Βιομηχανία της Κουλτούρας


Στην δημόσια σφαίρα της σύγχρονης κοινωνίας οι διαμαρτυρίες γίνονται σπάνια ακουστές. όταν ακούγονται, εκείνος που έχει οξεία ακοή μπορεί αμέσως να εντοπίσει τα σημεία που δείχνουν ότι αυτός που διαφωνεί θα συμφιλιωθεί γρήγορα με τους άλλους. Όσο πιο μεγάλο είναι το χάσμα ανάμεσα στην κορυφή και τη βάση, τόσο πιο εξασφαλισμένη είναι μια θέση στην κορυφή  για όποιον αποδεικνύει την ανωτερότητά του μέσω μιας καλά σχεδιασμένης πρωτοτυπίας. Έτσι, ακόμη και στη βιομηχανία της κουλτούρας εξακολουθεί να επιβιώνει η φιλελεύθερη τάση που συνίσταται στην πλήρη αποδοχή των «ικανών» ανθρώπων. Το άνοιγμα του δρόμου σ΄αυτούς τους ικανούς ανθρώπους εξακολουθεί να είναι και σήμερα η λειτουργία της αγοράς, που είναι, άλλωστε, απόλυτα

ελεγχόμενη.  όσο για την ελευθερία της αγοράς, τόσο στη μεγάλη περίοδό της τέχνης όσο και άλλοτε, ήταν η ελευθερία που είχε ο ηλίθιος να πεθάνει από την πείνα. Δεν είναι τυχαίο το ότι το σύστημα της βιομηχανίας της κουλτούρας έρχεται από τις πιο φιλελεύθερες βιομηχανικές χώρες και το ότι όλα τα χαρακτηριστικά του media, όπως ο κινηματογράφος, το ραδιόφωνο, η τζαζ και τα περιοδικά θριαμβεύουν σ΄αυτές. Αναμφισβήτητα η πρόοδός του έχει τις ρίζες της στους γενικούς νόμους του κεφαλαίου. Ο Γκομόν και ο Πατέ, ο Ουλλστάιν και ο Χούγκενπεργκ ακολούθησαν τη διεθνή τάση με κάποια επιτυχία•  η οικονομική εξάρτηση της Ευρώπης από τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον πόλεμο και ο πληθωρισμός ήταν δύο βασικοί παράγοντες. Η πεποίθηση ότι η βαρβαρότητα της βιομηχανίας της κουλτούρας είναι ένα αποτέλεσμα της «πολιτισμικής καθυστέρησης», της ολιγωρίας της αμερικανικής συνείδησης σε σχέση με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, είναι εντελώς λανθασμένη. Η προφασιστική Ευρώπη δεν μπόρεσε να ακολουθήσει την τάση που οδήγησε στα μονοπώλια της κουλτούρας. Αλλά αυτή ακριβώς η καθυστέρηση άφησε στο πνεύμα και στη δημιουργικότητα κάποιο βαθμό αυτονομίας και επέτρεψε στους τελευταίους αντιπροσώπους τους να υπάρξουν παρά την καταπίεση. Στη Γερμανία η αποτυχία του δημοκρατικού ελέγχου να εισχωρήσει στη ζωή οδήγησε σε μια παράδοξη κατάσταση. Πολλά πράγματα έμειναν έξω από το μηχανισμό της αγοράς που είχε εισβάλει στις χώρες της Δύσης. Το γερμανικό εκπαιδευτικό σύστημα –πανεπιστήμια, θέατρα με καλλιτεχνικά στάνταρ, μεγάλες ορχήστρες και μουσεία – έχαιρε προστασίας. Οι πολιτικές δυνάμεις , το κράτος και οι δήμοι, που είχαν κληρονομήσει ορισμένους θεσμούς από την απολυταρχία, εξασφάλισαν την ανεξαρτησία των θεσμών αυτών από τις δυνάμεις που κυβερνούσαν την αγορά, όπως είχαν κάνει οι πρίγκιπες και οι φεουδάρχες μέχρι τον 19ο αιώνα. Αυτό ενίσχυσε τη θέση της αστικής τέχνης στην τελευταία φάση της απέναντι στο νόμο της προσφοράς και της ζήτησης και οδήγησε την αντίστασή της πολύ πιο πέρα από την προστασία την οποία απολάμβανε. Στην ίδια την αγορά ο φόρος σε μια ποιότητα, για την οποία δεν έχει βρεθεί ακόμη μια χρήση, μετατράπηκε σε αγοραστική δύναμη: γι΄αυτόν το λόγο οι έντιμοι εκδότες λογοτεχνικών και μουσικών έργων μπόρεσαν να βοηθήσουν δημιουργούς που δεν απέφεραν κέρδος αλλά την εκτίμηση των ειδημόνων. Αλλά εκείνο που υποδούλωσε οριστικά τον καλλιτέχνη ήταν η πίεση (που συνοδευόταν από μόνιμες και σοβαρές απειλές)  να μπει στην επιχειρηματική ζωή ως ειδικός σε θέματα αισθητικής.

