Ο αντίλογος στις θεωρίες της υπανάπτυξης: Οι θεωρίες για τη συνάρθρωση των τρόπων παραγωγής


Annex - Keaton, Buster (Convict 13)

του Γιώργου Μιχαηλίδη

1. Εισαγωγή
Οι νεομαρξιστικές θεωρίες για την υπανάπτυξη, τον ιμπεριαλισμό, την εξάρτηση και την πόλωση μητρόπολης-περιφέρειας (θα τις ορίζουμε στο εξής σαν «νέο μαρξιστικές θεωρίες υπανάπτυξης») αντιμετώπισαν πολύ νωρίς την έντονη κριτική ενός άλλου ρεύματος στο εσωτερικό της μαρξιστικής προβληματικής, το οποίο χρησιμοποιεί το μεθοδολογικό εργαλείο της έννοιας του τρόπου παραγωγής και της έννοιας της συνάρθρωσης των τρόπων παραγωγής σε κοινωνικούς σχηματισμούς. Το ρεύμα αυτό (θα το ορίζουμε στο εξής σαν «θεωρίες των τρόπων παραγωγής») συγκροτήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 60 και στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 70 κυρίως σαν αντίδραση στη δογματοποίηση του δυτικοευρωπαϊκού μαρξισμού, δογματοποίηση που οδήγησε στην απομόνωση των δυτικοευρωπαϊκών κομμουνιστικών κομμάτων και σε βίαιη εκδήλωση των αδιεξόδων του ανατολικοευρωπαϊκού τύπου σοσιαλισμού.

Δεν υπάρχει μια θεωρία των τρόπων παραγωγής αλλά διάφορες θεωρητικές προτάσεις, με διάφορο βαθμό ολοκλήρωσης, από τις οποίες άλλες τείνουν να διεκδικήσουν γενική ισχύ για την ανάλυση της εξέλιξης του καπιταλισμού, άλλες προτείνονται σαν κυρίαρχη σύγχρονη ανάγνωση του ιστορικού υλισμού και άλλες διαμορφώθηκαν κατά την ανάλυση των φαινομένων υπανάπτυξης. Επίσης, η έννοια του τρόπου παραγωγής δεν καλύπτει πάντα το ίδιο περιεχόμενο ενώ στο ίδιο θεωρητικό ρεύμα μπορούν να ενταχθούν και θεωρητικές τοποθετήσεις που ξεκινούν από τις κοινές θεωρητικές αφετηρίες για να καταλήξουν στον ορισμό νέων επιμέρους μεθοδολογικών εννοιολογικών εργαλείων.

2. Βασικοί εκπρόσωποι
Ισχυρή ώθηση στη συστηματοποίηση των θεωριών των τρόπων παραγωγής, με διεκδίκηση μάλιστα επιστημολογικής τομής γενικής ισχύος μέσα στο μαρξισμό, αποτέλεσε το έργο του L. Althusser και ιδίως το κοινό έργο του με τον Ε. Balibar «Διαβάζοντας το Κεφάλαιο»1.

Σημαντική συνεισφορά στις θεωρίες των τρόπων παραγωγής αποτελεί το έργο του Ν. Πουλαντζά, (87), (94), με βασικό αντικείμενο ανάλυσης το πολιτικό στοιχείο γενικά, το κράτος και τις κοινωνικές τάξεις στον καπιταλισμό. Εξάλλου ο P. Anderson (45) (16), αναλύοντας το απολυταρχικό κράτος, τους τύπους της φεουδαλικής κοινωνίας και τις μορφές μετάβασης από την αρχαιότητα στον φεουδαλισμό, αναγνωρίζει την πολυμορφία των προκαπιταλιστικών τρόπων παραγωγής, πολυμορφία που θέτει οξύτατα προβλήματα κατηγοριοποίησης και ορισμού τους. Ο M. Godelier (51), ερευνώντας, στα πλαίσια της ανθρωπολογίας, τις πρωτόγονες κοινωνικές ομάδες, καταλήγει σε γενικευμένα συμπεράσματα για τη συνάρθρωση των διαφόρων σχέσεων που συγκροτούν τον τρόπο παραγωγής. Σημαντική συμβολή στην ανάλυση των προκαπιταλιστικών τρόπων παραγωγής αποτέλεσε η συγκέντρωση των σχετικών κειμένων των Marx και Engels από τους Β. Hindess και P. Hirst (53).

Το βασικό ζήτημα της συνάρθρωσης ερεύνησε συγκεκριμένα ο P. Ph. Rey (96), σαν πρόβλημα μετάδοσης από το φεουδαλισμό στον καπιταλισμό, μετάβαση που συντελείται μέσα από τη διαδοχή συγκεκριμένων τύπων συνάρθρωσης του φεουδαλικού τρόπου παραγωγής (Φ.Τ.Π.) και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (Κ.Τ.Π.), υπό την κυριαρχία του Κ.Τ.Π. Παραπλήσιο αντικείμενο έρευνας είναι αυτό των πρώτων έργων του Ε. Laclau (96): πώς οδήγησε στην εκδήλωση των φαινομένων υπανάπτυξης στη Λ. Αμερική η ιδιότυπη συνάρθρωση του Κ.Τ.Π. με τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής. Αργότερα (58) ο Laclau στράφηκε σε συστηματικότερη διερεύνηση του πολιτικού στοιχείου και του θέματος της ηγεμονίας, συγκροτώντας μια ιδιαίτερη συνεισφορά στις θεωρίες των τρόπων παραγωγής. Στην ίδια θεματική της μετάβασης και του ιστορικού χαρακτήρα των διαφόρων μορφών παραγωγής κινείται ο J. Banaji (2022), ο οποίος όμως διαφοροποιείται από τις «κλασσικές» εκδοχές προτείνοντας τον όρο της «εποχής παραγωγής». Την ανάλυση μορφών παραγωγής που συναντώνται πάντα υπό κυριαρχία άλλων τρόπων παραγωγής και ποτέ κυρίαρχες σε έναν κοινωνικό σχηματισμό, πραγματοποίησε ο C. Meillassoux (76), και ιδιαίτερα της «απλής εμπορευματικής παραγωγής» και της «οικογενειακής» μορφής (household production, forme de production domestique). Τέλος, οι J. Taylor και Η. Wolpe (101-104), έκαναν σημαντική προσπάθεια συστηματοποίησης όλης της θεωρητικής διαμάχης για την υπανάπτυξη και τους τρόπους παραγωγής.

Ένα ειδικότερο αντικείμενο ερεύνησε ο Ch. Bettelheim (25-32 και 99): τις ιστορικές απόπειρες μετάβασης από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Ήδη από την εποχή της διαμάχης για την «άνιση ανταλλαγή», ο Bettelheim επιμένει ότι η ανάπτυξη στο κέντρο δεν είναι το απλό επακόλουθο της υπανάπτυξης και της λεηλασίας της περιφέρειας, αλλά ότι βασίζεται πρωταρχικά στην αυξημένη εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης μέσα από την εγκατάσταση μηχανισμών αύξησης της παραγωγικότητας.

Από τους θεωρητικούς της υπανάπτυξης, ο S. Amin χρησιμοποιεί το εννοιολογικό εργαλείο των τρόπων παραγωγής. Διακρίνει καταρχήν δύο κατηγορίες κοινωνικών σχηματισμών στο εσωτερικό του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, τους «μητροπολιτικούς» και τους «περιφερειακούς»· επίσης καταλήγει σε μια δική του τυπολογία των τρόπων παραγωγής, όπου ο φεουδαλικός τρόπος παραγωγής (Φ.Τ.Π.) θεωρείται μια εξέλιξη, υπό ορισμένες συνθήκες, ενός πλατύτερου «δοσιματικού τρόπου παραγωγής» όπου εντάσσονται οι διάφορες μορφές του «ασιατικού». Ο S. Amin προσάπτει στους θεωρητικούς των τρόπων παραγωγής τον «ευρωπαιοκεντρισμό» τους, που συχνά τους οδηγεί σε αδιαφορία να αναλύσουν μορφές παραγωγής που δεν είχαν την τυπική τους έκφραση κατά τη μετάβαση στον Κ.Τ.Π. στον ευρωπαϊκό χώρο· ο ευρωπαιοκεντρισμός είναι ακόμα υπεύθυνος για τη συχνή αναζήτηση, από θεωρητικούς των τρόπων παραγωγής, στοιχείων από «ευρωπαϊκές» μορφές παραγωγής σε φαινόμενα των περιφερειακών κοινωνικών σχηματισμών τα οποία είναι απλώς πρωτότυπα και δεν έχουν το ευρωπαϊκό τους αντίστοιχο. Ο ίδιος ο S. Amin κατακρίθηκε για τη γενική του αντίληψη ότι ο Κ.Τ.Π. συγκροτείται πλέον σε παγκόσμια κλίμακα, αντίληψη που οδηγεί στη θέση για την πάλη των τάξεων σε παγκόσμια κλίμακα και για την περιφέρεια σαν τον κατεξοχήν χώρο εκδήλωσης των αντιφάσεων του Κ.Τ.Π.

Οι αναλύσεις των Μ. Aglietta (14), Β. Coriat (40), A. Lipietz (6066) για τον «ταιηλορισμό» και τον «φορντισμό» σαν μεθόδους οργάνωσης της διαδικασίας παραγωγής ή σαν τρόπους ρύθμισης του καθεστώτος συσσώρευσης που βασίζεται στην εξαγωγή της σχετικής υπεραξίας, είναι σημαντικές και ιδίως στο κέντρο. Ο Lipietz επιπλέον έδωσε πολλά στοιχεία για την ανάλυση του τρόπου με τον οποίο γίνεται η συνάρθρωση των τρόπων παραγωγής στο χώρο (διευρύνοντας έτσι το πεδίο ανάλυσης των θεωριών του ιμπεριαλισμού και της «μητρόπολης-περιφέρειας»), για την ανάλυση του Διεθνούς Καταμερισμού της Εργασίας και για την ανάλυση της εκβιομηχάνισης στις χώρες της περιφέρειας. Πάνω στον διεθνή καταμερισμό εργασίας (Δ.Κ.Ε.) πρέπει να αναφερθεί το έργο του C. Palloix (7984), ο οποίος συγκεντρώνει στοιχεία των θεωριών των τρόπων παραγωγής αλλά ξεκίνησε περισσότερο σαν θεωρητικός της υπανάπτυξης.

Ας σημειωθεί τέλος ότι οι θεωρίες των τρόπων παραγωγής έχουν, όπως και κάθε θεωρία, ιστορικά καθορισμένη επιχειρησιακή χρησιμότητα. Οι έννοιες που χρησιμοποιούν είναι μεθοδολογικά εργαλεία· η συστηματοποίηση τους δεν πρέπει να εκλαμβάνεται σαν υλοποίηση, στη συγκεκριμένη πραγματικότητα, μιας καθολικής έννοιας, μιας ιδέας, της οποίας απλή αντανάκλαση είναι η συγκεκριμένη πραγματικότητα, όπως στην διαλεκτική του Hegel. «Οι έννοιες είναι το αποτέλεσμα μιας μερικής μόνο συστηματοποίησης των εμπειριών από την πραγματικότητα (…) Χρησιμεύουν στο να αναγνωρίζονται σε άλλες καταστάσεις τα γενικά χαρακτηριστικά που φέρνουν στο φως οι έννοιες. Από τη στιγμή εκείνη ή αποδεικνύονται χρήσιμες (…) ή αποδεικνύονται ανεπαρκείς και πρέπει να τροποποιηθούν ή να πεταχτούν» (65 σελ. 14). Αυτή η αντίληψη έλλειπε κατά την πρώτη περίοδο μελέτης των τρόπων παραγωγής, στον μεσοπόλεμο, όταν η αναζήτηση της ορθοδοξίας οδήγησε στην υιοθέτηση ενός άκαμπτου πρότυπου αναγκαστικής ιστορικής διαδοχής πέντε αυστηρά ορισμένων τρόπων παραγωγής: πρωτόγονου κομμουνισμού, ασιατικού τρόπου παραγωγής, δουλοκτητικού, φεουδαλικού, καπιταλιστικού. Ο ίδιος ο Κ. Marx είχε προειδοποιήσει (στην «Αγία Οικογένεια») για τους κινδύνους του φετιχισμού των όρων: «Στην τρέχουσα θεωρητική γλώσσα, το «φρούτο» γίνεται η ουσία του αχλαδιού, του μήλου, τα οποία με τη σειρά τους γίνονται μορφές ύπαρξης, παραλλαγές του φρούτου (…) Όσο εύκολο είναι, ξεκινώντας από τα αληθινά φρούτα, να γεννηθεί η αφηρημένη παρουσίαση του «φρούτου», τόσο δύσκολο είναι, ξεκινώντας από την αφηρημένη έννοια του φρούτου, να γεννηθούν αληθινά φρούτα».

