Ο Μεγάλος Δεκέμβρης του 1945 (Τα πλοία άραξαν στην όχθη της καρδιάς μας)


 του Δημήτρη Δαμασκηνού
Λογοτεχνικό αφιέρωμα 
στον Μενέλαο Λουντέμη
(Μέρος Δεύτερο)

2. Ο Μεγάλος Δεκέμβρης (1945)

Το βρακί του Σκόμπυ (1) 

είναι όλο κόμποι-κόμποι.

Κι αν λυθούν οι κόμποι
τι θα γίνει, Σκόμπυ,
με την αγγλική πολιτική;
(Λαϊκό σατιρικό τραγούδι που τραγουδούσε ο ΕΛΑΣ
και ο λαός της Αθήνας στα Δεκεμβριανά  (2))

Στις 7 Δεκεμβρίου του 1945 κυκλοφορεί το διπλό τεύχος του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα», αφιερωμένο στην εξέγερση του Δεκέμβρη της προηγούμενης χρονιάς. Κάτω από τον τίτλο παρελαύνουν ονόματα αξιόλογων λογοτεχνών και πνευματικών ανθρώπων που με τα κείμενά τους αποτίουν φόρο τιμής στους λαϊκούς αγώνες: Ασημάκης Πανσέληνος, Μάρκος Αυγέρης, Μενέλαος Λουντέμης, Λευτέρης Νεγρεπόντης, Μέλπω Αξιώτη, Ρίτα Μπούμη-Παπά και άλλοι ακόμα (3).

Ο Μενέλαος Λουντέμης τιμά με την πένα του τη μάχη του Δεκέμβρη και τον ιστορικό της ρόλο είναι. Δύο εκτενή πεζά του, «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης» (4) και η «Δεκεμβριάδα», είναι αφιερωμένα αποκλειστικά σ’ αυτόν το σκοπό.

Για τον Λουντέμη δύο Ελλάδες στάθηκαν αντιμέτωπες τον Δεκέμβρη του 1944. Η μια που ζητούσε την ελευθερία και η άλλη που ήθελε τη συναλλαγή με τον εχθρό. Η μια πολεμούσε και η άλλη πρόδιδε. Ο Δεκέμβρης ήταν η πιο αποφασιστική σύγκρουση ανάμεσα στις δυο αυτές Ελλάδες. Θα κρινόταν αν θα κυβερνούσαν τον λαό ανάξιοι και προδότες ή θα αφηνόταν να ρυθμίσει μόνος του τα εσωτερικά του. Εκείνο που τελικά έγινε τον Δεκέμβρη ήταν μια ελεεινή σκευωρία των δυνάμεων της φασιστικής και δωσιλογικής Ελλάδας, που μαζί με τα όπλα του Τσώρτσιλ, θέλησαν ν’ αποκεφαλίσουν την Ελλάδα της ηρωικής Αντίστασης. Στην ελεεινή αυτή συνωμοσία ο λαός απάντησε με την ένοπλη άμυνα. Αυτός ήταν ο Δεκέμβρης του 1944. Πριν την περαιτέρω ανάπτυξη του θέματός του ο συγγραφέας, προτάσσει μια «απαραίτητη δήλωση», την εξής:

 […] Το βιβλίο αυτό άρχισε να γράφεται απ’ το Δεκέμβρη με μια προφητική, θα ’λεγα, ενόραση και συνεχίστηκε, σελίδα με σελίδα, ως τα σήμερα.    
    
Γράφηκε μέσα σε συνθήκες αχαλίνωτου βρασμού κι’ έτσι μπορεί να ξεστράτισε λίγο απ’ τα όρια της πολιτικής ευπρέπειας, μα θα ’πρεπε να το ξέρουμε: Η φωνή του ανθρώπου που τον πατάνε στο στήθος ποτέ δεν είναι μελωδική. Το δράμα που έγινε βιβλίο –όχι ένα βιβλίο θέσης αλλά ένα βιβλίο κραυγής- το ’ζησα, όχι σαν μονωμένος άνθρωπος, μα σα λαός. Έπιασα την πέννα με την ίδια αυθορμησιά που έπιασε στις 4 του Δεκέμβρη ΚΕΙΝΟΣ το όπλο.  

Η γραφή του δυνατή και εντυπωσιακή, χωρίς όμως να χρειάζεται να καταφύγει σε υπερβολές ή ηρωικές εξάρσεις – η μεγαλοσύνη του Δεκέμβρη πηγάζει από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της και αν θα μπορούσε να γίνει ποτέ έπος δε θα ήταν τέτοιο, αφού δεν θα το περιέβαλε τίποτα μυθικό ή υπεράνθρωπο. Ο Λουντέμης καταφέρνει να στήσει τις αφηγήσεις του με τέτοιο τρόπο, ώστε το έργο του και να ξαφνιάζει τον αναγνώστη, να τον ταράζει, αλλά και να του κεντρίζει το ενδιαφέρον, να τον παραπέμπει σε γνώριμα λογοτεχνικά βιώματα.