Παλιότερα οι δημιουργοί, όπως ο Κάντ και ο Χιούμ, υπέγραφαν τα γράμματά τους με την έκφραση «ο ταπεινός δούλος σας», ενώ ταυτόχρονα υπέσκαπταν τα θεμέλια του θρόνου και της Αγίας Τράπεζας. Σήμερα οι καλλιτέχνες φωνάζουν τους αρχηγούς της κυβέρνησης με τα μικρά τους ονόματα, αλλά οι καλλιτεχνικές τους δραστηριότητες εξαρτώνται από την κρίση ανίδεων αφεντικών. Η ανάλυση που έκανε ο Τοκβίλ εδώ και εκατό χρόνια αποδείχτηκε στο μεταξύ απόλυτα σωστή. Κάτω από το ιδιωτικό μονοπώλιο της κουλτούρας «η τυραννία αφήνει ελεύθερο το σώμα και επιτίθεται στην ψυχή. Ο αφέντης δεν λέει πια: θα σκέφτεστε όπως εγώ, αλλιώς θα πεθάνετε. Λέει: Είστε ελεύθεροι να μη σκέφτεστε όπως εγώ. η ζωή σας, η περιουσία σας, όλα θα μείνουν δικά σας, αλλά από σήμερα θα είστε ένας ξένος ανάμεσά μας»*. Αυτός που δεν προσαρμόζεται γίνεται οικονομικά αδύναμος και, κατά συνέπεια, πνευματικά αδύναμος, περιθωριακός. Ο περιθωριακός αποκλείεται από τη βιομηχανία και πείθεται για την ανεπάρκειά του. Ενώ σήμερα, στην υλική παραγωγή, ο μηχανισμός της προσφοράς και της ζήτησης αποσαθρώνεται, συνεχίζει να λειτουργεί στην υπερδομή προς όφελος των αφεντικών. Οι καταναλωτές είναι οι εργάτες και οι υπάλληλοι, οι αγρότες και οι μικροαστοί. Η καπιταλιστική παραγωγή τόσο πολύ φυλακίζει την ψυχή και το σώμα τους, που γίνονται θύματα, χωρίς να προβάλλουν καμία αντίσταση, αυτού που τους προσφέρεται. Ακριβώς όπως οι υποδουλωμένοι άνθρωποι έπαιρναν την ηθική που τους επιβαλλόταν πολύ πιο σοβαρά απ΄ό,τι οι ίδιοι οι αφέντες τους, έτσι και οι εξαπατημένες μάζες καταλαμβάνονται σήμερα από το μύθο της επιτυχίας περισσότερο απ΄ό,τι οι ίδιοι οι επιτυχημένοι. Οι μάζες ποθούν αυτό που έχουν οι επιτυχημένοι και επιμένουν να υιοθετούν την ιδεολογία που τις σκλαβώνει. Η άστοχη αγάπη του λαού για το κακό που έχει γίνει σε βάρος του είναι μεγαλύτερη δύναμη από το δόλο των αρχών. Είναι δυνατότερη και από την αυστηρότητα του Hays Office. Σ΄ορισμένες μεγάλες ιστορικές στιγμές ενθάρρυνε τις δυνάμεις που στρέφονταν εναντίον της και, ιδιαίτερα, στην τρομοκρατία των δικαστηρίων. Υποστηρίζει τον Μίκυ Ρούνεϋ αντί την τραγική Γκαρμπό, τον Ντόναλντ Ντακ αντί την Μπέττυ Μπούπ. Η βιομηχανία υποτάσσεται στο αποτέλεσμα της ψηφοφορίας το οποίο προκάλεσε η ίδια. Αυτό που είναι ζημιά για τη φίρμα που δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί πλήρως το συμβόλαιο που έχει κάνει μ΄έναν ξεπεσμένο σταρ είναι ένα νόμιμο έξοδο για το σύστημα στο σύνολό του. Το σύστημα επιβάλλει την απόλυτη αρμονία καθαγιάζοντας επιδέξια την απαίτηση για σκουπίδια. Ο γνώστης και ο ειδικός περιφρονούνται επειδή θέλουν να θεωρούνται ανώτεροι από τους άλλους, τη στιγμή που η κουλτούρα είναι δημοκρατική και μοιράζει τα προνόμιά της σε όλους. Μέσα  σ΄αυτή την ιδεολογική εκεχειρία, κυριαρχεί ο κομφορμισμός των αγοραστών και η αδιαντροπιά των παραγωγών. Το αποτέλεσμα είναι μια συνεχής αναπαραγωγή των ίδιων πραγμάτων.

