Μεγάλοι έρωτες…


bouquinistes

Από το τελευταίο βιβλίο του Γιώργου Κουτσούκου με τίτλο «Ενυδρείο»


«Μαμά, φοβάμαι τον γιακά μου», έκανε το τρίχρονο κοριτσάκι.

Ο Σίμος Ριζάκης βούτηξε πέντε-έξι φυλλάδια και τα έτεινε στους γονείς του παιδιού. Γελώντας η μητέρα τα πήρε αφηρημένα με το αριστερό της χέρι, ενώ με το δεξί χάιδευε το κεφάλι του κοριτσιού. Ο πατέρας γέλαγε κι αυτός. Φαινόντουσαν ευτυχισμένοι.

«Μαμά, ο γιακάς μου», επανέλαβε το παιδί κοιτώντας πάνω από τους ώμους του, λες και το κυνηγούσε η σκιά του.

«Έλα, πάμε να δούμε τον Άι Βασίλη», είπε ο πατέρας και σήκωσε το κοριτσάκι στην αγκαλιά του. Η οικογένεια απομακρύνθηκε μέσα στα γέλια.

Ο Ριζάκης κούμπωσε το μπουφάν του. Έδωσε ένα φυλλάδιο σ’ έναν χοντρό γέρο και τρία-τέσσερα σ’ ένα εφηβικό ζευγαράκι. Δυο μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 2014 και ο Σίμος είχε στηθεί στην Αθηνάς, στην έξοδο του μετρό στο Μοναστηράκι, και μοίραζε διαφημιστικά φυλλάδια για ταξίδια. Για 2 ευρώ την ώρα.

«Και πολλά είναι τη σήμερον ημέρα. Μόνο οι πουτάνες παίρνουν περισσότερα», του είχε πει το αφεντικό της διαφημιστικής, χρεώνοντάς του τριάντα στοίβες με φυλλάδια. «Υπάρχει και τσεκαδόρος» τον προειδοποίησε για την περίπτωση που θα έμπαινε στον πειρασμό να λουφάρει με «οποιοδήποτε τρόπο». Αυτό το «οποιοδήποτε τρόπο» του το είχε τονίσει, μ’ ένα ύφος του στυλ: «ξέρουμε όλα τα κόλπα». Κι έτσι, ο Ριζάκης είχε βρεθεί στα σαράντα τέσσερά του, στην Αθηνάς, να μοιράζει ιλουστρασιόν χαρτιά, που διαφήμιζαν γιορτινές αποδράσεις στις πρωτεύουσες της Ευρώπης: Λονδίνο, Παρίσι, Πράγα, Βερολίνο, Στοκχόλμη… Τι άλλο να ‘κανε; Ζούσε μια ζωή όπως τόσοι άλλοι: δουλειά του ποδαριού, ίσα για λίγες μέρες, χωρίς γυναίκα και μεσήλικας. Ορισμό της επιτυχίας σίγουρα δεν την έλεγες.

Δίπλα του, ένας πιτσιρικάς, θά ‘ταν δεν θά ‘ταν δεκαοχτώ χρονών, μοίραζε φυλλάδια για ένα φροντιστήριο.

«Πέρασε ο τσεκαδόρος σου;», ρώτησε τον Ριζάκη με ύφος συνωμοτικό.

«Πού θες να ξέρω;», σήκωσε τους ώμους του ο Σίμος.

«Καμιά φορά στέλνουν έναν τύπο για να τσεκάρει τους πάντες σ’ ένα πόστο. Έτσι κάνουν και οικονομία οι εταιρείες», του εξήγησε ο μικρός. Απέναντί τους μοίραζε υλικό μια «συνάδελφος».

«Πώς τον αναγνωρίζεις τον τσεκαδόρο;»

«Εύκολα» του είπε μικρός.

«Πώς εύκολα;» απόρησε ο Ριζάκης. Εκείνη τη στιγμή ένα τσούρμο επιβατών αναδύθηκε από τα έγκατα του σταθμού, διακόπτοντας για λίγο την κουβέντα τους.

«Πώς εύκολα;», επανέλαβε την ερώτηση.

«Είσαι τελείως νέοπας, ε;», χασκογέλασε ο δεκαοχτάρης.

«Πες μου», τον παρακάλεσε σχεδόν ο Σίμος.

«Ο τσεκαδόρος είναι ο μόνος περαστικός που θα σε προσέξει. Για όλους τους άλλους είσαι αόρατος. Δεν το βλέπεις;».

Ο Ριζάκης χαμογέλασε αμήχανα. Ο πιτσιρικάς είχε απόλυτο δίκιο. Με γρήγορες κινήσεις ξεφορτώθηκε μια ντουζίνα χαρτιά, χώνοντάς τα σε χούφτες αγνώστων. Ο κουλουράς μπροστά του διαλαλούσε το εμπόρευμά του. Κουλούρια κανονικά, κουλούρια με σταφίδες, λουκουμάδες, λα βας κιρί, το τυράκι που το αλείφεις. Μια χοντρή γριά αγόρασε έναν λουκουμά και πλησίασε τον Σίμο. Ζήτησε ένα φυλλάδιο. Το πήρε και χαζεύοντάς το ξεκίνησε να μασουλάει τον λουκουμά. Ο Ριζάκης ζήλεψε. Όχι τον λουκουμά αλλά την άνεσή της με τον χρόνο. Είπε να κάνει ένα διάλειμμα για τσιγάρο. Τραβήχτηκε λίγο προς τα πίσω, ακούμπησε την πλάτη στον τοίχο και άφησε τον πάκο με τα φυλλάδια να πέσει στο έδαφος. Από χαμηλό ύψος. Ένα όμως ξέφυγε από την στοίβα και προσγειώθηκε πάνω στο δεξί του παπούτσι. Το παρατήρησε. Για πρώτη φορά πρόσεξε το φυλλάδιο που μοίραζε όλη τη μέρα. Κόκκινο φόντο, τιμές «ευκαιρία», νιφάδες χιονιού και μια πανέμορφη ξανθιά σκαρφαλωμένη στον πύργο του Άιφελ να του γνέφει. Άναψε τσιγάρο και της έκλεισε το μάτι. Του χαμογέλασε.