Το εισαγωγικό κομμάτι το ονομάζει ο συγγραφέας παραμύθι, και θυμίζει μάλλον μύθο του Αισώπου, όπου τα ζώα παίρνουν τους ρόλους των ανθρώπων. Το παραμύθι του Λουντέμη εξηγεί συνοπτικά πώς οι Άγγλοι ιμπεριαλιστές από σύμμαχοι στον αντιφασιστικό αγώνα έφτασαν να γίνουν νέοι δυνάστες. Το ήθος και ο χαρακτήρας του ζώου ανταποκρίνεται στη στάση που κράτησε καθεμία από τις εμπλεκόμενες πλευρές (Άγγλοι: λιοντάρι, ΕΑΜ: αρκούδα, Γερμανοί: γεράκι, ελληνικός λαός: ειρηνική αγελάδα).

Δεκαπέντε μέρες μετά την απόβαση του αγγλικού εκστρατευτικού σώματος και την άφιξη του Γ. Παπανδρέου στην Αθήνα, η καθημερινή εικόνα της «ελεύθερης» ελληνικής πρωτεύουσας, όπως την περιγράφει ο Λουντέμης ήταν η ακόλουθη:

[…] Εξουσία      :  την ασκούσε η Γερμανική Χωροφυλακή.
Δικαιοσύνη:    »         »                   »                    »
Τάξη            :    »         »                   »                    »
  
Κυβερνητικό πρόγραμμα: 1) προστασία του δωσιλογισμού, 2) αύξηση των δωσιλόγων, 3) εξοπλισμός των δωσιλόγων.
    
Ανώτερη εποπτεία για την πιστή τήρηση των ανωτέρω: Οι μεγάλοι φιλέλληνες Λήπερ και Σκόμπυ. Βοηθός, τροφοδότης και συνεπίκουρος: Η χώρα της Ελευθερίας.
    
Η Αθήνα, η πρωτεύουσα της Αντίστασης των αόπλων, ήταν να την κλαις. Η πείνα θέριζε, η Πέμπτη φάλαγγα θέριζε, (Ο Χίτλερ αρκετόν σπόρον έσπειρε). Τ’ αλητάσκερα του Ράλλη «εκ λόγων υψηλής συμμαχικής πολιτικής» κυκλοφορούσαν με πολίτική περιβολή τώρα. Η στέγη, η τροφή, τα χαρτζηλίκι και η ασφάλειά τους ήταν εμπεπιστευμένα σε υψηλά χέρια.
   
Ο Αθηναϊκός λαός, που έδωσε, μόνο αυτός, δώδεκα χιλιάδες κορμιά στο Σιμάνα, επρεπε να εξακολουθήσει να δίνει. Η διπλωματική όχεντρα της Αγγλικής Πρεσβείας φρονούσε ότι οι λαοί πρέπει να την πληρώσουν ακριβά την ελευθερία τους, ακριβώτερα κι’ απ’ τη σκλαβιά (5).

Την 1η Δεκέμβρη 1944 ο στρατηγός Σκόμπυ, χωρίς καμιά σχετική απόφαση της κυβέρνησης κοινοποίησε στον ΕΛΑΣ διαταγή του και κυκλοφόρησε προκήρυξη, που σκορπίστηκε από βρετανικά αεροπλάνα σ’ όλη τη χώρα. Με την προκήρυξη καθόριζε ημερομηνία έναρξης της αποστράτευσης των ανταρτικών δυνάμεων τη 10η του  Δεκέμβρη και απειλούσε το λαό ότι αν δεν εφαρμοστεί η διαταγή του «θα κλονιστεί η σταθερότητα του εθνικού νομίσματος» και «θα πεινάσει». Ταυτόχρονα, ο τότε πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου συγκάλεσε την κυβέρνηση, χωρίς τη συμμετοχή των υπουργών του ΕΑΜ, και αποφάσιζε την άμεση διάλυση της Εθνικής Πολιτοφυλακής σε πολλές περιφέρειες της χώρας. Το τελεσίγραφο του Σκόμπυ, που απαιτούσε τον μονόπλευρο αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και η απόφαση του Γ. Παπανδρέου για τη διάλυση της Εθνικής Πολιτοφυλακής, ξεσήκωσαν, όπως ήταν επόμενο, τη γενική κατακραυγή.

Η ΚΕ του ΕΑΜ αποφάσισε τότε να καλέσει το λαό σε ειρηνικό συλλαλητήριο διαμαρτυρίας στις 3 Δεκέμβρη και στις 4 του ίδιου μήνα να κηρυχτεί γενική απεργία. Ο Γ. Παπανδρέου, ενώ στην αρχή είχε δώσει άδεια για να γίνει το συλλαλητήριο, λίγο πριν τα μεσάνυχτα στις 2 Δεκέμβρη εκτελώντας τις εντολές των Άγγλων το απαγορεύει.

Καθετί που λέει ο Λουντέμης φροντίζει να το χρωματίζει με έναν ιδιαίτερο τόνο:

[…] «…Και ξημέρωσε η 3 του Δεκέμβρη. Τρεις του Δεκέμβρη!..
    
Όποιος έζησε στις 3 του Δεκέμβρη, στις 4 μπορούσε να πεθάνει.
    
Ο προορισμός του ανθρώπου, που είναι: να κάνει κάτι μεγάλο ή να ζήσει κάτι μεγάλο εκπληρώνεται. Γιατί ο λαός, ο Αθηναϊκός λαός, κείνη τη μεγάλη μέρα αποκαλύφθηκε μπροστά στο ίδιο του το μεγαλείο.
    