Αυτή η σταθερή ομοιομορφία ρυθμίζει επίσης και τις σχέσεις με το παρελθόν. Αυτό που ει΄ναι καινούριο σ΄αυτήν τη φάση της μαζικής κουλτούρας, συγκριτικά με το τελευταίο στάδιο του φιλελευθερισμού, είναι ο αποκλεισμός του καινούριου. Η μηχανή στρέφεται γύρω από το ίδιο σημείο. Ενώ έχει φτάσει στο σημείο να καθορίζει την παραγωγή, απομακρύνει ως ανώφελο κίνδυνο ό,τι δεν έχει δοκιμαστεί. Οι κατασκευαστές κινηματογραφικών ταινιών βλέπουν με δυσπιστία κάθε σενάριο που δεν στηρίζεται σ΄ένα μπεστ σέλερ. Γι΄αυτόν το λόγο υπάρχει η ατέλειωτη συζήτηση γύρω από τις ιδέες, την καινοτομία και την έκπληξη, γύρω από κάτι που θεωρείτε δεδομένο, ενώ δεν υπήρξε ποτέ. Ο ρυθμός και η δυναμική χρησιμοποιούνται γι΄αυτόν το σκοπό. Τίποτε δεν πρέπει να μείνει ανάλλακτο, όλα πρέπει να λειτουργούν συνεχώς, να βρίσκονται σε κίνηση. Γιατί μόνο ο καθολικός θρίαμβος του ρυθμού της μηχανικής παραγωγής και αναπαραγωγής είναι εγγύηση ότι τίποτε δεν θα αλλάξει και ότι δεν θα βγει τίποτε ακατάλληλο. Οποιαδήποτε προσθήκη στον εδραιωμένο και αποτελεσματικό κατάλογο της κουλτούρας φαίνεται πολύ παρακινδυνευμένη. Οι απολιθωμένες μορφές – όπως το σκετς, η σύντομη ιστορία, το φίλμ που «προβληματίζει», του σουξέ – είναι ο τυποποιημένος μέσος όρος του φιλελεύθερου γούστου που υπαγορεύεται από την άνωθεν απειλή. Οι διευθυντές των πρακτορείων της κουλτούρας – που δουλεύουν αρμονικά όπως μόνο ένας μάνατζερ μπορεί να δουλέψει μαζί μ΄έναν άλλο, είτε έχει βγεί μέσα από τη δουλειά είτε από μια διάσημη σχολή – έχουν αναδιοργανώσει και ορθολογικοποιήσει το αντικειμενικό πνεύμα εδώ και πολύ καιρό. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι μια πανταχού παρούσα αυθεντία έχει εξετάσει το υλικό και έχει φτιάξει έναν επίσημο κατάλογο των πολιτισμικών αγαθών παρουσιάζοντας τις διαθέσιμες σειρές. Οι ιδέες είναι γραμμένες στο στερέωμα της κουλτούρας, στο οποίο είχαν ήδη απαριθμηθεί από τον Πλάτωνα – και ήταν πράγματι αριθμοί σταθεροί και αμετακίνητοι.

Η διασκέδαση και όλα τα στοιχεία της βιομηχανίας της κουλτούρας υπήρχαν πολύ πιο πριν απ΄αυτήν. Σήμερα παίρνονται από πάνω και εκσυγχρονίζονται. Η βιομηχανία της κουλτούρας μπορεί να περηφανεύεται γιατί μετέφερε επιδέξια (κι όχι αδέξια όπως γινόταν παλιά) την τέχνη στη σφαίρα της κατανάλωσης, γιατί έκανε αρχή αυτήν τη μεταφορά, γιατί απελευθέρωσε τη διασκέδαση από την ενοχλητική της απλοϊκότητα και γιατί βελτίωσε τον τύπο των εμπορευμάτων. Όσο πιο απόλυτη γινόταν, όσο πιο αδίστακτα έσπρωχνε όποιον δεν συμβιβαζόταν μ΄αυτήν στη χρεωκοπία ή στην προσχώρησή του σ΄ένα συνδικάτο, τόσο πιο πολύ εκλεπτυνόταν και ανέβαινε για να φτάσει, στο τέλος, σε μια σύνθεση του Μπετόβεν και του Καζίνο ντε Παρί. Η νίκη της είναι διπλή: την αλήθεια που καταπνίγει έξω μπορεί να την αναπαράγει, ως ψέμα, μέσα. Η «ελαφριά τέχνη» σαν τέτοια, η ψυχαγωγία, δεν είναι μια παρακμιακή μορφή. Όποιος την κατηγορεί για προδοσία απέναντι στο ιδανικό της καθαρής έκφρασης τρέφει αυταπάτες για την κοινωνία. Η καθαρότητα της αστικής τέχνης, η οποία υποστασιοποιούσε τον εαυτό της ως βασίλειο της ελευθερίας σ΄αντίθεση με την υλική πρακτική, ήταν συνδεδεμένη από την αρχή με τον αποκλεισμό των κατώτερων τάξεων (ωστόσο, η τέχνη μένει πιστή στην υπόθεση των τάξεων αυτών, στην πραγματική καθολικότητα, ακριβώς επειδή διατηρεί την ελευθερία της απέναντι στους σκοπούς της ψεύτικης καθολικότητας). Η σοβαρή τέχνη αρνήθηκε να δώσει τον εαυτό της σε κείνους για τους οποίους η δυσκολία και η πίεση της ζωής είναι μια διακωμώδηση της σοβαρότητας και οι οποίοι πρέπει να είναι ευχαριστημένοι όταν μπορούν να χρησιμοποιήσουν το χρόνο που δεν ξοδεύουν στη γραμμή παραγωγής απλά και μόνο για να συνεχίσουν να υπάρχουν. Η ελαφριά τέχνη ήταν η σκιά της αυτόνομης τέχνης. Είναι η κοινωνική κακή συνείδηση της σοβαρής τέχνης. Η αλήθεια, που χανόταν αναγκαστικά από την πρώτη(λόγω των κοινωνικών της βάσεων), δίνει στην άλλη το επίχρισμα της νομιμότητας. Αυτή η διαίρεση είναι η ίδια η αλήθεια: εκφράζει τουλάχιστον την αρνητικότητα της κουλτούρας, που αποτελείται από τις δύο διαφορετικές σφαίρες. Η απορρόφηση της ελαφριάς τέχνης από τη σοβαρή τέχνη ή αντίστροφα είναι ο λιγότερο σίγουρος τρόπος κατάργησης της αντίθεσής τους. Αλλά αυτό προσπαθεί να κάνει η βιομηχανία της κουλτούρας. Η εκκεντρικότητα του τσίρκου, του μουσείου κέρινων ομοιωμάτων και του πορνείου σε σχέση με την κοινωνία είναι εξίσου οχληρή για τη βιομηχανία της κουλτούρας με την εκκεντρικότητα του Σένμπεργκ και του Καρλ Κράους.[…]