3. Τα βασικά σημεία της θεωρητικής διαμάχης
Η θεωρητική διαμάχη ανάμεσα στους νεομαρξιστές θεωρητικούς της υπανάπτυξης και τους θεωρητικούς των τρόπων παραγωγής αφορά διάφορα σημεία: έννοια της ανάπτυξης και της υπανάπτυξης, πρωτείο των σχέσεων παραγωγής ή των σχέσεων διανομής, κύρια αντίθεση στον καπιταλισμό, πρωτείο των εσωτερικών αιτίων ή των εξωτερικών παραγόντων, άνιση ανταλλαγή, αυτοκεντρική εξωστρεφής ανάπτυξη, πτωτική τάση του ποσοστού του κέρδους ή αυξητική τάση του πλεονάσματος, διεθνής καταμερισμός της εργασίας, διεθνοποίηση και εθνικό κράτος, εκβιομηχάνιση της περιφέρειας. Τα τέσσερα πρώτα είναι και τα βασικά σημεία στα οποία συμπυκνώνεται η θεωρητική διαμάχη από τα οποία προκύπτουν και τα υπόλοιπα.
α. Ανάπτυξη και υπανάπτυξη
Για τους νεομαρξιστές θεωρητικούς της υπανάπτυξης η έννοια της ανάπτυξης και της υπανάπτυξης είναι κεντρική· οι τίτλοι των κυριότερων έργων τους είναι εύγλωτοι: «Πολιτική οικονομία της ανάπτυξης», «Καπιταλισμός και υπανάπτυξη στη Λατινική Αμερική», «Η άνιση ανάπτυξη», «Εξάρτηση και ανάπτυξη στη λατινική Αμερική», «Κοινωνιολογία της υπανάπτυξης και υπανάπτυξη της κοινωνιολογίας» (Βλ. (23), (48), (13), (35)). Ο ελληνόγλωσσος όρος «ανάπτυξη» καλύπτει δύο διαφορετικές ξενόγλωσσες έννοιες: growth, croissance (αύξηση, μεγέθυνση) και development, developpement (ανάπτυξη), τις οποίες καταρχήν οι νεομαρξιστές δεν ξεχωρίζουν πάντα με επιτυχία. Έτσι, ο P. A. Baran χρησιμοποιεί στον τίτλο του τον όρο growth, για να ερευνήσει κατόπιν την ανάπτυξη, στην οποία αποδίδει ένα ποικίλο, πολυσήμαντο και περιγραφικό περιεχόμενο, αλλά πάντοτε «αυτόνομο», με την έννοια ότι η ανάπτυξη είναι στόχος της οικονομικής διαδικασίας, με τις δικές του προϋποθέσεις, συνθήκες και απαιτήσεις· η ανάπτυξη μπορεί να αποτελέσει ιδιαίτερο αντικείμενο μελέτης της οικονομικής επιστήμης: «(…) το πρόβλημα της οικονομικής ανάπτυξης ήταν πάντα ένας από τους θεμελιώδεις πόλους ενδιαφέροντος για την πολιτική οικονομία», «οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη», «(…) των συνθηκών που είχαν τη δυνατότητα να προωθήσουν την οικονομική ανάπτυξη», «(…) η οικονομική ανάπτυξη πάντα σήμαινε (…) ένα βαθύ μετασχηματισμό της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής δομής της εξεταζόμενης κοινωνίας» (Βλ. (23) σελ. 49-51). Ακόμα περισσότερο, ο A. G. Frank θεωρεί ότι η ανάπτυξη μπορεί να παραχθεί ή να εμποδιστεί: «Όπως ο Baran, θεωρώ ότι είναι ο καπιταλισμός, παγκόσμιος και εθνικός, που παρήγε και εξακολουθεί σήμερα να γεννά την υπανάπτυξη», «Δίνω προσοχή κυρίως στα όρια που αναγκαστικά θέτουν η δομή και η ανάπτυξη του καπιταλιστικού συστήματος στην οικονομική και βιομηχανική ανάπτυξη των χωρών δορυφόρων αυτού του συστήματος», «(…) ένα και μοναδικό συμπέρασμα (…): ο εθνικός καπιταλισμός και η εθνική αστική τάξη δεν μπορούν να φέρουν τη λύση στην υπανάπτυξη της Λατινικής Αμερικής» (Βλ. (48) σελ. 711).

Συνολικά για τους νεομαρξιστές θεωρητικούς της υπανάπτυξης υφίστανται, πέρα από το πρόβλημα των ιδιαίτερων μορφών και των ποικίλων ορισμών, η ανάπτνση και η υπανάπτυξη σαν αυτόνομα αντικείμενα επιστημονικής ανάλυσης και έρευνας. Αντιθέτως, για τους θεωρητικούς των τρόπων παραγωγής δεν υπάρχει «ανάπτυξη» ή «υπανάπτυξη» καθεαυτή, αλλά μόνο ανάπτυξη ή υπανάπτυξη συγκεκριμένων δομών, συστημάτων, συνόλων σχέσεων, όπως η ανάπτυξη του Κ.Τ.Π., των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, της εμπορευματικής σχέσης, του καπιταλιστικού ιδεολογικού συστήματος, της βιομηχανίας, κ.ο.κ. Και τούτο διότι, καταρχήν, για τους θεωρητικούς των τρόπων παραγωγής δεν υπάρχει διαδικασία παραγωγής χωρίς συγκεκριμένο ιστορικό χαρακτήρα, σύμφωνα και με τη μαρξική θέση: «Όταν μιλούμε λοιπόν για παραγωγή πρόκειται πάντα για την παραγωγή σε ένα ορισμένο στάδιο της κοινωνικής εξέλιξης (…)» (Βλ. Μαρξ, (69) σελ. 151). Τα συγκεκριμένα φαινόμενα υπανάπτυξης είναι λοιπόν για τους θεωρητικούς αυτούς η εκδήλωση ενός συγκεκριμένου τύπου συνάρθρωσης των τρόπων παραγωγής υπό την κυριαρχία του Κ.Τ.Π., μια συγκεκριμένης μορφής μετάβαση από έναν τρόπο παραγωγής σε έναν άλλο, ενός ορισμένου τρόπου ένταξη της «υπανάπτυκτης» κοινωνίας σε ένα παγκόσμιο συνεχές κοινωνικών σχηματισμών. Οι όροι «υπανάπτυξη», «περιφέρεια», χρησιμοποιούνται μόνο συμβατικά, για να γίνεται ευρύτερα κατανοητό το αντικείμενο της έρευνας.

β. Σχέσεις παραγωγής ή σχέσεις διανομής
Η θέση του Baran για την αυξητική τάση του πλεονάσματος, ο ορισμός του για το «δυνητικό πλεόνασμα» και η θέση του Frank για την πυραμιδοειδή δομή κέντρων δορυφόρων μέσω της οποίας συντελείται η ιδιοποίηση απαλλοτρίωση του πλεονάσματος, επιτρέπουν στους θεωρητικούς των τρόπων παραγωγής να τους κατηγορήσουν για «κυκλοφορισμό», ότι δηλαδή αναλύουν κατά προτίμηση τις σχέσεις διανομής (σχέσεις κυκλοφορίας του κεφαλαίου στον καπιταλισμό) σε βάρος της ανάλυσης των σχέσεων παραγωγής. Όντως, αν το βασικό ζήτημα είναι η μεταφορά πλεονάσματος από την περιφέρεια στο κέντρο και η μη παραγωγή, στην περιφέρεια, του δυνητικού πλεονάσματος (λόγω υπερβολικής κατανάλωσης των πλουσίων τάξεων, σπάταλης και ανορθολογικής οργάνωσης της παραγωγής, απωλειών εξαιτίας της ανεργίας), τότε η ανακατανομή του πλεονάσματος προς όφελος της περιφέρειας ή, στο εσωτερικό της, προς όφελος της επένδυσης και της παραγωγικής κατανάλωσης φαίνεται να είναι σε θέση να εξαλείψει τα φαινόμενα υπανάπτυξης. Ο Baran ενισχύει αυτή την αντίληψη όταν ορίζει το «προγραμματικό πλεόνασμα» σαν τη διαφορά μεταξύ της optimum δυνατής παραγωγής και του optimum όγκου κατανάλωσης. Έτσι το βασικό ζήτημα γίνεται το ζήτημα της κατανομής του πλεονάσματος και όχι των συγκεκριμένων μορφών με τις οποίες παράγεται.

Για τους θεωρητικούς των τρόπων παραγωγής το πλεόνασμα είναι ένας ακόμα ορισμός για το υπερπροϊόν, το οποίο κάθε κοινωνία που θέλει να αναπαραχθεί είναι υποχρεωμένη να παράγει, να εξάγει δηλαδή από τους άμεσους εργαζόμενους, και άρα σημασία δεν έχει τόσο το γεγονός της παραγωγής του και της κατανομής του, αλλά ο συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο εξάγεται από τους άμεσους εργαζόμενους και γίνεται αντικείμενο υπεξαίρεσης από τους μη άμεσα εργαζόμενους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής. Το καίριο ζήτημα είναι η μορφή και οι μηχανισμοί λειτουργίας της εκμεταλλευτικής σχέσης, των σχέσεων παραγωγής που κυριαρχούν στην εξεταζόμενη κοινωνία. Για τις θεωρίες των τρόπων παραγωγής είναι οι σχέσεις παραγωγής που καθορίζουν τη συγκέντρωση του υπερπροϊόντος στα χέρια της εκμεταλλεύτριας τάξης και την, με βάση τα δικά της συμφέροντα, κατανομή του σε παραγωγικές ή μη χρήσεις και σε μερίδιο του κέντρου ή της περιφέρειας. Σχετικά, ο Marx γράφει: «Μια ορισμένη μορφή παραγωγής καθορίζει λοιπόν μια ορισμένη μορφή κατανάλωσης, κατανομής, ανταλλαγής· επίσης ρυθμίζει τις αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα σε αυτά τα στοιχεία» ((69) σελ. 165).Έτσι οι θεωρητικοί των τρόπων παραγωγής δέχονται το πρωτείο των σχέσεων παραγωγής, ενώ οι νεομαρξιστές θεωρητικοί της υπανάπτυξης το πρωτείο των σχέσεων διανομής βασισμένοι και σε σχετικά κείμενα του Marx όπου τονίζεται η αναγκαιότητα της «πραγματοποίησης» (κυκλοφορίας και εμπορευματικής ανταλλαγής) του κεφαλαίου για την εκ νέου παραγωγική του χρησιμοποίηση. (Ιδίως στο (72), Τμήμα Πρώτο).

γ. Κύρια αντίθεση στον καπιταλισμό
Κυρίως οι Frank και Ι. Wallerstein αλλά και οι Baran, P. M. Sweezy και G. Arrighi, (Βλ. (18), (102), (103)), δέχονται ότι ο καπιταλισμός έχει συγκροτηθεί από πολύ παλιά (από τον 1βο αιώνα κατά τον Wallerstein) σε ένα ιεραρχημένο πυραμιδοειδές σύστημα κέντρων και δορυφόρων, όπου μπορούμε να διακρίνουμε ένα κυρίαρχο, «ηγεμονικό» κέντρο, μια πλατειά περιφέρεια και μια ενδιάμεση ημιπεριφέρεια και το οποίο λειτουργεί χάρη στην και μέσα από την ιδιοποίηση απαλλοτρίωση του πλεονάσματος σε παγκόσμια κλίμακα. Κατά τις διάφορες ιστορικές περιόδους τη θέση του ηγεμονικού κέντρου κατείχαν διάφορα έθνη (Ολλανδία, Μ. Βρεταννία, Η.Π.Α.), αλλά πάντα παραμένει σαν βασικός πυρήνας του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος, σαν βασική του αντίφαση, σαν κύρια αντίθεση που ωθεί στην ανάπτυξη και εξάπλωση του, η ιδιοποίηση απαλλοτρίωση του πλεονάσματος. Μέσα σε αυτό το ερμηνευτικό σχήμα η ανάλυση των συγκεκριμένων σχέσεων παραγωγής και άρα και των ταξικών αντιθέσεων αποκτά δευτερεύουσα σημασία, συχνά δε οι τάξεις ορίζονται περισσότερο στο επίπεδο των σχέσεων διανομής (ποιος ιδιοποιείται το πλεόνασμα) και λιγότερο στο επίπεδο των σχέσεων παραγωγής (με ποιον τρόπο οι άμεσα εργαζόμενοι αποχωρίζονται των μέσων παραγωγής και αναγκάζονται να παράγουν το πλεόνασμα για λογαριασμό άλλων).

Έτσι είναι δυνατός ο χαρακτηρισμός σαν καπιταλιστικής κάθε μορφής παραγωγής, με την προϋπόθεση ότι τελικά διοχετεύεται στο καπιταλιστικό κύκλωμα κυκλοφορίας του πλεονάσματος, στην καπιταλιστική αγορά. Γίνεται επίσης δυνατός ο χαρακτηρισμός σαν προλεταριακής κάθε κοινωνικής ομάδας που παράγει με τελικό αποδέκτη την καπιταλιστική αγορά, ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη μορφή εκμεταλλευτικής σχέσης στην οποία υπόκειται, και η οποία μπορεί να είναι τελείως διαφορετική από την τυπική μισθωτή σχέση εργασίας. Το πρόβλημα που προκύπτει είναι σημαντικό γιατί αφορά τον ίδιο τον ορισμό του καπιταλισμού.

Για τους θεωρητικούς των τρόπων παραγωγής, η αντίληψη αυτή οδηγεί σε ταύτιση της αγοράς με τον καπιταλισμό. Γι αυτούς ο Κ.Τ.Π. χαρακτηρίζεται πριν απ’ όλα από την ιδιότυπη εκμεταλλευτική του σχέση, τη μισθωτή εργασία, που είναι αποτέλεσμα της ύπαρξης των δύο χαρακτηριστικών σχέσεων παραγωγής του καπιταλισμού: του αποχωρισμού των άμεσων εργαζομένων τόσο από την ιδιοποίηση (βλ. παρακάτω) όσο και από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Κάθε ποσότητα χρήματος δεν είναι κεφάλαιο παρά μόνο εφόσον ενσωματώνεται σε μέσα παραγωγής και σε εργατική δύναμη με σκοπό την παραγωγή υπεραξίας. Η υπεραξία είναι η χαρακτηριστική μορφή υπερπροϊόντος στον καπιταλισμό και η εξαγωγή της υπεραξίας από τους άμεσα εργαζόμενους προς όφελος των ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής είναι η κύρια αντίθεση στον καπιταλισμό. Μορφές εργασιακής σχέσης όπως η μικροοικογενειακή εκμετάλλευση της γης, η δουλεία στις λατινοαμερικάνικες φυτείες των 18ου 19ου αιώνων, η δουλοπαροικία στην ανατολική και κεντρική Ευρώπη στην ίδια περίοδο, δεν συνιστούν καπιταλισμό, παρόλο που το παραγόμενο υπερπροϊόν διοχετεύεται στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά.