Η μέρα αποβραδύς ήτανε βροχερή. Ήτανε μια νύχτα βαριά από γεγονότα. Ο λαός είχε οχτώ χρόνια να πει: «Θα γίνει το δικό μου!» Οι δολοφόνοι τροχίζανε τα σπαθιά τους, ο λαός ετοίμαζε τη φωνή του.
    
Αύριο θα μιλήσουμε κι’ οι δυο. Είναι χιλιάδες χρόνια τώρα που η φωνή του λαού ακούεται, φτάνει να μην είναι παράφωνη.
    
Όλοι κοιμηθήκαμε σίγουροι κι’ αποφασισμένοι. Ούτε στιγμή από κανενός το μυαλό δεν πέρασε ο δισταγμός. Ούτε στιγμή δεν ταλαντεύτηκε η ψυχή.
   
 -Αύριο λοιπόν.
   
 Ήτανε μια νύχτα που στα σπλάχνα της επώαζε τη θύελλα. Μέσα στους δρόμους της ψυχής άρχιζαν υπόκωφοι οι βρυχηθμοί του ανήμερου εκείνου θηρίου, που λέγεται ‘προδωμένος άνθρωπος’. Ο λαός είναι λίμνη, δεν είναι ωκεανός, όμως –αλλοί στον που θα την ταράξει. Πρέπει να ’ναι ή τρελλός  ή κακούργος. Κι’ αλοίμονο! Ο δικός μας ήταν κι’ απ’ τα δυο.
    
Ένας ψηλός ολέθριος άνθρωπος σηκώθηκε να πάει στο κρεβάτι του γράφοντας πάνω στο φάκελο της συνείδησής του τη λέξη Σφαγή.
   
Όλη τη νύχτα έβρεχε. Η ψυχή ήταν μουσκεμένη από ιδρώτα και δάκρυα» (6).

Το πάνδημο συλλαλητήριο στις 3 του Δεκέμβρη γίνεται στο Σύνταγμα. Κεντρικό σύνθημα ήταν το «ΟΧΙ ΑΛΛΗ ΚΑΤΟΧΗ». Ένας ατελείωτος χείμαρρος λαού ξεχυνόταν απ’ όλους τους δρόμους της Αθήνας με κατεύθυνση την πλατεία Συντάγματος. Η μεγαλειώδης διαδήλωση του λαού της Αθήνας πνίγεται στο αίμα. Τουλάχιστον 21 νεκροί και πάνω από 140 τραυματίες ήταν η τραγικός απολογισμός της «Ματωμένης Κυριακής»

Την επόμενη μέρα, 4 του Δεκέμβρη, «στις τρεις η ώρα ολόκληρη η Αθήνα γονάτισε:

[…] Ένα φαρδύ ματωμένο πανί συγκέντρωνε σε δυο γραμμές όλο το νόημα του όρκου και της απόφασης: «ΟΤΑΝ ΕΝΑΣ ΛΑΟΣ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΤΗΣ ΤΥΡΑΝΝΙΑΣ ΔΙΑΛΕΓΕΙ: ΤΙΣ ΑΛΥΣΙΔΕΣ Ή ΤΑ ΟΠΛΑ». Ήταν σαν μια φωνή καφτερή και αμετάκλητη. Ύστερα η πομπή τράβηξε για το κοιμητήρι. Κι’ εκεί, πάνω απ’ το νωπό αίμα, πάνω απ’ το νωπό χώμα ο Λαός, ορκίστηκε όρκο φοβερό: «Θάβω τους τελευταίους 28 μου νεκρούς. Ο 29ος θα ’ναι ο φονιάς. Ή εγώ!» (8)

Η αρχή είχε γίνει. Από την ημέρα εκείνη θα ξεκινήσει μια μάχη ανάμεσα στους Άγγλους και τους ντόπιους υποτακτικούς τους απ’ τη μια και το λαό της Αθήνας απ’ την άλλη, μια μάχη που θα διαρκέσει 33 μέρες.

Ο Λουντέμης περιγράφει τη σφαγή με την οποία αντάμειψαν για τους αγώνες του τον περήφανο λαό της Αθήνας οι Άγγλοι και ερμηνεύοντας την παγερή σιωπή των κυβερνήσεων των «Συμμάχων» γι’ αυτό το ανοσιούργημα, δε θα μπορούσε να είναι πιο ξεκάθαρος: Μόνο η αδελφή Γαλλία και ΟΙ ΛΑΟΙ θρήνησαν για το ελληνικό δράμα.

