Φυλακές τύπου Γ και το μοντέλο της ασφάλειας…


fylakes

της Αφροδίτης Κουκουτσάκη

«…μέσω του φόβου για το μέλλον, για το έγκλημα, για την κοινωνική αταξία επιχειρείται η εκπειθάρχηση του πληθυσμού, να μην μετατραπεί ο φόβος σε οργή. Δηλαδή, η εκπειθάρχηση της οργής σημαίνει ταυτόχρονα έλεγχο της ανθρώπινης συμπεριφοράς διαμέσου του φόβου…»

Για την πολυδιαφημισμένη σχέση μεταξύ βαρύτητας της ποινής, αντεγκληματικής πολιτικής γενικότερα αφ” ενός και διακυμάνσεων της εγκληματικότητας αφ” ετέρου, ήδη από τη δεκαετία του 1930 οι Α. Rusche & O.Kirhheimer έγραφαν στο, κατά Μισέλ Φουκώ, μεγάλο έργο Punishment and Social Structure,[1] ότι αυτές οι δύο μεταβλητές δεν αλληλοεπηρεάζονται. Βασικός παράγοντας για τις διακυμάνσεις της εγκληματικότητας είναι τα κοινωνικά αίτια και όχι οι αλλαγές στην αντεγκληματική πολιτική. Όσο δε, αγνοούνται τα κοινωνικά αίτια του εγκλήματος, το μέλλον της φυλακής θα είναι η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης, η μετατροπή της φυλακής σε όργανο εκφοβισμού, απογυμνωμένο οριστικά από κάθε αναμορφωτική ιδεολογία.

Θεωρώ αναγκαία αυτήν την εισαγωγή διότι με έκπληξη διαπιστώνω ότι ακόμα και σε κείμενα με έναν κριτικό λόγο απέναντι στον θεσμό της φυλακής, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνεχίζει να αναπαράγεται ο μύθος της φυλακής ως, εν δυνάμει έστω, επανακοινωνικοποιητικού θεσμού. Θεωρώ χρήσιμο, λοιπόν, να σημειώσω -έστω και με τη μορφή αξιωματικής δήλωσης, στο σημείο αυτό του κειμένου μου- τα λόγια του Alessandro Baratta ότι, ενόψει του στόχου της κοινωνικής επανένταξης, η καλύτερη φυλακή είναι αυτή που δεν υπάρχει. Ή, με άλλα λόγια, ότι ο στόχος της επιστροφής στην κοινωνία του παραβάτη του νόμου θα πρέπει να επιχειρείται όχι διαμέσου αλλά παρά την ύπαρξη της φυλακής ως δομικά αποκοινωνικοποιητικού θεσμού (Baratta, A. 1991, «Cos” e la criminologia critica?», συνέντευξη στον Victor Sancha Mata, στο Dei Delitti e delle Pene, 1991/1)

Μια δεύτερη παρατήρηση που θέλω να κάνω είναι ότι η βία του τιμωρητικού μηχανισμού και της φυλακής ειδικότερα ως μείζονος τιμωρητικού θεσμού, δεν είναι καινούργιο φαινόμενο, δεν είναι γέννημα της κρίσης. Η εισαγωγή της φυλακής ως αυτόνομης ποινής και γενικότερα η τομή που επέφερε στις ποινικές πρακτικές ο νομικός διαφωτισμός, παρά τις διακηρύξεις και τις καλές προθέσεις των εμπνευστών τους δεν κατάργησαν ούτε την υλική βία πάνω στο σώμα του κρατούμενου ούτε διασφάλισαν τη δίκαιη ποινή με βάση το πρόταγμα της ισότητας απέναντι στον νόμο [επιλεκτικότητα]. Παράλληλα, η ποινή ποτέ δεν υπήρξε μόνον τιμωρία, καθώς πλάι στην ποινή που επιβάλλει το δικαστήριο υπάρχει πάντα ένα πειθαρχικό συμπλήρωμα το οποίο την επεκτείνει πέρα απ” αυτό που προβλέπει η δικαστική απόφαση. Το σημείο στο οποίο οι δικαστές νίπτουν τας χείρας και παραδίδουν τα σώματα στη σωφρονιστική εξουσία. Αυτό που αλλάζει, λοιπόν, αυτό που βλέπουμε σήμερα, είναι ότι η βία, η επιλεκτικότητα, η αυστηροποίηση της ποινικής μηχανής, δεν αποκρύπτονται πλέον ως αστοχίες. Αντίθετα προβάλλονται, «διαφημίζονται» και αντλούν νομιμοποίηση από έναν λόγο που προτάσσει τον κίνδυνο τον οποίο αποτελούν οι έγκλειστοι για την νομοταγή [βλ. υγιή] πληθυσμός.