δ. Εσωτερικά αίτια ή εξωτερικοί παράγοντες
Ακόμα και όταν δεν αποτελεί κεντρικό εννοιολογικό εργαλείο ανάλυσης, η έννοια της «εξάρτησης» είναι βασική για τους νεομαρξιστές θεωρητικούς της υπανάπτυξης. Οι σχετικοί ορισμοί είναι ποικίλοι· συνήθως η εξάρτηση χαρακτηρίζει την ύπαρξη ανισόμετρων σχέσεων μεταξύ κέντρων και δορυφόρων, οικονομικών αλλά και πολιτικών ή και πολιτιστικών, που έχουν σαν αποτέλεσμα τη συντήρηση και αναπαραγωγή της ιδιοποίησης απαλλοτρίωσης του πλεονάσματος. Ο M. Castells, θεωρητικός των τρόπων παραγωγής στο ειδικό αντικείμενο της κοινωνιολογίας της πόλης, δέχεται ότι ένας κοινωνικός σχηματισμός είναι εξαρτημένος και υπό κυριαρχία, όταν η συνάρθρωση της οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής του δομής εκφράζει τις συστατικά ανισόμετρες σχέσεις του με έναν ή περισσότερους κοινωνικούς σχηματισμούς που κατέχουν απέναντι του μια θέση εξουσίας (βλ. (39) σελ. 62). Είναι φανερό ότι η έννοια της εξάρτησης δεν αποτελεί βασικό σημείο διαμάχης μεταξύ θεωρητικών των δύο ρευμάτων, ενώ αποτελεί βασικό σημείο θεωρητικής διαμάχης η έκταση του ρόλου που παίζει η εξάρτηση στην παραγωγή των φαινομένων υπανάπτυξης, δηλαδή η σχετική σημασία των εξωτερικών παραγόντων απέναντι στα εσωτερικά αίτια.

Οι αρχικές θέσεις των νεομαρξιστών ότι η υπανάπτυξη της περιφέρειας και η ανάπτυξη του κέντρου είναι συστατικά μιας και της ίδιας διαδικασίας επέκτασης του καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα, ότι η υπανάπτυξη είναι ακατάληπτη αν δεν ληφθούν υπόψη οι εξωτερικοί παράγοντες, ότι η συσσώρευση του κεφαλαίου γίνεται με βάση μηχανισμούς που λειτουργούν πλέον σε παγκόσμια και μόνο κλίμακα, ότι η άνιση ανταλλαγή οφείλεται σε εξωγενώς οριζόμενα διαφορετικά επίπεδα του μισθού κ.ά., συγκροτούν σαφώς την αντίληψη ότι οι εξωτερικοί παράγοντες έχουν το πρωτείο απέναντι στις εσωτερικές σχέσεις και δομές σε ότι αφορά την υπανάπτυξη2.

Για τους θεωρητικούς των τρόπων παραγωγής, τα εσωτερικά αίτια έχουν πάντα το πρωτείο, γιατί είναι πάντα οι (εσωτερικές) σχέσεις παραγωγής που προσδιορίζουν τις σχέσεις κυκλοφορίας και ανταλλαγής, άρα και τις σχέσεις του κοινωνικού σχηματισμού με άλλους (εξωτερικοί παράγοντες). Σημαντικό επιχείρημα αντλούν από τις αναλύσεις του Μάο «Για την αντίθεση» (68), όπως το γνωστό παράδειγμα του αυγού που μετασχηματίζεται σε νεοσσό εφόσον δεχτεί μια κατάλληλη ποσότητα θερμότητας χωρίς όμως να ισχύει το ίδιο π.χ. και για μια πέτρα. Η θεωρητική αντίθεση έχει σημασία γιατί αφορά και τη διαδικασία συγκρότησης του «παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος» ή του «διεθνούς καταμερισμού εργασίας». Οι νεομαρξιστές θεωρούν και τα δύο σαν αίτια της υπανάπτυξης, ενώ οι θεωρητικοί των τρόπων παραγωγής σαν αποτέλεσμα των διαφορετικών μορφών ανάπτυξης του Κ.Τ.Π. και της συνάρθρωσης του με άλλους τρόπους παραγωγής κατά περιοχές του πλανήτη.

4. Τρόπος παραγωγής, κοινωνικός σχηματισμός, συνάρθρωση
Μια συστηματοποίηση των θεωριών για τον τρόπο παραγωγής, τον κοινωνικό σχηματισμό και τη συνάρθρωση των τρόπων παραγωγής είναι αναπόφευκτα διπλά σχηματοποιημένη, πρώτον λόγω της αναγκαστικά περιληπτικής της μορφής, δεύτερο λόγω του ήδη έντονα σχηματοποιητικού και συστηματοποιημένου χαρακτήρα όλων των σχετικών θεωρητικών σχημάτων (για εκτενέστερες παρουσιάσεις των θεωριών, βλ. (54) και (75)).
α. Τρόπος παραγωγής, κοινωνικός σχηματισμός (Βλ. και (54) σελ. 132-159)
«(…) στη θεωρία προϋποτίθεται ότι οι νόμοι του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αναπτύσσονται στην καθαρή τους μορφή. Στην πραγματικότητα συντρέχει πάντοτε μόνο προσέγγιση. Αλλά αυτή η προσέγγιση είναι τόσο μεγαλύτερη όσο περισσότερο είναι ανεπτυγμένος ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής κι όσο περισσότερο μειώνεται η ανάμιξη του με κατάλοιπα προγενέστερων οικονομικών συνθηκών» (θέση του Μαρξ που αναφέρεται στο (54)). Το απόσπασμα αυτό είναι εύγλωτο για την διάκριση του Κ.Τ.Π. (και κάθε τρόπου παραγωγής) από τη συγκεκριμένη ιστορικά μορφή της πραγματικής κοινωνίας, ό,τι ορίζεται σαν κοινωνικός σχηματισμός.

Κάθε τρόπος παραγωγής αποτελείται από μια ιδιότυπη οικονομική δομή, μια ιδιότυπη δικαιοπολιτική και μια ιδιότυπη ιδεολογική δομή.

Σύμφωνα με τους μαρξικούς όρους ((73), σελ. 172), η οικονομική δομή αποτελεί τη βάση και οι δικαιοπολιτικοί θεσμοί μαζί με τις «μορφές κοινωνικής συνείδησης», το «εποικοδόμημα» ενός τρόπου παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι είναι πάντα η οικονομική δομή η προσδιοριστική δομή του τρόπου παραγωγής, αυτή δηλαδή που προσδιορίζει την ανάπτυξη, τους γενικούς όρους λειτουργίας και τη σχετική θέση των υπόλοιπων δομών, άρα και τη δομή που είναι «κυριαρχική» στον τρόπο παραγωγής. Κυριαρχική είναι εκείνη από τις (οικονομική, δικαιοπολιτική και ιδεολογική) δομές η οποία εξασφαλίζει την αναπαραγωγή του συνόλου του τρόπου παραγωγής· είναι δηλαδή κυριαρχικές εκείνες οι σχέσεις μεταξύ των μελών της κοινωνίας χωρίς τις οποίες δεν είναι δυνατή η αναπαραγωγή των σχέσεων παραγωγής, της οικονομικής δομής και συνακόλουθα όλης της κοινωνίας. Το ότι η οικονομική δομή είναι προσδιοριστική δεν σημαίνει ότι οι υπόλοιπες είναι απλά παράγωγα της: «Σε τελευταία ανάλυση (υπογράμμιση του Engels), ο καθοριστικός παράγοντας στην ιστορία είναι η παραγωγή και αναπαραγωγή της υλικής ζωής (…). Αν κάποιος διαστρέψει αυτή την πρόταση με την έννοια ότι ο οικονομικός παράγοντας είναι ο μόνος καθοριστικός, τη μετατρέπει με αυτό τον τρόπο σε άδεια φράση, αφηρημένη και παράλογη»3. «Η πολιτική, νομική, φιλοσοφική, θρησκευτική, λογοτεχνική, καλλιτεχνική ανάπτυξη κ.α. στηρίζονται πάνω στην οικονομική ανάπτυξη. Αλλά όλες τους επιδρούν η μια πάνω στην άλλη, όπως και πάνω στην οικονομική βάση (…) Υπάρχει μια αλληλεπίδραση πάνω στη βάση της οικονομικής αναγκαιότητας που σε τελευταία ανάλυση υπερισχύει πάντοτε (η οικονομική αναγκαιότητα, Σ.Σ.: υπογράμμιση του Engels)»4. Και ο Marx εξηγεί πως είναι δυνατό η οικονομική δομή να μην είναι πάντα κυρίαρχη, γράφοντας για το μεσαίωνα και για την αρχαιότητα «(…) ότι ούτε ο πρώτος μπορούσε να ζήσει από τον καθολικισμό όπως ούτε και η δεύτερη από την πολιτική. Αντίθετα οι οικονομικοί όροι εξηγούν γιατί, στη μια περίπτωση ο καθολικισμός, και στην άλλη η πολιτική έπαιζαν τον κύριο ρόλο». (Βλ. (71) σελ. 93).

Η ιδεολογική δομή σχηματίζεται από το σύστημα των κοινωνικών ιδεών παραστάσεων (ιδεολογίες με τη στενή έννοια) και από το σύστημα των κοινωνικών συμπεριφορών (συνήθειες, ήθη, τάσεις προς ορισμένες αντιδράσεις). Η ιδεολογική δομή έχει σαν λειτουργία να συνδέσει τα άτομα μεταξύ τους, με τις συνθήκες ύπαρξης τους και με τα καθήκοντα τους στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Οι «ιδεολογίες» και οι κοινωνικές συμπεριφορές που συνδέονται με ορισμένες κοινωνικές τάξεις ορίζοντα σαν ταξικές «ιδεολογικές τάσεις».t

Στις ταξικές κοινωνίες, το σύνολο των δικαιοπολιτικών σχέσεων καλύπτεται από ένα αυτόνομο μηχανισμό, το κράτος, το οποίο έχει το μονοπώλιο άσκησης με «νόμιμο» τρόπο της οίας και του οποίου βασική λειτουργία είναι η διατήρηση της ενότητας της κοινωνίας υπό την κυριαρχία μιας συγκεκριμένης τάξης. Για την βασική του αυτή λειτουργία, το κράτος αναλαμβάνει την τεχνικοδιοικητική και την εξουσιαστική λειτουργία που ήδη αναφέρθηκαν και συγκροτείται σε μια σειρά ιδιαίτερων μηχανισμών, από τους οποίους άλλοι έχουν κυρίως τεχνικοδιοικητική, άλλοι κυρίως κατασταλτική και άλλοι κυρίως ιδεολογική λειτουργία. Δεν πρέπει να συγχέεται ο κρατικός μηχανισμός με την πολιτική εξουσία· πολιτική εξουσία είναι η δυνατότητα χρήσης του κρατικού μηχανισμού για να αποκτήσει μια τάξη κυρίαρχη, δεσπόζουσα, θέση στις πολιτικές της σχέσεις με τις άλλες τάξεις.

Ο τρόπος παραγωγής είναι η ιδιότυπη συνάρθρωση οικονομικής, δικαιοπολιτικής και ιδεολογικής δομής που προσδιορίζεται από κάθε συγκεκριμένο τύπο σχέσεων παραγωγής. Είναι αφηρημένο αντικείμενο, αντιστοιχεί σε μια κοινωνία δομημένη κατά τον τρόπο που αρμόζει σ’ αυτόν τον τύπο σχέσεων παραγωγής και δεν «υλοποιείται» ποτέ στην πραγματικότητα, γιατί πάντα στο εσωτερικό μιας κοινωνίας συνυπάρχουν διάφορες σχέσεις παραγωγής. Η συγκεκριμένη ιστορικά διαμορφωμένη κοινωνία ορίζεται σαν «κοινωνικός σχηματισμός». Οι διάφορες σχέσεις παραγωγής που συνυπάρχουν στο εσωτερικό του δεν συνυπάρχουν άναρχα, αλλά μια από αυτές είναι κυρίαρχη, δηλαδή επιβάλλει στις άλλες, για τις ανάγκες της δικής της αναπαραγωγής, τους δικούς της κανόνες λειτουργίας. Το αποτέλεσμα είναι η συγκρότηση μιας πολυσύνθετης οικονομικής δομής και, πάνω σ’ αυτή τη βάση, μιας πολυσύνθετης δικαιοπολιτικής ιδεολογικής δομής, όπου συνυπάρχουν, υπό την κυριαρχία μιας από αυτές, οι δικαιοπολιτικές και οι ιδεολογικές σχέσεις που αντιστοιχούν στις διάφορες σχέσεις παραγωγής. Έτσι, ο κοινωνικός σχηματισμός είναι το αποτέλεσμα μιας «συνάρθρωσης» τρόπων παραγωγής. Η συνάρθρωση αυτή δεν είναι ένας απλός συνδυασμός τρόπων παραγωγής, αλλά μια σύνθεση των οικονομικών, δικαιοπολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων που αντιστοιχούν σ’ αυτούς. Στον κοινωνικό σχηματισμό ένας τρόπος παραγωγής είναι κυρίαρχος, με την έννοια ότι οι αντίστοιχες σχέσεις παραγωγής είναι κυρίαρχες μεταξύ των σχέσεων παραγωγής που υπάρχουν στην οικονομική του δομή. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είναι επίσης κυρίαρχες οι αντίστοιχες δικαιοπολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις, κατανάγκην το ποιες από αυτές κυριαρχούν έχει να κάνει με το συγκεκριμένο στάδιο στο οποίο βρίσκεται η συνάρθρωση των τρόπων παραγωγής (βλ. παρακάτω.).

