Η άνοδος του κεϊνσιανισμού


Πριν από την εμφάνιση των νεοφιλελεύθερων οικονομικών, ο κεϊνσιανισμός ήταν η κυρίαρχη ιδεολογία που διδασκόταν στις οικονομικές σχολές και η de facto αφετηρία των οικονομικών πολιτικών, που ακολουθήθηκαν μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σύμφωνα με μια μελέτη του κεϊνσιανισμού της δεκαετίας του ’80:

«Χάρη σ’ αυτή τη νέα οικονομική θεωρία, ήταν ευρέως αποδεκτό ότι με τον κατάλληλο χειρισμό του προϋπολογισμού και των νομισματικών πολιτικών, ο Κέινς μπορούσε να καθορίσει την ενεργή ζήτηση σε επίπεδο όπου θα εξαλειφόταν λίγο ως πολύ η ακούσια ανεργία».

Την περίοδο εκείνη οι κρατικές παρεμβάσεις στην οικονομία θεωρούνταν ευρέως ως κάτι πολύ φυσιολογικό και αναγκαίο για τη λειτουργία του καπιταλισμού. Πράγματι, αναπτύχθηκε τότε ένα ολόκληρο φάσμα μέτρων, που έκαναν αποδεκτή μια κρατικομονοπωλιακή μορφή του καπιταλισμού. Τα μέτρα αυτά ξεκινούσαν από ελλειμματικούς προϋπολογισμούς, εκτείνονταν σε «μικτές» μορφές οικονομίας (συνύπαρξη δηλαδή του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα) και έφταναν μέχρι και πλήρη κρατική ιδιοκτησία.

Οι πολιτικές αυτές έγιναν αποδεκτές με πολλούς τρόπους από διάφορες κυβερνήσεις, ανεξάρτητα από το κομμάτι του πολιτικού φάσματος στο οποίο ανήκαν. Οι ρίζες του κεϊνσιανισμού βρίσκονται στη μεγάλη ύφεση της δεκαετίας του ‘30. Η βαθιά αυτή κρίση του καπιταλισμού, που σημαδεύτηκε από μαζική κατάρρευση της παραγωγής και του παγκόσμιου εμπορίου και υψηλά ποσοστά ανεργίας σε όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, αιχμαλώτισε όλα τα αναπτυγμένα έθνη για μία δεκαετία. Προκάλεσε βαθύ κοινωνικό αναβρασμό, καθώς δεν φαινόταν να υπάρχει τέλος στη δυστυχία του κόσμου. Στο απόγειο της κρίσης, εκτιμάται ότι η ανεργία στις ΗΠΑ έφτασε το 25%.

Πριν από την ύφεση, η αστική οικονομία δεχόταν τη θεωρία ότι όλες οι αγορές αυτορυθμίζονται και αυτοδιορθώνονται. Σε μια περίοδο που το εργατικό κίνημα αναπτυσσόταν, η κυρίαρχη οικονομική θεωρία απέρριπτε την εργασιακή θεωρία της υπεραξίας (η οποία ήταν αποδεκτή από κλασικούς οικονομολόγους όπως ο Ricardo και ως ένα βαθμό και από τον Adam Smith), η οποία υποστήριζε ότι η αξία των εμπορευμάτων καθορίζεται από την εργασία που ενσωματώνεται σε αυτά. Οι ερμηνείες της εργασιακής θεωρίας της αξίας ποικίλλουν, αλλά είναι κοινά αποδεκτό ότι το εμπόρευμα αποκτά αξία κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας και μέσω της ανθρώπινης εργασίας. Παρ’ όλα αυτά, η αποδοχή της σημαντικότητας της εργασίας μέσα στην κυρίαρχη οικονομική θεωρία είχε το δυσάρεστο επακόλουθο (για τους καπιταλιστές) ότι εξηγούσε την ύπαρξη της υπεραξίας ως απλήρωτη εργασία και ξεκαθάριζε ότι η εργατική τάξη έπαιζε κεντρικό ρόλο στη λειτουργία του συστήματος και ότι, πολύ περισσότερο, ήταν η τάξη που είχε τη δύναμη να ανατρέψει το κυρίαρχο σύστημα. Έτσι λοιπόν, οι αστοί οικονομολόγοι, των οποίων η έγνοια ήταν να υπερασπιστούν την ομαλή λειτουργία του καπιταλισμού, κατασκεύασαν εναλλακτικές ερμηνείες που αντικαθιστούσαν την εργασιακή θεωρία της αξίας με άλλες, περισσότερο υπερφυσικές ερμηνείες και ως εκ τούτου τελείως ακίνδυνες.