Έτσι, εάν θέλουμε να εντάξουμε τις φυλακές τύπου Γ, η δημιουργία των οποίων θα ψηφιστεί στο επόμενο διάστημα από την ελληνική βουλή, σ” ένα ευρύτερο συγκείμενο θα πρέπει, πριν απ” όλα, να μην τις θεωρήσουμε ως κάτι καινούργιο και πρωτοφανές. Μπορεί το υπό συζήτηση ν/σ να είναι κραυγαλέα συγκυριακό αλλά αυτό δε σημαίνει ότι η φυλακή δεν λειτουργούσε άτυπα με βάση άξονες που συγκεκριμενοποιούνται σ” αυτό το ν/σ, το οποίο όμως και τυπικά οργανώνει την ιδέα της επιλεκτικής εξουδετέρωσης των παραβατών του νόμου: Η κατασκευή φυλακών στη μέση του πουθενά αλλά και το αίτημα που διατυπώνεται από δημοτικές αρχές και κατοίκους του Κορυδαλλού για απομάκρυνση του μιάσματος των φυλακών από την περιοχή τους, για παράδειγμα. Κυρίως, όμως, οι καταχρήσεις που γίνονται σε δυο σημαντικούς θεσμούς, δηλαδή, στον θεσμό της προσωρινής κράτησης αφ” ενός και της χορήγησης αδειών σε κρατούμενους αφ” ετέρου. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν, κατά τη γνώμη μου, αυτοί οι θεσμοί είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις το διακύβευμα εάν είναι «άξιος ελευθερίας». Η καταχρηστική ερμηνεία και εφαρμογή και των δύο αυτών θεσμών αποτελεί μια ισχυρή έκφραση της παγιωμένης πλέον συνθήκης όπου το πρόταγμα της ασφάλειας νομιμοποιεί την υποχώρηση του κράτους δικαίου σε ό, τι αφορά την ύλη των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων του κρατούμενου: οι κρατούμενοι δεν δικαιούνται να έχουν δικαιώματα, το μείζον αίτημα για τη φυλακή είναι να πληροί τις προϋποθέσεις ασφάλειας, αυτό ακριβώς το οποίο υποδηλώνει η αρχιτεκτονική και οργανωτική δομή της.

Το να θεωρήσουμε, λοιπόν, αυτήν την εξέλιξη σημείο των καιρών σημαίνει ότι μετατρέπουμε μια κανονικότητα σε εξαίρεση ή, ακόμα περισσότερο, ότι θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια φυλακή στην οποία μπορεί να πραγματωθεί ο στόχος της κοινωνικής επανένταξης!

Το καινούργιο, λοιπόν, στοιχείο -όχι ιδιαίτερα καινούργιο βέβαια, καθώς έχει ήδη ζωή 30 χρόνων- αφορά το συγκείμενο, δηλαδή την αλλαγή παραδείγματος στις ποινικές πρακτικές και την ανάδυση του μοντέλου της ασφάλειας. Ένα μοντέλο, δηλαδή, στο οποίο δεν αποτελεί παραδοξότητα η λειτουργία του νόμου ενάντια στον νόμο, εάν το πρόταγμα είναι η ανάγκη προστασίας του πληθυσμού από τον μιαρό, τον επικίνδυνο ο οποίος, ως τέτοιος, παύει να είναι υποκείμενο δικαίου και φορέας δικαιωμάτων.

Το νέο παράδειγμα, όμως, δεν μιλάει με αρχές [δικαιοσύνης, ισότητα, νομιμότητας], μιλάει με υπολογισμούς. Υπολογισμούς επικινδυνότητας. Είναι το παράδειγμα της ασφάλειας, το οποίο ακυρώνει οτιδήποτε ξέραμε μέχρι τώρα περί αναλογικότητας, ανταπόδοσης, επανακοινωνικοποίησης κλπ. Άξονας είναι η επιλεκτική εξουδετέρωση του παραβάτη των νόμων μέσα από ένα ορθολογικό σχέδιο διαχείρισης του ρίσκου. Έτσι, αντλεί νομιμοποίηση από τις χρήσεις της κοινωνίας του φόβου, όπως εκβάλλουν στις κοινωνίες του ελέγχου. Αυτή η αλλαγή μπορεί σε περιόδους οξυμένης κρίσης, όπως αυτή που ζούμε τώρα, να εκδηλώνεται στις πιο άγριες μορφές της αλλά στην πραγματικότητα δεν συντελέστηκε τώρα, έχει ήδη 30 χρόνια ζωής όπως προανέφερα και η πιο γνωστή εφαρμογή της είναι οι τεχνολογίες της μηδενικής ανοχής.