[…] «Και μόνο οι Μεγάλοι δε μας πόνεσαν. Μόνο οι Θεοί της Νίκης. Μόνο οι Σκαπανείς της Ειρήνης δεν συγκινήθηκαν. Ο πρόεδρος Ρούζβελτ, το ‘Μεγαθήριο του Ανθρωπισμού’ σώπαινε. Σώπαινες κι’ εσύ πάλλευκε ‘Λευκέ οίκε’. Ως κι’ εσύ δεν ξεβουβάθηκες βουβέ Τσάρλι Τσάπλιν! (9)

Για τον συγγραφέα ο πόλεμος στην Ελλάδα δεν ήταν ποτέ εμφύλιος αλλά «καθαρή διχόνοια λαού και κατακτητή», του κατακτητή που, όταν ως σύμμαχος βομβάρδισε την παραλία του Φαλήρου, μόνο γερμανικούς στόχους δεν πέτυχε, του κατακτητή που έκανε τον Παρθενώνα τηλεβολοστάσιο:

[…] «…Την Ακρόπολή μας που τη σεβάστηκαν ο χρόνος, οι κεραυνοί και οι Ούννοι την καταπάτησαν οι μικροί και ανάξιοι σας συμπατριώτες. Κι’ εδώ θα το βροντοφωνάξουμε το μεγάλο έγκλημα! Τον Παρθενώνα μας, τον παγκόσμιο Βωμό, τον έκαναν τηλεβολοστάσιο. Κι’ από κει, εκμεταλλευόμενοι το σεβασμό μας αντίκρυ στο Μνημείο μας, βομβάρδιζαν με θηριωδία τα σπίτια μας. Σωστά! Δεν υπήρχε πια απυρόβλητο μετερίζι. Πώς να ανταποδώσουμε τα πυρά; (Τέτοιαν ανανδρία δε θα την έκανε ούτε ο Ταμερλάνος!). Είναι η πράξη του βδελυρώτερου φονιά που σε σκοτώνει βάζοντας προκάλυμμα την πιο προσφιλή σου ύπαρξη» (10).

Το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Δεκέμβρη η κατάσταση είχε αρχίσει να δυσκολεύει για τον ΕΛΑΣ. Οι ελλείψεις ήταν μεγάλες, τα πυρομαχικά μετρημένα και δυνατότητα ανεφοδιασμού δεν υπήρχε. Βέβαια υπήρχε η επιλογή της εισόδου στην Αθήνα του βασικού κορμού του ΕΛΑΣ που βρισκόταν μερικά χιλιόμετρα από την πόλη. Όμως η ηγεσία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, συνεχίζοντας τα λάθη, δεν αποφάσισε να τον ρίξει στη μάχη, με την ελπίδα ότι έτσι θα καταφέρει έναν συμβιβασμό με τους Άγγλους. Οι αυταπάτες στην ηγεσία του λαού συνεχίζονταν και θα αποδειχθεί ότι τα αποτελέσματα θα είναι οδυνηρά.

Δυο ήταν, κατά τον συγγραφέα, οι εκατέρωθεν παρατεταγμένες δυνάμεις το Δεκέμβρη, δηλαδή η Μεγάλη Βρετανία από τη μια μεριά, η Ελλάδα από την άλλη:

Τότε έγινε και μια προσπάθεια πολιτικού διακανονισμού. Στις 24 Δεκέμβρη φτάνει στην Αθήνα ο Τσώρτσιλ και γίνεται σύσκεψη με Άγγλους, Αμερικάνους, Σοβιετικούς, το Θ. Σοφούλη και εκπροσώπους του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Αποφασίζεται (δηλαδή αποφασίζει ο Τσώρτσιλ) να διοριστεί αντιβασιλέας ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός. Ο Δαμασκηνός ήταν ο νέος «σωτήρας» που ανακάλυψαν οι Άγγλοι, για να μπορέσει στις δύσκολες αυτές στιγμές να παίξει το παιχνίδι τους (12).

Ο Τσώρτσιλ στη σύσκεψη απαίτησε την άνευ όρων παράδοση του ΕΛΑΣ, κάτι που δεν έγινε δεκτό. Αντίστοιχα οι εκπρόσωποι του ΕΑΜ έθεσαν έξι σημεία για την επίτευξη συμφωνίας που δεν γίνονται δεκτά από τους Άγγλους.

Για τον Μενέλαο Λουντέμη, κι αν ο Δεκέμβρης προκάλεσε τόσο πόνο και τέτοια δεινά στο λαό της Αθήνας και του Πειραιά, τουλάχιστον άνοιξε τα μάτια του λαού να δει κατάματα την πραγματικότητα:

[…] Ο Δεκέμβρης άνοιξε πληγές πάνω στα σπίτια μας, μα άνοιξε και τα μάτια μας. Τώρα αρχίσαμε να εξηγήσουμε μερικά πράγματα που συνέβαιναν στην Κατοχή εδώ κι’ έξω. Κι’ ας αρχίσουμε απ’ έξω. Στο κατεχόμενο από τους Ναζιφασίστες Μιλάνο μια μέρα ο λαός ξεσηκώθηκε και ξεχύθηκε στις πλατείες και τους δρόμους να διαμαρτυρηθεί για την αιματοχυσία., να ζητήσει ειρήνη, να χαιρετήσει τη R.A.F. και να φωνάξει ότι υπάκουσε τις εντολές της. Κι η R.A.F. τους έστειλε τις ευχαριστίες της μ’ έναν από τους βαρβαρότερους βομβαρδισμούς του πολέμου.
    
