Κείμενα από την απομόνωση


Μια έρευνα του Νίκου Μπελογιάννη πάνω στις ρίζες του νεότερου Ελληνισμού
Της Έλλης Παππά

Ο Νίκος Μπελογιάννης εμφανίζεται στα γράμματα πριν καν τελειώσει το Γυμνάσιο, στα δεκαεπτά του χρόνια. Από την πατρίδα του την Αμαλιάδα έστελνε σε περιοδικά των Αθηνών ποιήματα και πεζά, τα οποία κρίνονταν άξια να δημοσιευτούν. Όπως το «Το λένε αγάπη» περιοδικό (Εξπρές-Μάιος 1932), «Απόσπασμα από ένα ημερολόγιο» (Εβδομάς-Ιούλιος 1933), «Επαρχιώτης δικηγόρος», Εβδομάς-Οκτώβριος 1933) κ.α.

Τους τελευταίους δεκαπέντε μήνες πριν από την εκτέλεσή του, στην απομόνωση του κελιού του, ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο «Οι πρώτες μακρινές ρίζες της νεοελληνικής λογοτεχνίας». Τα χειρόγραφά του κατάφερε να τα παραδώσει στη μητέρα του Βασιλική.
Το μοναδικό κεφάλαιο του βιβλίου που πρόλαβε να συγγράψει ο Νίκος, καθώς και οι σημειώσεις του και οι αποδελτιώσεις στις οποίες θα στηριζόταν η συγγραφή του υπόλοιπου, εκδόθηκαν το 1982 από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» με τίτλο «Κείμενα από την απομόνωση». Την επιμέλεια του βιβλίου την έκανε η σύντροφος του Μπελογιάννη, η Έλλη Παππά, που ήταν συνεργάτισσά του, στη συγγραφή του έργου.

Στον πρόλογό της διαβάζουμε την καταπληκτική ιστορία αυτού του βιβλίου:
…Η μελέτη αυτή έχει μια μεγάλη και πολύ χαρακτηριστική ιστορία. Γιατί ξεκίνησε μέσα στα μπουντρούμια της Ασφάλειας, στους ατέλειωτους μήνες της απομόνωσης, από την σύλληψή μας ως την πρώτη δίκη. Το γράψιμό της ολοκληρώθηκε στη φυλακή της Κέρκυρας, όπου είχε μεταφερθεί ο Νίκος, όταν τελείωσε η πρώτη δίκη, ως την μεταφορά του και πάλι στα απομονωτήρια της Ασφάλειας, το Γενάρη του ’52, για την δεύτερη δίκη.
Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα με την σειρά. Στην απομόνωση της Ασφάλειας είχαμε αναπτύξει ένα πυκνό «σύστημα επικοινωνίας» με διάφορα μέσα : από το …βήχα, που έδινε συνεχώς το «στίγμα» μας, που έλεγε ότι βρισκόμαστε στο κελλί και είμαστε καλά – ή όταν έπαυε ν’ ακούγεται, ότι κάπου έχουν πάρει τον ένα, κι η επιστροφή του στο κελλί, και ο καθησυχαστικός τόνος του βήχα έφερνε την είδηση πως τίποτα κακό δεν έγινε- ως την αλληλογραφία με σημειώματα, που ανταλλάσσαμε πολλές φορές την μέρα, με σύστημα που ο Νίκος είχε επινοήσει. Αυτή η αλληλογραφία ήταν αρκετά οδυνηρή, ιδιαίτερα για τον Νίκο, που δεν κάπνιζε. Γιατί, για πολλούς μήνες δεν είχαμε μολύβι, δεν θέλαμε να ζητήσουμε από κανένα φρουρό, για να μην κινήσουμε υποψία για την αλληλογραφία μας, κι έτσι γράφαμε με την καύτρα των σπίρτων που τα καίγαμε με αναμμένο τσιγάρο. Για να γραφτεί ένα σημείωμα χρειαζόταν να καούν αρκετά τσιγάρα, έτσι, που το κατάκλειστο κελλί φλόμωνε από τον καπνό. Ο Νίκος άρχισε αιφνίδια να προμηθεύεται τσιγάρα (στην αρχή είχε ένα μικρό μολυβάκι, που το είχε βρει στα σκουπίδια) κι αυτό έδωσε μεγάλη χαρά στους ασφαλίτες. Που έδωσαν, μάλιστα, και σχετικό σχόλιο σε κάποια εφημερίδα, πως τα νεύρα του Μπελογιάννη… σπάσανε, αφού άρχισε να καπνίζει!