Ο Μαρξ αποκαλούσε αυτούς που εφεύρισκαν τέτοιες θεωρίες χυδαίους οικονομολόγους (απολογητές του συστήματος). Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας θεωρίας ήταν ο νόμος του Say (πήρε το όνομά του από τον γνωστό οικονομολόγο J.B.Say, που γεννήθηκε το 17ο αιώνα), ο οποίος ήταν η κυρίαρχη άποψη πριν από το 1930. Ο νόμος του Say υποστήριζε ότι η παραγωγή προκαλεί τη δική της ζήτηση. Ως αποτέλεσμα, η αντίληψη των οικονομολόγων ήταν ότι η δαπάνη ενός ανθρώπου γινόταν αυτόματα το εισόδημα κάποιου άλλου. Το παραπάνω σημαίνει ότι υπάρχει μια «κυκλική ροή εισοδήματος και δαπάνης» σε μια οικονομία. Άρα, υπερπαραγωγές ή ελλείψεις δεν μπορούσαν παρά να είναι παροδικά τυχαία φαινόμενα. Και συνεπώς, το κράτος δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να προσπαθήσει να λύσει το πρόβλημα της ύφεσης, αλλά απλά να περιμένει μέχρι το σύστημα να αυτορυθμιστεί. Όλα αυτά εξελίχθηκαν στην κυρίαρχη θεωρία της ελεύθερης αγοράς, που έγινε αποδεκτή από τη λεγόμενη νεοκλασική σχολή. Όμως, η σοβαρή και φαινομενικά ανεξέλεγκτη Μεγάλη Ύφεση άνοιξε το δρόμο για μια αναθεώρηση της οικονομικής σκέψης.

Ο Τζον Μέιναρντ Κέινς ήταν ένα Βρετανός οικονομολόγος που έζησε από το 1883 μέχρι το 1946. Ήταν ένας χαρισματικός συγγραφέας με πιο γνωστό έργο του τη «Γενική Θεωρία της Εργασίας, των Επιτοκίων και του Χρήματος», που εκδόθηκε το 1936 (αν και ο ίδιος ήταν αρκετά γνωστός από τα τέλη της δεκαετίας του ’20). Το βιβλίο εμφανίστηκε στο προσκήνιο, καθώς η Μεγάλη Ύφεση κορυφωνόταν. Αμφισβήτησε σοβαρά την κυρίαρχη οικονομική θεωρία της εποχής. Και στο τελευταίο μέρος του πρότεινε μια σειρά από πολιτικές για να τερματιστεί η κρίση.

Από την καπιταλιστική σκοπιά, η κεϊνσιανή θεωρία ήρθε την κατάλληλη στιγμή, παρέχοντας στην κυρίαρχη τάξη μια στρατηγική για να αντιμετωπίσει την κρίση σε μια περίοδο κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο κατέληγαν σε επαναστατικά συμπεράσματα. Όπως έγραψε ο μαρξιστής οικονομολόγος Πολ Μάτικ:

«Τα μεγάλα κοινωνικά και οικονομικά σκαμπανεβάσματα του καπιταλισμού του 20ού αιώνα τσάκισαν την εμπιστοσύνη στην εγκυρότητα του laissez-faire.[6] Κανείς δεν μπορούσε πλέον να αγνοεί την κριτική του Μαρξ στην αστική κοινωνία και οικονομία. Η υπερπαραγωγή του κεφαλαίου με την ταυτόχρονη πτώση του ποσοστού κέρδους, την έλλειψη των επενδύσεων, την υπερπαραγωγή των εμπορευμάτων και τη διογκούμενη ανεργία –τα οποία είχε προβλέψει ο Μαρξ– ήταν η αδιάψευστη πραγματικότητα και τα προφανή αίτια των πολιτικών σκαμπανεβασμάτων της εποχής. Το να αντιλαμβάνεται κανείς αυτά τα γεγονότα ως προσωρινές ανισορροπίες που σύντομα θα αυτοδιορθώνονταν μέσω μιας αύξησης της καπιταλιστικής παραγωγής, δεν μείωνε στο ελάχιστο τη σημασία των αναγκαίων κρατικών παρεμβάσεων, με σκοπό την αποκλιμάκωση της ύφεσης και την εξασφάλιση κάποιων μέτρων κοινωνικής σταθερότητας. Η θεωρία του Κέινς ταίριαξε σε αυτή την κατάσταση. Αποδεχόταν τις οικονομικές προβλέψεις του Μαρξ, χωρίς να αποδέχεται τον μαρξισμό, εκπροσωπούσε μια πιο ασθενή εκδοχή της κριτικής του καπιταλισμού, ενώ, τέλος, ο στόχος του ήταν να συγκρατήσει την πτώση του συστήματος και να αποτρέψει την κατάρρευσή του».

