Η διαδικασία εκφασισμού…


«… Κρίσιμο και καθοριστικό ρόλο στο κρίσιμο και «μεταιχμιακό πριν» της εγκαθίδρυσης του φασισμού διαδραματίζει η πολιτική και ιδεολογική «κίνηση» των καταπιεστικών μηχανισμών του κράτους…»

1

του Σίμου Ανδρονίδη

Το κείμενο αφιερώνεται σε όλους όσοι βιώνουν καθημερινά την κρατική βία, καθώς και σε αυτούς που δεν «κλείνουν το μάτι» στο «μαύρο τέρας» που φέρει το όνομα Χρυσή Αυγή.

«Αυτός αυτός ο κόσμος ο ίδιος κόσμος είναι Της άμπωτης και του οργασμού των τύψεων και της νέφωσης Ο ευρέτης των ζωδιακών ο τολμητίας των θόλων Στην άκρη της εκλειπτικής κι όσο που φτάνει η Χτίσις Αυτός ο ίδιος κόσμος αυτός ο κόσμος είναι Βούκινο βούκινο και μάταιο νέφος μακρινό!». (Οδυσσέας Ελύτης, ‘Άξιον Εστί’, 1979).

Η κοινωνική, πολιτική και εκλογική άνοδος του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής έχει θέσει επί τάπητος το ζήτημα της διαδικασίας εκφασισμού, που όμως, σε αυτή την περίπτωση, δεν αντιστοιχεί μόνο σε μία προσίδια λειτουργία και δράση του νεοναζιστικού μορφώματος. Κρίσιμο και καθοριστικό ρόλο στο κρίσιμο και «μεταιχμιακό πριν» της εγκαθίδρυσης του φασισμού διαδραματίζει η πολιτική και ιδεολογική «κίνηση» των καταπιεστικών μηχανισμών του κράτους. Και σε αυτή την περίπτωση, είναι εξαιρετικά διαυγής η ανάλυση του Νίκου Πουλαντζά.

Ο Νίκος Πουλαντζάς επισημαίνει πως: «η διαδικασία εκφασισμού διακρίνεται από σταδιακές, ανάλογα με τις φάσεις της, τροποποιήσεις της μορφής κράτους που υπάρχει πριν από την εγκαθίδρυση του φασισμού. α) Από τυπική άποψη, ο φασισμός καταλαμβάνει την εξουσία με απόλυτα συνταγματικό τρόπο. Ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι φτάνουν στην εξουσία «σεβόμενοι» τις μορφές του «δημοκρατικού-κοινοβουλευτικού» κράτους και σύμφωνα με τους τύπους που κάθε αστικό κράτος προβλέπει για τις κρίσιμες περιστάσεις της ταξικής πάλης. β) Ο φασισμός φτάνει στην εξουσία βοηθούμενος από τον κρατικό μηχανισμό. Παρόλο που ο φασισμός είναι φαινόμενο εξωγενές ως προς τον κρατικό μηχανισμό, από τις αρχές της διαδικασίας εκφασισμού καταφέρνει να διεισδύσει και να κερδίσει τον μηχανισμό από τα έξω, και στο σημείο μη-επιστροφής έχει εξουδετερώσει τους κλάδους του κρατικού μηχανισμού ή εχθρικούς του τομείς. Ο φασισμός δεν θα έφτανε ποτέ στην εξουσία δίχως την καίρια συνδρομή του κρατικού μηχανισμού καταστολής στην πάλη εναντίον των λαϊκών μαζών. Στη διαδικασία εκφασισμού, σε αντίθεση με αυτό που πιστεύουν πολλοί σοσιαλδημοκράτες, δεν υπάρχουν τρεις αντιμαχόμενες δυνάμεις δηλαδή «το φασιστικό στρατόπεδο- το κράτος- το αντιφασιστικό στρατόπεδο».[1]

