«Μνήμη και Λήθη» Οι έκδηλες και λανθάνουσες μορφές του εθνικισμού!


(του Δρ Αργύρη Αργυριάδη)

Η πρόσφατη δολοφονία του Π Φύσσα στην Αμφιάλη και οι ρατσιστικές επιθέσεις κατά μεταναστών ή διαφορετικών γενικότερα, αποτελούν απλά την έξαρση του εθνικισμού ο οποίος ισχυροποιήθηκε με την είσοδο της Χρυσής Αυγής και την «νομιμοποίηση» της στο «δημοκρατικό» πολιτικό σκηνικό. Ο ρατσισμός είναι εγγενές στοιχείο του εθνοκεντρισμού και δεν προκαλεί έκπληξη το μένος της ακροδεξιάς ρητορικής ενάντια στο ξένο και το διαφορετικό. Το ίδιο όσο και αν φαίνεται παράξενο δεν θα πρέπει να μας κάνει εντύπωση ότι ισχύει, και για την μεγάλη και σιωπηλή αποδοχή -πολλές φορές και ενθάρρυνση- της εθνικιστικής βίας από μέρους της κοινωνίας.

Όσο και αν δεν θέλουμε να το παραδεχθούμε, οι έλληνες σε μεγάλο βαθμό έχουν γαλουχηθεί με τα σκληρά πατριωτικά ιδεώδη της φυλής, του γένους και του έθνους ως συστατικές αξίες. Σε αυτό συντέλεσε η νίκη  της δεξιάς μετά τον εμφύλιο και όπως γνωρίζουμε την ιστορία την γράφουν και την διαμορφώνουν -κατά το δοκούν τους- οι νικητές. Γι’ αυτό άλλωστε στην Ελλάδα (σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη) γιορτάζεται η έναρξη τη εμπλοκής της χώρας στον Β Παγκόσμιο πόλεμο (28 Οκτωβρίου) και όχι την λήξη του. Διότι είναι το μεγαλόπρεπο ΟΧΙ του πατριωτικού φαντασιακού που πρέπει να κυριαρχήσει, σε αντίθεση με την αντίσταση στους γερμανούς -ως μειονοτική μνήμη της αριστεράς και του εμφυλίου- που πρέπει να υποτιμηθεί.

Με αυτές τις κυρίαρχες αναπαραστάσεις, η Ελληνική κοινωνία γαλουχήθηκε στην πλειονότητα της για τουλάχιστον δυο δεκαετίες από τους συνεχιστές της άξιας ιστορίας των δοσίλογων και των γερμανοτσολιάδων για να διαμορφώσει την κοινωνική της ταυτότητα, την επταετία. Αυτή η «εθνικοπατριωτική κατασκευή τη μνήμης»  μέσα σε αυτό το κοινωνικοιστορικό πλαίσιο σύμφωνα με την θεωρία του κοινωνικού κονστρουξιονισμού είναι που οπλίζει ξανά τα εθνικιστικά αντανακλαστικά σημαντικής μερίδας του πληθυσμού διότι πολύ απλά «η χούντα δεν τελείωσε το 73», ούτε με την δίκη των συνταγματαρχών. Συνέχιζε και συνεχίζει να υφίσταται μέσα στην καθημερινή συναλλαγή του «απλού» κόσμου όπως το γραφικό «ένας Παπαδόπουλος χρειάζεται».

Η μεταπολίτευση δεν άλλαξε σε πολλούς την γνώμη ή την στάση απέναντι στα πράγματα, απλά τους έκανε να σιωπήσουν, ως αναγκαιότητα συμμόρφωσης προς την «δημοκρατία» μετά την πτώση της χούντας διότι δεν ήταν πρέπον ούτε και αποδεκτό στο κοσμοπολίτικο zeitgeist της μεταπολίτευσης. Δεν έπαψε ποτέ όμως να είναι παρούσα ως άδηλη και λανθάνουσα σκέψη – μνήμη στο ενδοατομικό επίπεδο στις διεργασίες δηλαδή που οργανώνουν την ανθρώπινη εμπειρία ως ατομική συγκρότηση αφενός. Και αφετέρου στο διατομικό που αφορά την δυναμική των κοινωνικών σχέσεων που εμπλέκονται τα άτομα. Για να φτάσουμε σήμερα με πρόσχημα την «κρίση» στην έκδηλη εμφάνιση του ρατσισμού σε διομαδικό επίπεδο και στην «αναβίωση» του εθνικισμού σε ιδεολογικό επίπεδο.