[…]Χάρη στην ίδια της την τελειότητα, η βιομηχανία της κουλτούρας εξαφάνισε τα σκουπίδια του χθες μέσω της απαγόρευσης και της εξημέρωσης του ερασιτεχνισμού.συνεχώς, βέβαια, κάνει φοβερές γκάφες, αλλά, χωρίς αυτές, δεν μπορεί να νοηθεί ένα στυλ ανεβασμένου επιπέδου. Το καινούργιο όμως είναι ότι τα ασυμφιλίωτα στοιχεία της κουλτούρας, η τέχνη και η διασκέδαση, έχουν υπαχθεί σ΄έναν μοναδικό σκοπό κι έχουν ενταχθεί σε μια ψεύτικη φόρμουλα: στην ολότητα της βιομηχανίας της κουλτούρας. Αυτή αποτελείται από επαναλήψεις. To γεγονός ότι οι χαρακτηριστικές της καινοτομίες δεν είναι ποτέ τίποτε περισσότερο από βελτιώσεις της μαζικής παραγωγής, δεν είναι ορατό έξω από το σύστημα. Δίκαια το ενδιαφέρον των πάμπολλων καταναλωτών στρέφεται προς την τεχνική κι όχι προς τα περιεχόμενα – που επαναλαμβάνονται επίμονα, φθείρονται και χάνουν σήμερα το μισό, τουλάχιστον, κύρος τους. Η κοινωνική δύναμη, που γίνεται αντικείμενο της λατρείας των θεατών, επιβεβαιώνεται αποτελεσματικότερα από την πανταχού παρουσία του στερεότυπου που επιβάλλεται από την τεχνολογία κι όχι τόσο από τις μουχλιασμένες ιδεολογίες που υποστηρίζουν τα εφήμερα περιεχόμενα.

Μολαταύτα, η βιομηχανία της κουλτούρας παραμένει βιομηχανία της διασκέδασης. Ασκεί την επιρροή της πάνω στους καταναλωτές μέσω της διασκέδασης, που τελικά καταστρέφεται όχι από ένα απλό διάταγμα, αλλά από την εγγενή της εχθρότητα απέναντι σ΄αυτό που είναι ανώτερό της. Επειδή η μεταφορά όλων των τάσεων της βιομηχανίας της κουλτούρας στη ζωή του κοινού ευνοείται από την κοινωνική διαδικασία, η επιβίωση της αγοράς σ΄αυτό τον τομέα επιδρά ευνοϊκά πάνω σ΄αυτές τις τάσεις. Η ζήτηση δεν αντικαταστάθηκε ακόμη από την απλή υπακοή. Είναι πολύ γνωστό ότι η μεγάλη αναδιοργάνωση του κινηματογράφου πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο – υλική προϋπόθεση της ύπαρξής του – ήταν ακριβώς η σκόπιμη προσαρμογή του στις ανάγκες του κοινού, όπως καταγράφονταν αυτές στο ταμείο (κανένας δεν σκεφτόταν να πάρει στα σοβαρά υπόψη του αυτό το γεγονός την εποχή των πρωτοπόρων της οθόνης). Την ίδια γνώμη έχουν σήμερα και οι ηγέτες της βιομηχανίας του κινηματογράφου, που παίρνουν ως κριτήριό τους τα τραγούδια- επιτυχίες, αλλά που έχουν τη σύνεση να μην προσφεύγουν ποτέ στο αντίθετο κριτήριο, εκείνο της αλήθειας. Η ιδεολογία τους είναι οι μπίζνες. Είναι απόλυτα σωστό ότι η δύναμη της βιομηχανία της κουλτούρας έγκειται στην ταύτισή της με την κατασκευασμένη ανάγκη κι όχι στην απλή αντίθεσή της μ΄αυτήν, ακόμη κι αν επρόκειτο για μια αντίθεση απόλυτης δύναμης και απόλυτης αδυναμίας. Στον προηγμένο καπιταλισμό η διασκέδαση είναι η επέκταση της εργασίας. Την αναζητά εκείνος που θέλει να ξεφύγει από τη διαδικασία της εκμηχανισμένης εργασίας για να μπορέσει να την αντιμετωπίσει ξανά. Αλλά, την ίδια στιγμή, ο εκμηχανισμός έχει τέτοια δύναμη πάνω στον ελεύθερο χρόνο και στην ευτυχία του ανθρώπου και καθορίζει τόσο βαθιά την κατασκευή των προϊόντων που χρησιμεύουν στη διασκέδαση, που αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να δει τίποτε άλλο εκτός από τα μετεικάσματα της ιδιας της διαδικασίας εργασίας. […]

