Έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για τη δραματική κατάσταση στην αγορά εργασίας: Τριάντα χρόνια πίσω η αγοραστική δύναμη των χαμηλόμισθων


Στα επίπεδα του 1980 έχει καταλήξει, εν μέσω της κρίσης, η αγοραστική δύναμη των χαμηλόμισθων, εκείνων δηλαδή που λαμβάνουν τον βασικό μισθό, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ) που εκτός των άλλων, καταδεικνύει και την αύξηση των εργαζομένων που καθυστερούν να πληρωθούν.

Χαμηλοί μισθοί, ανασφάλιστη εργασία και ευέλικτες μορφές απασχόλησης, είναι το τρίπτυχο που συνοψίζει την κατάσταση στην αγορά εργασίας του σήμερα, σύμφωνα με το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, περίπου 850.000 εργαζόμενοι καθυστερούν να λάβουν τον μισθό τους, από 1 μήνα έως και 12 μήνες.

Ακόμη, σε ό,τι αφορά στον μέσο πραγματικό μισθό στον ιδιωτικό τομέα έχει γυσρίσει στα επίπεδα του 1980 και ανέρχεται στα 750 με 800 ευρώ μεικτά, από 1.100 που ήταν στην αρχή της κρίσης, παρουσιάζοντας μείωση, κατά μέσο όρο, 23%. Το πλήγμα είναι μεγαλύτερο, σε ό,τι αφορά στους κατώτατους μισθούς των εργαζομένων που από 751 ευρώ μειώθηκαν κατά 22% στα 560 ευρώ μεικτά για τους άνω των 25 ετών και κατά 32% στα 510 ευρώ μεικτά για τους εργαζόμενους κάτω των 24 ετών.

Πηγή: Κέρδος

ΜΕΡΙΚΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟ WOODSTOCK….


1.Πού έγινε;

Το φεστιβάλ του Woodstock δεν έγινε στο Woodstock.
Σχεδιαζόταν να γίνει εκεί, αλλά οι κάτοικοι, είχαν ξεσηκωθεί, και απειλούσαν πως αν πατούσαν εκεί οι «βρωμοχίπηδες», θα τους κυνηγούσαν με τις τσουγκράνες. Έτσι, οι διοργανωτές, μετέφεραν το φεστιβάλ σε φάρμα (Max Yasgur’s) της πόλης Bethel, που απέχει, 100 σχεδόν χιλιόμετρα, από το Woodstock.

2.Ποιοί το διοργάνωσαν;

Το φεστιβάλ διοργανώθηκε από τέσσερις πανέξυπνους νεαρούς (ο μεγαλύτερος ήταν 27 χρόνων), που ήθελαν με αυτόν τον τρόπο να βγάλουν χρήματα για να αποκτήσουν στούντιο ηχογραφήσεων. Τα ονόματά τους : John Roberts, Joel Rosenman, Artie Kornfeld, και Mike Lang.

3.Πότε έγινε και πόσες μέρες διήρκεσε;

Το Φεστιβάλ σχεδιαζόταν τριήμερο 15 -17 Αυγούστου 1969. Το κεντρικό σύνθημα ήταν «3 ΜΕΡΕΣ ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗΣ», και έτσι (3 DAYS OF PEACE AND MUSIC) τυπώθηκε στην αφίσα. Τελικά όμως, εξελίχθηκε τετραήμερο, και μάλιστα στις 18 Αυγούστου 1969, την τέταρτη μέρα, εμφανίστηκε ο Hendrix, τον οποίο οι περισσότεροι δεν είδαν, αφού είχαν φύγει από τη νύχτα της τρίτης μέρας, νομίζοντας ότι το φεστιβάλ τελείωσε.