Έχει λεχθεί ότι η κρίση αποτελεί το ξεβράκωμα της Ελληνικής κοινωνίας. Στην τοποθέτηση αυτή συμφωνώ απόλυτα δεδομένου ότι με την άνοδο της ακροδεξιάςς βγήκαν στην επιφάνεια όλες οι πραγματικές νοοτροπίες, συμπεριφορές και ο μικροαστισμός μερίδας του κόσμου που σιωπούσε, ήταν φαινομενικά αμέτοχος, αλλά πάντα συναινούσε κατά βάθος με το παραδοσιακό, το αναχρονιστικό, το πατριωτικό, εθνικιστικό παρελθόν. Ασφυκτιούσε βεβαίως στην σοσιαλιστική ευημερία των δεκαετιών του 80, της «εθνικής συμφιλίωσης» του 90 και αντάλλασε αυτή την σιωπή, με ανοχή στην «αριστερή πολυπολιτισμικότητα» για να την εξαργυρώσει εκ νέου τις καλές μέρες της «ευρωπαϊκής» έπαρσης με «Ρωσίδα στο κρεβάτι και με αλβανό εργάτη». Αυτός ο κοινότυπος ρατσισμός συντηρεί την ιδέα της ελληνικής ταυτότητας και του έθνους ως υπερκείμενη ηγεμονική αναπαράσταση.

Σε αυτό το κοινωνικό ιστορικό πλαίσιο έγινε μια αλλαγή του ρατσισμού – εθνικισμού σε πιο άδηλες και λανθάνουσες μορφές, οι οποίες ακόμα και κάτω από το χαλί ήταν και παραμένουν ισχυρές. Απόδειξη ο συμβολικός ρατσισμός που στηρίζεται στις αξίες του ατομικισμού και της αυτοδυναμίας που έρχεται η κρίση να σαρώσει, ώστε στην συνέχεια να ενισχύσει τον αμφίθυμο ρατσισμό δημιουργώντας το φαινόμενο της αποστροφής ο οποίος εκφράζεται ως «πατριωτισμός», όταν δεν γίνεται αποδεκτός για να δικαιολογηθούν συγκεκριμένες μεροληπτικές συμπεριφορές.

Ο σημερινός νεοέλληνας που πλήττεται από την κρίση δεν έχει ξεκάθαρα ερμηνευτικά εργαλεία. Παλινδρομεί ανάμεσα στον ναρκισσισμό της αυτοεικόνας του και την αδυναμία κατανόησης της συμμετοχής του στα δρώμενα αφού ποτέ δεν φταίει αυτός αλλά πάντα οι «άλλοι» ως εξωτερικές – υποχθόνιες δυνάμεις για ότι του συμβαίνει. Ως εκ τούτου, η επιστροφή στο πατριωτικό φαντασιακό φαίνεται να είναι η μόνη και ή πιο εύκολη λύση, τώρα που η κρίση διάλυσε, τον ήδη κατακερματισμένο, έλληνα εαυτό από τον υπερφίαλο εγωισμό του και το φολκλορικό φιλότιμο που πλέον δεν πουλάει.

