Ο ποιητής στραμμένος στη ζωή…



Της Ολγας Σελλα

Πόσα μπορούν ν’ αποκαλύψουν ήδη γνωστά και δημοσιευμένα κείμενα; Πάρα πολλά, όπως αποδεικνύει ένα βιβλίο που δεν περιέχει τίποτα αδημοσίευτο, και όμως αποκαλύπτει πολλά. Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, έκανε μιαν επιλογή από τις όχι πολλές συνεντεύξεις που είχε δώσει στη ζωή του, με σκοπό κάποια στιγμή να εκδοθούν. «Σκέφτηκε ότι είναι σωστό να υπάρχουν κι αυτά τα κείμενα» δίπλα στα ποιήματα και τα δοκίμιά του, λέει σήμερα στην «Κ» η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, που συνεργάστηκε μαζί του σ’ εκείνη την επιλογή.

Ο τόμος «Συν τοις άλλοις» (η δοτική πτώση συμβαδίζει με τη δοτική διάθεση του περιεχομένου) περιέχει 37 συνεντεύξεις του Οδυσσέα Ελύτη από το 1942 ώς το 1992. Κυρίως σε Ελληνες δημοσιογράφους, κυρίως σε ελληνικά έντυπα. Και, δεκαπέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Οδυσσέας Ελύτης μάς ξανασυστήνεται, ανατρέποντας πολλές από τις εικόνες του: θυμώνει, επικρίνει, αγωνιά, ελπίζει, στοχάζεται. Ενα βιβλίο που «έχει τον Ελύτη στην αμεσότητά του, στο κέντρο των γεγονότων κάθε φορά, στον παλμό της εποχής και της ζωής, με τον λόγο της προφορικής ανάσας και της αμεσότητας που είχε όταν αυθορμήτως απαντούσε σε ερωτήσεις που του έθεταν». Γιατί, μας εξηγεί η Ιουλίτα Ηλιοπούλου, ο Ελύτης δεν δεχόταν ποτέ να δει εκ των προτέρων τα ερωτήματα. «Είχε εμπιστοσύνη και σ’ αυτόν που δεχόταν και στη δική του αυθορμησία και σκέψη».

Τριάντα επτά συνεντεύξεις, το ηχητικό ντοκουμέντο από τη συνέντευξη Τύπου που δόθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1979 στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία», όταν ανακοινώθηκε ότι του απονέμεται το βραβείο Νομπέλ και πλούσιο φωτογραφικό υλικό -σε μεγάλο μέρος ανέκδοτο- συνθέτουν αυτό το διαφορετικό βιβλίο που κυκλοφορεί αύριο από τις εκδόσεις Υψιλον. Η εικόνα του απόμακρου ποιητή της γενιάς του ’30 που συνομίλησε με τον υπερρεαλισμό ανατρέπεται. Μέσα από τα δικά του λόγια, τα προφορικά, τα πτερόεντα, αποδεικνύεται ότι «ήταν ένας άνθρωπος στραμμένος στην ίδια τη ζωή, όπως είναι η ποίησή του».

Η έλλειψη γνησιότητας οδηγεί στην αποτυχία

«Από τι πάσχουμε κυρίως; Θα σας το πω αμέσως: από μία μόνιμο, πλήρη και κακοήθη ασυμφωνία μεταξύ του πνεύματος της εκάστοτε ηγεσίας μας και του «ήθους» που χαρακτηρίζει τον βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό του ελληνικού λαού στο σύνολό του! (…) Εχουμε την τάση να παρουσιαζόμαστε διαρκώς διαφορετικοί απ’ ό,τι πραγματικά είμαστε. Και δεν υπάρχει ασφαλέστερος δρόμος προς την αποτυχία, είτε σαν άτομο σταδιοδρομείς είτε σαν σύνολο, από την έλλειψη της γνησιότητας. Το κακό πάει πολύ μακριά. Ολα τα διοικητικά μας συστήματα, οι κοινωνικοί μας θεσμοί, τα εκπαιδευτικά μας προγράμματα, αρχής γενομένης από τους Βαυαρούς, πάρθηκαν με προχειρότατο τρόπο από έξω, και κόπηκαν και ράφτηκαν όπως όπως επάνω σ’ ένα σώμα με άλλες διαστάσεις και άλλους όρους αναπνοής».