[…] Η βιομηχανία της κουλτούρας κοροϊδεύει τους καταναλωτές της μ΄αυτό που συνεχώς τους υπόσχεται. Αυτό το γραμμάτιο της ευχαρίστησης, που είναι η δράση και η παρουσίαση ενός θεάματος, παρατείνεται απεριόριστα: η υπόσχεση στην οποία ανάγεται τελικά το θέαμα δεν είναι παρά κοροϊδία και αυταπάτη: όλα αυτά σημαίνουν ότι κανείς δεν φτάνει ποτέ στο ζουμί, ότι ο προσκαλεσμένος πρέπει να αρκεστεί στην ανάγνωση του καταλόγου των φαγητών. Μπροστά στην επιθυμία ου προκαλείται απ΄όλα αυτά τα λαμπερά ονόματα και εικόνες δεν υπάρχει τελικά παρά το εγκώμιο της σκοτεινής καθημερινότητας (από την οποία ακριβώς ήθελε να ξεφύγει η επιθυμία αυτή). Βέβαια, και τα έργα τέχνης δεν ήταν σεξουαλικές επιδείξεις. Αλλά, επειδή παρουσίαζαν τη  ματαίωση σαν κάτι αρνητικό, απέφευγαν τον υποβιβασμό της παρόρμησης και διέσωζαν αυτό που ματαίωναν μέσα από μια διαμεσολαβημένη μορφή. Αυτό είναι το μυστικό της αισθητικής εξιδανίκευσης: η παράσταση της εκπλήρωσης ως ανεκπλήρωτης υπόσχεσης. Η βιομηχανία της κουλτούρας δεν εξιδανικεύει.απωθεί. Εκθέτοντας συνεχώς τα αντικείμενα του πόθου, τα γυναικεία στήθη μέσα σε μια κολλητή μπλούζα ή το γυμνό κορμί του αθλητικού ήρωα, ερεθίζει απλώς τη μη εξιδανικευμένη προκαταρκτική ηδονή, που έχει πάρει, πριν από πολύ καιρό και λόγω της συνηθισμένης στέρησης, έναν μαζοχιστικό χαρακτήρα. Δεν υπάρχει ερωτική κατάσταση που δεν συνδυάζει τον υπαινιγμό και τη διέγερση με την καθαρή προειδοποίηση ότι τα πράγματα δεν μπορούν ποτέ να πάνε τόσο μακριά. Το Hays Office απλώς επικυρώνει την τελετουργική πράξη του Τάνταλου που έχει ήδη καθιερωθεί από τη βιομηχανία της κουλτούρας. Τα έργα τέχνης είναι ασκητικά και δεν έχουν το αίσθημα της ντροπής• η βιομηχανία της κουλτούρας είναι πορνογραφική και σεμνότυφη. Ανάγει τον έρωτα σε ρομάντζο και, μετά απ΄αυτόν τον υποβιβασμό, πολλά πράγματα γίνονται επιτρεπτά, ακόμη και η ακολασία. Αυτή προσφέρεται σε μικρές δόσεις, σαν εμπορική σπεσιαλιτέ, με μια ετικέτα που γράφει επάνω «τολμηρό». Η μαζική παραγωγή του σεξουαλικού οργανώνει αυτοματικά την απώθησή του. Χάρη στην πανταχού παρουσία της, η σταρ του κινηματογράφου, που προορίζεται να κερδίσει τον έρωτα κάποιου, είναι από την αρχή ένα πιστό αντίγραφο του εαυτού της. Η φωνή οποιουδήποτε τενόρου αντηχεί όπως ένας δίσκος του Καρούζο και τα «φυσικά» πρόσωπα των κοριτσιών του Τέξας μοιάζουν ήδη με τα διάσημα μοντέλα που έχουν τυποποιηθεί από το Χόλλυγουντ. Η μηχανική αναπαραγωγή της ομορφιάς, την οποία υπηρετεί ανεπιφύλακτα ο αντιδραστικός φανατισμός της κουλτούρας με τη μεθοδική του λατρεία της ατομικότητας, δεν αφήνει καμιά θέση για εκείνη την ασυνείδητη λατρεία που ήταν κάποτε συνδεδεμένη με την έννοια της ομορφιάς.[…]

