Πως καμιά φορά η λογοτεχνία κάνει τον κόσμο λίγο καλύτερο…


του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη

Με αφορμή το θάνατο του Μαρκές προ ημερών, θυμήθηκα ένα περιστατικό που συνέβη πριν αρκετά χρόνια, σε κάποιο στρατιωτικό φυλάκιο στον κόλπο της Αχλαδερής στη Λέσβο. Ανάμεσα στους υπηρετούντες σ’ εκείνο το απομονωμένο σημείο του νησιού, υπήρχε και κάποιος δεκαοχτάχρονος, άντε δεκαεννιάχρονος Γιώργος Σβουνάκης, Σβανάκης, Στουπάκης, αδυνατώ να θυμηθώ. Από ένα ορεινό χωριό του Ηρακλείου νομίζω καταγόταν, κτηνοτρόφος, συγκέντρωνε όλα τα αρνητικά στερεότυπα των συνομήλικων του που προέρχονταν από την μεγαλόνησο. Θορυβώδης, νταής, άμετρα σωβινιστής, ξεροκέφαλος, ψιλοτεμπελάκος, δουλικός με τους αυστηρούς αξιωματικούς και τυραννικός με τους πιο αδύναμους, είχε βρει τον τρόπο να κάνει (με τη στήριξη καμιά δεκαριά ακόμη συμπατριωτών του) κουμάντο στο φυλάκιο.

Μια μέρα τον τσάκωσα να κρυφοκοιτάζει ένα από τα βιβλία που κουβαλούσα μαζί μου. Έκανε τον ανήξερο και για μέρες δεν με πλησίαζε ώσπου τον έπιασα ξανά ένα μεσημέρι να γυροφέρνει ύποπτα τον σάκο μου. Μου είπε αν μπορούσα να του δανείσω το βιβλίο με το μαύρο εξώφυλλο. Ξαφνιάστηκα μα του είπα όχι. Επέμεινε. Εκμεταλλευόμενος τη διαφορά ηλικίας που γνώριζα πως είχε σημασία για εκείνον, τον προειδοποίησα πως θα μαλώναμε αν το ‘χανε ή το κατέστρεφε. Μου ορκίστηκε πως θα το πρόσεχε σαν τα μάτια του. Τι να έκανα, υποχώρησα. Για έναν μήνα ή, και λίγο παραπάνω γιατί αν και ολιγοσέλιδο τόσο του πήρε να το διαβάσει, το φυλάκιο κυριολεκτικά μεταμορφώθηκε σε ησυχαστήριο. Στο ΚΨΜ, σ’ ένα ξύλινο περίπτερο, στη σκοπιά, στο θάλαμο, κάτω από μια συστάδα πεύκων, παντού, όπου τον πετύχαινα, ο πρώην ταραχοποιός ήταν βυθισμένος στο βιβλίο κι αλίμονο αν κανένας τολμούσε να κάνει φασαρία. Όταν επιτέλους το τέλειωσε και μου το έφερε, τον ρώτησα πώς του φάνηκε. Αντί να απαντήσει με ρώτησε που είναι η Κολομβία. Του είπα. «Και αυτοί σαν εμάς είναι» σχολίασε μόνο. Οι σχέσεις μας δεν έγιναν καλύτερες και όσο και αν τον ενθάρρυνα δεν ξανάπιασε βιβλίο. Με τον καιρό μάλιστα ξανάγινε ο ενοχλητικός εαυτός του μα όποτε καταλάβαινε πως βρίσκομαι εκεί κοντά ή τον παρατηρώ επιτιμητικά, βιαζόταν να τα μαζέψει.
Την μέρα που έφευγα με απόσπαση, με πρόλαβε πριν ανέβω στη καρότσα του ΡΕΟ και όλο ντροπαλοσύνη μου έδωσε ένα ξύλινο αλογάκι και 1500 δραχμές. Το γλυπτό το είχε σκαλίσει μένοντας ξάγρυπνος όλο το προηγούμενο βράδυ, τα λεφτά τα είχε κλέψει από έναν «γυαλάκια Αθηναίο» που υπηρετούσε στον λόχο μου και ήταν πριν από μένα αποσπασμένος στο φυλάκιο. Είχε μετανιώσει και ήθελε να του τα επιστρέψω. Το βιβλίο που είχε διαβάσει ήταν το «Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου.»
Advertisements

One comment on “Πως καμιά φορά η λογοτεχνία κάνει τον κόσμο λίγο καλύτερο…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s