Τώρα επίσης αρχίσαμε να εξηγούμε γιατί τα «Λυμπερέϊτορς» αντιπαρήρχοντο τα κατάφορτα οπλιταγωγά του Πειραιά, τα εργοστάσια και τις πολεμικές βάσεις του εχθρού και πήγαιναν και έριχναν τις μπόμπες τους στις φτωχογειτονιές μας. Και τώρα εξηγεί κανείς γιατί μετά την κατάρρευση τα πολεμικά εργοστάσια της Γερμανίας βρέθηκαν άθικτα και γιατί βρέθηκαν ερείπια τα σπίτια.
    
Η ξεσπιτωμένη γριούλα του Πειραιά που ανέβηκε ένα βράδυ αλαλιασμένη μετά απ’ τον απάνθρωπο βομβαρδισμό του στην Αθήνα δεν ήξερε διόλου από την πολεμική ταχτική των Συμμάχων. Ήξερε όμως καλά τούτο: Πως ούτε τα στούκας των Γερμανών, ούτε τα Καπρόνι των Ιταλιάνων ρίξανε το σπίτι της και σκοτώσανε τα παιδιά της. Και στάθηκε αδύνατο, μ’ όλη μας η ρητορική, να την πείσουμε ότι αυτοί που σκότωναν τον πειραιώτικο λαό τον σκότωναν για να τον απελευθερώσουν. Όσο πίστεψε αυτό άλλο τόσο πίστεψε και το ότι ο Ράλλης τους έστελνε στον Πειραιά για… καλό δικό τους (13).

Φωτογραφίζοντας τις μάχες του Δεκέμβρη του 1944

Στις 31 Δεκέμβρη ο Δαμασκηνός γίνεται και τυπικά αντιβασιλέας (κατ’ απαίτηση των Άγγλων) και την ίδια μέρα ο Γεώργιος Παπανδρέου υποβάλει την παραίτησή του. Έτσι οι Άγγλοι διορίζουν (μέσω του αντιβασιλέα πάντα) νέο πρωθυπουργό το Νικόλαο Πλαστήρα.
Όλα λέγονται απλά, αφού η Ιστορία μιλάει από μόνη της -ο συγγραφέας μοιάζει να έχει ρόλο σκηνοθέτη που επιμελείται καλλιτεχνικά την παρουσίασή τους. Οι συντηρητικοί και ο «εθνικός» τους στρατός γίνονται στο λογοτεχνικό κείμενο μισθοφόροι, γενειοφόρα ερπετά, ο Σκόμπυ «λιτός στρατιώτης», ο Τσώρτσιλ «φιλέλλην διπλωμάτης» και ο Παπανδρέου ο αρλεκίνος τους.
Χαρακτηριστικό του καυστικού ύφους του Λουντέμη είναι ο τρόπος με τον οποίο αναπαρίσταται ο διάλογος μεταξύ Τσώρτσιλ και Παπανδρέου:

[…] «Προτού φύγει για τη Λόντρα του, αφού πέρασε τη νύχτα μεσ’ στο αεροπλάνο του, συναντήθηκαν ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρεταννίας  με τον πρωθυπουργό της ‘Μεγάλης Βρεταννίας’ (αρ. δωματίου 217) Κι συνωμίλησε μαζύ του εγκάρδια. Κάπως έτσι:
    -Τα ’κανες μούσκεμα.
    -Γιες μάστερ.
    -Να σε ξεφτίσω;
    – Γιες μάστερ.
    -Μου σκότωσες 311 Εγγλέζους.
    – Γιες μάστερ.
    -Γι’ αυτό κι εγώ σκοτώνω 30 χιλιάδες όχλο.
    – Γιες μάστερ.
    -Και σε παύω.
    – Γιες μάστερ.
    -Ουστ!
    – Γιες μάστερ» (14).

Στις 3 του Γενάρη τα βρετανικά στρατεύματα πραγματοποιούν την τελευταία μεγάλη επίθεση και ο ΕΛΑΣ αναγκάζεται σε αποχώρηση από την πόλη. Η Αθήνα φεύγει απ’ τον έλεγχο του λαού και βρίσκεται στα χέρια των Άγγλων. Στις 11 Γενάρη θα υπογραφεί η ανακωχή.

Η συμφωνία της Βάρκιζας υπογράφηκε στις 7.30μ.μ. της 12ης Φεβρουαρίου του 1945. Η ΕΑΜική αντιπροσωπεία πήγε στη Βάρκιζα με τη θέση  να μην υπογραφεί συμφωνία, στην οποία δε θα συμπεριλαμβανόταν όρος για χορήγηση Γενικής Αμνηστίας και η αντιπροσωπεία του ΕΑΜ να αποχωρήσει από τη διάσκεψη, αν η αντίπαλη πλευρά δε δεχόταν αυτόν τον όρο. Τελικά οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμφωνία από την οποία απουσίαζε ακόμη και αυτός ο όρος της γενικής αμνηστίας!!! Επίσης η Συμφωνία δεν προέβλεπε συγκρότηση αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης, αλλά ούτε και έθιγε το θέμα της παρουσίας των βρετανικών στρατευμάτων στην Ελλάδα.

Είναι γνωστό πως ο μόνος που –εκείνη τη δύσκολη εποχή- ανοιχτά και δημόσια όχι μόνο αντιτάχθηκε στην προδοτική για το λαϊκό κίνημα συμφωνία της Βάρκιζας αλλά και επιχείρησε, ενάντια στις αποφάσεις του κόμματος, να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα, ήταν ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο Άρης Βελουχιώτης. Αυτό το  γεγονός –κατά πάσα πιθανότητα- σηματοδότησε και την αντίστροφή μέτρηση για την εξόντωσή του, αφού πρώτα είχε αποκηρυχθεί από την ηγεσία του ΚΚΕ.