[…] Σε κάθε προϊόν της βιομηχανίας της κουλτούρας, η συνεχής ματαίωση ου επιβάλλεται από τον πολιτισμό παρουσιάζεται για μια ακόμη φορά και πέφτει πάνω στα θύματά της. Να προσφέρεις σ΄αυτά κάτι και να τους το στερήσεις είναι το ίδιο. Αυτό συμβαίνει στα ερωτικά φιλμ. Όλα στρέφονται γύρω από τη συνουσία επειδή ακριβώς αυτή δεν μπορεί να δειχτεί ποτέ. Είναι πιο αυστηρά απαγορευμένο να υπάρχει σ΄ένα φιλμ μια παράνομη σχέση χωρίς να τιμωρούνται οι ένοχοι απ΄ό,τι να συμμετέχει π.χ. ο μέλλον γαμπρός ενός εκατομμυριούχου στο εργατικό κίνημα. Αντίθετα απ΄ο,τι συνέβαινε στη φιλελεύθερη εποχή, τόσο η βιομηχανοποιημένη όσο και η λαϊκή κουλτούρα μπορεί να αγανακτεί με τον καπιταλισμό, αλλά δεν μπορεί να αρνηθεί την απειλή του ευνουχισμού. Αυτή είναι βασική. Εκείνο που μετράει σήμερα δεν είναι πια ο πουριτανισμός (παρόλο που εξακολουθεί να αυτοεπιβεβαιώνεται στις γυναικείες οργανώσεις), αλλά η εγγενής στο σύστημα αναγκαιότητα να μην αφήνεται ελεύθερος ο καταναλωτής, να μην του δίνεται ποτέ η ευκαιρία να υποψιαστεί ότι είναι δυνατή οποιαδήποτε αντίσταση. Η αρχή επιβάλλει να του παρουσιάζονται όλες οι ανάγκες του ως ανάγκες που μπορούν να ικανοποιηθούν από τη βιομηχανία της κουλτούρας και, από την άλλη,  να οργανώνονται αυτές οι ανάγκες κατά τέτοιον τρόπο που να νιώθει ότι είναι ο αιώνιος καταναλωτής, το αντικείμενο της βιομηχανίας της κουλτούρας. Αυτή όχι μόνο τον κάνει να πιστέψει ότι οι ψευδαισθήσεις που του προσφέρει είναι ικανοποιήσεις, αλλά και να καταλάβει ότι, αφού τα πράγματα είναι έτσι όπως είναι, οφείλει να αρκείται σ΄αυτό που του προσφέρεται. Η φυγή από την καθημερινότητα, την οποία υπόσχεται η βιομηχανία της κουλτούρας, μπορεί να συγκριθεί με το κλέψιμο μιας νέας κοπέλας όπως γίνεται στο καρτούν: ο ίδιος ο πατέρας της κρατάει τη σκάλα μέσα στο σκοτάδι. Ο παράδεισος που προσφέρεται από τη βιομηχανία της κουλτούρας είναι φτιαγμένος από την ίδια την καθημερινότητα. Η φυγή και το κλέψιμο είναι κανονισμένες εκ των προτέρων έτσι ώστε να οδηγούν ξανά στην αφετηρία. Η απόλαυση ευνοεί την παραίτηση.  αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, θεωρητικά, είναι φτιαγμένη για να βοηθά στην αποσιώπηση της παραίτησης.[…]

Η καθαρή διασκέδαση με τη λογική της, η κατευναστική εγκατάλειψη σ΄όλα τα είδη συνειρμών και αθώων ασυναρτησιών αποκλείεται από την τρέχουσα διασκέδαση: αντίθετα, διακόπτεται από ένα υποκατάστατο γενικό νόημα το οποίο επιμένει να δίνει σ΄όλα τα προϊόντα της η μαζική κουλτούρα. ωστόσο, το χρησιμοποιεί άσχημα, ως απλή πρόφαση που βοηθάει την εμφάνιση των σταρ. Οι βιογραφίες και οι άλλες απλές ιστορίες ράβουν τα κομμάτια της παλαβομάρας πάνω σε μια ηλίθια πλοκή. Αυτό που ηχεί στα αυτιά μας δεν είναι τα κουδουνάκια του σκούφου του γελωτοποιού αλλά το μάτσο των κλειδιών του καπιταλιστικού Λόγου που, ακόμη και στην οθόνη, συνδέει την απόλαυση με σχέδια που οδηγούν στην επιτυχία. Στο επίκαιρο φιλμ κάθε φιλί οφείλει να συμβάλλει στην επιτυχία του μποξέρ ή κάποιου «μεγάλου» τραγουδιστή ή οποιουδήποτε άλλου «σπεσιαλίστα». Η απάτη δεν είναι ότι η βιομηχανία της κουλτούρας προσφέρει διασκέδαση, αλλά ότι καταστρέφει κάθε χαρά, επειδή επιτρέπει την ανάμειξη υλικών και εμπορικών υπολογισμών στα ιδεολογικά κλισέ μιας κουλτούρας που βρίσκεται σε μια πορεία αυτοδιάλυσης.[…]