Αυτό είναι το κρίσιμο και «κρισιακό» σημείο που τείνει να ορίσει και να προσδιορίσει συνάμα το όλο πλαίσιο της εγκαθίδρυσης του φασισμού. Πέρα από την «επιφανειακή πρόσοψη» της «τυπικής» ανόδου του φασισμού στην εξουσία υπάρχει και το πεδίο της «βαθύτερης» και «ποιοτικής» εμβάθυνσης του. Η ώσμωση καταπιεστικών μηχανισμών και φασισμού παράγει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την αποκρυστάλλωση του φασισμού ως εξουσιαστικού και κυριαρχικού «όλου». Η ώσμωση και η αλληλεπίδραση των κατασταλτικών μηχανισμών με τον φασισμό, αφενός μεν εγκιβωτίζει τον φασισμό ως ιδεολογία και ως «βίαιη» πράξη στο εσωτερικό τους, αφετέρου δε κινεί την διαδικασία για μία «παράλληλη» στόχευση προς το πεδίο δραστηριοποίησης του μπλοκ των λαϊκών-κυριαρχούμενων τάξεων.

Είναι αυτό ακριβώς το σημείο που επισημαίνει ο Νίκος Πουλαντζάς: «ο φασισμός δεν θα έφτανε ποτέ στην εξουσία δίχως την καίρια συνδρομή του κρατικού μηχανισμού καταστολής στην πάλη εναντίον των λαϊκών μαζών». Στο ευρύτερο «κρισιακό» κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι η ώσμωση Χρυσής Αυγής και καταπιεστικών μηχανισμών συντελείται υπό το καθεστώς της «διπλής πίεσης»: 1. Από την μία πλευρά η φασιστική-ρατσιστική ιδεολογία «διεισδύει» ως κρίσιμη παράμετρος στο εσωτερικό αυτών των μηχανισμών. Με αυτόν τον τρόπο, συγκροτείται ένα δομικό-ιδεολογικό πλαίσιο που ορίζει την λειτουργία ενός τμήματος των καταπιεστικών μηχανισμών του κράτους. Η φασιστική ιδεολογία ως διφυής «κίνηση» λόγου και βίας εγγράφεται στο δομικό «πυρήνα» των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους, 2. Από την άλλη πλευρά, το ευρύτερο κανονιστικό πλαίσιο εμπέδωσης του «νόμου και της τάξης» εγκιβωτίζεται και ιεραρχείται ως κύριο σημαίνον στο εσωτερικό των συγκεκριμένων μηχανισμών.

Η διάχυση αυτού του κανονιστικού-ιδεολογικού «όλου» «συναντά» την φασιστική-ρατσιστική ιδεολογία. Η αποκρυστάλλωση μίας μορφής ιδεολογικής «διπλής πίεσης» στο εσωτερικό των καταπιεστικών μηχανισμών του κράτους μετασχηματίζει την ίδια την δράση τους. Έτσι, η «εξωτερίκευση» και η «ποιοτική» ένταση της δράσης τους, συντελείται στο πεδίο του κοινωνικού, σε εκείνο το κρίσιμο και ταυτόχρονα «κρισιακό» επίπεδο όπου η επιβολή και η εμπέδωση του «νόμου και της τάξης» ενσωματώνει χαρακτηριστικά και στοιχεία της φασίζουσας ιδεολογικής και «πρακτικής» τομής η οποία στρέφεται εναντίον των «διαφορετικών» και των «άλλων». (πολιτικά, ιδεολογικά, φυλετικά, σεξουαλικά).

Με αυτόν τον τρόπο παράγονται οι όροι για την συγκρότηση ενός «νέου» και «κρισιακού» πλαισίου αυταρχικής «κανονικότητας». Η πρώιμη περίοδος διαχείρισης των τρεχουσών και ενεργών «ρηγματώσεων» της οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης συμπυκνώθηκε στο πλαίσιο της ώσμωσης μέρους των καταπιεστικών μηχανισμών και της φασιστικής ιδεολογίας της Χρυσής Αυγής. Πρέπει να ξεφύγουμε από το πλαίσιο της απλής εκλογικίστικης και μηχανιστικής ερμηνείας της «διείσδυσης» της Χρυσής Αυγής στους καταπιεστικούς μηχανισμούς του κράτους. Η «ρηξιακή» «διείσδυση» της Χρυσής Αυγής στους μηχανισμούς επιβολής της κρατικής θέσμισης και ρύθμισης δεν δύναται να ερμηνευθεί μόνο με τους όρους μίας εκλογικής σύγκλισης και στοίχισης, η οποία συμπυκνώνεται στην αντίληψη: « ως αστυνομικός είμαι εργαζόμενος, μείωσαν τον μισθό μου, άρα ψηφίζω Χρυσή Αυγή από αντίδραση στις πολιτικές λιτότητας».