(Στον Ρένο Ηρ. Αποστολίδη, «Ελευθερία, 15 Ιουνίου 1958)

Η πολυτέλεια σε διαλύει

«Οπως βλέπετε, σ’ αυτά τα πενήντα τετραγωνικά εργάζομαι και ζω εδώ και πολλά χρόνια. Ούτε είχα ούτε θα ήθελα να έχω ποτέ περισσότερα. Οχι ότι παρασταίνω τον ασκητή. Ο άνθρωπος, πιστεύω, δεν πρέπει να στερείται από τίποτα. Πρέπει, όμως, να αρκείται και στα απαραίτητα. Η πολυτέλεια, το περιττό, σε απομακρύνουν από το ουσιώδες, σε διαλύουν. Είμαι υπέρ της «βασικής ζωής» και αυτή θα έπρεπε νομίζω να εξασφαλίζει σε όλους μια ιδανική πολιτεία. Σημειώστε ότι χρειάστηκε να φτάσω στα μισά της ζωής μου για να την εξασφαλίσω κι εγώ. Ναι, αγαπώ τ’ αντικείμενα και ζω μαζί τους. Οταν ταξιδεύω, μου λείπουν. Τίποτα απ’ ό,τι βλέπετε εδώ δεν είναι ακριβό ή πολύτιμο. Εχουν, όμως, όλα για μένα μια σημασία, συνδέονται με την ποίησή μου, τη ζωή μου, τα ταξίδια μου. (…)»

(Στη Σούλα Αλεξανδροπούλου, «Η Καθημερινή», 2 Νοεμβρίου 1975)

Με καίει ο νέος ελληνικός μύθος

«Την ποίηση την πλησίαζαν δύσκολα ακόμη και στις μέρες του Ομήρου ή του Πινδάρου. Σήμερα οι δυσκολίες πλήθυναν για πολλούς λόγους. Για να μην πω από τον τρόπο ζωής που μας έχει επιβάλει η καταναλωτική κοινωνία. Ο άνθρωπος «έχει μπει στη γραμμή». Ζητάει εύκολα και φτηνά πράγματα, που να τα πετάει και να τα ξαναπρομηθεύεται, ανίκανος να κάνει το επιπλέον βήμα που θα τον οδηγήσει στην ποίηση. Εχουμε γίνει «μικροαμερικανοί». Το χειρότερο που θα μπορούσε να μας συμβεί. (…) Εμένα με καίει ο νέος Ελληνισμός, ο νέος ελληνικός μύθος. Θα ήθελα να βρω τη σωστή βάση του, τη νομοθεσία του. Αν θέλουμε να μιλάμε για πραγματικότητα, αυτή είναι η πραγματικότητα. Οσο για την αναγνώριση του έργου μου, μην εμπιστεύεστε τόσο τις ετυμηγορίες των συγχρόνων. Κάθε εποχή, χωρίς να το θέλει, διογκώνει τη σημασία ενός από τους παράγοντες εις βάρος των άλλων, με αποτέλεσμα να θεωρηθούν κατά καιρούς πολύ μεγάλοι ποιητές ο Αχιλλέας Παράσχος ή ο Γεώργιος Σουρής. Μην ξεχνάτε, κάποτε ο Κάλβος έπαθε ολική έκλειψη και ο Καβάφης παράδερνε στα βιβλιοπωλεία της Αλεξάνδρειας, όταν στην Αθήνα μεσουρανούσαν οι λογοκόποι. Ολοι μας είμαστε υποκείμενοι στην ομαδική πλάνη, που καταντά κάποτε ακατανόητη όσο και τερατώδης. Οφείλουμε, λοιπόν, να είμαστε μετριόφρονες και ν’ αποβλέπουμε μόνο στο κριτήριο του χρόνου».

(Στη Σούλα Αλεξανδροπούλου, «Η Καθημερινή», 2 Νοεμβρίου 1975)

Η πνευματική μας υπόσταση αλλοιώνεται

(…) «Η αυθαίρετη, και ηλίθια στο βάθος, διάκριση ανάμεσα σε «εθνικόφρονες» και «προοδευτικούς» μπερδεύει, όπως συνήθως, τα πράγματα. Τι πάει να πει, δηλαδή; Οτι οι προοδευτικοί δεν αγαπούν τον τόπο τους; Οτι τον αγαπούν μόνον οι εθνικόφρονες, που ξέρουμε πολύ καλά ότι ενίοτε τους συμφέρει απλώς να τον αγαπούν; Σ’ εμένα η πίστη στον Ελληνισμό είναι κάτι άλλο. Συνυφασμένο αναμφισβήτητα με την παράδοση. Αλλά κι εδραιωμένο στο παρόν. (…) Νιώθω κάθε μέρα την πνευματική μας υπόσταση ν’ αλλοιώνεται, καθώς διοχετεύεται μέσα στο μεγάλο, αδηφάγο χωνευτήρι του Βορρά. Μερικοί ανόητοι -δεν διστάζω να το πω- συνάδελφοι βαυκαλίζονται με την ιδέα ότι, χάρη στην Κοινή Αγορά, το έργο τους θα περάσει με μια μεταφρασούλα και θα γίνει παγκόσμιο. Τίποτα δεν θα γίνει. Και οι ίδιοι, στην προσπάθειά τους να γίνουν ευκολομετάφραστοι, θα χάσουν και το γλωσσικό τους αίσθημα. Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, καθημερινά, κυκλοφορούν μεταποιημένα πνευματικά προϊόντα απ’ όλο τον κόσμο. Επιπλέουν για μερικές εβδομάδες κι ύστερα καταποντίζονται στον Καιάδα της ανωνυμίας».