Παρά τα λάθη που διέβλεπε στο σύστημα, ο Κέινς ήταν σαφώς υπέρ του καπιταλισμού και υπέρ των ανισοτήτων στη διανομή του πλούτου, καθώς θεωρούσε ότι αυτός ήταν ο τρόπος για να υπάρξει σημαντική αύξηση του κεφαλαίου. Στο έργο του «Οικονομικές συνέπειες της Ειρήνης» έγραφε:

«Η έντονη συσσώρευση κεφαλαίου που, προς όφελος όλης της ανθρωπότητας, παράχθηκε στο μισό του αιώνα πριν από τον πόλεμο, δεν θα μπορούσε ποτέ να παραχθεί σε μια κοινωνία όπου ο πλούτος θα μοιραζόταν εξίσου».

Σε τελική ανάλυση ο Κέινς δεν ήθελε να αντικαταστήσει τον καπιταλισμό, αλλά να ρυθμίσει τη λειτουργία του συστήματος, χωρίς να αλλοιώσει τα βασικά χαρακτηριστικά του. Ήταν αρκετά ξεκάθαρος όσον αφορά την αναγκαιότητα να υπάρξουν πρακτικά μέτρα και θεωρητική υποστήριξη σ’ αυτά, προκειμένου να σωθεί ο καπιταλισμός και να καταπολεμηθούν οι επαναστατικές θεωρίες.

Σε ένα γράμμα του προς τον Ρούζβελτ το 1933, μετά την εφαρμογή των πρώτων μέτρων του New Deal, έγραφε:

«Είστε ο εκλεκτός όσων σε κάθε χώρα προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τα δεινά της κατάστασης με συνετό πειραματισμό, μέσα στο πλαίσιο του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος. Αν αποτύχετε, η συνετή αλλαγή θα υπονομευτεί βαθύτατα σε όλο τον κόσμο και οι μόνες δυνάμεις, που θα παραμείνουν για να λύσουν τα προβλήματα, θα είναι αυτές της ορθοδοξίας και της επανάστασης».

Ο Κέινς δεν ήταν ο πρώτος που έγινε διάσημος, ασκώντας κριτική στην καπιταλιστική ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς. Αλλά οι ιδέες του κυριάρχησαν, καθώς παρείχαν μια εξήγηση, για τη Μεγάλη Ύφεση, που έστεκε περισσότερο από αυτές που έδιναν οι νεοκλασικοί προκάτοχοί του. Στο κέντρο του ο κεϊνσιανισμός αντιλαμβάνεται τις κρίσεις ως φαινόμενα που προκύπτουν λόγω υποκατανάλωσης. Αυτό σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην υπερπαραγωγή προϊόντων, που δεν μπορούν να πουληθούν επικερδώς, αλλά στους καταναλωτές που, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, δεν καταναλώνουν επαρκώς, ώστε να τονώνονται οι επενδύσεις.

Ο Κέινς ισχυριζόταν ότι δεν μεταφράζονται αυτόματα όλα τα εισοδήματα σε κατανάλωση μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η παραπάνω πρόταση έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τον τέλειο κύκλο εισοδήματος-δαπάνης που περιγράφει ο νόμος του Say. Πολύ περισσότερο σε συνθήκες ύφεσης, οι καπιταλιστές φοβούνται να επενδύσουν τα κεφάλαιά τους, εφόσον δεν αναμένουν κέρδη. Αντίθετα, απέχουν από τις επενδύσεις και ο ρυθμός της αποταμίευσης αυξάνεται. Η μείωση των επενδύσεων έχει ως αποτέλεσμα απολύσεις και αποκλιμάκωση της παραγωγής. Αυτά με τη σειρά τους βαθαίνουν ακόμα περισσότερο την ύφεση. Έλεγε λοιπόν ο Κέινς πως, αν αφεθούν να λειτουργήσουν από μόνοι τους οι μηχανισμοί του καπιταλισμού, τότε το σύστημα θα βυθίζεται όλο και πιο συχνά σε βαθιές κρίσεις. Έτσι, οι πολιτικές που πρότεινε ως διέξοδο ήταν ένας συνδυασμός νομισματικής πολιτικής και έντονων κρατικών παρεμβάσεων.