β. Διαφορετικοί ορισμοί για τον τρόπο παραγωγής
Οι παραπάνω ορισμοί δόθηκαν σαν ο συγκερασμός των πιο συγκροτημένων σχετικών θεωρητικών τοποθετήσεων, δεν συγκεντρώνουν όμως την ομόφωνη αναγνώριση από τους θεωρητικούς των τρόπων παραγωγής. Έτσι, μπορούμε να διακρίνουμε καταρχήν τη «στενή» και την «ευρεία» έννοια (Τη διάκριση κάνει ο Wolpe, (104)): για την πρώτη, ο Τ.Π. είναι μια ορισμένη συνάρθρωση παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων η οποία ορίζει έναν ορισμένο τρόπο ιδιοποίησης της υπερεργασίας και κατανομής των μέσων παραγωγής (Β. Hindess, P. Hirst), ή μια ορισμένη συνάρθρωση ενός τύπου ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, μιας μορφής ιδιοποίησης του πλεονάσματος, ενός βαθμού ανάπτυξης του καταμερισμού εργασίας και ενός επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (Ε. Laglau, (58) σελ. 4041). Η «ευρεία» έννοια, όπως εκτέθηκε παραπάνω, υιοθετείται από τους Ν. Πουλαντζά, Ch. Bettelheim και αργότερα, Ε. Laclau. O Laclau χρησιμοποιεί επίσης τον όρο «οικονομικό σύστημα» για να ορίσει τις αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ οικονομικών τομέων και οικονομικών μονάδων το οικονομικό σύστημα περιλαμβάνει διάφορους τρόπους παραγωγής και χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερο νόμο κίνησης. Με αυτό τον τρόπο, το «οικονομικό σύστημα» πλησιάζει την έννοια της οικονομικής δομής, στο βαθμό που αυτή περιλαμβάνει και τις σχέσεις παραγωγής και τις σχέσεις διανομής.

Το ζήτημα παύει να έχει θεωρητική μόνο αξία όταν η συζήτηση επεκτείνεται στην έννοια του κοινωνικού σχηματισμού. Για τους Hindess και Hirst ένας τρόπος παραγωγής δεν κατέχει τα μέσα της αυτόνομης αναπαραγωγής του αλλά απαιτεί την ύπαρξη οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών συνθηκών το σύνολο του τρόπου παραγωγής και των συνθηκών αυτών αποτελεί τον κοινωνικό σχηματισμό. Τελικά, οι Hindess και Hirst καταλήγουν (βλ. (104)) στην απόρριψη της έννοιας του Τ.Π. και στην αντικατάσταση της από την έννοια του κοινωνικού σχηματισμού, καθώς βρέθηκαν σε αδυναμία να διακρίνουν το αφηρημένο εννοιολογικό εργαλείο από την αναλυόμενη συγκεκριμένη πραγματικότητα. Σε μια ενδιάμεση και τελικά πρωτότυπη θέση προχωρεί ο J. Banaji (20), (21): ο τρόπος παραγωγής ορίστηκε με βάση τη μορφή της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, αλλά όπως είναι δυνατό η μορφή αυτή να υπάρχει σε διαφορετικές «εποχές παραγωγής», η μορφή εκμετάλλευσης είναι ανεπαρκές κριτήριο κατηγοριοποίησης. Για τον Banaji οι σχέσεις παραγωγής δεν συμπυκνώνονται στην εκμεταλλευτική σχέση, αλλά είναι αναγκαίο να παρθεί υπόψη το σύνολο των νόμων κίνησης του τρόπου της υλικής παραγωγής· γι’ αυτόν τελικά επιχειρησιακός είναι μόνο ο όρος της «εποχής παραγωγής», που περιλαμβάνει τους «νόμους κίνησης» στο εσωτερικό των παραγωγικών μονάδων όπως και μεταξύ τους. Πάντως, η όλη απόπειρα του καταλήγει σε αδιέξοδο, διότι δεν είναι σε θέση να δώσει ορισμούς για τη μισθωτή εργασία, το κεφάλαιο, την υπεραξία κ.λπ. που να μπορούν να αποδοθούν μόνο στην καπιταλιστική «εποχή», ξαναγυρίζοντας έτσι στο αρχικό πρόβλημα. Ο Η. Wolpe (104), στην προσπάθεια του να συστηματοποιήσει τη θεωρητική διαμάχη μεταξύ «στενής» και «ευρείας» εκδοχής, καταλήγει να δεχτεί ότι σε ένα κοινωνικό σχηματισμό συνυπάρχουν ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής με την «ευρεία» έννοια και οι κυριαρχούμενοι τρόποι παραγωγής με τη «στενή» έννοια (σελ. 3539), θέση που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η κυριαρχία του Κ.Τ.Π. στο οικονομικό επίπεδο σημαίνει και την «αποχώρηση» των άλλων τρόπων παραγωγής από το πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο και τον περιορισμό τους στο οικονομικό. Αλλά ένα ακριβώς από τα φαινόμενα της υπανάπτυξης ή της μετάβασης είναι, υπό συνθήκες καπιταλιστικής κυριαρχίας στην οικονομία, η διατήρηση και συχνά η κυριαρχία των προκαπιταλιστικών σχέσεων στο πολιτικό και ιδίως στο ιδεολογικό επίπεδο.

γ. Τυπολογία τρόπων παραγωγής
Ο καθορισμός των διαφόρων τρόπων παραγωγής, ο καθορισμός μιας τυπολογίας τρόπων παραγωγής, συντελείται στη βάση του ιδιαίτερου κάθε φορά τύπου σχέσεων παραγωγής. Ξεκινώντας από τη διάκριση των «τεχνικών» και των «κοινωνικών» σχέσεων παραγωγής, ή τη διάκριση των σχέσεων «ιδιοποίησης» και των σχέσεων «ιδιοκτησίας» των μέσων παραγωγής, είναι καταρχήν δυνατό να οριστούν δύο βασικοί τύποι σχέσεων παραγωγής: α) η ιδιοκτησία και η ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής στα χέρια των μη άμεσα εργαζόμενων, 6) η ιδιοκτησία στα χέρια των μη άμεσα εργαζόμενων, η ιδιοποίηση στα χέρια των άμεσα εργαζόμενων. Στη βάση αυτή διακρίνεται ο Κ.Τ.Π. (τύπος α) από τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής (τύπος 6). Στον πρώτο τύπο, ο άμεσα εργαζόμενος είναι υποχρεωμένος να εργάζεται και για λογαριασμό του ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής, αλλιώς δεν έχει τη δυνατότητα να εργαστεί και για την παραγωγή των μέσων αναπαραγωγής της εργατικής του δύναμης. Στον δεύτερο τύπο, ο άμεσα εργαζόμενος υποχρεούται να υπερεργαστεί προς όφελος του ιδιοκτήτη μόνο αν εξαναγκαστεί5.

Ένα δεύτερο κριτήριο τυπολόγησης είναι η διάκριση ανάμεσα στα επιμέρους δικαιώματα που συνιστούν την ιδιοκτησία, καθώς και ανάμεσα στη νομική και στην πραγματική ιδιοκτησία («κατοχή») των μέσων παραγωγής. Στη βάση αυτή μπορεί να εξειδικευτεί η τυπολόγηση των προΚ.Τ.Π.6

Τρίτο κριτήριο αποτελεί η ύπαρξη ή όχι της εμπορευματικής σχέσης, δηλαδή το αν οι σχέσεις διανομής γίνονται βάσει της αξίας χρήσης του προϊόντος ή βάσει της ανταλλακτικής του αξίας εκφρασμένης μέσα από κάποια μορφή χρήματος7.

Ο συνδυασμός όλων των κριτηρίων, με πρωταρχικό πάντα το πρώτο, οδηγεί σε μια τυπολογία εκμεταλλευτικής σχέσης, παραγωγικής μονάδας, σχέσεων ανταλλαγής, μορφής υπερπροϊόντος· με βάση αυτήν ορίζονται οι διάφοροι τρόποι παραγωγής. Σημειωτέον ότι, ανάμεσα στους θεωρητικούς των τρόπων παραγωγής, ενώ υπάρχει συμφωνία στον ορισμό του Κ.Τ.Π., υπάρχει ποικιλία απόψεων για το ακριβές περιεχόμενο των προκαπιταλιστικών τρόπων, ακριβώς γιατί όλοι τους υπάγονται στον τύπο (6) σχέσεων παραγωγής. Η τυπολογία που ακολουθεί δεν προκρίνει μια συγκεκριμένη θεωρητική κατεύθυνση· μια προσπάθεια αυστηρής τυπολόγησης που έγινε κατά το μεσοπόλεμο οδήγησε σε μια άκαμπτη συστηματοποίηση μιας υποτιθέμενης αναγκαστικής ιστορικής διαδοχής τρόπων παραγωγής: πρωτόγονου κομμουνισμού, ασιατικού, δουλοκτητικού, φεουδαλικού και καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Στο Κ.Τ.Π. ο άμεσα εργαζόμενος είναι αποχωρισμένος και από την ιδιοποίηση και από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής· η εκμεταλλευτική σχέση παίρνει τη μορφή της μισθωτής, σχέσης εργασίας. Η παραγωγική διαδικασία γίνεται σε ιδιωτικές παραγωγικές μονάδες όπου ισχύει ο τεχνικός και κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας. Οι σχέσεις ανταλλαγής υπακούουν στο νόμο της αξίας, στον οποίο υπάγεται και η εργατική δύναμη· η σύνθεση των ιδιωτικών παραγωγικών διαδικασιών σε κοινωνική διαδικασία γίνεται μέσω της εμπορευματικής ανταλλαγής. Τέλος το υπερπροϊόν εξάγεται από τους άμεσους εργαζόμενους με τη μορφή της υπεραξίας.

Στον Φ.Τ.Π. ο άμεσα εργαζόμενος διατηρεί την ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής αλλά και την κατοχή του σημαντικότερου από αυτά, της γης, ενώ ο μη άμεσα εργαζόμενος διαθέτει τη νομική ιδιοκτησία της γης· η εκμεταλλευτική σχέση παίρνει τη μορφή της εξάρτησης μέσω εξωοικονομικών καταναγκασμών (δουλοπάροικος  –  φεουδάρχης). Η παραγωγική διαδικασία συντελείται σε μονάδες δυαδικής μορφής: αγρόκτημα του φεουδάρχη περιβαλλόμενο από τεμάχια γης που κατέχονται από τους δουλοπάροικους. Η ανταλλαγή είναι περιορισμένη και συντελείται σε είδος, κατά κύριο λόγο. Το υπερπροϊόν εξάγεται με τη μορφή της υπερεργασίας στο αγρόκτημα του ιδιοκτήτη της γης.

Στο δουλοκτητικό τρόπο παραγωγής (Δ.Τ.Π.) ο άμεσα εργαζόμενος είναι ιδιοκτησία του ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής και η εκμεταλλευτική σχέση είναι άμεσο αποτέλεσμα άσκησης βίας. Η μορφή της παραγωγικής μονάδας είναι το ενιαίο κτήμα όπου άμεσα εργαζόμενοι και μέσα παραγωγής συγκροτούν μια ενότητα. Το υπερπροϊόν εξάγεται με τη μορφή της ιδιοποίησης του συνόλου της εργασίας και η παραγωγική διαδικασία κατανέμεται από τον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής εκ των προτέρων η ανάγκη της ανταλλαγής είναι θεωρητικά περιορισμένη.

Στον ασιατικό τρόπο παραγωγής (Α.Τ.Π.) ο άμεσα εργαζόμενος έχει την ιδιοποίηση και την κατοχή των μέσων παραγωγής και μάλιστα του σημαντικότερου, της γης, περνώντας όμως μέσα από συλλογικές μορφές κατοχής («κοινότητες»)· η εκμεταλλευτική σχέση βασίζεται σε εξωοικονομικούς παράγοντες, πολιτικούς και ιδεολογικούς. Η παραγωγική διαδικασία γίνεται σε «συλλογικής» μορφής μονάδες. Το υπερπροϊόν παίρνει τη μορφή του φόρου ή «δοσίματος» και η ανταλλαγή είναι θεωρητικά περιορισμένη.

(Σημειωτέον ότι για τους συνοπτικούς ορισμούς του Φ.Τ.Π., του Δ.Τ.Π και του Α.Τ.Π. υπάρχει σοβαρότατη θεωρητική διχογνωμία. Βλ. (13), (37), (42)).