O     Μενέλαος Λουντέμης δε μασάει τα λόγια του για τις τραγικές συνέπειες  που προέκυψαν για το λαϊκό κίνημα από την υπογραφή αυτής της συμφωνίας:

 […] «Η Βάρκιζα είναι η «μάχη της Ελλάδος» η μόνη και τελική μάχη που κέρδισε εγγλέζικα ο Σκόμπυ.
    
Η αμετακίνητος 10 Δεκέμβρη που πραγματοποιήθηκε τελικά στις 12 Φλεβάρη. Να ποια ήσαν τα όπλα της μάχης αυτής που έδωσαν δυο μήνες αργότερα τη νίκη: Πανουργία, Ανανδρία, Ξετσιπωσιά και Απάτη.
    
Οι όροι πραγματοποιηθήκανε με σχολαστική ακρίβεια: Η ορεινή ταξιαρχία έγινε πεδινή. Τα τάγματα ασφαλείας ξεκαθαρίστηκαν… από κάθε τίμιο στοιχείο. Οι τρομοκρατικές οργανώσεις αφοπλίστηκαν… απ’ τα παλιά τους όπλα και εφοδιάστηκαν με νεωτέρου συστήματος. Αμνηστία δόθηκε σ’ όλους τους… πορτοφολάδες, διαρρήκτες, σωματέμπορους κλπ. Ιδιαίτερη μέριμνα πάρθηκε για τους ζωοκλόπους. Εφοδιάστηκαν με αυτόματα, ιματισμό, εφόδια, άλογα κι έγιναν βασιλείς των ορέων».
  
Αμέσως κατόπιν άρχισε ο εκπολιτισμός της Βαλκανικής αυτής Γουϊνέας. Αλφαβητάρια τύπου Τόμυ-Γκανς κατέφθασαν βαγονιές.
    
Το ειρηνοποιό πνεύμα της Βάρκιζας θριάμβευε.

Ο εθνικός στρατός αποτελέστηκε από «κανονικήν στρατολογίαν» όλων των ταγματαλητών του Σιμάνα. Όλες οι τρομοκρατικές οργανώσεις μπήκαν συν γυναιξί και τέκνοις μέσα σ’ αυτό το… στρατό. Δεν έλειψαν ούτε οι παπάδες. Όλοι οι «εθνικόφρονες» εύρισκαν μίαν θέσιν υπό το στέμμα του σεπτού του Άνακτος. Ως και η «εθνικόφρων» γιαγιά μου μπορούσε να περάσει στο μπράτσο της ένα περιβραχιόνιο, να πάρει μια κουμπούρα και να ενταχθεί στον εθνικό στρατό. Τα κριτήρια του στρατού ήταν ηθικά. Δηλαδή ξεκοίλιασες κανένα συμπατριώτη σου, έκλεισες κανέναν στο Χαϊδάρι, έχεις καμιά «εύφημο» μνεία του Στρόοπ (15); Μπαίνεις με άριστα.  Έχεις βρώμικο ποινικό μητρώο; Μπαίνεις με λίαν καλώς. Αν δε φέρεσαι εγγεγραμμένος σε κανένα απ’ αυτά τα δυο λίμπρο ντ’ όρο (ποινικό μητρώο ή γερμανικό κατάλογο) αποκλείεσαι του στρατεύματος ως μη συγκεντρώνων τα απαραίτητα ηθικά και εθνικά εφόδια. Είσαι δηλαδή Βούλγαρος και πρέπει να εξοντωθείς (16).

Στο κείμενό του ο συγγραφέας προσπαθεί ν’ αποκαλύψει τα ψέματα που εκτοξεύονταν εναντίον της Εαμικής παράταξης από τα πιο επίσημα –εκείνη την εποχή χείλη: Σε μια απ’ τις ιστορικές συνεδριάσεις της Βουλής των Κοινοτήτων τον Δεκέμβρη του ’44, ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, αυτός που διέταζε με τηλεγράφημά του τον στρατηγό Σκόμπυ για την καταστροφή όλων των δυνάμεων του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ στην Αθήνα (17),  απαντώντας στις επιθέσεις των εργατικών βουλευτών χαρακτήρισε την αντίσταση του λαού της Αθήνας και του Πειραιά σαν «γκανγκστερικό κίνημα ληστών και τροτσκιστών».