Δυστυχώς ο νεοέλληνας αντί να ανατρέξει στις αξίες της συνεργασίας και της αλληλεγγύης -από όλους για όλους ανεξαιρέτως- ως ελπίδα δημιουργίας και ανατροπής για ένα καλύτερο κόσμο, ανατρέχει φοβισμένος στο παρελθόν. Είναι αυτός ο φόβος προς την ελευθερία, που οδηγεί αυτόν το ευνουχισμένο άνθρωπο να δώσει αξία σε απάνθρωπες και αντικοινωνικές συμπεριφορές με την επιστροφή στην περίοδο των ταγμάτων ασφαλείας και της εθνοκάθαρσης. Αλλά είναι μόνο αυτό? Σίγουρα όχι! Για κάποιους η μνήμη συνάδει με το περίφημο τα «τανκς αργούν μα δεν ξεχνούν», για αυτούς τους προκατειλημμένους γεμάτα στερεότυπα εθνοκεντρικού ελληνικού μεγαλείου, οι δολοφόνοι της Χρυσής Αυγής φαντάζουν σωτήρες. Έρχονται να τους «διασώσουν» από την υποτιθέμενη μόλυνση που προκαλούν οι άλλοι, οι ξένοι, οι διαφορετικοί για την κατάντια τους. Αυτός ο υπερφίαλος τρόπος σκέψης είναι επικίνδυνος διότι δημιουργεί αυτόν το ιδιότυπο άνθρωπο της κρίσης: τον «ΕΘΝΙΚΑΡΙΟ» που είναι πολιτισμικά – οικονομικά και ψυχοκοινωνικά ανασφαλής. Η άνοδος της ακροδεξίας αναδεικνύει την άνοδο του «ΕΘΝΙΚΑΡΙΑΤΟΥ» ως αποτέλεσμα της ματαίωσης του κόσμου των μεγάλων αφηγήσεων και συνάδει στην μεγέθυνση του «λούμπεν εθνικισμού», συγκοινωνούν δοχείο του ελληνικού μικροαστισμού, του καθωσπρέπει φιλήσυχου, νομοταγή, θρήσκου οικογενειάρχη αλλά συνάμα μικροαπατεώνα, ωφελιμιστή και αυτάρεσκου πολίτη. Ο εθνικάριος δεν είναι ιδεολογικά εθνικιστής αλλά λειτουργικά ανασφαλής και συγκυριακός.

Ο εθνικάριος διακατέχετε από στεγανότητα στην πληροφορία, ανάγκη για συμπεριφορική κυριαρχία και υποκύπτει στην  προσωποκρατία, γι’ αυτό και η ΧΑ φαίνετε να του πηγαίνει. Στην καθημερινή του ζωή ψάχνει τις πληροφορίες που επαληθεύουν τις απόψεις του και παραμερίζει ή αγνοεί εκείνες που τείνουν να τις αποσταθεροποιήσουν. Χρησιμοποιεί τις αποδείξεις που διαθέτει για να ενδυναμώσει τα στερεότυπά του. Έτσι, πολύ συχνά οδηγείται σε εσφαλμένα συμπεράσματα διότι κατασκεύασε μια ερμηνεία ή εξήγηση στηριζόμενος σε αυτές, κάνοντας διάφορους αδόκιμους συσχετισμούς με τα γεγονότα. Σκέφτεται συνεπώς αποσπασματικά, αντιστέκεται στις καινούριες πληροφορίες, βασίζεται σε προσωπικές εμπειρίες ή «γεγονότα» που του έχουν αφηγηθεί άλλοι, πιστεύει σε δοξασίες, ενδιαφέρεται και επιλέγει μόνο τις πληροφορίες που ενδυναμώνουν τις απόψεις του, υπερεκτιμά τις ενδογενείς αποδόσεις έναντι των εξωγενών στην ερμηνεία των φαινόμενων και των συμπεριφορών.

Ζώντας και κατασκευάζοντας την πραγματικότητα με αυτόν τον ετροκαθοριζόμενο τρόπο, είναι προφανής πως η αναζήτηση του θα καταλήξει σε παραδοσιακές αναπαραστάσεις – μυθεύματα όπως η εθνική ταυτότητα, ο πατριωτισμός, η ορθοδοξία, κλπ. Έτσι δημιουργεί και την δική του επιλεκτική μνήμη που αφορά μια κατασκευή του παρελθόντος στο παρόν που επιτυγχάνεται με υλικά που βρίσκει στην από «κοινού ζωή» του έθνους ως συνεκτικό στοιχείο της ταυτότητας του, αφού αυτό του έμεινε (το ότι είναι έλληνας). Όπως όμως κατασκευάζει την εθνικιστική του μνήμη, έτσι δημιουργεί και την κοινωνική του λήθη ξεχνώντας ότι είναι πρώτα από όλα άνθρωπος, μιας και ο εθνικισμός διαχωρίζει τους ανθρώπους και τους οντολογοποιεί όπως θα δούμε στη συνέχεια. Η διαδικασία αυτή αποτελεί μια ξεκάθαρη στρατηγική αποσιώπησης ενός τμήματος του παρελθόντος, μια μορφή διαφυγής από την αλήθεια, ένα συνειδητό έργο ατομικής τύφλωσης δημιουργώντας μια νέα ταυτότητα.