Η λογική ήταν ότι η οικονομική δραστηριότητα καθορίζεται από την ενεργό ζήτηση. Σε περιόδους ύφεσης και υπερπαραγωγής, το να κατακρατούν τα κεφάλαιά τους οι καπιταλιστές και να προχωρούν σε απολύσεις και περικοπές μισθών ήταν το ακριβώς αντίθετο από αυτό που έπρεπε να συμβεί. Συνακόλουθα και οι εργάτες, που βρίσκονται απότομα σε επισφαλή θέση, τείνουν να περιορίζουν την κατανάλωση τους και προσπαθούν να εξοικονομήσουν όσο μπορούν, για να αντιμετωπίσουν την περίπτωση να απολυθούν. Το καθαρό αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι η πτώση της κατανάλωσης αγαθών στο σύνολο της οικονομίας, κάτι που υποδαυλίζει το ήδη υπάρχον πρόβλημα της υπερπαραγωγής. Με τη σειρά τους οι καπιταλιστές θα μειώσουν κι άλλο τις επενδύσεις και ο φαύλος κύκλος θα συνεχιστεί.

Η λύση βρισκόταν στο να παίξει το κράτος ενεργό ρόλο στην οικονομία, πρώτον μέσω του χειρισμού των επιτοκίων, ώστε να μετριαστεί ο πληθωρισμός (ή ο αποπληθωρισμός αναλόγως) και δεύτερον μέσω στρατηγικών που θα τόνωναν την ενεργό ζήτηση. Στο δέκατο κεφάλαιο της «Γενικής Θεωρίας» του, ο Κέινς παρουσιάζει ένα διάσημο πλέον υποθετικό παράδειγμα για το πώς θα μπορούσε να εξαφανιστεί η ανεργία μέσω των κρατικών πολιτικών: να γεμίζει μπουκάλια με γραμμάτια, να τα θάβει σε άδεια ορυχεία και μετά να αφήνει ιδιωτικές εταιρίες να ξεθάψουν τα γραμμάτια. Θα ήταν πιο λογικό το κράτος να έχτιζε σπίτια ή κάτι παρόμοιο. Αλλά, αν υπάρχουν πολιτικές και πρακτικές δυσκολίες στο να συμβεί κάτι τέτοιο, το παραπάνω είναι προτιμότερο από το τίποτα…

Να τι έγραψε σχετικά ο Μάτικ:

«Από τη συγκεκριμένη οπτική, είναι υπόθεση της κυβέρνησης να διαφυλαχθεί η ύπαρξη και η λειτουργία των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Πέραν των γενικών ευεργετικών επιδράσεων των κυβερνητικών –νομισματικών και δημοσιονομικών– πολιτικών, οι επιχειρήσεις που βρίσκονται σε δύσκολη θέση πρέπει να στηριχθούν από ειδικά πιστωτικά ιδρύματα. Τα δημόσια έργα πρέπει να πραγματοποιηθούν με προοπτική την εξυπηρέτηση των αναγκών του ιδιωτικού κεφαλαίου – οι δρόμοι για τη διευκόλυνση της αυτοκινητοβιομηχανίας, τα αεροδρόμια για τις αεροπορικές εταιρίες κ.λπ. Πέραν της ιδιαίτερης φροντίδας για τις νέες επενδύσεις πρέπει επίσης να υπάρξει αύξηση της διάθεσης για κατανάλωση μέσω νομοθετικών ρυθμίσεων, που θα προάγουν την κοινωνική ασφάλεια και έτσι θα υποβοηθείται η οικονομική σταθερότητα».