Πρόκειται, λοιπόν, αντανακλά αλλά και μορφοποιεί συνάμα, διαμέσου των νοημάτων που επικοινωνεί, τον χαρακτήρα των σύγχρονων κοινωνιών ως κοινωνιών αποκλεισμού και όχι ένταξης: Φτώχεια είναι όχι απλώς ανεργία αλλά η ιδιότητα του παρία και, ως τέτοια, κατέχει προνομιακή θέση στους πίνακες επικινδυνότητας μέσα από ένα λόγο όπου οι φτωχοί θα γίνουν φτωχότεροι χωρίς προοπτική επανένταξης στο σύνολο όπου θα έχουν κάποια χρησιμότητα, θα παίξουν κάποιο ρόλο. Η εγκληματικότητα, λοιπόν, ως «τυπική ιδιότητα» των ασθενέστερων κοινωνικών ομάδων, συναρθρώνεται με έναν λόγο που εγκαταλείπει το στόχο της αναμόρφωσης κλπ ως αποτυχημένου και πολυέξοδου μοντέλου και εισηγείται το στόχο της επιλεκτικής εξουδετέρωσης: καμία παρέμβαση στους θεωρούμενους εγκληματογόνους παράγοντες σε ατομικό ή κοινωνικό επίπεδο γιατί ούτως ή άλλως δεν επηρεάζει το φαινόμενο όπως δείχνουν τα μεγάλα ποσοστά υποτροπής, ενώ είναι και πολυέξοδος. Άρα ο έλεγχός θα συνίσταται στην εξουδετέρωση όχι παραγόντων αλλά ομάδων οι οποίες καταχωρίζονται ως εν δυνάμει εγκληματικές και θα είναι ανάλογος του βαθμού επικινδυνότητάς τους. Έτσι, η «πελατεία» του ποινικού συστήματος -ή η εν δυνάμει πελατεία του- ταξινομείται σε κατηγορίες χαμηλής, μέσης και υψηλής επικινδυνότητας. Η ταξινόμηση αυτή καθορίζει και το είδος της ποινικής μεταχείρισης αλλά και το πειθαρχικό καθεστώς κράτησης.

Η συνθήκη στην οποία αναφέρομαι χαρακτηρίζεται και από δύο παράλληλες διαδικασίες: την κατάρρευση του προνοιακού συστήματος, του λεγόμενου κράτους πρόνοιας και την ταυτόχρονη ανάδυση του, κατά Λόικ Βακάν, ποινικού κράτους. Μια διαδικασία, δηλαδή, όπου όχι μόνον ο έλεγχος του εγκλήματος αλλά η καταστολή κάθε μορφής απείθειας, ακόμα κι όταν δεν εμπίπτει έμμεσα ή άμεσα στην ύλη του ποινικού συστήματος, είναι η κυρίαρχη στρατηγική διαχείρισης του κινδύνου. Και εδώ μπορούμε να εντάξουμε όλο το κομμάτι της καταστολής κάθε μορφής απείθειας, από τις περιφρουρούμενες συγκεντρώσεις μέχρι την απαγόρευση των συγκεντρώσεων, από τις μαζικές ή και τις προληπτικές συλλήψεις, την φαντασμαγορικά θεαματική βία που ασκείται, τη βία θέαμα κι όχι αστοχία ή ανάρμοστη εικόνα. Καταστολή, εξουδετέρωση αυτών που απειλούν τα λίγα κεκτημένα που έχουν απομείνει

Έτσι, μέσω του φόβου για το μέλλον, για το έγκλημα, για την κοινωνική αταξία επιχειρείται η εκπειθάρχηση του πληθυσμού, να μην μετατραπεί ο φόβος σε οργή. Δηλαδή, η εκπειθάρχηση της οργής σημαίνει ταυτόχρονα έλεγχο της ανθρώπινης συμπεριφοράς διαμέσου του φόβου. Σε πρακτικό δε επίπεδο, διαμέσου της διοχέτευσής του φόβου σε ομάδες ατόμων οι οποίες υποτίθεται ότι προσωποποιούν την απειλή, διαμέσου της κατασκευής εσωτερικών εχθρών: Ο επικίνδυνος, ο επίφοβος, ο μιαρός γίνεται αντιληπτός ως Σώμα του οποίου θα πρέπει να κατασταλεί όχι απλώς η δράση αλλά η ίδια η ύπαρξη. Αυτό είναι που τον τοποθετεί εκτός της προστασίας του δικαίου και επιτρέπει την αναστολή ή και την ακύρωση των δικαιωμάτων του.

Αυτό το κομμάτι ενός συνεχούς ενίσχυσης της καταστολής εξεικονίζει η φυλακή τύπου Γ, επικοινωνώντας παράλληλα το μήνυμα ότι μπορεί να μην είναι καν το κορυφαίο κομμάτι, να υπάρξει κι άλλο ακόμα χειρότερο

Και το μήνυμα δεν αφορά μόνον τους παραβάτες του νόμου αλλά κυρίως τον νομοταγή: Συμμορφώσου με ό, τι σου ζητάνε για να μην βρεθείς σ” αυτήν την κατάσταση. Συμμορφώσου! Δεν χρειάζεται να συμφωνήσεις μ” αυτό που σου ζητάνε [ελαστικοποιημένη εργασία, ασυνδικάλιστη, χωρίς κατοχύρωση των εργασιακών σου δικαιωμάτων], διαφορετικά ρισκάρεις να βρεθείς από τη λάθος πλευρά, στην λάθος θέση.
[1] Το έργο γράφτηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του στη Γερμανία το 1931, από τον Georg Rusche , εκπρόσωπο της Σχολής της Φραγκφούρτης. Η πρώτη έκδοση του έγινε στις ΗΠΑ, το 1939, αφού το αρχικό κείμενο συμπληρώθηκε από τον Otto Kirkheimer.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s