δ. Συνάρθρωση τρόπων παραγωγής
Κάθε κοινωνικός σχηματισμός είναι μια πολύπλοκη δομή οικονομικών, δικαιοπολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων εμφανίζεται και αναλύεται σαν μια συνάρθρωση τυπικών συνδυασμών αυτών των σχέσεων, συνδυασμών που προσδιορίζονται από τις σχέσεις παραγωγής και που ορίζονται σαν τρόποι παραγωγής, ένας από τους οποίους είναι κυρίαρχος στον κοινωνικό σχηματισμό. Αυτή η συνάρθρωση δεν είναι ένας γραμμικός συνδυασμός: από τη μια πλευρά ή μορφή ύπαρξης καθενός από τους Τ.Π. τροποποιείται σημαντικά (σε σχέση με την «ιδανική», «καθαρή», θεωρητική μορφή του) λόγω της συγκεκριμένης θέσης που του ορίζει μέσα στον κοινωνικό σχηματισμό η αναγκαιότητα αναπαραγωγής του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής· από την άλλη πλευρά, οι κυριαρχούμενοι τρόποι παραγωγής αποτελούν ακριβώς τις συνθήκες ύπαρξης, μέσα στον κοινωνικό σχηματισμό, του κυρίαρχου Τ.Π., ο οποίος γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο εμφανίζεται με τροποποιημένη μορφή (σε σχέση με την «ιδανική», «καθαρή», θεωρητική του μορφή). Κάθε Τ.Π. διαθέτει τη δική του δυναμική αναπαραγωγής, εν πολλοίς αντιθετική με των άλλων, αλλά το αποτέλεσμα της συνάρθρωσης είναι η διαμόρφωση ενός συνεκτικού τρόπου λειτουργίας όλου του κοινωνικού σχηματισμού, που εξασφαλίζει και την αναπαραγωγή του κυρίαρχου Τ.Π. και την ενότητα του κοινωνικού σχηματισμού. (Βλ. (63) σελ. 2021).

Η συνάρθρωση δεν είναι ένας στατικό:; συνδυασμό; αλλά μια διαδικασία, κατά την οποία ο κυρίαρχος τρόπος επιβάλει την κυριαρχία του, διαλύει, ενσωματώνει τους κυριαρχούμενους τρόπους κατά συγκεκριμένες διαδοχικές φάσεις, κατά τη διάρκεια των οποίων τροποποιούνται και οι κανόνες λειτουργίας όλου του κοινωνικού σχηματισμού. Η συνάρθρωση δηλαδή είναι στενά συνδεμένη με τη μετάβαση από την κατάσταση κυριαρχίας ενός Τ.Π. ή μιας φάσης στην κατάσταση κυριαρχίας ενός άλλου Τ.Π. ή μιας άλλης φάσης.

Ο P. Ph. Rey (96) ανέλυσε τη συνάρθρωση δύο τρόπων παραγωγής, του Φ.Τ.Π. και του Κ.Τ.Π. και έδειξε την ύπαρξη φάσεων και τον χαρακτήρα διαδικασίας που παίρνει η συνάρθρωση, γενικεύοντας τα συμπεράσματα του για κάθε τύπο συνάρθρωσης υπό την κυριαρχία του Κ.Τ.Π. (κατά την διάρκεια της οποίας ο Κ.Τ.Π. τείνει να γίνει κυρίαρχος). Στην πρώτη φάση, ο Κ.Τ.Π. έχει ανάγκη ενός εξωοικονομικού καταναγκασμού για να «εισβάλλει» σε έναν προκαπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό, δηλαδή να διασπάσει την αυτάρκεια και το κλειστό κύκλωμα γεωργίας βιοτεχνίας· στον Φ.Τ.Π. τον καταναγκασμό αυτό άσκησε ένας εσωτερικός εξωοικονομικός παράγοντας, η ιδιοκτησία της γης, ενώ στους άλλους τρόπους είναι αναγκαία η εφαρμογή μιας «εξωτερικής δύναμης». Στη δεύτερη φάση, ο Κ.Τ.Π. εφαρμόζει την εμπορευματική ανταλλαγή με εκείνους τους τομείς όπου δεν κυριαρχεί η δική του παραγωγική διαδικασία, ενώ ταυτόχρονα εμβαθύνει το δικό του καταμερισμό εργασίας. Στην τελική φάση, επεκτείνει τις παραγωγικές του σχέσεις σε όλους τους τομείς και κλάδους. Πρόκειται για τις φάσεις «εγκατάστασης της κυριαρχίας», «διάλυσης», «ενσωμάτωσης».

5. Ανάλυση των φαινομένων υπανάπτυξης
Για τις θεωρίες των τρόπων παραγωγής η υπανάπτυξη δεν αποτελεί ίδιο τύπο εξέλιξης μιας οικονομικής δομής, ενός τρόπου παραγωγής ή ενός κοινωνικού σχηματισμού’ δεν υπάρχει η υπανάπτυξη, αλλά φαινόμενα υπανάπτυξης, που ορίζονται έτσι συμβατικά και για τις ανάγκες της κατανόησης των διαφόρων μορφών που κάθε φορά καλύπτουν, τα οποία όμως είναι το αποτέλεσμα του ιδιαίτερου για κάθε κοινωνικό σχηματισμό τρόπου με τον οποίο γίνεται η εγκατάσταση της κυριαρχίας του Κ.Τ.Π.
α. Συνάρθρωση  –  μετάδοση  –  υπανάπτυξη
Κάθε κοινωνικός σχηματισμός βρίσκεται σε ιδιαίτερο στάδιο μετάβασης από την κυριαρχία ενός προκαπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στην κυριαρχία του Κ.Τ.Π. ή σε ιδιαίτερη φάση μετάβασης από μια μορφή κυριαρχίας του Κ.Τ.Π. σε μια άλλη. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι δυνατό ένας κοινωνικός σχηματισμός να διέρχεται μια περίοδο σταθερότητας σε ένα στάδιο ή σε μια φάση, ούτε ότι όλοι οι κοινωνικοί σχηματισμοί θα περάσουν αναγκαστικά από όλα τα στάδια και από όλες τις φάσεις που έχουν εντοπιστεί ιστορικά και μάλιστα με την ίδια σειρά. Παρόλο που οι θεωρίες των τρόπων παραγωγής κατηγορήθηκαν (συχνά δικαίως) για παρέκκλιση προς μια αντίληψη σταδίων ανάπτυξης του καπιταλισμού, η επικρατέστερη εκδοχή τους αρνείται την αναγκαστική και «προοδευτικού» χαρακτήρα διαδοχή των τρόπων παραγωγής.

Αποτελεί βασική θεωρητική διαπίστωση το γεγονός ότι η «ανεπτυγμένη» μορφή του καπιταλισμού αναπτύχθηκε σε εκείνες τις περιοχές όπου προηγουμένως είχε αναπτυχθεί μια μορφή φεουδαλικής κοινωνίας με τα τυπικά χαρακτηριστικά του Φ.Τ.Π., δηλαδή στη Δ. Ευρώπη και στην Ιαπωνία (δεν γίνεται λόγος για τις ΗΠΑ και ορισμένες άλλες περιοχές, όπου ο Κ.Τ.Π. αναπτύχθηκε περίπου πάνω σε κενό ύπαρξης συγκροτημένων άλλων τρόπων παραγωγής και σε μια εποχή όπου ήταν ήδη κυρίαρχος στη Δ. Ευρώπη και «μεταφέρθηκε» σ’ αυτές τις περιοχές). Είναι επίσης σημαντικό το γεγονός ότι ο Φ.Τ.Π. εμφανίστηκε στην πιο τυπική του μορφή στους κοινωνικούς σχηματισμούς της Δ. Ευρώπης, ξεκινώντας από τη συνάρθρωση ενός αποσυντιθέμενου δουλοκτητικού Τ.Π. και μιας κοινοτικής μορφής παραγωγής, αυτής των εισβολέων των 5ου και 6ου αιώνα, που είχε ήδη υποστεί μετασχηματισμούς λόγω της εξωτερικής επαφής της με τον Δ.Τ.Π. της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Βλ. (15)). Το ζήτημα βέβαια του αν ο Φ.Τ.Π. έδωσε τη δυνατότητα γέννησης του Κ.Τ.Π. χάρη στις δικές του έσωτερικές αντιφάσεις ή όχι, έδωσε τροφή σε μια πολύ σημαντική θεωρητική συζήτηση (42) που φαίνεται να κατέληξε υπέρ της θέσης του πρωτείου των εσωτερικών αιτίων. Έχει δηλαδή επικρατήσει η άποψη ότι ο Κ.Τ.Π. εμφανίστηκε στους φεουδαλικούς κοινωνικούς σχηματισμούς της Δ. Ευρώπης όταν συγκεντρώθηκαν οι απαραίτητοι όροι («ελεύθερο» κεφάλαιο και «ελεύθερη» εργασία) μέσα από τις διαδικασίες ανάπτυξης της ταξικής πάλης και πρωταρχικής συσσώρευσης, και ότι η σημαντικότερη πηγή της πρωταρχικής συσσώρευσης υπήρξε αυτή που έγινε στον εσωτερικό αγροτικό τομέα· ο ρόλος της εξωτερικής πρωταρχικής συσσώρευσης (λεηλασία των αποικιών) υπήρξε σημαντικός όχι τόσο για τον όγκο της όσο για τις διαδικασίες μετασχηματισμού των παραγωγικών δομών που επέφερε στις μητροπολιτικές χώρες8.

Το γεγονός ότι στις «υπανάπτυκτες» χώρες ακολουθήθηκε άλλη ή και η αντίστροφη διαδικασία είχε σαν αποτέλεσμα στις χώρες αυτές να μην προκύψει η έκτοτε θεωρούμενη σαν «τυπική» μορφή καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Κ.Τ.Π. είναι εκεί απών, αλλά ότι διατηρήθηκαν εκεί προκαπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής σε συνάρθρωση με καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εξυπηρετηθούν τα οικονομικά αλλά και πολιτικά συμφέροντα την κυρίαρχων τάξεων, είτε αυτές προέρχονταν από τους τοπικά κάποτε κυρίαρχους τρόπους παραγωγής είτε ανήκαν στο νέο κυρίαρχο Κ.Τ.Π. Αν δηλαδή υπήρξε ένα «μπλοκάρισμα» της ανάπτυξης του Κ.Τ.Π., αυτό ήταν αποτέλεσμα των ιδιότυπων ταξικών συμμαχιών πού προκύψαν ιστορικά. Αυτό δηλαδή που εμφανίζεται σαν υπανάπτυξη είναι μια διαφορετική μορφή κυριαρχίας του Κ.Τ.Π. σε κοινωνικούς σχηματισμούς όπου ο Κ.Τ.Π. συναρθρώθηκε διαφορετικά με τους προκαπιταλιστικούς (Τ.Π.) από ότι στις «τυπικές» περιπτώσεις.

Στα πλαίσια της παραπάνω γενικής αντίληψης, ο Ε. Laclau θεωρεί ότι η υπανάπτυξη της Λ. Αμερικής πρόκυψε από τη διατήρηση ή από την «επανεφεύρεση» προκαπιταλιστικών μορφών παραγωγής σε συνάρθρωση με τον κυρίαρχο Κ.Τ.Π. και ότι η σημασία της εξωτερικής σύνδεσης τους με την καπιταλιστική αγορά έγκειται στο ότι αντί να διαλύσει τις προκαπιταλιστικές δομές, τις διατήρησε μετασχηματισμένες· για τον Laclau, ημιφεουδαλικές μορφές παραγωγής υπάρχουν ακόμα και σήμερα στη Λ. Αμερική. (Στο (58) σελ. 38). Ο P. Ph. Rey θεωρεί ότι για να συναρθρωθεί ο Κ.Τ.Π. με τις προκαπιταλιστικές μορφές στις χώρες της Αφρικής όπου δεν είχαν προηγουμένως αναπτυχθεί φεουδαλικές δομές, πέρασε από μια φάση βίαιου καταναγκασμού, την αποικιοκρατία, που οδήγησε στη διαμόρφωση ενός ιδιότυπου «αποικιακού» τρόπου παραγωγής (95). Ο P. Anderson θεωρεί την επανεμφάνιση της δουλοπαροικίας στην Κ. και Α. Ευρώπη κατά τους 1βο18ο αιώνες σαν μια συνέπεια της εξωτερικής επαφής των υπό ασταθή φεουδαλική κυριαρχία κοινωνιών της περιοχής με τον Κ.Τ.Π.· δείχνει δηλαδή πως το αποτέλεσμα αυτής της επαφής υπήρξε η ισχυροποίηση του Φ.Τ.Π. και όχι η απλή ενσωμάτωση σε ένα παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα (16). Ο ίδιος ο Κ. Marx είχε επισημάνει το πώς η ανάπτυξη του Κ.Τ.Π. επέβαλε ή διατήρησε τις δουλοκτητικές μορφές στο νότο των ΗΠΑ, μέχρις ότου η ίδια η διατήρηση τους αποτέλεσε εμπόδιο για την ολοκληρωτική του ανάπτυξη (Βλ. ιδίως (50)). Ο S. Amin, παρά τις σημαντικότατες διαφορές του με τους υπόλοιπους, έδειξε πώς είναι δυνατόν ο Κ.Τ.Π. να μην καταλήγει σε ολοκληρωτική επικράτηση σε έναν κοινωνικό σχηματισμό, αλλά σε μια συνάρθρωση με άλλες παραγωγικές μορφές (13), (14). Τέλος, όλη η συζήτηση για τον ασιατικό Τ.Π. έδειξε την πολυμορφία της συνάρθρωσης του με τον Κ.Τ.Π. και τη γέννηση ιδιότυπων δομών, χαρακτηριστικών της «υπανάπτυξης».

β. Μητρόπολη  –  περιφέρεια και ιμπεριαλιστική αλυσίδα
Οι θεωρητικοί των τρόπων παραγωγής χρησιμοποιούν τις έννοιες μητρόπολη και περιφέρεια περιγραφικά και συμβατικά, δεν δέχονται δηλαδή, όπως οι A. G. Frank, Ι. Wallerstein και άλλοι, ότι η αντίθεση μητρόπολης περιφέρειας έπαιξε συστατικό ρόλο για τη διαμόρφωση κάποιου παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Δεν δέχονται ούτε αυτόν τον τελευταίο όρο, διότι υπονοεί ότι ο καπιταλισμός είναι παγκόσμιος και δε μπορεί να υπάρξει παρά σαν τέτοιος (συμπέρασμα βασικό των αναλύσεων του Wallerstein και του Amin. Βλ. (12) και (103)).