Αξίζει να αναρωτηθεί κανείς γιατί να δοθεί έμφαση στη ζήτηση, αντί να υπάρξουν φοροαπαλλαγές ή άλλα αντίστοιχα πακέτα που να δίνουν κεφάλαια στα χέρια των επενδυτών; Ο Κέινς συμφωνούσε πως η αύξηση του ρυθμού των επενδύσεων θα μπορούσε να πετύχει τον επιθυμητό στόχο της αύξησης της κατανάλωσης της κοινωνίας. Παρ’ όλα αυτά παρατήρησε πως όσο οι επιχειρήσεις και οι πλούσιοι συσσώρευαν περισσότερο πλούτο, τόσο μικρότερο ποσοστό των αποταμιεύσεών τους έτειναν να επενδύουν. Αυτή η «προτίμηση ρευστότητας», όπως την ονόμασε, ήταν αποτέλεσμα των προσδοκιών ότι οι αποδόσεις των επενδύσεων θα μειώνονταν. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να ενθαρρυνθούν οι καπιταλιστές να επενδύσουν, αλλά αυτό ισχύει μέχρις ενός σημείου. Τελικά, οι αποταμιεύσεις θα αυξάνονται περισσότερο από τις επενδύσεις. Και καθώς αυτό θα συμβαίνει, η ενεργός ζήτηση θα μειώνεται και το πραγματικό επίπεδο εργασίας θα υπολείπεται της συνολικής προσφοράς εργασίας. Οπότε τα μέτρα, που αυξάνουν τη ζήτηση, έχουν περισσότερες πιθανότητες να τονώσουν τις επενδύσεις από το να διοχετευτούν χρήματα απευθείας στα χέρια των επενδυτών.

Η ανάλυση του Κέινς ήταν σαφώς προσανατολισμένη στο να διασώσει τον καπιταλισμό και όχι να τον ανατρέψει. Έγραφε σχετικά:

«Η επέκταση των δραστηριοτήτων του κράτους, που έχουν ως στόχο την αποκατάσταση της διάθεσης για κατανάλωση και επενδύσεις, θα αντιμετωπίζονταν ως φριχτές παραβιάσεις των ελευθεριών και της σημαντικότητας του ατόμου από έναν τυπικό Αμερικάνο επιχειρηματία του 19ου αιώνα. Την υπερασπίζομαι όμως, αφού είναι ο μόνος εφικτός τρόπος να αποτρέψουμε την ολοσχερή καταστροφή των υπαρκτών οικονομικών δομών. Επίσης, οι παρεμβάσεις αυτές είναι η προϋπόθεση για την επιτυχή λειτουργία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας».

Η διάθεση του Κέινς να αποκαταστήσει την ομαλή λειτουργία του καπιταλισμού δεν ήταν το μόνο που τον διαχώριζε από τον Μαρξ. Η θεωρία του για τις κρίσεις ήταν επίσης εντελώς διαφορετική. Ο Μαρξ διέβλεπε στην κινητήριο δύναμη του καπιταλισμού –στο κυνήγι του κέρδους– την τάση να γίνεται η συσσώρευση για τη συσσώρευση. Αντίθετα, ο Κέινς έλεγε πως

«Η κατανάλωση… είναι ο μοναδικός σκοπός και αντικείμενο όλης της οικονομικής δραστηριότητας».

Η έλλειψη της ενεργούς ζήτησης στην κεϊνσιανή θεωρία των κρίσεων είναι ένας άλλος τρόπος να πει κανείς ότι το κεφάλαιο δεν επενδύεται. Δεν εξηγείται όμως το γιατί. Με λίγα λόγια, ενώ για τον Μαρξ η πιθανότητα διαχωρισμού της αγοράς από την πώληση, που καθιστά την κρίση πιθανό ενδεχόμενο, είναι το αρχικό στάδιο για την κατανόηση των καπιταλιστικών κρίσεων, για τον Κέινς είναι το τελικό στάδιο. Η θεωρία του Κέινς για την κρίση –η έλλειψη συνολικής ζήτησης– είναι απλώς μια περιγραφή των αποτελεσμάτων της κρίσης, όχι μια εξήγηση του γιατί η κρίση συμβαίνει.

