυβερνητική μηχανή, και συγχρόνως μας δείχνει πως να θέσουμε συγκεκριμένα το ζήτημα: Η Κομμούνα μπόρεσε,
μέσα σε μερικές εβδομάδες, να αρχίσει την ανοικοδόμηση μιας νέας προλεταριακής κρατικής μηχανής εφαρμόζοντας τα
μέτρα που δείξαμε παραπάνω για να εξασφαλίσει την επέκταση της δημοκρατίας στην οποία η γραφειοκρατία δεν θα
υπάρχει. Ας διδαχθούμε το επαναστατικό θάρρος από τους οπαδούς της Κομμούνας. Στα πρακτικά τους μέτρα
μπορούμε να βρούμε μια υπόδειξη των πρακτικών καθημερινών μέτρων που μπορούν αμέσως να εφαρμοσθούν,
ακολουθώντας τον δρόμο αυτό θα φθάσουμε στην τέλεια καταστροφή της γραφειοκρατίας.
Η γραφειοκρατία μπορεί να καταργηθεί. Όταν το σοσιαλιστικό καθεστώς ελαττώσει τις ώρες της εργασίας, υψώσει τις
μάζες σε μια νέα ζωή, δημιουργήσει τέτοιους όρους για την πλειοψηφία τού πληθυσμού, ώστε να μπορεί ο καθένας
χωρίς εξαίρεση να εκπληρώσει τις λειτουργίες της κυβέρνησης, τότε κάθε μορφή κράτους μαραίνεται τελείως.
«Η καταστροφή του Κράτους (έγραφε ο Κάουτσκυ) δεν μπορεί ποτέ να γίνει με μια γενική απεργία, η οποία αποβλέπει
μόνο να αποσπάσει παραχωρήσεις από την Κυβέρνηση σε ένα ειδικό ζήτημα ή να αντικαταστήσει μια εχθρική
κυβέρνηση με άλλη που θα ευνοεί τα αιτήματα του προλεταριάτου. Ποτέ όμως, σε καμιά περίπτωση, δεν μπορεί μια
νίκη του προλεταριάτου εναντίον μιας Κυβέρνησης να φθάσει στην καταστροφή του Κράτους. Μπορεί μόνο να φέρει
κάποια αναδιοργάνωση (Verschiebung) των δυνάμεων εντός του Κράτους… Ο σκοπός λοιπόν του πολιτικού αγώνα μας
μένει ο ίδιος, η κατάκτηση δηλαδή της εξουσίας εντός του Κράτους με την εξασφάλιση της πλειοψηφίας στο
Κοινοβούλιο και την μετατροπή του Κοινοβουλίου σε κυρίαρχο κυβερνητικό σώμα».
Όλα αυτά δεν είναι παρά ο χυδαιότερος οπορτουνισμός: πραγματικά η επανάσταση αποκηρύσσεται, ενώ υποστηρίζεται
με τα λόγια. Η φαντασία του Κάουτσκυ δεν φθάνει πιο πέρα από μια «Κυβέρνηση ευνοϊκή στο προλεταριάτο».
Οπισθοδρόμηση σε σύγκριση με το 1847, όταν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο διακήρυξε «την ανύψωση του
προλεταριάτου σε κυβερνώσα τάξη. Ο Κάουτσκυ θα μπορέσει να πραγματοποιήσει την αγαπημένη του «ενότητα» με
τους Σάιντμαν, Πλεχάνωφ και Βαντερβέλντε: όλοι αυτοί θα βρεθούν σύμφωνοι να εργασθούν για μια κυβέρνηση
«ευνοϊκή προς το προλεταριάτο».
Αλλά εμείς θα χωρισθούμε από τους προδότες αυτούς του Σοσιαλισμού. Εργαζόμαστε για την τελεία καταστροφή της
παλιάς κυβερνητικής μηχανής, με τον σκοπό οι ένοπλοι εργάτες να γίνουν Κυβέρνηση, πράγμα που είναι εντελώς
διαφορετικό. 0 Κάουτσκυ μπορεί να χαίρεται την ευχάριστη συντροφιά των Λέγκιν, Νταβίντ, Πλεχάνωφ, Ποτρέσσωφ,
Τσερετέλλι και Τσέρνωφ, που επιθυμούν επίσης να εργασθούν για την «αναδιοργάνωση των δυνάμεων εντός του
Κράτους… την εξασφάλιση της πλειοψηφίας στο Κοινοβούλιο και την κυριαρχία του Κοινοβουλίου επί της Κυβέρνησης».
Πολύ ευγενής σκοπός, τον οποίο δέχονται ολόψυχα οι οπορτουνιστές, και στον οποίον όλα μένουν μέσα στο πλαίσιο
μιας μικροαστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Εμείς όμως θα χωριστούμε από τους οπορτουνιστές. Και ολόκληρο το συνειδητό προλεταριάτο θα είναι μαζί μας όχι για
μια «αναδιοργάνωση των δυνάμεων», αλλά για την ανατροπή της κεφαλαιοκρατίας, την καταστροφή του αστικού
κοινοβουλευτισμού, την εγκαθίδρυση της πραγματικής δημοκρατίας κατά τον τύπο της Κομμούνας, δηλαδή της
Δημοκρατίας των Σοβιέτ (Συμβουλίων) των αντιπροσώπων εργατών και στρατιωτών για την επαναστατική δικτατορία
του προλεταριάτου.