Για τους θεωρητικούς των τρόπων παραγωγής ο Κ.Τ.Π. δε μπορεί να είναι παγκόσμιος από τη στιγμή που διατηρούνται σχέσεις παραγωγής μη καπιταλιστικές και δεν είναι δυνατή η συγκρότηση, σε παγκόσμιο επίπεδο, των δύο πόλων της βασικής εκμεταλλευτικής σχέσης που ορίζει τον Κ.Τ.Π., της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Η «ενσωμάτωση» όλων των κοινωνικών σχηματισμών στην παγκόσμια καπιταλιστική αγορά (Frank) ή η εγκατάσταση μηχανισμών συσσώρευσης κεφαλαίου σε διεθνή κλίμακα (Amin) δεν αποτελεί γι’ αυτούς επιχείρημα, εφόσον γι’ αυτούς το κεφάλαιο είναι πρώτα απ’ όλα κοινωνική σχέση και όχι χρηματικό πόσο ή μέσα παραγωγής. Εξάλλου στις αναλύσεις τους δείχνουν τον έμμεσο ρόλο της καπιταλιστικής αγοράς για την επιτάχυνση ή την επιβράδυνση των εσωτερικών μηχανισμών και όχι την άμεση επίδραση της στις εσωτερικές δομές.

Αντίθετα, ο Πουλαντζάς και άλλοι θεωρούν ότι υφίσταται ένα συνεχές κοινωνικών σχηματισμών, με διαφορετικό για τον καθένα επίπεδο ανάπτυξης του Κ.Τ.Π. και των σταδίων και φάσεων του, όπου κάθε κοινωνικός σχηματισμός είναι δυνατό να χαρακτηρίζεται από κατάσταση εξάρτησης από άλλον ή άλλους. Σ’ αυτό το συνεχές, που κατά τον Lenin ορίζεται σαν «ιμπεριαλιστική αλυσίδα», είναι δυνατό να εντοπιστεί μια ομάδα κοινωνικών σχηματισμών όπου ο Κ.Τ.Π. να έχει γίνει κυρίαρχος κατά το «τυπικό» σχήμα ανάπτυξης του, και μια ομάδα όπου ο Κ.Τ.Π. να συναρθρώνεται με συντηρούμενους άλλους τρόπους παραγωγής σε διάφορα στάδια και φάσεις έτσι ώστε οι καταστάσεις εξάρτησης να είναι πολύ σημαντικές για την αναπαραγωγή του Κ.Τ.Π. και όλου του κοινωνικού σχηματισμού. Η μια ομάδα ορίζεται συμβατικά σα μητρόπολη και η άλλη σαν περιφέρεια, χωρίς να υπάρχουν αξεπέραστοι φραγμοί ανάμεσα τους, παρά μόνο για λόγους που έχουν να κάνουν με την ιστορική διαμόρφωση όλων τους.

γ. Αυτοκεντρική εξωστρεφής ανάπτυξη
Μια πρώτη αντίρρηση προς την άποψη ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη μητρόπολη είναι «αυτοκεντρική» ενώ στην περιφέρεια είναι «εξωστρεφής», προκαλεί η προκύπτουσα πρόταση για πολιτική οικονομικής ανάπτυξης: η πρόταση για «αυτοκεντρική» ή τουλάχιστον «αυτοδύναμη» ανάπτυξη. Ο διεθνής καταμερισμός εργασίας (Δ.Κ.Ε.) δεν επιτρέπει αυτοκεντρική ή αυτοδύναμη καπιταλιστική ανάπτυξη· αν, από την άλλη πλευρά, η σχετική πρόταση σημαίνει την αποδέσμευση από τον Δ.Κ.Ε. για να επέλθει η ανάπτυξη, οι θεωρητικοί των τρόπων παραγωγής απαντούν ότι δεν υπάρχει ανάπτυξη καθαυτή, και επομένως το πρόβλημα δεν είναι η αυτοκεντρική ή εξωστρεφής ανάπτυξη αλλά ο μετασχηματισμός των κοινωνικών σχέσεων.

Μια δεύτερη αντίρρηση έχει να κάνει με το επίπεδο της ανάλυσης, θεωρητικά, ο Κ.Τ.Π. διακρίνεται από τη διευρυμένη αναπαραγωγή του, η οποία συνεπάγεται ορισμένες σχέσεις τομέων παραγωγής σε ό,τι αφορά την κατανομή εργασίας και αξίας. Σ την πραγματικότητα όμως, η διευρυμένη αναπαραγωγή του Κ.Τ.Π. συντελείται πάντα μέσα σε συγκεκριμένους κοινωνικούς σχηματισμούς και άρα η πραγματική μορφή ανάπτυξης του καπιταλισμού εξαρτάται από τις σχέσεις του με τους άλλους τρόπους και μορφές παραγωγής. Ο Πουλαντζάς λέει χαρακτηριστικά ότι πουθενά στα τυπικά χαρακτηριστικά του Κ.Τ.Π. δεν είναι «εγγεγραμμένη» η μετεξέλιξη του σε μονοπωλιακό καπιταλισμό. Δηλαδή, η ίδια η κατανομή αξίας και εργασίας στους καπιταλιστικούς τομείς παραγωγής επηρεάζεται από την παρουσία μη καπιταλιστικών τομέων, είτε εσωτερικών στον κοινωνικό σχηματισμό είτε εξωτερικών του. Αυτοκεντρική ανάπτυξη με την έννοια της αναπαραγωγής των σχημάτων αναπαραγωγής του κεφαλαίου δεν υπάρχει.

Μια τρίτη αντίρρηση συγκεντρώνει το υποδηλούμενο ότι η εξωστρεφής ανάπτυξη είναι η μόνη κατεύθυνση για τις περιφερειακές χώρες, υπό τις υπάρχουσες συνθήκες. Σειρά όμως εμπειρικών ερευνών δείχνουν ότι, αν με τον όρο ανάπτυξη εννοείται η ανάπτυξη του καπιταλισμού, κατά περιόδους και κατά περιοχές αυτό απλά δεν συμβαίνει. Ούτε όμως και το αντίστροφο είναι εμπειρικά αποδεδειγμένο: χώρες όπως ο Καναδάς, η Αυστραλία, οι μικρές δυτικοευρωπαϊκές χώρες, παρά την καπιταλιστική τους ανάπτυξη κάθε άλλο παρά «αυτοκεντρικές» ή «αυτοδύναμες» είναι (65).

δ. Διεθνής καταμερισμός εργασίας
Για τον Δ.Κ.Ε. υπάρχουν διάφοροι ορισμοί, ανάλογα με το περιεχόμενο που του δίνεται. Σημαίνει την ύπαρξη δύο διακριτών ομάδων χωρών, η μια παραγωγών βιομηχανικών και η άλλη. παραγωγών αγροτικών προϊόντων και πρώτων υλών (65) σημαίνει την διάκριση των χωρών σαν παραγωγών ορισμένων τύπων προϊόντων ανάλογα με την επάρκεια σ’ αυτές διαφορετικών συντελεστών παραγωγής9 · σημαίνει την ύπαρξη τριών ομάδων χωρών, παραγωγών αντίστοιχα έρευνας τεχνολογίας (και ταυτόχρονα κέντρων του χρηματοδοτικού κεφαλαίου), προϊόντων έντασης εξειδικευμένης εργασίας και προϊόντων τυποποιημένης ποιότητας και έντασης ανειδίκευτης εργασίας (63) και (65). Για όλους τους πιθανούς ορισμούς υπάρχει η «βολονταριστική» και η «αντικειμενική» εκδοχή: στη μια περίπτωση ο Δ.Κ.Ε. συντελείται από (και για τις ανάγκες του) κέντρου του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος (γενικά και σε όλες τις φάσεις ιστορικής ανάπτυξης του) ή (ειδικά στη σύγχρονη φάση) από τις πολυεθνικές εταιρείες· στην άλλη εκδοχή, ο Δ.Κ.Ε. έρχεται σαν αποτέλεσμα της άνισης και ανομοιόμορφης ανάπτυξης του καπιταλισμού στους διάφορους κοινωνικούς σχηματισμούς.

Για τη θεωρία της «εταιρικής ολοκλήρωσης» (firm integration (105)), ο Δ.Κ.Ε. προκύπτει σαν αποτέλεσμα συνειδητών επιλογών των πολυεθνικών εταιριών, πάνω στη βάση των εσωτερικών τους υπολογισμών απόδοσης μιας επένδυσης και κατάκτησης μεριδίου αγοράς· οι πολυεθνικές εγκαθίστανται σε συγκεκριμένες χώρες για να επωφεληθούν από χαμηλή τιμή κάποιου συντελεστή παραγωγής, από κάποιο περιθώριο αγοράς ή από τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν τη χώρα εγκατάστασης σαν «εξαγωγική βάση» προς άλλες χώρες, διατηρώντας πάντοτε ένα κέντρο χρηματοδότησης και έρευνας ανάπτυξης τεχνολογίας στη χώρα προέλευσης, και αποκεντρώνοντας μόνο ή τμήματα της συνολικής τους παραγωγικής διαδικασίας ή κλάδους μόνο από τις δραστηριότητες τους. Για τους νεομαρξιστές θεωρητικούς της υπανάπτυξης, ο Δ.Κ.Ε. υπακούει πρωταρχικά στην ανάγκη, για τη μητρόπολη, ύπαρξης μιας περιφέρειας από όπου θα αντλείται πλεόνασμα, είτε μέσω άνισης ανταλλαγής είτε μέσω συσσώρευσης σε παγκόσμια κλίμακα, και όπου θα διοχετεύεται το τυχόν παραγόμενο υπερβάλλον πλεόνασμα είτε με τη μορφή εμπορευμάτων είτε με τη μορφή άμεσων επενδύσεων είτε με τη μορφή δανειακών κεφαλαίων. Για άλλους, ο Δ.Κ.Ε. είναι μια αναγκαιότητα για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις, που υπακούει στη λογική διαμόρφωσης πολυκλαδικών και πολυεθνικών παραγωγικών συστημάτων με στόχο την αντιμετώπιση της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους ή την αντιμετώπιση των τελωνειακών και συναλλαγματικών φραγμών η λογική αυτή όμως έρχεται να συναντήσει τις απαιτήσεις εκβιομηχάνισης των περιφερειακών αστικών τάξεων. (Βλ. (63), (65), (79)).

Ιστορικά υπήρξε, και σε περιοχές και περιόδους εξακολουθεί να υπάρχει, ένας Δ.Κ.Ε. στη βάση της διάκρισης: παραγωγοί βιομηχανικών παραγωγοί αγροτικών προϊόντων και πρώτων υλών. Εμπειρικά επίσης αποδεικνύεται ή λειτουργία ενός Δ.Κ.Ε. πάνω στη διάκριση: συγκεντροποίηση χρηματοδοτικού κεφαλαίου και έρευνα ανάπτυξη τεχνολογίας παραγωγή έντασης κεφαλαίου και εξειδικευμένης εργασίας παραγωγή έντασης ανειδίκευτης εργασίας. Αυτό όμως το οποίο βάσιμα αμφισβητείται είναι η κατασκευή ενός τύπου Δ.Κ.Ε. για τις ανάγκες ενός κέντρου του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Το γεγονός ότι υπάρχει μια στρατηγική εταιρικής ολοκλήρωσης δε σημαίνει ότι αυτή παίρνει τη μορφή ενός συγκεκριμένου Δ.Κ.Ε. Ο Δ.Κ.Ε. προκύπτει μάλλον σαν αποτέλεσμα της σύγκλισης συμφερόντων σε μητροπολιτικό και σε περιφερειακό επίπεδο.

ε. Καθεστώς συσσώρευσης και τρόπος ρύθμισης
Για ένα σχετικά νέο θεωρητικό ρεύμα που θα μπορούσε να αποδοθεί (τουλάχιστο αναφορικά με τις θεωρητικές του αφετηρίες) στο γενικότερο ρεύμα των θεωριών των τρόπων παραγωγής, η εξαγωγή απόλυτης και η εξαγωγή σχετικής υπεραξίας επιβάλλουν τη μεσο-μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση της κατανομής του προϊόντος μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης και άρα μια αντιστοίχιση ανάμεσα στους μετασχηματισμούς στις συνθήκες παραγωγής και στις τροποποιήσεις στις συνθήκες αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, και ακόμα, ορισμένους τρόπους συνάρθρωσης του καπιταλισμού με τους άλλους τρόπους και μορφές παραγωγής. Το σύνολο αυτών των σχέσεων και μηχανισμών ορίζεται σαν καθεστώς συσσώρευσης. Επειδή όμως τίποτε δεν υποχρεώνει τα ιδιωτικά κεφάλαια να ανταποκριθούν στην ανάγκη σταθεροποίησης ενός καθεστώτος συσσώρευσης, εγκαθίσταται, σταδιακά και σαν αποτέλεσμα των ταξικών αντιθέσεων, ένα σύνολο κανόνων, συμπεριφορών, νόμων, που εξασφαλίζει την ενότητα και την αναπαραγωγή του καθεστώτος συσσώρευσης, και που ορίζεται σαν τρόπος ρύθμισης του. Σαν τρόπος ρύθμισης του καθεστώτος εντατικής συσσώρευσης (όπου παράγεται σχετική υπεραξία) ορίζεται η περίπλοκη σύνδεση παραγωγικότητας και εργατικού μισθού που ισχύει στη σύγχρονη φάση του μονοπωλιακού καπιταλισμού και που είναι γνωστή σαν «φορντισμός». (Βλ. (65), σελ. 3537). Σαν τρόπος ρύθμισης στο καθεστώς της εκτατικής συσσώρευσης (όπου παράγεται απόλυτη υπεραξία) θεωρείται η απρόσκοπτη λειτουργία του νόμου της αξίας.