Η μαρξιστική θεωρία θέτει την οικονομική κρίση ως μια κρίση της κερδοφορίας, η οποία είναι ο καθοριστικός παράγοντας του επιπέδου των επενδύσεων. Η άναρχη φύση της καπιταλιστικής ανάπτυξης προκαλεί δυσαναλογίες ανάμεσα στους διάφορους κλάδους της παραγωγής, υπερπαραγωγή του κεφαλαίου και παραγωγή περισσότερων εμπορευμάτων απ’ όσα μπορούν να πουληθούν με κέρδος. Η εξέλιξη του πιστωτικού συστήματος ευνοεί την επέκταση των επενδύσεων και της αγοράς, μόνο όμως για να τη δυσκολέψει, όταν οι επενδύσεις ξεπεράσουν αυτό που η αγορά μπορεί να απορροφήσει. Ιδού μια ιδέα της αναρχίας της αγοράς! Η ανικανότητα να πουλήσουν, σημαίνει ότι οι καπιταλιστές δεν μπορούν να μετατρέψουν σε παραπέρα κέρδος την υπεραξία που έχουν αντλήσει από τους εργάτες τους, κάτι που οδηγεί σε περικοπές στις επενδύσεις, σε απολύσεις κ.λπ. Αυτή είναι μία πτυχή των κυκλικών κρίσεων του συστήματος. Το κίνητρο για ασταμάτητη αύξηση της παραγωγικότητας (κάτι που ο ανταγωνισμός αναγκάζει τους καπιταλιστές να κάνουν) οδηγεί σε αύξηση των επενδύσεων, σε αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (να επενδύονται δηλαδή περισσότερα κεφάλαια σε μηχανές, σε σταθερό κεφάλαιο, σε σχέση με τον αριθμό των εργατών που προσλαμβάνονται). Μιας και η εργασία (που αποτελεί την πηγή της υπεραξίας) είναι η πηγή των κερδών, η σχετική μείωση του εργατικού δυναμικού στο σύνολο των επενδύσεων οδηγεί σε πτώση του ποσοστού του κέρδους. Ο Μαρξ ονόμασε την παραπάνω διαδικασία «νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους».

Οι παράγοντες αυτοί οδηγούν σε περιόδους κρίσεων από τις οποίες το σύστημα προσπαθεί να βγει με την καταστροφή και την απαξίωση του κεφαλαίου, τις μαζικές απολύσεις και τις περικοπές μισθών. Ο Μαρξ έγραφε σχετικά στον 3ο τόμο του «Κεφαλαίου»:

«Πώς λύνεται αυτή η διαμάχη; Πώς αποκαθίστανται οι συνθήκες που ανταποκρίνονται στην “υγιή” λειτουργία του καπιταλισμού; Ο τρόπος της λύσης έχει ήδη αναδειχτεί στην ίδια τη διαμάχη, τη λύση της οποίας συζητάμε. Προϋποθέτει την απόσυρση και ακόμα και τη μερική καταστροφή κεφαλαίου ίσου με την πλήρη αξία του επιπρόσθετου κεφαλαίου ΔC (μεταβολή κεφαλαίου), ή τουλάχιστον ένα μέρος του. Όμως, όπως διαφαίνεται και από την περιγραφή της διαμάχης, για κανένα λόγο δεν κατανέμονται εξίσου οι απώλειες ανάμεσα στους επί μέρους καπιταλιστές, η κατανομή αυτή γίνεται μέσω του ανταγωνισμού σε διαφορετικές αναλογίες και μορφές ανάλογα με τα συγκριτικά πλεονεκτήματα ή ανάλογα με τις θέσεις που πιθανώς κατέχουν από το παρελθόν, ώστε κάποια κεφάλαια να παραμένουν ανενεργά, άλλα να καταστρέφονται και κάποια να υφίστανται μόνο σχετικές απώλειες ή απλώς υποτιμούνται προσωρινά».

Το πρόβλημα με τη θεωρία υποκατανάλωσης είναι ότι αδυνατεί να εξηγήσει γιατί η κρίση δεν είναι μόνιμη στον καπιταλισμό, κάτι που προφανώς δεν συμβαίνει. Η θεωρία υποκατανάλωσης υποστηρίζει ότι το αίτιο της κρίσης είναι το γεγονός ότι η εργατική τάξη δεν καταναλώνει πλήρως την αξία του προϊόντος που παράγει. Φυσικά, η εργατική τάξη δε θα μπορούσε να καταναλώνει το σύνολο του προϊόντος της εργασίας της, επειδή πρώτα απ’ όλα δεν μπορεί να καταναλώσει μέσα παραγωγής (μηχανήματα, πρώτες ύλες και εγκαταστάσεις) και δεύτερον, δεν θα μπορούσε, επειδή η βάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης είναι η εκμετάλλευση της απλήρωτης εργασίας της εργατικής τάξης. Πράγματι, ο Μαρξ διαπίστωσε μια αντίφαση του καπιταλισμού ανάμεσα στη διαρκή προσπάθεια του συστήματος να επεκταθεί και στη στενή βάση πάνω στην οποία στηρίζονται οι συνθήκες κατανάλωσης. Παρ’ όλα αυτά, δεν θεώρησε ότι αυτό είναι το αίτιο των κρίσεων:

