Από τον καταναλωτισμό στη συνεπειοκρατία ή επιστροφή στον Αριστοτέλη;


Αριστοτέλης1

Γράφει ο Γιώργος Ι. Προφέτης, οικονομολόγος, διδάκτωρ οργανωσιακής ψυχολογίας

Περπάταγα τις προάλλες σε κεντρική πλατεία, οδεύοντας προς τη δουλειά μου, όταν εντελώς τυχαία το αυτί μου έπιασε τη συζήτηση δυο πιτσιρικάδων, που περνάγανε δίπλα μου. Αγόρια γύρω στα 16-18, μάλλον μαθητές σχολείου ή το πολύ φοιτητές, σκεφτικοί, σκυθρωποί και αγχωμένοι, συζητάγανε σε έντονο τόνο για την κατάσταση της οικονομίας(!)

“Ρε συ, άκουσες πόσο πήγανε σήμερα τα spreads;”, είπε ο ένας. “Άσʼ τα να πάνε, τι θα γίνει με το χάλι μας…”, διερωτήθηκε ο άλλος (σημ.: η ιστορία είναι αληθινό περιστατικό και όχι δικό μου σενάριο).
Κι έτσι ξαφνικά, κυρίες και κύριοι, γίναμε όλοι οικονομολόγοι! Η γλώσσα μας κατακλύστηκε από λέξεις όπως spreads, επιτόκια, κερδοσκόποι, “αγορές”, σταθεροποίηση της οικονομίας, ΕΣΠΑ, ΤΕΜΠΜΕ, ανάπτυξη, στασιμοπληθωρισμός (ύφεση + πληθωρισμός) κ.ά. Απʼ εκεί που ο Έλληνας έπινε ανέμελος το φραπεδάκι του και συζήταγε για τη βραδινή του έξοδο ή για το πόσα ζευγάρια παπούτσια θα αγοράσει, πέρασε στο άλλο άκρο, της ορθολογικοποίησης των πάντων.
Ξαφνικά αντιληφθήκαμε ότι ο άκρατος και άμετρος καταναλωτισμός οδήγησε τον καπιταλισμό σε αδιέξοδο και ύφεση, και έτσι ξαναανακαλύψαμε τη συνεπειοκρατία (consequentialism) και τον ωφελιμισμό (utilitarianism) των άγγλων φιλοσόφων Τζέρεμι Μπένθαμ (1748-1832) και Τζον Στιούαρτ Μιλ (1806-1873), συστήματα ηθικής κατά τα οποία το κριτήριο ορθότητας μιας πράξης είναι οι συνέπειές της (και μόνο) και μάλιστα με τρόπο ώστε “καλό είναι ό,τι παράγει το μεγαλύτερο όφελος για τους περισσοτέρους”.