Για την Αγγλία, ωστόσο, το λόγο από ηθική άποψη έχει πια ο λαός της. Για τον Έλληνα πατριώτη, όμως, που δεν μπορεί να σιγάσει την οργή και την απέχθειά του, το πράγμα για τον συγγραφέα απαιτεί λύση… αντάξια της ιστορίας αυτού του τόπου και του πολιτισμού που κουβαλάει στους αιώνες:

[…] «…Πως όμως να σιγάσεις την οργή και την απέχθεια, πως να κρύψεις την οδύνη και το θρήνο σου εσύ, ο Έλληνας (που το ξέρεις ότι είσαι και γιατί είσαι Έλληνας). Πως μπορείς να επιτρέπεις να μ’ εξουσιάζουνε τα ηθικά πτώματα; Οι άνδρες που κυλήσανε στη λάσπη την ανθρώπινή σου τιμή και παραδώσανε στο χλευασμό την εθνική σου ιστορία; Που βρωμίσανε τη γλώσσα σου στα άνομά τους χείλη; Που λασπώσανε το φωτοστέφανο της Ελλάδας; Που μουτζουρώσανε την αιώνια αίγλη της; Πως μπορεί να λέγεσαι ελεύθερος και να βουβαθείς;
    
Πως μπορείς να είσαι πολίτης της Αθήνας, της πανάρχαιας αυτής Μητρόπολης της Δημοκρατίας, και να βλέπεις την πρωτεύουσά σου λημέρι ληστρικό; Πως μπορείς να επιτρέπεις επ’ άπειρον να πνίγει τη φωνή σου μες στην πυγμαία φούχτα του ο εκλεκτός ενός ‘άρχοντα’ που δεν εξέλεξες, Πως μπορείς να κυβερνιέσαι από τον αντιβασιλέα των Ινδιών ενώ είσαι Έλληνας;
    
Ο γύρω απ’ την Ακρόπολη λαός πολέμησε για την ανεξαρτησία του πριν από χιλιάδες χρόνια με ξύλινα κάστρα, είδε την πόλη του να καίγεται απ’ τη φωτιά και να ξολοθρεύεται απ’ το λοιμό. Όμως επέζησε για να δει μετά χιλιάδες χρόνια έναν Δεκέμβρη, έναν Δεκέμβρη που κανένας λαός δεν είχε μεγαλύτερό του.

Μα ο Δεκέμβρης είναι ένας μήνας που ξαναγυρίζει. Κι’ αν δεν γυρίσουν φύλλο οι παγκόσμιοι δυνάστες των Λαών, θα ξαναγυρίσει. Στην Ιστορία επαναλαμβάνονται ακόμα και τα Βατερλώ, πόσο μάλλον οι Δεκέμβρηδες!» (18)

Στον επίλογό του δίνει τον τίτλο «Ο Φασισμός απέθανε – ζήτω ο φασισμός!». Το λογοπαίγνιο αναφέρεται στην κυβερνητική αλλαγή που σημειώθηκε στη Μεγάλη Βρεταννία στις 28 του Ιούλη 945, αλλαγή που έφερε στην κυβέρνηση το Εργατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα του Άτλυ. Η ειρωνεία του Λουντέμη σπάει κόκαλα για τους σοσιαλιστές που –παρά τις προεκλογικές τους διακηρύξεις- ακολουθούν ως κυβέρνηση την ίδια ιμπεριαλιστική πολιτική του συντηρητικού Τσώρτσιλ.

Υποσημειώσεις

(1)      Ρόλαντ Σκόμπι (1893-1969): Βρετανός στρατηγός. Τυπικά ήταν αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των Ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, τοποθετημένος σ’ αυτήν τη θέση με τις επαχθείς για το λαϊκό κίνημα συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας που υπέγραψε το προσανατολισμένο «στη νίκη των συμμάχων» ΚΚΕ και η ηττοπαθής Εαμική ηγεσία. Ήταν επίσης διοικητής του αγγλικού εκστρατευτικού σώματος, καθώς και των γερμανοτσολιάδων, των διαβόητων Ταγμάτων Ασφαλείας και των λίγων πιστών στην κυβέρνηση Παπανδρέου φιλομοναρχικών στρατιωτικών σωμάτων στην Ελλάδα (Ιερός Λόχος, Ταξιαρχία του Ρίμινι) στις  μάχες της Αθήνας τον Δεκέμβριο 1944, στα Δεκεμβριανά. Ουσιαστικά ήταν ο απόλυτος άρχοντας της ελληνικής αστικής τάξης και του πολιτικού της προσωπικού και υπήρξε ο κυριότερος εκτελεστής των σχεδίων του Τσώρτσιλ για την υπαγωγή της Ελλάδας στην αγγλική σφαίρα επιρροής.

(2)     Το τραγούδι: «Το βρακί του Σκόμπι» τραγουδιέται σε μια σκηνή στην ταινία  «Θίασος» του Θ. Αγγελόπουλου.

(3)     Εύα Γιαννούκου, Η επιρροή του Δεκέμβρη στη λογοτεχνία, εφημ. Ριζοσπάστης, Τετάρτη 16 Δεκέμβρη 2009, σελ. 12.

(4)     Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», εκδόσεις Μαρή & Κοροντζή, Αθήνα 1945.

(5)     Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 33-34.

(6)     Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 40-41.