Ρωσικό εμπάργκο και Ελληνικό προτεκτοράτο


ΤΑΚΗΣ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
Τις τελευταίες ημέρες πολλοί Ευρωπαίοι αγρότες, μεταξύ των οποίων και Έλληνες, ξυπνώντας από τον λήθαργο στον οποίο τους έχουν εξαναγκάσει η Υπερεθνική ελίτ (Υ/Ε) και οι τοπικές Κοινοβουλευτικές Χούντες, διαπίστωσαν με έκπληξη ότι όχι μόνο δεν ελέγχουν την οικονομία της χώρας τους, (της οποίας ο έλεγχος έχει περιέλθει στις Ευρω-ελίτ από τότε που τους έβαλαν στην ΕΕ και την Ευρωζώνη), αλλά ούτε καν μετέχουν στη λήψη αποφάσεων που αφορούν άμεσα την ζωή τους. Είτε την καθημερινή τους ζωή, όπως μόλις διαπίστωσαν οι αγρότες που βλέπουν τον κόπο μιας ολόκληρης χρονιάς να πετάγεται στις χωματερές, είτε ακόμη και την ίδια την επιβίωση αυτών και των παιδιών τους, σε περίπτωση πολέμου.
Πολλοί, δηλαδή, μόλις σήμερα αρχίζουν και συνειδητοποιούν ότι ακόμη και η υπέρτατη απόφαση ενός λαού εάν θα αναμιχθεί η όχι σε ένα καταστροφικό πόλεμο δεν παίρνεται πια στο εθνικό επίπεδο, αλλά στο υπερεθνικό, από την Υ/Ε (δηλ. βασικά την Ομάδα των 7) και τις Ευρω-ελιτ στον χώρο μας. Και σήμερα δεν μιλάμε πια απλά για οικονομικό πόλεμο, αφού είναι φανερό σε κάθε μη πληρωμένο κονδυλοφόρο ότι ο οικονομικός πόλεμος που μαίνεται σήμερα, (όχι βέβαια λόγω ενδο-ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων, όπως λένε οι Νεάντερνταλ «Μαρξιστές της συμφοράς») μπορεί κάλλιστα να είναι το πρελούδιο ενός καταστροφικού πολέμου. Εκτός, βέβαια, εάν οι αντιστεκόμενοι στην παγκοσμιοποίηση λαοί, όπως ο Ρωσικός (εξαιρώντας βέβαια τους ευνοούμενους της παγκοσμιοποίησης που είναι ζήτημα εάν είναι το ένα τέταρτο του λαού) τελικά υποταχθούν στην ΝΔΤ και την Υ/Ε. Έτσι, ο ανύποπτος Ελληνικός λαός σε τέτοιο ακριβώς πόλεμο μπορεί να οδηγηθεί από τους τυχάρπαστους επαγγελματίες πολιτικάντηδες-οργανέτα της Υ/Ε που παριστάνουν την κυβέρνηση της κοινοβουλευτικής Χούντας, καθώς και τα πανάθλια κανάλια των κλεπτοκρατών που τους στηρίζουν.

Aγροφύλακα και ασφαλίτη γωνία, ιστορίες απ’ το χωριό…


του Χρήστου Σύλλα

 

«Αυτός εκεί, που μιλάει έξω στο τηλέφωνο, είναι ασφαλίτης», λέει ο Λ. δείχνοντας συνωμοτικά έναν τύπο που κουβαλάει τη λέξη συνωμοσία στο δερμάτινό του, φοράει ένα φαρδύ παντελόνι και παπούτσια σκαρπίνια, άλλης εποχής. Η γαμημένη η φυσιογνωμική είναι ένα από τα ορμητήρια του φασισμού αλλά καμιά φορά, έτσι όπως έχουμε γίνει, πέφτει μέσα: στους φόβους, στα στερεότυπα και στις εικόνες που κατασκευάζουμε για το κράτος και τα δουλικά του, για τα πιο κοντικά και τα πιο μακρινά χέρια του.

Καμιά φορά οι κατασκευές είναι αληθινές.

Ο Λ. λέει ότι τον έχει δει έξω από το μαγαζί να μαζεύει με «κάτι άλλους» με πολιτικά, «κάτι μετανάστες». Κάπως έτσι, κάτι το ένα, κάτι το άλλο, μια εθνική συμφιλίωση τότε, ένα παρτάκι κατανάλωσης πιο μετά, κάτι μαγκιές στο δρόμο, στις παραλίες και στα πορτοφόλια, κάτι λάμψεις από οράματα αγίας καριέρας που τραγουδήθηκαν αργότερα ως «αγία νοσταλγία» και λοιπά χιλιοτραγουδισμένα.

Ο ασφαλίτης λοιπόν είχε έναν πατέρα που ήταν αγροφύλακας. Έτσι λέει ο Κ. που κάθεται δίπλα μου και έχει στήσει αυτί σ’ αυτά που μου λέει ο Λ. – έρχεται και προσφέρει στη συζήτηση την κατάλληλη στιγμή.