«Παρλέ βου φρανσέ;», τον ρώτησε.

«Λυπάμαι. Κάτι μέτρια αγγλικά μόνο», της είπε.

Δεν έδειξε να απογοητεύεται: «Δεν πειράζει, άλλωστε τα ελληνικά είναι η αγαπημένη μου γλώσσα», του είπε μ’ ένα μικρό ψεύδισμα, που την έκανε ακόμα πιο γοητευτική. «Πάμε;» του έτεινε το χέρι της.

«Πάμε», είπε ο Σίμος Ριζάκης και με πλεγμένα τα χέρια άρχισαν ν’ ανεβαίνουν τις σκάλες του πύργου του Άιφελ. Είχε λαχανιάσει και η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή.

«Α, τι όμορφη θέα», θαύμασε το απογευματινό Παρίσι ο Ριζάκης όταν έφτασαν σ’ ένα πλατύσκαλο. «Εσύ που μένεις;» ρώτησε την όμορφη γυναίκα. Εκείνη σήκωσε το χέρι της, τέντωσε με χάρη τον δείχτη του δεξιού της χεριού και του έδειξε ένα προάστιο, κάπου πέρα από τον Σηκουάνα.

«Πείνασες; Πάμε να φάμε στο εστιατόριο;», του πρότεινε.

«Μα, φυσικά. Είναι εξαιρετική ιδέα», της χαμογέλασε.

Ο κοστουμάτος τύπος που στεκόταν στην είσοδο τους ρώτησε αν έχουν κάνει κράτηση. Η γυναίκα είπε το όνομά της, ο κοστουμάτος υποκλίθηκε και τους οδήγησε με αργές, τελετουργικές κινήσεις στο τραπέζι τους. Τι τραπέζι. Τραπεζάρα! Με κρυστάλλινα ποτήρια και ολόκληρο το Παρίσι για πιάτο.

«Α ρε Ριζάκη», μονολόγησε μέσα του, «τι ζωή κάνεις».

Η γυναίκα τον κοιτούσε στα μάτια και ρουφούσε κάθε του λέξη.

«Στην σημερινή μέρα», έκανε εκείνη την πρόποση.

«Στην σημερινή μέρα», της χαμογέλασε.

Τσούγκρισαν τα ποτήρια τους. Ο σερβιτόρος πλησίασε στο τραπέζι με δύο αχνιστές σούπες. Ο Σίμος κοίταξε έξω από το τζάμι. Ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει και το Παρίσι λουζόταν στο φως του δειλινού. Ένιωσε την γυναίκα να του σφίγγει δυνατά το χέρι κάτω από το τραπέζι. Πρώτα να του το σφίγγει και μετά να του το χαϊδεύει τρυφερά.

Έβγαλε το κουτί με τα σπίρτα από την τσέπη του και άναψε ένα πουράκι. Τι άλλο ήθελε από τη ζωή του;

«Τι καπνίζεις ρε; Γι’ αυτό σε πληρώνει η εταιρεία;», η φωνή ακούστηκε μέσα στο αυτί του. Γύρισε το πρόσωπο. Ο τσεκαδόρος φαινόταν αγριεμένος. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν τακούνια να χτυπούν στο πεζοδρόμιο. Ήταν η όμορφη παριζιάνα που έφευγε τρέχοντας. Τον εγκατέλειπε χωρίς καν να τον αποχαιρετήσει.

Ζήτησε συγγνώμη από τον τσεκαδόρο, έσκυψε, πήρε τα φυλλάδια και γύρισε πάλι στο πόστο του. Πέρασαν ώρες. Το κοριτσάκι με τον γιακά και οι γονείς του ξαναπέρασαν από μπροστά του. Τους ξανάδωσε φυλλάδια κι εκείνοι τα ξαναπήραν χωρίς να του ρίξουν ούτε βλέμμα. Είχε κουραστεί. Τα πόδια του τον πονούσαν. Ακόμα και οι αόρατοι άνθρωποι υπακούουν στον νόμο της βαρύτητας. Το βλέμμα του έπεσε πάλι στο φυλλάδιο. Όχι στην πλευρά με την ξανθιά. Στην άλλη. Και ήταν μια μαυρομάλλα τώρα που του χαμογελούσε, μέσα από ένα δίπατο λονδρέζικο, κόκκινο λεωφορείο. Της χαμογέλασε κι αυτός. Κοίταξε γύρω του, για να βεβαιωθεί ότι δεν ήταν εκεί κοντά ο τσεκαδόρος, και της είπε:

«Hello darling».


Το τελευταίο βιβλίο του Γιώργου Κουτσούκου με τίτλο «Ενυδρείο» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη.


Aπό:http://rednotebook.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s