Αντιθέτως, αποτελεί το αποτέλεσμα βαθύτερων διεργασιών που έγκεινται στο ίδιο το προτσές κίνησης των μηχανισμών επιβολής. Το κανονιστικό, ιεραρχικό και «νομιμοποιητικό» πλαίσιο της επιβολής του «νόμου και της τάξης» σημασιοδοτείται και ανασημασιοδοτείται ως το κύριο πρόταγμα. Με αυτόν τον τρόπο, όλοι όσοι αμφισβητούν αυτό το πρόταγμα δύνανται να θεωρηθούν κοινωνικοί και ιδεολογικοί «εχθροί» και αντίπαλοι. Η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή, παρουσιάζοντας ένα απλοϊκό και μανιχαϊστικό μοντέλο ανάλυσης και ερμηνείας του σύνθετου και πολύπλοκου κοινωνικού κόσμου, τείνει να «προσφέρει» ένα ενισχυτικό πλαίσιο της ως άνω ιδεολογίας «επιβολής» του «νόμου και της τάξης», της τάξης που «εγχαράζει» τα όρια της κοινωνικής «νομιμοποίησης». Ο θεωρούμενος ως ο «αποκλίνων» από τον κυρίαρχο τύπο κανονιστικής συγκρότησης δύναται να «τιμωρηθεί».

Ως «χώρος» παραγωγής της ιδεολογίας του μίσους, η νεοναζιστική Χρυσή Αυγή αρθρώνεται και ανάγεται στην «κατηγορία» του «φύλακα» της «κανονικής» και κανονιστικής Πολιτείας από την επιβουλή των ποικιλώνυμων «άλλων». Έτσι, η «διείσδυση» της στο εσωτερικό των καταπιεστικών μηχανισμών του κράτους συντελείται πάνω στο έδαφος της ιδεολογικής και «πραγματικής» σύγκλισης, η οποία αφού «ζυμωθεί» ως πεδίο και σκευή ερμηνείας του τυπικού νόμου και του κοινωνικού «όλου» μετασχηματίζεται και μετουσιώνεται σε εκλογική υποστήριξη προς το νεοναζιστικό μόρφωμα. Η κοινωνική ισχύς που άντλησε το νεοναζιστικό μόρφωμα από συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις και μερίδες τάξεων, καθώς και από την στοίχιση της με την δράση των μηχανισμών κρατικής ρύθμισης αναδιαμόρφωσε και νοηματόδοτησε εκ νέου το πεδίο του κοινωνικού.

Ο εκφασισμός μίας κοινωνικής «ολότητας» «φιλτράρεται» και διαμεσολαβείται στο πεδίο της ζύμωσης φασιστικών κομμάτων-κατασταλτικών μηχανισμών, καθώς και στο πεδίο της προσίδιας «εκκίνησης» της διαδικασίας εκφασισμού κοινωνικών τάξεων. Και σε αυτήν την περίπτωση προφανώς δεν αρκεί η απλή εκλογική ανάλυση. Χρειάζεται να εστιάσουμε τα μεθοδολογικά εργαλεία ανάλυσης προς τις τομές και εγκάρσιες ρήξεις που συντελούνται στο πεδίο της άρθρωσης των κοινωνικών τάξεων. Επίσης, απαιτείται η ανάλυση των κρίσιμων και «κρισιακών» ιδεολογικών ζυμώσεων και συγκλίσεων.