Σύμφωνα με τη θεωρία «της ρύθμισης»10, οι κρίσεις του καπιταλισμού είναι είτε κρίσεις μέσα στον τρόπο ρύθμισης και είναι απλές κρίσεις ρύθμισης αναπροσαρμογής, είτε κρίσεις αναντιστοιχίας του τρόπου ρύθμισης με το καθεστώς συσσώρευσης και τότε είναι κρίσεις γενικού χαρακτήρα, που λύνονται μόνο με την εγκατάσταση ενός άλλου τρόπου ρύθμισης (εφόσον δεν καταλήξουν σε κρίσεις ανατροπής). Η κρίση του τέλους του 19ου αιώνα σήμαινε ότι το καθεστώς συσσώρευσης είχε εξαντλήσει τις δυνατότητες ανάπτυξης του μέσα στα όρια του τρόπου ρύθμισης δια του ανταγωνισμού’ η κρίση του 1930 σήμαινε ότι ο τρόπος ρύθμισης ήταν ανεπαρκής για το νέο πλέον καθεστώς συσσώρευσης· τέλος η κρίση που άρχισε το 1970 δείχνει, όπως και το 1890, ότι το καθεστώς εντατικής συσσώρευσης εξάντλησε τις δυνατότητες του μέσα στα πλαίσια του φορντισμού.

Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, κάθε τέτοια μεγάλη κρίση συνοδεύτηκε από την απόπειρα του καπιταλισμού να βρει, προσωρινή ή μόνιμη, διέξοδο επεκτείνοντας τον εξαντλούμενο τρόπο ρύθμισης του στην περιφέρεια. Στην κίνηση αυτή του μητροπολιτικού κεφαλαίου απαντούσε η προσδοκία μερίδων των περιφερειακών κυρίαρχων τάξεων για εκβιομηχάνιση, προκαλώντας έτσι την εκκίνηση διαδικασιών καπιταλιστικής ανάπτυξης στην περιφέρεια. Η εξάντληση αυτών των διαδικασιών μόλις άγγιζαν τα εγγενή όρια που έθετε η συγκεκριμένη συνάρθρωση τρόπων, σταδίων και φάσεων παραγωγής στους περιφερειακούς κοινωνικούς σχηματισμούς, γέννησε ακριβώς εκείνα τα φαινόμενα υπανάπτυξης που από τους θεωρητικούς της υπανάπτυξης ερμηνεύτηκαν σαν αδυναμία ολοκλήρωσης μιας καπιταλιστικής ανάπτυξης στην περιφέρεια.

6. Γενική αποτίμηση των θεωριών
Οι θεωρίες για τη συνάρθωση των τρόπων παραγωγής παρουσιάζουν ένα σημαντικό μειονέκτημα: αποτελούνται όχι μόνο από ένα σώμα ερμηνευτικών υποδειγμάτων (paradigm) αλλά και από ένα σώμα εννοιολογικών εργαλείων (concepts) με σαφέστατα περιορισμένο σημαινόμενο περιεχόμενο και άρα με δυσκολία χρήσης τους έξω από τα πλαίσια της θεωρίας για την οποία κατασκευάστηκαν ή τροποποιήθηκαν. Η έννοια, π.χ. του τρόπου παραγωγής είναι τελείως συγκεκριμένη και πολλές φορές διαφορετική από ότι σε άλλες θεωρίες. Μια τέτοια κατασκευή στενά συνδεμένων θεωρητικών εννοιών και ερμηνευτικών υποδειγμάτων είναι εύκολο να παρεκκλίνει προς μια σχολαστική συστηματοποίηση χωρίς άμεση επιχειρησιακή χρησιμότητα, ή προς μια απλή άσκηση συνδυαστικής εννοιολογικών εργαλείων. Η σχετική κριτική που ασκήθηκε στις θεωρίες των τρόπων παραγωγής δεν ήταν πάντα άστοχη.

Από την άλλη πλευρά, η ακρίβεια στους ορισμούς είναι πάντα σημαντική για την ερμηνεία της συγκεκριμένης πραγματικότητας, διότι δύσκολα επιτρέπει τη μετατροπή της εμπειρικής ανάλυσης σε εμπειρικιστική θεωρητική πρόταση, δηλαδή σε απλή θεωρητικοποίηση εμπειρικών δεδομένων με περιορισμένη μόνο και όχι γενική ισχύ. Από την άποψη αυτή είναι θετικό το ότι οι θεωρίες αυτές μπορούν να κατακριθούν για ο,τιδήποτε άλλο εκτός από εμπειρισμό. Το αντίθετο συχνά προσάπτεται στις νεομαρξιστικές θεωρίες της υπανάπτυξης.

Η κριτική για ευρωπαιοκεντρισμό είναι και δικαιολογημένη και άστοχη. Άστοχη διότι η χρήση ερμηνευτικών υποδειγμάτων και εννοιολογικών εργαλείων που εντοπίστηκαν για πρώτη φορά στην ανάλυση δυτικοευρωπαϊκών κοινωνικών σχηματισμών, στην ανάλυση των περιφερειακών, είναι αναπόφευκτη λόγω της αρχικά πολύ πιο. πλούσιας αναλυτικής εμπειρίας. Εξάλλου, τίποτε δεν αποκλείει η ανάλυση μιας συγκεκριμένης κατάστασης να δίνει διδάγματα για την ανάλυση μιας άλλης. Η κριτική είναι δικαιολογημένη στο βαθμό που οι θεωρητικοί των τρόπων παραγωγής παραμέλησαν την ανάλυση περιπτώσεων όπως ο «ασιατικός» τρόπος παραγωγής, ή που αναγκάστηκαν να εφεύρουν νεολογισμούς, όπως ο «αποικιακός» τρόπος παραγωγής.

Από την σκοπιά καθαρά της μαρξιστικής προβληματικής, οι θεωρίες αυτές σίγουρα είναι πιστότερες στη μεθοδολογία και στις βασικές αρχές ανάλυσης των κλασσικών. Οπωσδήποτε, αν έννοιες όπως καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, προλεταριάτο, κ.λπ. πρόκειται να χρησιμοποιηθούν, είναι προτιμότερο αυτό να γίνει με την απαραίτητη πιστότητα· αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος ανάμειξης όχι μόνο ορολογίας αλλά και των ερμηνευτικών υποδειγμάτων που συνδέονται στενά μ’ αυτήν, π.χ. η εμφανής παρουσία του κεϋνσιανισμού στις θεωρητικές κατασκευές των νέο μαρξιστών.

Τέλος, σε ότι αφορά την ανάλυση των φαινομένων υπανάπτυξης, οι θεωρητικοί των τρόπων παραγωγής συχνά δεν απέφυγαν τον κίνδυνο προσαρμογής της πραγματικότητας στα στενά πλαίσια ενός προκατασκευασμένου υποδείγματος. Είναι όμως θετικό το γεγονός ότι αυτό αποτέλεσε μόνο μια αρχική τάση και ότι στη συνέχεια η κατάσταση αντιστράφηκε, καθώς μάλιστα η αρχική πρωτοτυπία και αναλυτική οξύτητα των νεομαρξιστών παγιοποιήθηκε σε νέο δόγμα, σε βαθμό που να παρουσιάζεται το φαινόμενο της άρνησης της ίδιας της πραγματικότητας.

Θετικό στοιχείο αποτελεί ακόμα το ότι οι θεωρίες για τους τρόπους παραγωγής αποτέλεσαν αφετηρία για τη συγκρότηση νέων θεωρητικών ρευμάτων που ερευνούν συγκεκριμένα τους μετασχηματισμούς στις παραγωγικές δομές και στη μισθωτή σχέση εργασίας, σαν συμβολή στην ανάλυση της κρίσης και των τρόπων ξεπεράσματος της.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
(1) Aglietta M.: Capitalism in the Eighties, in: New Left Review 136 1982.

(2) Aglietta M.: Regulation et crises du capitalisme. L’ experience des EtatsUnis. CalmannLevy Paris 1976.

(3) Aglietta M., Brender A.: Metamorphoses de la societe salariale. CalmannLevy, Paris 1984.

(4) Aglietta M., Orlean A.: La violence de la monnaie. Puf, Paris 1982.

(5) Althusser L.: Lenine et la philosophie. Maspero, Paris 1975. (Ελληνικά εκδ. Ηριδανός).

(6) Althusser L.: Pour Marx. Maspero, Paris (1965). (Ελληνικά εκδ. Γράμματα).

(7) Althusser L., Balibar E.: Lire le Capital. Maspero, Paris 1975.

(8) Αλτουσσέρ Λ., Λιούις Τζ.: Απάντηση στον Τζ. Λιούις  –  Κριτική στο έργο του Λ. Αλτουσσέρ θεμέλιο, Αθήνα 1977.

(9) Αλτουσσέρ Α.: θέσεις, θεμέλιο, Αθήνα 1977.

(10) Αλτουσσέρ Α.: Στοιχεία αυτοκριτικής. Πολύτυπο, Αθήνα 1983.

(11) Amin S. Classe et nation. Minuit, Paris 1979.

(12) Amin S. Crise, socialisme et nationalisme, in: La crise, quelle crise? Maspero, Paris 1982.

(13) Amin S. Le developpement inegal. Minuit, Paris 1973. (ελλ. εκδ. Καστανιώτη).

(14) Amin S. H συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα. Νέα Σΰνορα, Αθήνα.

(15) Anderson P.: Les passages de Γ antiquite au feodalisme. Maspero, Paris 1977.

(16) Anderson P.: L’ Etat absolutiste. Maspero, Paris 1978.

(17) Αργύρης θ.: θεωρίες υπανάπτυξης. Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 1981.

(18) Arrighi G.: Une crise d’ hegemonie, in: La crise, quelle crise? Maspero, Paris 1982.

(19) Balibar E.: Cinq etudes de materialisme historique. Maspero, Paris 1974.

(20) Banaji J.: Backward capitalism, Primitive Accumulation and Modes of Production, in Journal of Contemporary Asia V.4 1974.

(21) Banaji J.: Modes of Production in a Materialist Conception of History, in: Capital and Clasi no. 3.

(22) Banaji J., Sau R., Chattopadhyay P., Frank A. G., Patnaik U.: άρθρα για τον τρόπο παραγωγής στην προανεξαρτησιαπή Ινδία, in Economic and Political Weekly nos. Dec. 1972 March 1973, March 1972, Dec. 1972, Jan. 1973, Sept. 1971, Dec. 1971, Sept. 1972.

(23) Baran P. A.: Economie politique de la croissance. Mespero, Paris 1970.

(24) Μπαράν Π. Α., Σουήζυ Π. Μ.: Μονοπωλιακός καπιταλισμός. Gutenberg, Αθήνα.

(25) Bettelheim Ch.: Les luttes de classes en U.R.S.S. Maspero Seuil, Paris 1974, 1977, 1983.

(26) Bettelheim Ch.: Planification et croissance acceleree. Maspero, Paris 1975.

(27) ΜπέττελεμΣ.: Μετάβαση στη σοσιαλιστική οικονομία. Μπάυρον, Αθήνα.

(28) Μπέττελεμ Σ.: Μελέτες και άρθρα. Στοχαστής, Αθήνα 1974.

(29) Μπέττελεμ Σ.: Μορφές ιδιοκτησίας στο μεταβατικό στάδιο προς το σοσιαλισμό. Ράππας

Αθήνα 1972. (30.) Μπέττελεμ Σ.: Πολιτιστική επανάσταση και βιομηχανική οργάνωση στην Κίνα. Γη, Αθήνα

19.75.

(31) Μπέττελεμ Σ.: Το μεγάλο άλμα προς τα πίσω. Μηνιαία Επιθεώρηση, Αθήνα 1978.

(32) Μπέττελεμ Σ.. Ροσσάντα P.: Ο μαρξισμός του Μάο ΤσεΤουυγκ και η διαλεκτική. Στοχαστής, Αθήνα 1978.

(33) Brewer Α.: Marxist Theories of Imperialism. A Critical Survey. Routledge θ Kegan Paul London 1980.

(34) Busch K., Grunert G., Tobergte W.: H διενοποίηση του κεφαλαίου, θέσεις νο. 12 1985.

(35) Cardoso F.H., Faletto Ε.: Dependance et developpement en Amerique Latine. PUF, Pari: 1978.

(36) Castells M.: La question urbaine. Maspero, Paris 1972.

(37) C.E.R.M.: Sur le feodalisme. Editions Sociales, Paris 1971.

(38) Chesneaux J.: Le mode de production asiatique; quelques perspectives de recherche, in: CERM: Sur le «mode de production asiatique». Editions Sociales, Paris 1974.

(39) Chilcote R.: Introduction: Dependency or Mode of Productrion? Theoretical Issues, in: Chilcote R., Jonson D. L. (ed.): Theories of Development: Mode of Production or Dependency’ Sage, Beverly Hills 1983.

(40) Coriat B.: L’ atelier et le chronometre. Christian Bourgois, Paris 1979.

(41) Bobb M.: Etudes sur le developpement du capitalisme. Maspero, Paris 1971.

(42) Bobb M., Sweezy P.M.: Du feodalisme au capitalisme: problemes de la transition. Maspero, Paris 1977 (συμμετοχή των Hill C., Hilton R., Hobsbawm E., Lefebvre G., Procacci G., Resende H., Soboul A., Stahl H., Takahashi K.).

