Κορνήλιος Καστοριάδης:Είναι, ποιείν, λέγειν


Καστοριάδης11της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη
ΤΟ ΒΗΜΑ, 05-04-1998,
Κωδικός άρθρου: B12475S031

Το «Fait et a faire» (Οσα έγιναν και όσα είναι να γίνουν) είναι το τελευταίο έργο του έλληνα φιλοσόφου, που εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 1997, δέκα μήνες πριν από τον θάνατό του. (Είχε προηγηθεί, τον Μάρτιο του 1996, η έκδοση του βιβλίου του «La montee de l’ insignifiance» ­ Η άνοδος της ασημαντότητας ­, εκδόσεις Seuil).

Το βιβλίο περιλαμβάνει το ομότιτλο κείμενο του Καστοριάδη με το οποίο έκλεινε η τιμητική έκδοση που του αφιέρωσαν μια πλειάδα σύγχρονων φιλοσόφων και θεωρητικών («Autonomie et autotransformation de la societe», εκδόσεις Librairie Droz, 1989, σελ. 521) και δύο ακόμη ενότητες αφιερωμένες στην Ψυχή και στον Λόγο, με κείμενα που προέκυψαν από τις αναδιφήσεις του συγγραφέα την τελευταία δεκαετία.

Σ’ αυτές τις τρεις ενότητες του «Οσα έγιναν και όσα είναι να γίνουν» ο Καστοριάδης συμπυκνώνει τη συστηματική που ανέπτυξε στη μακρόχρονη πορεία της σκέψης του. Την ίδια στιγμή, αποσαφηνίζει σημεία της φιλοσοφίας ανοίγοντας έναν διάλογο με τους συγγραφείς του παραπάνω αφιερώματος.

Με τον διάλογο αυτόν, που στάθηκε εν τέλει ο ύστατος αποχαιρετισμός του, ο Καστοριάδης ξανανοίγει τη σκέψη του. Η φιλοσοφία του ως οντολογία του ιστορικο-κοινωνικού και του αστροφυσικού ­ παρά τη συνοχή και την πληρότητά της ­ αποφεύγει τον κίνδυνο να λειτουργήσει ως κλειστό σύστημα που αναπαράγει τα σχήματά του.

Αυτό γίνεται δυνατόν μέσα από επιστημολογικές, ιστορικές και ψυχαναλυτικές διερευνήσεις της ίδιας της φιλοσοφικής σκέψης που ξαναγυρίζει στον εαυτό της για να αναλογισθεί όσα έγιναν και όσα έκανε προκειμένου, τώρα, να γράψει την αληθινή ιστορία της ως ιστορίας του ανθρώπινου είναι-ποιείν-λέγειν.

Σ’ αυτή την ιστορία του ανοίγματος της σκέψης, την οποία αναλαμβάνει να γράψει ο Καστοριάδης, με εργαλεία την κριτική και τον στοχασμό, η φιλοσοφία αποσαφηνίζει όχι μόνο το καθεστώς ετερονομίας μέσα στο οποίο επί αιώνες λειτούργησε, αλλά και τους μηχανισμούς και τους τρόπους που θα έδιναν στον φιλοσοφικό λόγο τη δυνατότητα να υπερβεί τα εξουσιαστικά σχήματά του.

Μπορούμε να εννοήσουμε τη σημασία και την αξία αυτού του ανοίγματος της σκέψης μέσα από μια παράλληλη ανάγνωση του Καστοριάδη και του Φουκό, εφόσον και ο Καστοριάδης και ο Φουκό, εμπνεόμενοι από τη νιτσεϊκή γενεαλογία της ηθικής, αφήνουν πίσω τους έναν ιδεοποιημένο νου για να ανατρέξουν στις «ταπεινές» απαρχές του.

Οπου ο Φουκό κάνει λόγο για τη σχέση του σώματος με την ιστορία, μέσω της οποίας το σώμα σφυρηλατείται αλλά και καταστρέφεται, ο Καστοριάδης κάνει λόγο για τη σχέση της ψυχής ­ ως μορφοποίησης του ζωντανού σώματος ­ με την ιστορία, μέσω της οποίας η ψυχή κοινωνικοποιείται αλλά και εξανθρωπίζεται.

Και στις δύο περιπτώσεις, είτε πρόκειται για εξουσιαστικές πρακτικές (Φουκό) είτε πρόκειται για πρακτικές θέσμισης (Καστοριάδης), αυτό που αναδύεται είναι το άτομο που πάσχει και δρα ως Υποκείμενο μέσα στο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της ύπαρξής του.

Υπάρχει ωστόσο μια κεφαλαιώδης διαφορά ανάμεσα στο καστοριαδικό πρίσμα και στο φουκοϊκό πρίσμα, το οποίο επηρέασε εν πολλοίς τη μεταμοντέρνα σκέψη. Ενώ η τελευταία ταυτίζει την ορθολογικότητα με τον εξουσιαστικό λόγο που ανέπτυξε η Δύση, και απολυτοποιεί έτσι τον μηδενισμό που παρήγαγε δίνοντάς του διαστάσεις μεταφυσικές, ο Καστοριάδης τοποθετώντας την ορθολογική (ταυτιστική-συνολιστική) σκέψη στην πρώτη από τις στιβάδες του όντος εντοπίζει, μέσα στον ίδιο τον ψυχισμό μας, το κλειδί που επιτρέπει την έξοδό μας από τους λαβυρίνθους του ετερονομικού οικοδομήματος.