Όσο περνούσε ο καιρός, τα γράμματα που ανταλλάσσαμε μεγάλωναν, δεν ήταν πια ένας στοιχειώδης τρόπος επικοινωνίας, αλλά μια πραγματική ανταλλαγή πολλών σκέψεων. (Για να εξασφαλίσουμε το απαραίτητο χαρτί, ψάχναμε μανιωδώς στο βαρέλι των απορριμμάτων, μαζεύαμε βρώμικα χαρτιά, τα πλέναμε και τα στεγνώναμε, και με τον ίδιο τρόπο μαζεύαμε κομμάτια εφημερίδων, κι έτσι κάτι μαθαίναμε από τον έξω κόσμο). Μέσα απ’ αυτή την αλληλογραφία βγήκε κάποια στιγμή η ιδέα πως λείπει μια ιστορία της ελληνικής σκέψης, στην διαδρομή της από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας. Ο Νίκος, πρότεινε να τη γράψουμε εμείς, και μάλιστα ν’ αρχίσουμε τη δουλειά αμέσως, μέσα στην απομόνωση. Ένας από τους φρουρούς είχε αποκτήσει κάποια οικειότητα μαζί μας, εκτιμούσε τη στάση μας, όπως έλεγε. Ο Νίκος του άνοιξε κουβέντα για βιβλία, εκείνος είπε πως αγαπούσε το διάβασμα και τα καλά βιβλία, ο Νίκος του πρότεινε να μας αγοράζει βιβλία και αφού τα διαβάζουμε, να του τα χαρίζουμε. Δέχτηκε. Άρχισε να φέρνει βιβλία, πρέπει να έκανε μ’ αυτό τον τρόπο μια καλή βιβλιοθήκη. Τα διαβάζαμε, ανταλλάσσαμε κρίσεις και σκέψεις – ιδιαίτερα είχαμε ασχοληθεί με το Βυζάντιο, από την αρχή.
Όταν με πήραν εμένα από την ασφάλεια, τέλος Ιούνη του ’51, ο Νίκος συνέχισε τη μελέτη. Καθώς είχε μείνει σχεδόν μόνος του (αν θυμάμαι καλά, μόνο τη Βάσω Λεβεντάκη είχαν κρατήσει από τις γυναίκες στην Ασφάλεια ως τη δίκη), είχε κάποια μεγαλύτερη άνεση να προμηθεύεται βιβλία. Μου έστειλε κι εμένα μια παρτίδα στη φυλακή, με πολλές σημειώσεις στα περιθώρια. Έτσι, άρχισε να παίρνει μορφή η μελέτη του για τις ρίζες της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Στη φυλακή της Κέρκυρας, στο ελάχιστο διάστημα που έμεινε εκεί, μπόρεσε να τη γράψει, σαν ένα κεφάλαιο της μεγάλης μελέτης πάνω στη ιστορία της ελληνικής σκέψης, που θα γράφαμε μαζί, αν ζούσαμε βέβαια. Αυτό το «αν ζούσαμε», ήταν η μόνιμη επωδός σε κάθε σχέδιο, μα αυτό δεν εμπόδιζε να κάνουμε σχέδια και να τα βάζουμε σε εφαρμογή, κι αυτό είναι, νομίζω, που έχει σημασία. Ότι ο Νίκος Μπελογιάννης μπόρεσε, μέσα στην απομόνωση της Ασφάλειας, να ξεκινήσει ένα τόσο μεγάλο σχέδιο και να προλάβει να ολοκληρώσει έστω και ένα του κεφάλαιο.