Εκτός της «δεξιάς» του Κάουτσκυ υπάρχουν στον διεθνή σοσιαλισμό, και άλλες τάσεις, όπως είναι η Σοσιαλιστική
Μηνιαία (Sozialistische Monatshefte) στη Γερμανία (Λέγκιν, Δαβίδ, Κολμπ και πολλοί άλλοι, μαζί με τους Σκανδιναβούς
Στάουνιγκ και Μπράντιγκ), οι οπαδοί του Ζωρές και του Βαντερβέλντε στή Γαλλια και στο Βελγιο, ο Τουράτι, ο Τρέβες
και οι άλλοι αντιπρόσωποι της δεξιάς πτέρυγας του Ιταλικού Κόμματος, οι Φαβιανοί και οι ανεξάρτητοι (το Ανεξάρτητο
Εργατικό Κόμμα, εξαρτώμενο στην πραγματικότητα πάντα από τους Φιλελεύθερους) στην Αγγλία και άλλες παρόμοιες
ομάδες. Όλοι αυτοί Οι κύριοι, ενώ παίζουν ένα μεγάλο, πολλές φορές τον κυριότερο ρόλο στην κοινοβουλευτική
εργασία και στο εκδοτικό έργο του κόμματος, αποκρούουν τελείως την δικτατορία του προλεταριάτου και διεξάγουν
πολιτική απροκάλυπτα οπορτουνιστική. Στα μάτια των κύριων αυτών, η δικτατορία του προλεταριάτου «αντιβαίνει»,
προς την δημοκρατία! Αλήθεια όμως δεν υπάρχει τίποτε που να τούς ξεχωρίζει από τους μικροαστούς δημοκράτες.
Οι περιπτώσεις αυτές, μας δίνουν το δικαίωμα να συμπεράνουμε ότι η Δευτέρα Διεθνής, στο πρόσωπο της τεραστίας
πλειοψηφίας των επίσημων αντιπροσώπων εξέπεσε τελείως στον οπορτουνισμό. Τα διδάγματα της Κομμούνας όχι μόνο
λησμονήθηκαν αλλά και διεστράφησαν.
Αντί να τονισθεί εμφαντικά στους εργάτες η προσέγγιση της στιγμής που θα σαρώσουν την παλιά κρατική μηχανή και θα
την αντικαταστήσουν με μια νέα χρησιμοποιώντας έτσι την πολιτική τους επικράτηση ως βάση της Σοσιαλιστικής
αναδιοργάνωσης της Κοινωνίας, διδάσκονται στους εργάτες ακριβώς τα αντίθετα και εμφανίζεται η «κατάληψη της
εξουσίας» με τέτοιο τρόπο ώστε μένουν ανοιχτές χιλιάδες πόρτες στον οπορτουνισμό.
Η σύγχυση αυτή ή η παρασιώπηση του ζητήματος της σχέσης μιας προλεταριακής επανάστασης προς το Κράτος, δεν
μπορούσε παρά να έχει μεγάλη επίδραση, την στιγμή αυτή που τα Κράτη με τον στρατιωτικό οργανισμό τους,
ενισχυμένο από τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό, μετατράπηκαν σε φοβερά στρατιωτικά τέρατα που καταβροχθίζουν
χιλιάδες υπάρξεις, φιλονικώντας αν η Αγγλία ή η Γερμανία -η μία ή η άλλη ομάδα των χρηματιστών θα κυριαρχήσει
στον κόσμο.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Το βιβλιαράκι αυτό γράφτηκε τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1917. Είχα ήδη ετοιμάσει το σχέδιο του επόμενου,
έβδομου κεφαλαίου, για τα διδάγματα των Ρωσικών Επαναστάσεων του 1905 και 1917.
Αλλά, εκτός από τον τίτλο, δεν κατόρθωσα να γράψω ούτε μια γραμμή του κεφαλαίου, με εμπόδισε μια πολιτική κρίση –
τα προανακρούσματα της επανάστασης του Νοεμβρίου 1917. Τέτοιο εμπόδιο το δέχεται κανείς πάντοτε με
ευχαρίστηση. Εν πάση περιπτώσει το τελευταίο αυτό μέρος του βιβλίου αφιερωμένο στα διδάγματα των Ρωσικών
επαναστάσεων του 1905 και 1917, χωρίς αμφιβολία θα αναβληθεί για πολύ καιρό: είναι πολύ ωφελιμότερο να ζει κανείς
μέσα στην πείρα μιας επανάστασης, παρά να γράφει γι’ αυτήν.
Πετρούπολη, 30 Νοεμβρίου 1917.
Ν. ΛΕΝΙΝ

http://ropewalker.pblogs.gr/b-i-lenin-kratos-kai-epanastash.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s