Φωτίζοντας τους μηχανισμούς της φαντασίας, μας δείχνει ότι η σκέψη είναι σε θέση να λύσει τα αινίγματα και τις απορίες που γεννούν οι ετερονομικές ιστορικές εμπειρίες και πράξεις, αρκεί να αντέξει η ίδια τη δοκιμασία μιας αυτοστοχαστικής ψυχανάλυσης.

Αυτό το εγχείρημα το ανέλαβε ο Καστοριάδης με μιαν ασίγαστη πολυμάθεια και κυρίως με μιαν ακατάβλητη στοχαστικότητα. Χωρίς τις θεμελιώδεις αποσαφηνίσεις του, θα ήμασταν αναγκασμένοι να μηρυκάσουμε την εικόνα ενός ανθρώπου ρυθμισμένου σε ένα αδιέξοδα επαναλαμβανόμενο μηδενιστικό πρόγραμμα βίας, αδικίας και εκμετάλλευσης. Θα ξεχνούσαμε έτσι τις προσπάθειες να ξεφύγουμε από τον ασφυκτικό κλοιό τους, που, ενώ ήταν απελπισμένες, τις περισσότερες φορές, δεν ήταν ποτέ μάταιες. Εδώ, φαντάζομαι, εντοπίζεται η δυσφορία που δοκίμαζε ο Καστοριάδης για την ψευτοδραματικότητα των μεταμοντέρνων αποτιμήσεων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο «Fait et a faire» το πάθος του φιλοσόφου για την αναζήτηση της αλήθειας και η σοφία που αποκόμισε από το άχθος της γίνονται ένα. Το ίδιο ένα γίνονται, στις σελίδες του, το πρόσωπο και το έργο του.

Αυτή τη σχεδόν αδύνατη ταύτιση προσώπου και έργου, που αποτελεί το επισφράγισμα της αυθεντικότητας του δημιουργού, λίγοι στοχαστές μπόρεσαν να την κατακτήσουν.

Ο Καστοριάδης ανήκει σ’ αυτόν τον σπάνιο αστερισμό των αυθεντικών στοχαστών. Οχι μόνο γιατί έφτιαξε τη φιλοσοφία του μοναχικά, αντισταθμίζοντας την ηθελημένη απομάκρυνσή του από εξουσιαστικά κέντρα σχεδιασμού και διαχείρισης με μιαν ανοιχτή επικοινωνία με όσους μπορούσαν ή διψούσαν να σκεφθούν με υπευθυνότητα, αλλά και γιατί έκανε να συγκλίνουν σ’ ένα ίδιο σημείο το ζην και το θεωρείν, δύο πηγές νοήματος που οι πρακτικές των μεταμοντέρνων διανοητών εμφανίζουν με τις αναλύσεις τους και αποδεικνύουν, έμπρακτα, με τις τακτικές τους ως αντιφατικές ή ασύμβατες.

Εδώ, η φιλοσοφία ως αποσαφήνιση όλων όσα μπορούμε ή πρέπει να σκεφθούμε ότι κάναμε δεν είναι μόνον ιδέα, αλλά και βίωμα, επιλογή και απόφαση που εκβάλλει σε μια στάση και έναν τρόπο ζωής όπου η κριτική δοκιμάζεται με μέτρο τη ριζική κατανόηση και η αγωνιστική ελέγχεται με κριτήριο την ανειλημμένη ευθύνη.

Και πράγματι σ’ αυτό το βιβλίο το θεωρητικό εγχείρημα του συγγραφέα αποκτά ιδιαίτερη δραματικότητα καθώς μετατρέπεται σε μιαν επιχείρηση διάσωσης της σκέψης μας και της συνοχής μας, μέσα στις σύγχρονες «φιλελεύθερες ολιγαρχίες» (όπως ονόμαζε τις σύγχρονες τυπικές δημοκρατίες) όπου οι πολλαπλές και επάλληλες κρίσεις που μαστίζουν την κοινωνική ζωή γίνονται αδιέξοδες καταστάσεις λόγω της εντεινόμενης κρίσης των φαντασιακών σημασιών.

Η στοχαστική ανάλυση σε συνδυασμό με την ενεργοποίηση της κριτικής και την ενίσχυση της δημοκρατίας, σε όλα τα πεδία συνύπαρξης ή αναμέτρησης, μας αποκαλύπτεται εδώ, ως η μόνη αντίσταση στο κύμα α-νοητότητας που πλήττει τον μεταμοντέρνο κόσμο.

Η κυρία Αλεξάνδρα Δεληγιώργη είναι συγγραφέας, αναπληρώτρια καθηγήτρια Φιλοσοφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

http://www.costis.org/x/castoriadis/einai.htm

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s