«Εκείνο που εξειδικεύει μάλιστα τον φασισμό, είναι ότι, λόγω της ιδιαίτερης κρίσης στην οποία αντιστοιχεί, εξουδετερώνει πρώτα τις διχογνωμίες που υπάρχουν εξαιτίας του στον κρατικό μηχανισμό καταστολής, και φτάνει έτσι «συνταγματικά» στην εξουσία. Η εξουδετέρωση οφείλεται βασικά στο γεγονός ότι, τη στιγμή που αρχίζει η διαδικασία εκφασισμού, οι λαϊκές μάζες έχουν ήδη υποστεί διαδοχικές ήττες, και τη στιγμή της ανόδου του στην εξουσία ο φασισμός έχει ήδη εξασφαλίσει την υποστήριξη ή την ουδετερότητα του συνόλου του άρχοντος συγκροτήματος».[2]

Και εδώ είναι κρίσιμος ο ρόλος που διαδραματίζει το άρχον αστικό συγκρότημα εξουσίας. Την κρίσιμη στιγμή προ της ανόδου του φασισμού στην εξουσία, το άρχον συγκρότημα εξουσίας μετατοπίζει την προσίδια κοινωνική του ισχύ προς την κατεύθυνση «δομικής» υποστήριξης του φασιστικού κόμματος. Η «δομική» υποστήριξη προς το φασιστικό κόμμα προϋποθέτει την άρθρωση του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας ως κοινωνικού «όλου». Σε αυτό αναφέρεται ο Νίκος Πουλαντζάς: «τη στιγμή της ανόδου του στην εξουσία ο φασισμός έχει ήδη εξασφαλίσει την υποστήριξη ή την ουδετερότητα του συνόλου του άρχοντος συγκροτήματος εξουσίας». Η «επιτήδεια ουδετερότητα» του «συνόλου» του αστικού συγκροτήματος εξουσίας γέρνει προς την κατεύθυνση υποστήριξης του φασιστικού κόμματος.

«Ας υπενθυμίσουμε, τέλος, το φαινόμενο της διάστασης μεταξύ τυπικής και πραγματικής εξουσίας, που είναι ολοφάνερη μέσα στο κράτος σ’ όλη τη διάρκεια του εκφασισμού. Χαρακτηριστικά του φαινομένου: η κοινοβουλευτική κρίση, επακόλουθο της κρίσης κομματικής εκπροσώπησης· η κυβερνητική αστάθεια, επακόλουθο της ηγεμονιακής αστάθειας και ανικανότητας· τα παράλληλα δίκτυα εξουσίας (ομάδες πίεσης, ιδιωτικές, παραστρατιωτικές οργανώσεις κ.λ.π.), υποκατάστατα των πολιτικών κομμάτων· η έξαρση του ρόλου της εκτελεστικής εξουσίας και του κρατικού μηχανισμού καταστολής· ο σημαντικός ρόλος της αστυνομίας· η αποσύνθεση του δικαιικού συστήματος- της έννομης τάξης-, και η άμεση διάβρωση του δικαστικού σώματος από τον φασισμό κ.λπ».[3]

Κάποια από τα παραπάνω χαρακτηριστικά που ορίζουν το σύνθετο πλέγμα μεταξύ «τυπικής-κανονιστικής» και «πραγματικής-ουσιαστικής» εξουσίας αρθρώθηκαν στο εντός του γενικότερου «κρισιακού» περιβάλλοντος. Η διάσταση μεταξύ «τυπικής» και «πραγματικής» εξουσίας νοείται και προσδιορίζεται ως εγκάρσια τομή που συντείνει στην «κρίσιμη» μετάβαση σε ένα «νέο» ιεραρχικό-πραγματολογικό τύπο, ήτοι τον τύπο της φασιστικής εξουσίας. «Ποιοτικά» στοιχεία που συνθέτουν την όλη κρατική δομή παρατηρούνται και στο ύστερο (σημερινό) περιβάλλον της βαθιάς οικονομικής-συστημικής κρίσης. Τέτοια είναι η «έξαρση του ρόλου της εκτελεστικής εξουσίας και του κρατικού μηχανισμού καταστολής· ο σημαντικός ρόλος της αστυνομίας· ακόμη και η «κοινοβουλευτική κρίση, επακόλουθο της κρίσης εκπροσώπησης».