Για τον λόγο αυτό ο εθνικάριος πρέπει να προσδιορίσει τους άλλους ψυχολογιοποιώντας τους με στόχο να αποδείξει ότι αυτή η συμπεριφορά αποκλίνει από αυτό που θεωρείται “φυσιολογικό”, ή αυτούς των οποίων οι στάσεις φαίνονται επικίνδυνες για το «κοινό εθνικό καλό».  Στην συνέχεια για να δικαιολογηθεί η ρατσιστική και εθνικιστική βία, θεωρεί τους άλλους ως υποδεέστερα ανθρώπινα όντα. Με τον τρόπο αυτό γίνεται η υποανθρωποποίηση του άλλου ως υποκειμένου και πραγματοποιείται αυτό που στην διαπολιτισμική κοινωνική ψυχολογία περιγράφουμε ως οντολογοποίηση: Δηλαδή η αρνητική αξιολόγηση ενός υποκειμένου ή μιας ομάδας με χαρακτηριστικά εντός ενός σημασιολογικού πλαισίου εκτός του κοινωνικού χάρτη. Με τον τρόπο αυτό όσοι δεν ανήκουν στην εθνικιστική διάσταση του ελληνοκεντρικού δίπολου φυλή/πολιτισμός, μπορούν να τοποθετηθούν ακόμα και εκτός του ανθρώπινου γένους, ως απλά     -αλλά όχι ανθρώπινα- όντα. Μην ξεχνάμε ότι τόσο ο Γερμανικός ναζισμός όσο και  Ιταλικός Φασισμός          άξονες που εμπνέονται οι έλληνες εθνικιστές, χρησιμοποίησαν τον βιολογικό ρατσισμό για να δημιουργήσουν το απαραίτητο κλίμα συναίνεσης με στόχο την απονομιμοποίηση των Εβραίων και τον αποκλεισμό τους από το ανθρώπινο γένος (ώστε στην συνέχεια να δικαιολογηθούν οι διωγμοί, οι εκτελέσεις κλπ). Σήμερα, με αφορμή την κρίση και το μεταναστευτικό, η στόχευση αφορά τους μετανάστες. Στην συνέχεια για την «καθαρότητα και την ηθική» της κοινωνίας έχουν σειρά οι ομοφυλόφιλοι, οι τσιγγάνοι, οι ανάπηροι, και γενικά όλοι όσοι δεν ανήκουν στο ελληνικό γένος ή δεν συμμορφώνονται προς το εθνικιστικό διακύβευμα. Φτάνοντας σήμερα στην δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Ας μην ξεχνάμε ότι  τόσο η μνήμη όσο και η λήθη αποτελούν τις δύο όψεις της κοινωνικής σκέψης, μιας έκδηλης και μιας λανθάνουσας πραγματικότητας, προς την κατεύθυνση της κατασκευής της ταυτότητας.

Ο ρόλος των κοινωνικών κινημάτων είναι να στέψουν την προσοχή προς την  ανθρώπινη χειραφέτηση και την κοινωνική απελευθέρωση, διαμέσου της συνεργασίας και της αλληλεγγύης, συστατικά στοιχεία που αντιμάχονται την εθνοκεντρική κατασκευή τα οποία απεχθάνεται ο εθνικισμός. Η επιλογή της μνήμης πρέπει να είναι πάντα κοινωνική, στέλνοντας τον εθνικισμό στην λήθη εκεί που του αξίζει. Άλλωστε ο προδοτικός εφιάλτης ήταν έλληνας κάτι που υπέρμαχοι της «προγονικής» ιστορίας συνειδητά αποκρύπτουν. Οι εθνικιστές είναι οι νέοι  εφιάλτες για την κοινωνία. Γι’ αυτό και η μέγιστη δυνατή πράξη, η απονομιμοποίηση τους δεν θα γίνει από την «θεσμική δημοκρατία» αλλά από την ίδια την κοινωνία, όχι των εθνών, αλλά των ανθρώπων!

Πηγή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s