«Είναι απλή ταυτολογία να ισχυρίζεται κανείς ότι οι κρίσεις προκαλούνται από έλλειψη αποτελεσματικής ζήτησης ή έλλειψη αποτελεσματικής κατανάλωσης. Το καπιταλιστικό σύστημα δεν αναγνωρίζει καμία μορφή καταναλωτή πέραν αυτού που μπορεί να πληρώσει (αν εξαιρέσουμε την κατανάλωση των εξαθλιωμένων και των απατεώνων). Το γεγονός ότι τα εμπορεύματα δεν πωλούνται, δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από το ότι δεν έχουν βρεθεί άνθρωποι διατεθειμένοι να τα αγοράσουν, δηλαδή, καταναλωτές (ανεξάρτητα από το αν τα εμπορεύματα θα πωληθούν τελικά για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της παραγωγικής ή ατομικής κατανάλωσης). Αν κάποιος προσπαθεί να δώσει σε αυτή την ταυτολογία τη μεταφυσική μιας βαθύτερης σοφίας, με τον ισχυρισμό ότι η εργατική τάξη καρπώνεται ένα μικρό μόνο μερίδιο του προϊόντος που παράγει και ότι το κακό θα διορθωνόταν, αν καρπωνόταν ένα μεγαλύτερο μερίδιο, π.χ. αν οι μισθοί αυξάνονταν, αρκεί για μας να τονίσουμε ότι οι κρίσεις πάντα προετοιμάζονται από μια περίοδο κατά την οποία το επίπεδο των μισθών γενικά αυξάνεται και η εργατική τάξη πράγματι καρπώνεται ένα μεγαλύτερο μερίδιο του ετήσιου προϊόντος που προορίζεται για κατανάλωση. Υπό το πρίσμα των συνηγόρων της σταθερής και “απλής” (!) κοινής λογικής, αυτές οι περίοδοι θα έπρεπε μάλλον να αποτρέπουν τις κρίσεις».

Ο Ένγκελς, στο έργο του «Αντι-Ντίρινγκ», αναφέρει ότι δεν γίνεται να εξηγήσεις τις κρίσεις στον καπιταλισμό μέσα από ένα φαινόμενο που υπήρχε αιώνες πριν από τον καπιταλισμό:

«Η υποκατανάλωση των μαζών, ο περιορισμός της λαϊκής κατανάλωσης στα απολύτως απαραίτητα για τη συντήρηση και την αναπαραγωγή δεν αποτελεί κάτι το καινούργιο. Είναι κάτι που παρατηρείται από τότε που υπάρχουν τάξεις, υποκείμενα της εκμετάλλευσης και αντικείμενα της εκμετάλλευσης… Έτσι, ενώ η υποκατανάλωση έχει κάνει την εμφάνισή της πολλές φορές στην Ιστορία, η γενική συρρίκνωση της αγοράς, που ξεσπά κατά τη διάρκεια μιας κρίσης ως αποτέλεσμα της υπερπαραγωγής, υπάρχει μόνο τα τελευταία πενήντα χρόνια… Η υποκατανάλωση των μαζών είναι μια αναπόφευκτη κατάσταση για όλες τις κοινωνίες που στηρίζονται στην εκμετάλλευση, άρα προφανώς και για τον καπιταλισμό. Αλλά στον καπιταλισμό αυτό που δημιουργεί τις κρίσεις είναι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Η υποκατανάλωση των μαζών είναι λοιπόν αναπόφευκτη κατάσταση σε μια κρίση και παίζει ένα ρόλο που έχει αναγνωριστεί προ πολλού. Μας λέει όμως ελάχιστα τόσο σχετικά με το γιατί οι κρίσεις συμβαίνουν σήμερα όσο και σχετικά με το γιατί δεν συνέβαιναν παλιότερα».

Πηγή:http://www.aformi.gr

One comment on “Η άνοδος του κεϊνσιανισμού

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s