[…] Η σημερινή συγχώνευση της κουλτούρας και της διασκέδασης δεν οδηγεί μόνο σε μια διαφθορά της κουλτούρας αλλά και σε μια αναγκαστική διανοητικοποίηση της διασκέδασης. Αυτό είναι φανερό από το γεγονός ότι μόνο το αντίγραφο εμφανίζεται: στον κινηματογράφο, η φωτογραφία. στο ραδιόφωνο, η ηχογράφηση. Κατά την εποχή της επέκτασης του φιλελευθερισμού η διασκέδαση τρεφόταν από μια αμετακίνητη πίστη στο μέλλον: τα πράγματα έμεναν όπως ήταν αλλά και βελτιώνονταν. Σήμερα αυτή η πίστη είναι ακόμη πιο διανοητικοποιημένη. γίνεται τόσο αδύναμη που χάνει από τα μάτια της κάθε στόχο και μοιάζει μ΄έναν μαγικό φανό που προβάλλει τις εικόνες του πίσω από την πραγματικότητα. Συνίσταται από εκείνη την ιδιαίτερη σημασία την οποία δίνει το θέαμα (που κάνει εδώ ό,τι γίνεται και στη ζωή) στον έξυπνο τύπο, στον μηχανικό, στη δυναμική κοπέλα, στον αδίστακτο άνθρωπο, που παρουσιάζεται ως άνθρωπος με σθένος, στο ενδιαφέρον για τα σπορ, και, τέλος, στα αυτοκίνητα και στα τσιγάρα, ακόμη κι όταν η διασκέδαση δεν διαφημίζει τους άμεσους παραγωγούς αλλά το σύστημα στο σύνολό του. Η ίδια η διασκέδαση γίνεται ένα ιδανικό, παίρνει τη θέση των μεγαλύτερων αγαθών, τα οποία στερεί εντελώς από τις μάζες, επειδή τα επαναλαμβάνει με μια μορφή πιο τυποποιημένη από εκείνη με την οποία επαναλαμβάνονται από τα διαφημιστικά σλόγκαν που χρηματοδοτούνται από τα ιδιωτικά συμφέροντα. Η εσωτερικότητα, η υποκειμενικά περιορισμένη μορφή της αλήθειας, ήταν πάντα στο έλεος των ισχυρών που βρίσκονταν έξω απ΄αυτήν περισσότερο απ΄ο,τι φαντάζονταν. Η βιομηχανία της κουλτούρας τη μετατρέπει σε ολοφάνερο ψέμα. Σήμερα έχει γίνει μια απλή σαχλαμάρα που γίνεται ευπρόσδεκτη στα θρησκευτικά μπεστ σέλερ, στα ψυχολογικά φιλμ και στα φωτορομάντσα των γυναικείων περιοδικών σαν μια ενοχλητικά ευχάριστη γαρνιτούρα απώτερος στόχος της είναι η επιβολή ενός μεγαλύτερου ελέγχου στα γνήσια προσωπικά συναισθήματα της πραγματικής ζωής. Μ΄αυτή την έννοια η διασκέδαση πραγματοποιεί την κάθαρση των συναισθημάτων, την οποία ο Αριστοτέλης απέδιδε κάποτε στην τραγωδία και ο Μόρτιμερ Άντλερ σήμερα στο φιλμ. Η βιομηχανία της κουλτούρας αποκαλύπτει την αλήθεια για την κάθαρση, όπως την αποκαλύπτει και για το φιλμ.[…]

[…] Ο μηχανισμός της κοινωνικής κυριαρχίας βλέπει τη φύση ως υγιή αντίθεση της κοινωνίας έτσι, την ενσωματώνει στη νοσούσα κοινωνία και τη φθείρει. Οι εικόνες που δείχνουν πράσινα δέντρα, έναν γαλάζιο ουρανό και σύννεφα που αρμενίζουν, μεταβάλλουν αυτές τις πλευρές της φύσης σε επιγραφές για τις καπνοδόχους των εργοστασίων και τα βενζινάδικα. Αντίστροφα, οι τροχοί και τα εξαρτήματα των μηχανών πρέπει να είναι «εκφραστικοί» , αφού έχουν υποβιβαστεί ες φορείς του πνεύματος των δέντρων και των σύννεφων. Έτσι, η φύση και η τεχνολογία έχουν κινητοποιηθεί για να καταπολεμήσουν τη μούχλα, αυτήν την παραποιημένη ανάμνηση της φιλελεύθερης κοινωνίας στην οποία οι άνθρωποι, όπως λένε, κυλιόνταν με ηδονή σε πνιγηρά λουσάτα δωμάτια αντί να κάνουν, όπως σήμερα, ασεξουαλικά υπαίθρια μπάνια, και άντεχαν να βλέπουν τις μηχανικές βλάβες των προϊστορικών τους αυτοκινήτων αντί να πηγαίνουν με την ταχύτητα ενός πυραύλου από ένα μέρος Α (όπου βρίσκεται κάποιος) σ΄ένα μέρος Β (όπου τίποτε δεν αλλάζει). Ο θρίαμβος της γιγάντιας μέριμνας που υπάρχει για την πρωτοβουλία του επιχειρηματία εξυμνείται από τη βιομηχανία της κουλτούρας ως σύμβολο της μονιμότητας της πρωτοβουλίας του επιχειρηματία.[…]