(43) Dupre G., Rey P.  –  Ph.: Reflections on the pertinence of a theory of the history of exchange,in: Economy and Society V.ll no.2 1973.*

(44) Emmanuel A.: L’ echange inegal. Maspero, Paris 1969.

(45) Engels Fr.: AntiDüring. Editions Sociales, Paris 1963.

(46) Ένγκελς Φ.: Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους. Κλασικά κείμενα, Αθήνα.

(47) FosterKarter Α.: The Modes of Production Controversy, in: New left Review 107 1978.

(48) Frank A. G.: Capitalisme et sousdeveloppement en Amerique Latine. Maspero, Paris 1972.

(49) Frank A. G.: L’ accumulation mondiale, 15001800. CalmannLevy, Paris 1977.

(50) Genovese E.: L’ economie politique de Γ esclavage. Maspero, Paris 1968.

(51) Godelier M.: Rationalite et irrationalite en economie. Maspero, Paris 1966.

(52) Γιαννίτσης T.: Διεθνής εξειδίκευση και καταμερισμός εργασίας μεταξύ Ελλάδας και «νεοανερχόμενων βιομηχανικών χωρών». ΚΕΠΕ θέματα Προγραμματισμού 2, Αθήνα 1984.

(53) Hindess B., Hirst P.: PreCapitalist Modes of Production. Routledge θ Kegan Paul, London 1975.

(54)Χάρνεκερ Μ.: Βασικές έννοιες του ιστορικού υλισμού. Παπαζήσης, Αθήνα 1976.

(55) Ιωακείμογλου Η.: Για την αντικαπιταλιστική διέξοδο από την κρίση, στο: θέσεις τ. 11 1985, 12 1985, 13 1985.

(56) Jonson D. L.: Class Analysis and Dependency, in: Chilcote R. H., Johnson D. L.: Theories of Development: Mode of Production or Dependency? Sage, Beverly Hills, 1983.

(57) Λακλάου Ε.: Η έννοια της ηγεμονίας στην πολιτική στρατηγική, στο: Κ.ΜΑ.Σ.: Η σημερινή κρίση του καπιταλισμού, θεμέλιο, Αθήνα 1982.

(58) Λακλάου Ε.: Πολιτική και ιδεολογία στη μαρξιστική θεωρία. Σύγχρονα θέματα, Θεσσαλονίκη 1983.

(59) Lenine V. L: L’imperialisme, stade supreme du capitalisme. Editions en Langues Etrangeres, Pekin 1966.

(60) Lipietz A.: Approche theorique des transformation de Γ espace francais, in: Espaces et Societes no. 16 nov.l975.

(61) Lipietz A.: Crise et inflation, pourquoi? Maspero, Paris 1979.

(62) Lipietz A.: L’ audace ou 1′ enlissement. La Decouverte, Paris 1984.

(63) Lipietz A.: Le Capital et son espace. Maspero, Paris 1977.

(64) Lipietz A.: Le monde enchante. De la valeur a Γ envol inflationniste. La Decouverte Maspero, Paris 1983.

(65) Lipietz A.: Mirages et miracles. Problemes de Γ industrialisation dans le tiers monde. La Decouverte, Paris 1985.

(66) Lipietz A.: Towards Global Fordism? in: New Left Review 132 1982.

(67) Λούξεμπουργκ P.: H συσσώρευση του κεφαλαίου. Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1973.

(68) Mao TseToung: De la contradiction. Editions en Langues Etrangeres, Pekin 1967.

(69) Marx K.: Contribution a la critique de Γ economie politique. Editions Sociales, Paris 1977.

(70) Marx K.: Grundrisse. Fondements de la critique de Γ economie politique. Editions Anthropos, Paris 1968.

(71) Marx K.: Le Capital. Editions Sociales, Paris 1976. [(72), (73): τόμοι II, III].

(74) Marx K., Engels Fr.: L’ ideologie allemande. Editions Sociales, Paris 1974.

(75) Marx K., Engels F.: H επιστήμη της κοινωνίας (επ.: Καλόμαλος θ.). Στοχαστής, Αθήνα 1985.

(76) Meillassoux C.: Femmes, greniers et capitaux. Maspero, Paris 1975.

(77) Meillassoux C.: From reproduction to production, a marxist approach to economic antrhopology, in: Wolpe H. (ed).: The Articulation of Modes of Production. Routledge θKeganPaul, London 1980.

(78) Μηλιός Γ.: To ρεύμα μητρόπολης περιφέρειας. Συγκλίνουσες θεωρίες και αντιφάσεις, στο θέσεις τ. 4 1983, 5 1983.

(79) Palloix C.: L’ economie mondiale capitaliste et les firmes multinationales. Maspero, Paris 1975.

(80) Palloix C.: L’internationalisation du capital. Maspero, Paris 1975.

(81) Palloix C.: Problemes de la croissance en economie ouverte. Maspero, Paris 1977.

(82) Palloix C.: Proces de production et crise du capitalisme. Maspero PUG, Paris 1977.

(83) Palloix C.: Travail et production. Maspero, Paris 1978.

(84) Palloix C., Zarifian P.: De la socialisation. Maspero PUG, Paris 1981.

(85) Parrain Ch.: Protohistoire mediterranenne et mode de production asiatique, in: CERM: Sur le «mode de production asiatique». Editions Sociales, Paris 197.4.

(86) Pelletier A., Goblot J.J.: Materialisme historique et histoire des civilisations. Editions Sociales, Paris 1969.

(87) Pulantzas N. (ed).: La crise de Γ Etat. PUF, Paris 1976 (ελλ. εκδ. Παπαζήση).

(88) Poulantzas N.: Le pouvoir, Γ Etat, le socialisme. PUF, Paris 1978 (ελλ. εκδ. θεμέλιο).

(89) Pulantzas Ν.: Les classes sociales dans le capitalisme aujourd’hui. Seuil, Paris 1974 (ελληνικά εκδ. θεμέλιο).

(90) Poulantzas Ν.: Fascisme et dictature. Seuil, Paris 1970 (ελλ. εκδ. Ολκός).

(91) Πουλαντζάς Ν.: Για τον Γκράμσι. Πολύτυπο, Αθήνα 1982.

(92) Πουλαντζάς Ν.: Η κρίση των δικτατοριών. Παπαζήσης, Αθήνα 1975.

(93) Πουλαντζάς Ν.: Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, θεμέλιο, Αθήνα 1975.

(94) Πουλαντζάς Ν.: Μιλλιμπάντ P., Φαϋ Ζ.Π.: Προβλήματα του σύγχρονου κράτους και του φασιστικού φαινομένου, θεμέλιο, Αθήνα 1977.

(95) Rey P.Ph.: Colonialisme, neocolonialisme et transition au capitalisme. Maspero, Paris 1971.

(96) Rey P.Ph.: Les alliances de classes. Maspero, Paris 1976.

(97) Σουήζυ Π. Μ.: Πολυεθνικές εταιρίες και τράπεζες, στο: Μηνιαία Επιθεώρηση νο.4 Γεν.Μαρτ. 1978.

(98) Σουήζυ Π. Μ., Μαγκντόφ Χ.: Διεθνές νομισματικό σύστημα και εθνική εξουσία, στο: Μηνιαία Επιθεώρηση νο.41 Δεκ. 1983.

(99) Sweezy P. M., Bettelheim Ch.: Lettres sur quelques problemes actuels du socialisme. Maspero, Paris 1972.

(100) Σταμάτης Γ.: Απόδειξη της λογικής συνοχής του μαρξικού νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους, στο: θέσεις νο. 7 1984.

(101) Taylor J.: Neomarxism and Underdevelopment  –  A Sociological Phantasy, στο: Journal of Contemporary Asia V.4 1971.

(102) Wallerstein L: The Modern World System. Academic Press, New York 197480.

(103) Wallerstein L: La crise comme transition, στο: La crise, quelle crise? Maspero, Paris 1982.

(104) Wolpe H.: The Articulation of Modes of Production. Routledge θ Kegan Paul, London 1980.

(105)Βαίτσος Κ.: Εταιρική ολοκλήρωση στην παγκόσμια παραγωγή και το παγκόσμιο εμπόριο, στο: Βαΐτσος Κ., Seers D.: Κοινή Αγορά και άνιση ανάπτυξη. Παπαζήσης, Αθήνα 1982.

Σημειώσεις
1. Ο Althusser διερευνά το αντικείμενο και τις επιστημολογικές προτάσεις του «Κεφαλαίου», ξαναθυμίζει το χαρακτήρα της «Κριτικής στην Πολιτική Οικονομία» που ενέχει το «Κεφάλαιο», απομονώνει τον ιστορικισμό και τον ανθρωπισμό και καταλήγει στο να εντοπίσει μια επιστημολογική τομή ανάμεσα στον Marx της νεότητας, επηρεασμένο από την προμαρξική γερμανική φιλοσοφία, και στον Marx της ωριμότητας, τον κατεξοχήν ιστορικό υλιστή συγγραφέα του «Κεφαλαίου». Ο Balibar συστηματοποιεί τα εννοιολογικά εργαλεία του ιστορικού υλισμού, συγκροτεί τη βασική θεωρητική έννοια του τρόπου παραγωγής, διευκρινίζει τη μαρξιστική έννοια της δομής και διερευνά τους μηχανισμούς αναπαραγωγής του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (Κ.Τ.Π.). (Βλ. (6)(10)).

2. Βέβαια υπάρχουν διαβαθμίσεις στον πυρήνα αυτής της αντίληψης: ο Frank θεωρεί ότι η δομή των εσωτερικών αντιφάσεων εισάχθηκε στη Λατινική Αμερική με την ισπανική κατάκτηση και συντηρείται για τις ανάγκες διαιώνισης του παγκόσμιου συστήματος, ο F. Η. Cardoso θεωρεί την εξάρτηση όχι εξωτερικό παράγοντα αλλά μέρος του εσωτερικού συστήματος κοινωνικών σχέσεων, ο Arrighi επισημαίνει ότι είναι ο εσωτερικός τρόπος παραγωγής που προσδιορίζει τις εξωτερικές σχέσεις ανταλλαγής. Αργότερα οι Frank και Wallerstein αναπτύσσουν τη θέση ότι οι «εξωτερικοί» για μια εθνική κοινωνία παράγοντες είναι ουσιαστικά «εσωτερικά» αίτια για το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα και άρα δεν υφίσταται θεωρητικό πρόβλημα.

3. Γράμμα του Engels στον J. Bloch, 21 9 1890.

4. Γράμμα του Engels στον Β. Borgius, 25 1 1894.

5. Όπως το κύριο μέσο παραγωγής είναι η γη, η ιδιοποίηση της από τους άμεσα εργαζόμενους παίρνει αναγκαστικά μια μορφή «κατοχής» των μέσων παραγωγής, έχει δηλαδή άμεση συνέπεια στη συνάρθρωση των επιμέρους δικαιωμάτων που συνιστούν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας.

6. Στον «ασιατικό» τρόπο παραγωγής οι άμεσα εργαζόμενοι κατέχουν τη γη μέσω των «κοινοτήτων» τους. Στον Φ.Τ.Π., και στην «τυπική» του φάση, οι δουλοπάροικοι κατέχουν κομμάτια γης γύρω από το κτήμα του φεουδάρχη, τα οποία όμως παραμένουν ιδιοκτησία του φεουδάρχη.

7. Η εμπορευματική σχέση είναι προϋπόθεση του Κ.Τ.Π., όχι όμως και επαρκής συνθήκη για την εμφάνιση του. Επίσης, η ύπαρξη «εξωτερικών» εμπορικών σχέσεων δεν συνεπάγεται άμεσα την επέκταση τους στο εσωτερικό της οικονομίας, όπως δείχνει το παράδειγμα της άσκησης εξωτερικού εμπορίου σε προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς.

8. Έτσι, η «λεηλασία» της Λατινικής Αμερικής από τους Ισπανούς δεν προκάλεσε καμιά καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ισπανία, αντίθετα επέτρεψε τη συντήρηση προκαπιταλιστικών μορφών, εφόσον επέτρεπε στην ισπανική αριστοκρατία να αυξήσει τον όγκο της κατανάλωσης της χωρίς να προχωρήσει στους δομικούς μετασχηματισμούς που θα έθεταν σε κίνδυνο την ταξική συμμαχία αριστοκρατίας και εμπορικού κεφαλαίου. Αντίθετα, η πρωταρχική συσσώρευση της Ισπανίας ήταν επωφελής για τις περιοχές όπου είχαν αρχίσει να συντελούνται καπιταλιστικοί μετασχηματισμοί στη βάση μιας εσωτερικής πρωταρχικής συσσώρευσης, όπως στην Αγγλία. Για τα αποτελέσματα της πρωταρχικής συσσώρευσης στις «πρώτες» αποικιακές αυτοκρατορίες, βλ. την ανάλυση του Anderson για την Ισπανία στο: (16).

9. Βλ. τη διάκριση σε προϊόντα «τύπου Ricardo» (αγροτικά, πρώτες ύλες), προϊόντα «τύπου HeckscherOhlin» (βιομηχανικά προϊόντα τυποποιημένης τεχνολογίας) και προϊόντα «τύπου Product Cycle» (δυναμική εξέλιξη της ζήτησης και ενσωμάτωοη προωθημένης τεχνολογίας), που κάνει π.χ. ο Γιαννίτοης (52).

10. Στο ρεύμα των θεωρητικών της ρύθμισης κατατάσσουμε, χωρίς η κατάταξη να είναι απόλυτη, τους Aglietta, Coriat, Lipietz, κ.α.: (1), (2), (40), (61), (62), (65), (66).

Πηγή:http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=157&Itemid=29

τεύχος 16, περίοδος: Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1986

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s