Ε, και; θα διερωτηθεί κάποιος. Υπάρχει τίποτε κακό σε αυτήν τη φιλοσοφία; Η απάντηση είναι ότι δυστυχώς υπάρχει. Και μάλιστα υπάρχουν πολλά ερωτήματα, όπως π.χ. τι είναι καλό και για ποιους; ή πώς νομιμοποιούνται ανήθικες πράξεις στο όνομα του κοινού οφέλους (ακόμη και πόλεμοι ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας μπορούν να δικαιολογηθούν, αν χαλαρώσουμε την ηθική μας στα όρια του ωφελιμισμού). Σύμφωνα με τον ωφελιμισμό, για παράδειγμα, ένας γιατρός θα δικαιούνταν να θανατώσει έναν ασθενή του, προκειμένου να μεταμοσχεύσει τα ζωτικά του όργανα σε άλλους πέντε ασθενείς (συμβατούς λήπτες σε αναμονή μοσχευμάτων), σώζοντας έτσι πέντε ζωές, έναντι μίας που χάνεται!
Κατά την ίδια “λογική”, αν (πετσο)κόβαμε κατά 10% τους μισθούς όλων των εργαζομένων, αυτό θα συνεισέφερε στη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών συνολικά, όμως αυτή καθαυτή η πράξη της περικοπής δικαιωμάτων μπορεί να είναι πράξη βίαιη ή ακόμη και ανήθικη, κάτω από μια απόλυτη, δεοντολογική (καντιανή) ηθική προσέγγιση. Και, βεβαίως, ένα άλλο κρίσιμο ερώτημα είναι πώς διανέμονται τα συνολικά οφέλη του κοινού καλού στις διάφορες κοινωνικές ομάδες, αν αυτό γίνεται με διανεμητική δικαιοσύνη (distributional justice) και με ποια κριτήρια επιμερισμού ή αν τελικώς ωφελούνται οι ολίγοι.
Εκείνο όμως που εμένα με προβληματίζει περισσότερο είναι η μετατροπή της κοινωνίας μας σε κοινωνία “οικονομικών ανθρώπων” και μόνο. Τι γίνεται με αξίες που δεν αποτιμώνται σε οικονομικά μεγέθη, όπως η οικογενειακή ευτυχία, η καλή σωματική και ψυχική υγεία, η ικανοποίηση από την εργασία, η χαρά του ελεύθερου χρόνου, η φιλία, οι σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους, η γαλήνη της ψυχής, η χαρά της δημιουργικότητας, και η σχέση μας με τη φύση και το περιβάλλον; Ή τι γίνεται με παράγοντες ευφορίας, όπως η δυνατότητα ζωής σε ένα μη μολυσμένο περιβάλλον ή ακόμη η αίσθηση ασφάλειας και εθνικής υπερηφάνειας των πολιτών μιας χώρας;
Ο λόγος που αναφέρω τις παραπάνω παραμέτρους ευφορίας είναι γιατί έχει αποδειχθεί, από σειρά επιστημονικών μελετών σχετικά με το τι δημιουργεί την ανθρώπινη ευτυχία, ότι όλα αυτά τα στοιχεία είναι πολύ σημαντικά, πέραν του οικονομικού (το οποίο βεβαίως και είναι σημαντικός παράγοντας ικανοποίησης από τη ζωή και ειδικά για τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα -αλλά δεν είναι ο μόνος).
Επίσης, από άλλες επιστημονικές μελέτες στο θέμα της ευτυχίας των λαών έχει βρεθεί ότι η αύξηση του εισοδήματος δεν επηρεάζει ιδιαίτερα την ευτυχία των πολιτών μιας χώρας διαχρονικά (παρʼ όλα αυτά σε μια δεδομένη χρονική περίοδο οι πλούσιοι μιας χώρας δηλώνουν περισσότερη ευτυχία από ό,τι οι φτωχοί, φαινόμενο γνωστό ως “παράδοξο του Easterlin”). Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή οι προσδοκίες των ανθρώπων αυξάνονται διαχρονικά όσο αυξάνεται και το εισόδημά τους, και έτσι κάποια στιγμή οι ορέξεις – επιθυμίες – προσδοκίες μας γίνονται μεγαλύτερες των οικονομικών μας δυνατοτήτων (αχόρταγο ον ο άνθρωπος!)
Κι επίσης, επειδή ο άνθρωπος μετρά την ευτυχία – ευδαιμονία του συγκριτικά με τους “σημαντικούς άλλους” στη ζωή του, δηλαδή, όπως θα λέγαμε με οικονομική ορολογία: η οριακή χρησιμότητα (ευφορία εν προκειμένω) που απολαμβάνει κάποιος από τη δαπάνη για κατανάλωση αγαθών είναι συνάρτηση όχι του απόλυτου ποσού της δαπάνης αλλά του λόγου της δικής του δαπάνης προς αυτήν των άλλων ανθρώπων. Με απλά λόγια, αν εγώ ξοδεύω λίγα και ο γείτονάς μου κάνει το ίδιο, τότε δεν με πειράζει πολύ που εγώ είμαι φτωχός (στο βαθμό που και ο άλλος δεν είναι πλούσιος).