Και το ερευνητικό ερώτημα προκύπτει αβίαστα: έχουμε εισέλθει σε μία διαδικασία εκφασισμού της κοινωνίας; Αν ακολουθήσουμε την τυπολογική και μεθοδολογική προσέγγιση του Νίκου Πουλαντζά, θα λέγαμε πως εγγράφονται στο «κρισιακό» δικαιικό πεδίο κάποια στοιχεία της χαρακτηριστικής διαδικασίας εκφασισμού. Σαφώς όμως, για την επικράτηση του φασισμού απαιτείται η «δομική» υποστήριξη που θα παράσχει ως κοινωνικό «όλον» το άρχον αστικό συγκρότημα εξουσίας στο φασιστικό κόμμα, (για την «συντριβή του εργατικού κινήματος) καθώς και η «φασιστικοποίηση» του μεγαλύτερου μέρους του πεδίου του κοινωνικού. Το δεύτερο στοιχείο προϋποθέτει την «διάβρωση» από την φασιστική ιδεολογία και επιβολή του μεγαλύτερου μέρους των κοινωνικών τάξεων, και συγκεκριμένα και του μπλοκ των λαϊκών-κυριαρχούμενων τάξεων. Η «διάβρωση» του πεδίου του κοινωνικού από την φασιστική ιδεολογία και πρακτική, ισοδυναμεί και με την συγκρότηση φασιστικών συνδικάτων και σωματείων μέσα στους χώρους αναπαραγωγής του συσχετισμού δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.

Η σημερινή μορφή του κράτους προσιδιάζει στην μορφή ανάδυσης και αποκρυστάλλωσης ενός περιώνυμου «αυταρχικού κρατισμού». Οι αριστερές συσσωματώσεις, και το εργατικό-αντιφασιστικό κίνημα κινούνται προς την κατεύθυνση της κοινωνικής, πολιτικής, εκλογικής και ιδεολογικής «εκρίζωσης» του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής. Μία διαδικασία που σαφώς δεν είναι απλή και εύκολη. Αντιθέτως, απαιτεί καθημερινή δραστηριοποίηση μέσα στους χώρους εργασίας, εκεί όπου αναπαράγεται και «κινείται» η εργατική τάξη.

Σε κάθε εργασιακό χώρο, σε κάθε «γωνία» του αστικού «χώρου» (και σε εκπαιδευτικούς χώρους) απαιτείται η διαπάλη και η αντιπαράθεση με τον λόγο και την πρακτική του μίσους, του αποκλεισμού και της νεοναζιστικής βίας, μίας βίας που φθάνει μέχρι και την φυσική εξόντωση. Η αντιπαράθεση με την νεοναζιστική βία καλύπτει και το πλέγμα της άσκησης κρατικής-κατασταλτικής βίας. Ως ένα σημαντικό και «ποιοτικό» βήμα για το μπλοκ των λαϊκών-υποτελών τάξεων, για το εργατικό κίνημα, θεωρείται το αγωνιστικό πράττειν με στόχο τον δομικό και βαθύτατα «ποιοτικό»-δημοκρατικό μετασχηματισμό των δυνάμεων καταστολής, από κοινού με το σημαίνον της πλήρους και «ολικής» «εκρίζωσης» της Χρυσής Αυγής.

 

 

[1] Βλ.σχετικά, Πουλαντζάς Νίκος, ‘Φασισμός και Δικτατορία. Η Τρίτη Διεθνής αντιμέτωπη στον Φασισμό’, Μετάφραση: Αγριαντώνη Χριστίνα, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς/Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 2006, σελ. 372.[2] Βλ.σχετικά, Πουλαντζάς Νίκος,’ Φασισμός και Δικτατορία…ό.π, σελ. 372-373.[3] Βλ.σχετικά, Πουλαντζάς Νίκος, ‘Φασισμός και Δικτατορία…ό.π, σελ. 373.


Από: http://www.hitandrun.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s