Έτσι, μπορούμε σήμερα να δώσουμε μια πλήρη έκδοση της δουλειάς του Νίκου Μπελογιάννη. Η σημασία της δεν είναι «φιλολογική», είναι ανθρώπινη, και πολιτική και -ίσως- ιστορική. Η ανθρώπινη και η πολιτική της σημασία, είναι και η μέγιστη. Είναι ένα μοναδικό ντοκουμέντο για το πώς ο Νίκος Μπελογιάννης «τοποθετούσε» τον εαυτό του μέσα στη ζωή και στο κομμουνιστικό κίνημα. Αυτή η δίψα για μελέτη και έρευνα, ακόμα και μέσα στις χειρότερες συνθήκες, ακόμα και μέσα στις ώρες της υπέρτατης αγωνιστικής δοκιμασίας, όταν τα περιθώρια για σωτηρία και επιβίωση μηδενίζονταν, νομίζω πως είναι το πιο καλό «παράδειγμα» (αν μπορούμε να μεταχειριστούμε τη λέξη), για τις νεότερες γενιές των κομμουνιστών -ίσως όχι μόνο των κομμουνιστών.
Δεν ξέρω αν θα ξενίσει πολλούς αυτό που θα πω, μα έχω σκεφτεί πολλές φορές, πως αυτή η δουλειά του Νίκου Μπελογιάννη δίνει μια απάντηση σ’ αυτό που λέγεται σήμερα «ανθρώπινη μοναξιά». Αν μπορούμε να μιλήσουμε για μοναξιά, τότε μπορούμε να μιλήσουμε για την αποθέωσή της: την Απομόνωση.

«Πρόσεχε. Η απομόνωση είναι το χειρότερο βασανιστήριο», μου έγραφε ο Νίκος σ’ ένα από τα πρώτα του γράμματα, μόλις μπορέσαμε να επικοινωνήσουμε. Όταν σκέφτομαι εκείνα τα τσιμεντένια κλουβιά, του Νίκου φωτισμένο νύχτα μέρα μ’ ένα απαίσιο εκτυφλωτικό λαμπιόνι, το δικό μου κατασκότεινο, με μοναδική πηγή φωτός ένα μακρινό λαμπιόνι στο διάδρομο, που έστελνε λίγο μακρινό φως στο ταβάνι, μέσα από το άνοιγμα με τα σιδερένια κάγκελα που ήτανε πάνω από την πόρτα, και να σ’ έχουνε εκεί, μήνες και μήνες, τότε λέω και ξαναλέω πως η «ανθρώπινη μοναξιά», μπορεί ν’ αρχίσει εκεί που τελειώνουνε τα όρια της ανθρώπινης δημιουργικότητας, εκεί όπου στομώνει η ικανότητα του ανθρώπου να αλλάζει τους όρους ζωής του, εκεί όπου εξαντλείται η μαχητικότητα και αρχίζει η παραδοχή της ήττας».
Έτσι η ιστορία του Μπελογιάννη ξεπερνάει τον θρύλο ενός ηρωικού και πρόωρου θανάτου και γίνεται μια εκδήλωση βαθύτατης εμπιστοσύνης στη ζωή και στις δυνατότητές της, από ένα νέο άνθρωπο, που έβλεπε ότι η δική του ζωή τελειώνει…
Κάτω από αυτή την προοπτική, ο Μπελογιάννης ξεπερνάει τα όρια της χώρας του, του κόμματός του, του αιώνα του.
Αυτοί οι παράγοντες βέβαια τον γέννησαν και τον διαμόρφωσαν, αλλά ο Νίκος σαν πανανθρώπινο σύμβολο, δεν ανήκει πια μόνο σ’ αυτούς. Δίνει έτσι απάντηση σε ένα πλήθος από προβλήματα, κοινωνικά αλλά ακόμη και ατομικά που έχουν τις ρίζες τους στην απογοήτευση και στην απελπισία που συχνά καταλαμβάνουν άτομα και κοινωνικές ομάδες.
Σε όσους η περιπέτεια της ζωής, φαίνεται σαν μια χωρίς νόημα τραγωδία. Σε ένα μέρος της σημερινής νέας γενιάς, που επειδή η ιστορία δεν της ζήτησε αγώνες και θυσίες, εκτονώνει το αγωνιστικό και ηρωικό ένστικτό της επιδιώκοντας τον κίνδυνο, ίσως και ένα «ηρωικό» θάνατο, με τη μοτοσυκλέτα…
Ενώ για τον Μπελογιάννη, η ζωή είναι πολύτιμη μέχρι και το τελευταίο δευτερόλεπτό της…
Πηγή: http://www.os3.gr/arhive_afieromata/gr_afieromata_nikos_mpelogiannis.html#keimena

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s