«Οι αγροφύλακες ήταν ρουφιάνοι εκείνη την εποχή, όσοι ήθελαν τον βασιλιά και λοιπά, τους είχανε τακτοποιήσει. Άκου να δεις τι είχε κάνει αυτός (ο αγροφύλακας) για τον γιό του (τον ασφαλίτη). Η μάνα μου ήτανε δασκάλα, και μια μέρα, πιτσιρίκι εγώ τότε, τον θυμάμαι να έρχεται με μανία και λύσσα και να χτυπάει την πόρτα του σπιτιού μας, κόντεψε να την γκρεμίσει θυμάμαι. Μπαμ, μπαμ, χτύπαγε σαν τρελός. Ανοίγει η μάνα μου την πόρτα, τονε βλέπει έξω. ‘Κυρία’, της λέει αυτός με ένα ύφος παρακαλετό μάλλον παρά απειλητικό. ‘Θέλω να περάσεις τον γιό μου στην επόμενη τάξη γιατί θέλω να τονε κάνω παπά’…».

Στην «οδό Αγροφύλακα και Ασφαλίτη» πάντα υπάρχει μια μυρωδιά από λιβάνι και αντίδωρο: για να πάνε όλα καλά, να υπάρχει δουλειά, και να μας φυλάνε εκείνοι καλά και τα παιδιά τους καλύτερα.

Πηγή. http://thecricket.gr/2014/06/istories_apto_chorio/

Μέσα στη Βόρεια Κορέα… «Enter Pyongyang»


Ο σκηνοθέτης και κινηματογραφιστής JT Singh με τη βοήθεια του Rob Whitworth, «μπήκε» στα άδυτα της καθημερινής ζωής της Pyongyang και κατέγραψε τη ζωή στην πρωτεύουσα της χώρας του Κιμ Γιονγκ Ουν.

Πρόκειται για μια σπάνια καταγραφή σε βίντεο. Πέραν από τις εικόνες που μεταφέρουν τα δυτικά ΜΜΕ, οι παραγωγοί του φιλμ δηλώνουν πως στην πρωτεύουσα της Βόρειας Κορέας μπορείς να διακρίνεις έναν περήφανο πολιτισμό που θέλει να εκσυγχρονιστεί παρά το γεγονός ότι ακόμα και σήμερα ζει στη δύνη του ψυχρού πολέμου.

Συνέχεια

Γέλιο στο σκοτάδι (Ο Robin Williams και οι αρετές της αυτοκτονίας)


Sylvia Sylvia

Γέλιο στο σκοτάδι
Ο Robin Williams και οι αρετές της αυτοκτονίας
από τον BINOY KAMPMARK * (μετάφραση, προσαρμογή, Sylvia)

   «Τώρα αφήστε το προσωπικό ηθικό συναίσθημα του αναγνώστη, ν’αποφασίσει,για το αν ή όχι η αυτοκτονία είναι μια εγκληματική πράξη.»
 – Arthur Schopenhauer, Για την αυτοκτονία, στις μελέτες της απαισιοδοξίας.  

Ο Θάνατος ποτέ δεν στερεύει από ανθρώπους που προσηλυτίζει. Για να το θέσω αλλιώς, ο θάνατος δεν παίρνει ποτέ όλα του τα οφειλούμενα. Οι κωμικοί ενώ δεν ταιριάζουν καλά σε αυτό το σκηνικό- είναι ιδιαίτερα ελκυστικοί στόχοι στην επιχείρηση του θανάτου. Ειρωνία είναι, ότι οι κλόουν μερικές φορές προσλαμβάνονται για να κάνουν τους αρρώστους στα νοσοκομεία να γελούν, να δώσουν την εντύπωση, ότι ο κόσμος δεν είναι τόσο θλιβερός όσο τους φαίνεται.

Όσο περισσότερο ασχολείται κάποιος με την δραστηριότητα να προκαλεί το γέλιο σε άλλους, τόσο περισσότερα δίνει. Είναι μια πηγή, που ποτέ δεν στερεύει. Μπορούμε να πούμε πολλά, ότι ο πρόσχαρος άνθρωπος είναι ένας δημιουργικός δωρητής, και αυτός που γελάει σε απόκριση, είναι ένας πειρατής συναισθημάτων, ένας παραλήπτης, ναι, αλλά έίναι ένας παρασιτικός. Αν και ποτέ δεν θα γνωρίσουμε την έκταση, του τι περνούσε, ένας κωμικός όπως ο Robin Williams, όταν αφαιρούσε τη ζωή του, ένα αίσθημα εκμετάλλευσης είναι πολύ πιθανό να υφίστατο. Ο κωμικός είναι καταδικασμένος να υποφέρει, και όταν η ζωή του αυτή αφαιρείται από το χέρι του ίδιου του κωμικού, θα υπάρξουν σίγουρα ερωτηματικά.

Συνέχεια