Εν κατακλείδι, τα πράγματα δεν κρίνονται μόνο από τις (ωφελιμιστικές) συνέπειές τους και τα οικονομικά κριτήρια δεν είναι το παν για την ευτυχία των ανθρώπων. Αν απεμπολήσουμε τις κλασικές αξίες του ελληνισμού, την αριστοτελική αντίληψη της ευδαιμονίας ως ψυχικής κατάστασης που επιτυγχάνεται διαμέσου της αρετής, και περιπέσουμε είτε στον άκρατο ηδονισμό – καταναλωτισμό είτε στον άλογο ωφελιμισμό, τότε θα έχουμε χάσει το μεγαλύτερό μας εθνικό κεφάλαιο: την ψυχή, την αξιοπρέπειά μας, το… κέφι μας.
Έτσι, το πρόβλημα της ευημερίας και ευτυχίας των λαών μετατρέπεται από θέμα οικονομίας σε ζήτημα ηθικής και ψυχολογίας. Στην ηθική πρέπει να αναζητήσουμε τις αρχές και τις αξίες που θα πρέπει να αποτελούν τους γνώμονες των πολιτικών και οικονομικών αποφάσεων, ενώ στην ψυχολογία τα κίνητρα και τις συμπεριφορές των ανθρώπων που οδηγούν στην επιτυχία ή στην αποτυχία ένα άτομο, έναν πολίτη ή έναν ολόκληρο λαό.
Αυτό το τελευταίο θέμα (σύνδεση ψυχολογίας – οικονομίας) το μελέτησε εκτεταμένα ο γνωστός καθηγητής Ψυχολογίας του Harvard University David C. McClelland (1917-1998). Στο διάσημο βιβλίο του με τον τίτλο “Η κοινωνία του επιτεύγματος” (The Achieving Society, 1961) περιγράφει τη θεωρία ότι ο βαθμός ανάπτυξης μιας χώρας σχετίζεται με τις αντιλήψεις των ανθρώπων της και συγκεκριμένα με τον βαθμό που αυτοί έχουν “προσανατολισμό στο επίτευγμα” (achievement motivation), δηλαδή (σε ελεύθερη απόδοση) κατά πόσον οι πολίτες επιδιώκουν υψηλά επιτεύγματα, είναι φιλόδοξοι και διαθέτουν όραμα. Βρήκε ότι ο προσανατολισμός στο επίτευγμα είναι μια “μαθευτή” ιδιότητα του ανθρώπου που σχετίζεται, μεταξύ άλλων, με το πώς ανατρέφεται κάποιος από τους γονείς του (πόση ανεξαρτησία – πρωτοβουλία του δίνεται), αλλά και από άλλους παράγοντες, όπως είναι για παράδειγμα οι λαϊκοί μύθοι και θρύλοι που διηγούνται οι μαμάδες κάθε κοινωνίας στα παιδιά τους.
Εγώ θα πρόσθετα ότι σήμερα η φιλοδοξία και η όρεξη για επίτευγμα διαμορφώνεται κυρίως από την τηλεόραση και τα media εν γένει, τα οποία τελευταίως όχι μόνον δεν ενθαρρύνουν τη δημιουργικότητα, αλλά αντιθέτως μας βομβαρδίζουν με τόση απαισιοδοξία και απογοήτευση που όχι απλώς δεν συνεισφέρουν στην εθνική μας ευημερία, αλλά μάλλον επιτείνουν την εθνική μας κατάθλιψη!
Η ελληνική μυθολογία και ιστορία είναι γεμάτες ένδοξες στιγμές και ήρωες που τα κατάφεραν παντού (από τον πολυμήχανο Οδυσσέα και τον Ηρακλή έως τον εθνικό ξεσηκωμό του ʼ21 ενάντια στην υποδούλωση). Γιατί να μη διηγούμαστε αυτές τις ιστορίες στα παιδιά μας και να δεχόμαστε την εθνική μας ταπείνωση (σε επίπεδο οικονομικό, κυριαρχικών δικαιωμάτων κτλ.) ως σχεδόν αναπόφευκτη, ως δεδομένη ιστορική αναγκαιότητα;
Βρισκόμαστε σε οριακό σημείο των εξελίξεων της ιστορίας μας και ως κοινωνία θα πρέπει, τώρα που αγγίξαμε το σημείο μηδέν, να αποφασίσουμε ποιον δρόμο θέλουμε να ακολουθήσουμε.
Σοφία, δικαιοσύνη, σωφροσύνη και θάρρος είναι οι αρετές που δίδαξαν ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης ως κεντρικές προϋποθέσεις για την επίτευξη της ευδαιμονίας. Σε αυτές τις βασικές ιδεολογικές αρχές μας θα πρέπει να επιστρέψουμε πάλι, για να ξαναβρούμε τον βηματισμό μας ως έθνος και να ατενίσουμε το μέλλον μας με νέο όραμα για πρόοδο και ευημερία.

 

One comment on “Από τον καταναλωτισμό στη συνεπειοκρατία ή επιστροφή στον Αριστοτέλη;

  1. Ο/Η Βούλγαρης Χρήστος λέει:

    Reblogged this on ΜΕΤΩΠΟ ΟΧΙ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s