(7)      «Ρ» της 4/12/1944. Τα ίδια στοιχεία δίνει ανακοίνωση του ΕΑΜ στις 6/12/1944 («Κείμενα Εθνικής Αντίστασης», Εκδόσεις ΣΕ, τόμος Α’ σελ. 128), ο Θ. Χατζής («Η Νικηφόρα Επανάσταση», τόμος Δ’ σελ. 200, το «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ» (έκδοση ΣΕ, σελ. 488) κλπ. Άλλες ΕΑΜικές πηγές όπως ο Σαράφης, αλλά και ο Μενέλαος Λουντέμης στο βιβλίο του για τν Δεκέμβρη μιλούν για 28 νεκρούς και 150 τραυματίες (Στ. Σαράφη: «Ο ΕΛΑΣ», εκδόσεις Επικαιρότητα, σελ. 542. Αντίθετα η αντιεαμική πλευρά προσπάθησε να μειώσει τον απολογισμό του αίματος. Η κυβέρνηση Παπανδρέου για παράδειγμα, μίλησε για 10 νεκρούς και 26 τραυματίες (Γ. Ιατρίδη: «Εξέγερση στην Αθήνα», εκδόσεις Νέα Σύνορα, σελ. 184).

(8)     Βλ. Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 43.

(9)     Βλ. Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 45.

(10) Βλ. Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 46.

(11)  Βλ. Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 56.

(12) Ο Τσώρτσιλ μάλιστα μετά τη συνάντησή του με το Δαμασκηνό, ενημερώνοντας το Λονδίνο είπε: «…Όταν ήλθε να μας επισκεφθή, επί του πολεμικού ‘Ajax’ ομίλησε με μεγάλην πικρίαν εναντίον των ωμοτήτων του ΕΛΑΣ και διά το σκοτεινόν και αποτρόπαιον χέρι πίσω από το ΕΑΜ… Μας είπε ότι έδωσεν σήμερον μίαν αρχιεπισκοπικήν εγκύκλιον, διά της οποίας κατεδίκαζε τον όχλον του ΕΛΑΣ… Ο αρχιεπίσκοπος με ενέπνευσεν εμπιστοσύνην εις μεγάλον βαθμόν. Είναι μια μεγαλειώδης μορφή και εδέχθη αμέσως την πρότασιν να είναι ο πρόεδρος της συσκέψεως»Γ. Καραγιάννη, «Η εκκλησία από την κατοχή στον εμφύλιο»,  εκδ. Προσκήνιο, σελ. 50.

(13) Βλ. Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 48.

(14) Βλ. Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 51.

(15) Ο Γιούργκεν Στρόοπ ήταν Συνταγματάρχης των SS και μετέπειτα Στρατηγός των Ένοπλων SS (Waffen-SS) και της Αστυνομίας. Διαβόητος έγινε όταν, ως επικεφαλής των SS εκμηδένισε το Γκέτο της Βαρσοβίας τον Απρίλιο του 1943. Ύστερα από αυτή την… «επιτυχία», ο Στρόοπ στάλθηκε στην Αθήνα (8 Σεπτεμβρίου 1943) για να οργανώσει την εδώ Γκεστάπο. Ο Στρόοπ εξέλαβε την τοποθέτηση αυτή όχι μόνον ως επιβράβευση, αλλά ως ευκαιρία να διακριθεί και να δοξαστεί. Μια από τις πρώτες του ενέργειες ήταν να καλέσει τον δωσίλογο πρωθυπουργό Ιωάννη Ράλλη και να του ανακοινώσει ότι στο εξής όλες οι συνεννοήσεις της προδοτικής κυβέρνησης των μετέπειτα γερμανοτσολιάδων θα γίνονταν μαζί του και του απαγόρευσε να έρθει σε επαφή με τον Στρατιωτικό διοικητή της Ελλάδας στρατηγό Αλεξάντερ Λερ, ο οποίος έδρευε στην Θεσσαλονίκη. Τελικά ο Στρόοπ ανακλήθηκε στις 4 Οκτωβρίου από το Βερολίνο, που διόρισε στη θέση του τον Βάλτερ Σιμάνα (Walter Schimana). Ο Στρόοπ είχε ωστόσο προλάβει να οργανώσει πολύ πιο σκληρά την Γκεστάπο των Αθηνών και ήταν αυτός που απέσπασε από την Ιταλική διοίκηση το Στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου και διόρισε Διοικητή του τον διαβόητο ταγματάρχη Πάουλ Ραντόμσκι.

(16) Βλ. Μενέλαος Λουντέμης: «Ο Μεγάλος Δεκέμβρης», ο.π., σελ. 66-67.

(17)  Το τηλεγράφημα στον στρατηγό Σκόμπι επί λέξει αναφέρει: «Είσθε υπεύθυνος δια την τήρησιν της τάξεως εις τας Αθήνας και δια την καταστροφήν όλων των ομάδων ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Μη διστάσετε να ενεργήσετε ως να ευρίσκεσθε εις μίαν μόλις καταληφθείσα υπό του στρατού πόλιν, όπου έχει εκραγεί επαναστατικόν κίνημα. Πρέπει να κρατήσουμε τας Αθήνας και να επιβληθώμεν. Εάν τούτο το επιτύχετε χωρίς αιματοχυσίαν, θα είναι διά σας, αλλά και με αιματοχυσίαν θα είναι επίσης κατόρθωμα εάν αυτή είναι απαραίτητος».

(18) Μενέλαος Λουντέμης, Ο Μεγάλος Δεκέμβρης, ο.π., σελ. 71-72.

Αναδημοσίευση από τα  Χανιώτικα Νέα: Λογοτεχνικό αφιέρωμα στον Μενέλαο Λουντέμη

Βλ. και στις σελίδες του Νίκου Σαραντάκου

______________________________________________________

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s