(Στον Γιάννη Φλέσσα, «Το Βήμα της Κυριακής», 24 Δεκεμβρίου 1978)

Δεν είμαι καμωμένος για τη βιτρίνα

«Οσο περνάν τα χρόνια, τόσο και περισσότερο η δημοσιότητα με τρομάζει. Με απωθεί, θα έλεγα. Ως και τα βιβλία μου, όταν τα βλέπω στη βιτρίνα, αισθάνομαι παράξενα. Τι να με κάνετε, λοιπόν, εμένα; Δεν είμαι καμωμένος για τη βιτρίνα. Πολλοί νομίζουν ότι αυτό είναι έλλειψη φιλοδοξίας. Καθόλου. Απλούστατα, δεν καταλαβαίνω τι σόι φιλοδοξία είναι να είσαι δαχτυλοδειχτούμενος και να σε υποδέχονται με χειροκροτήματα. Εμένα η φιλοδοξία μου είναι να αισθάνομαι τρυπωμένος με τη μορφή βιβλίων στη τσάντα κάποιου νέου ή κάποιας κοπέλας, σε ώρες μοναξιάς. Η μυστική επικοινωνία είναι το παν. Και η διάρκεια. Ποίηση για μένα είναι πόλεμος προς τον χρόνο και τη φθορά. Κλεισμένος στα πενήντα τετραγωνικά μου, συνεχίζω αυτόν τον πόλεμο. Και άσχετα εντελώς αν βγαίνω νικητής ή όχι, σε μια τέτοιου είδους μάχη, ομολογώ, βρίσκω την ύψιστη ικανοποίηση. Σε μιαν εποχή θριάμβου των ποσοτικών εκτιμήσεων, βλέπω την ποίηση σαν τη μόνη ενδεδειγμένη να διαφυλάξει το ιερό και απαραβίαστο της ανθρώπινης προσωπικότητας».

(Στον Γιάννη Φλέσσα, «Το Βήμα της Κυριακής», 24 Δεκεμβρίου 1978)

Καταπιέζομαι από τις εξουσίες

«Ο κόσμος έχει κουραστεί ν’ ακούει κηρύγματα που δεν έχουν αντίκρισμα ή που το ίδιο το αντίκρισμά τους τα διαψεύδει. Η έμφυτη τάση του ανθρώπου ν’ αλλάξει την απαράδεκτη σήμερα τάξη του κόσμου, αυτή η επαναστατική του διάθεση, διοχετεύεται σε σχήματα, καλουπάρεται και διατίθεται στο εμπόριο των κοινωνικών ιδεών, κατά τρόπο που υποβιβάζει τη νοημοσύνη του και εξαφανίζει την ατομικότητά του. Η διχρωμία των καιρών μας -η δεξιά και η αριστερά- καλύπτει το αληθινό πρόβλημα του ανθρώπου, που, βέβαια, βρίσκεται πολύ πιο πέρα από το αν θα φορέσει καλύτερο ή όχι παντελόνι. Κάτι τέτοιο είναι η χειρότερη τυραννία. Προσωπικά, αισθάνομαι να καταπιέζομαι από τις εξουσίες. Αν αυτό είναι αναρχισμός, τότε είμαι αναρχικός. Οχι βέβαια με την έννοια να βάζω μπόμπες. Αλλά να μην ανέχομαι με κανένα τρόπο να με διαθέτουν κατά τη βούλησή τους, χωρίς τη συγκατάθεσή μου, οι τρίτοι, οι άσχετοι, οι σωτήρες. Και αυτό είναι ένα αίσθημα που ολοένα και περισσότερο κυριεύει σήμερα μερικές συνειδήσεις».

(Στον Γιώργο Πηλιχό, «Τα Νέα», 15 Ιουνίου 1982)

Εχω ταχθεί με το μέρος της αθωότητας

«Εχω, αγαπητέ μου, από λίαν ενωρίς ταχθεί με το μέρος της αθωότητας και ισχυρίζομαι ότι έφτασε ο καιρός να σημειωθεί μια κινητοποίηση των επαναστατικών της δυνάμεων που υπάρχουν και είναι, πιστεύω, εάν όχι περισσότερο, τουλάχιστον εξίσου ισχυρές με τις δυνάμεις του «πονηρού». Υπολανθάνει επί Γης ένας παράδεισος που έχει κι αυτός τα δικαιώματά του. Προσπαθώ να τραβήξω το παραπέτασμα, να δω πέραν του απαγορευμένου. Οτι δεν μιλώ τη γλώσσα του Ιησού ή του Μαρξ, δεν σημαίνει ότι έχω λιγότερους λόγους ν’ αντιστρατεύομαι την υπάρχουσα τάξη του κόσμου».

(Στον Δημήτρη Αναλι, περιοδικό Reperes, No 5, 1983, περιοδικό Η λέξη, Σεπτέμβριος 1983)

Πηγή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s