[…] Υπάρχει ένα γεγονός, βέβαια, για το οποίο η κούφια ιδεολογία δεν αστειεύεται: η κοινωνική ασφάλεια. «Κανένας δεν πρέπει να πεινάει ή να κρυώνει. κάθε ανυπάκουος θα πάει σε στρατόπεδο συγκέντρωσης!». Αυτό το αστείο της χιτλερικής Γερμανίας θα μπορούσε να μπει ως επιγραφή σ΄όλες τις πύλες των κτιρίων της βιομηχανίας της κουλτούρας. Προϋποθέτει με μια πονηρή αφέλεια το πιο πρόσφατο χαρακτηριστικό της κοινωνίας : το γεγονός ότι η τελευταία μπορεί με χαρά να καταλάβει ποιοι είναι «δικοί» της. Η τυπική ελευθερία του καθενός είναι εγγυημένη. Κανένας δεν έχει να δώσει επίσημα λογαριασμό για ό,τι σκέφτεται. Από την άλλη, ο καθένας είναι κλεισμένος, από την παιδική του ηλικία, μέσα σ΄ένα σύστημα εκκλησιών, κλαμπς, επαγγελματικών οργανώσεων και άλλων τέτοιων  θεσμών, που αποτελούν το πιο ευαίσθητο εργαλείο του κοινωνικού ελέγχου. Όποιος θέλει να αποφύγει την συντριβή πρέπει να μην παίζει με την ισορροπία του συστήματος, γιατί αλλιώς θα χάσει το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Σε κάθε καριέρα, και ιδιαίτερα στα ελεύθερα επαγγέλματα, οι τεχνικές γνώσεις συνδέονται γενικά με προκαθορισμένους κανόνες συμπεριφοράς• αυτό θα μπορούσε να μας οδηγήσει στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι οι γνώσεις αυτές είναι το μόνο πράγμα που μετράει. Στην πραγματικότητα η ανορθολογική σχεδιοποίηση της κοινωνίας αυτής περιλαμβάνει, ανάμεσα σ΄άλλους στόχους, και την αναπαραγωγή της ζωής των πιστών της. Το επίπεδο ζωής αντιστοιχεί σχεδόν απόλυτα με το βαθμό με τον οποίο είναι συνδεδεμένες με το σύστημα οι κοινωνικές τάξεις και τα άτομα. Μπορεί κανείς να εμπιστευτεί το διευθυντή όπως και το μικροϋπάλληλο , έτσι όπως παρουσιάζονται στις χιουμοριστικές σελίδες ενός περιοδικού ή στην πραγματικότητα. Εκείνος που πεινάει και κρυώνει στιγματίζεται ακόμη κι αν είχε καλές προοπτικές κάποτε. Είναι ένας περιθωριακός και, αν εξαιρεθούν ορισμένα σοβαρά εγκλήματα, η πιο θανάσιμη αμαρτία είναι να είσαι περιθωριακός. Στα φιλμ ο περιθωριακός παρουσιάζεται καμιά φορά σαν «εκκεντρικός» και γίνεται αντικείμενο ενός ψεύτικα συγκαταβατικού χιούμορ• τις περισσότερες, όμως, φορές παρουσιάζεται σαν ένα παλιοτόμαρο και μάλιστα από την αρχή, πριν ακόμη αρχίσει η δράση, ώστε να διαλυθεί κάθε υποψία ότι η κοινωνία μπορεί να στραφεί ενάντια στους καλοπροαίρετους ανθρώπους.[…]

[…] Σήμερα η βιομηχανία της κουλτούρας έχει επωμιστεί την εκπολιτιστική κληρονομία της δημοκρατίας των υποδουλωμένων και των επιχειρηματιών (δημοκρατίας που ποτέ δεν καταλάβαινε και πολύ τις διανοητικές παρεκκλίσεις). Όλοι είναι ελεύθεροι να χορεύουν και να διασκεδάζουν, ακριβώς όπως είναι ελεύθεροι, μετά την ιστορική ουδετεροποίηση της θρησκείας, να προσχωρήσουν σε μια από τις αναρίθμητες θρησκευτικές ομάδες. Αλλά η ελευθερία της επιλογής μιας ιδεολογίας –ιδεολογίας που αντανακλά πάντα τον οικονομικό καταναγκασμό – παρουσιάζεται παντού ως ελευθερία της επιλογής ενός πράγματος που είναι πάντα το ίδιο. Ο τρόπος με τον οποίο δέχεται να τηρεί ένα ραντεβού μια νέα κοπέλα, ο τόνος μιας φωνής στο τηλέφωνο ή στην πιο απόκρυφη κατάσταση, η επιλογή των λέξεων στη συζήτηση, και μάλιστα ολόκληρη η εσωτερική ζωή, έτσι όπως ταξινομείται από την κάπως υποτιμημένη σήμερα ψυχολογία του βάθους, αποτελεί μαρτυρία της προσπάθειας του ανθρώπου να μεταμορφωθεί σε μηχανισμό, όμοιο (ακόμη και στα συναισθήματα) με το πρότυπο που προωθεί η βιομηχανία της κουλτούρας. Οι πιο ενδόμυχες αντιδράσεις των ανθρώπων έχουν πραγματοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, που η ιδέα της ιδιαιτερότητάς τους επιζεί μόνο κάτω από μια εντελώς αφηρημένη μορφή: η προσωπικότητα δεν σημαίνει σήμερα κάτι περισσότερο από τη λάμψη των λευκών δοντιών και την απελευθέρωση από τη μυρωδιά του σώματος και από τις συγκινήσεις. Ο θρίαμβος της διαφήμισης στη βιομηχανία της κουλτούρας είναι ότι οι άνθρωποι νιώθουν υποχρεωμένοι να αγοράσουν και να χρησιμοποιήσουν τα προϊόντα της, ακόμη κι όταν βλέπουν ότι είναι εντελώς άχρηστα.

Αποσπάσματα από το κείμενο Η βιομηχανία της κουλτούρας: ο διαφωτισμός ως εξαπάτηση των μαζών των του βιβλίου «Η διαλεκτική του διαφωτισμού», Μαξ Χορκχάιμερ και Αντόρνο, εκδόσεις ύψιλον, μετάφραση: Ζήσης Σαρίκας

Πηγή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s