Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι, γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι!


του Υποβολέα

Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση του Μενέλαου Λουντέμη, το inprecor παρουσιάζει σήμερα ένα αφιέρωμα στη ζωή και το έργο του «Μέλιου του αγώνα για μόρφωση, δικαιοσύνη και ζωή», που χαρακτηρίστηκε και Μάξιμ Γκόργκι της Ελλάδας. Ταυτόχρονα, θα θέλαμε να καταθέσουμε την απορία μας για την απουσία του από τη γλωσσική διδασκαλία στο γυμνάσιο και στο λύκειο, αλλά και για την απραξία του Υπουργείου Παιδείας για εκδηλώσεις προς τιμήν του.

Ένα από τα πιο βιωματικά του έργα, που χαρακτηρίζει και περιγράφει τη ζωή και τη στάση του ενήλικα και κομμουνιστή Μενέλαου Λουντέμη σαν πολιτικό εξόριστο στη Μακρόνησο είναι το Οδός Αβύσσου Αριθμός 0. Το έργο του αυτό θα μπορούσε, μέσα από το συμβολισμό που ιστορικά έχει αποκτήσει η Μακρόνησος, να περιγράφει την εποχή μας. Πριν από εξηνταπέντε χρόνια οι κρατούντες την πολιτική και οικονομική εξουσία της χώρας και οι ξένοι προστάτες τους κατασκεύασαν τη Μακρόνησο ως «εθνικό αναμορφωτήριο». Σήμερα που προσφέρουν τον ελληνικό λαό θυσία στο βωμό του ευρώ και του «κοινού ευρωπαϊκού μέλλοντος», έχοντας νομιμοποιήσει κοινοβουλευτικά τους νοσταλγούς του Χίτλερ να δηλώνουν ότι θέλουν να «εξοντώσουν τα ερυθρά σκουπίδια» και να επαναφέρουν χωρίς αιδώ στο δημόσιο λόγο συνθήματα όπως «Τιμή στους Χίτες και Ταγματασφαλίτες» και «Τσεκούρι και Φωτιά στα κόκκινα σκυλιά», το έργο του Λουντέμη έρχεται να μας θυμίσει όχι μόνο ότι «χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο», αλλά ότι ο αγώνας για να μην ξαναγίνουν τέσσερα είναι ένας διαρκής αγώνας του ανθρώπου που δεν πρέπει να σταματάει ποτέ. ΄

Οδός Αβύσσου Αριθμός 0

«Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι, γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι»

 

«Το νησί αυτό, που διαδραματίζεται σήμερα η ιστορία μας, είναι το τοπίο όπου το έγκλημα δοξάστηκε σαν ύψιστη αρετή. Όπου μέσα απ’ το λαρύγγι του ανθρώπου πέρασαν –για πρώτη φορά στην Ιστορία της Ανθρωπότητας- φθόγγοι άγνωστοι.
Ήρθε μια νύχτα που το νησί κλυδωνίζεται σαν ακυβέρνητο σκάφος. Αυτή τη νύχτα –οι φθόγγοι αυτοί οι άγνωστοι- ακούστηκαν τόσο δυνατά, που οι μεταλλωρύχοι της αντικρινής πλαγιάς τρόμαξαν και κρύφτηκαν στις στοές τους. Ήταν οχτώ του Δεκέμβρη, χίλια εννιακόσια σαράντα εννέα χρόνια ύστερα απ’ τη γέννησή του γιου μιας χωρικής που τον σταύρωσαν –μια φορά- πάνω σ’ ένα ξύλο σ’ ένα λόφο της Σιών, επειδή κουβάλησε μαζί του καινούργιες ιδέες. Βλέπετε οι ιδέες, κάθε φορά που έχουν απόλυτους τους ιδιοκτήτες, που άμα δεν έρχονται στα μέτρα που θέλουν αυτοί, παίρνουν το κεφάλι που τις έχει. 


Έτσι τώρα κι εδώ φτιάξανε κάτι ιδέες, και τους καλέσανε όλους –τους γίνονται δεν τους γίνονται- να τις φορέσουν. Ή θα τις βάλετε με το καλό μες στο κεφάλι σας ή θα σας το ανοίξουμε για να τις χώσουμε εμείς μέσα!’ Έτσι και κείνη τη νύχτα δεν κάνανε τίποτ’ άλλο. Σκάβανε κρανία και φυτεύανε μέσα ιδέες. 


Και σαν ξημέρωσε η οχτώ του Δεκέμβρη σύρτηκε απ’ τη μιαν άκρη του νησιού ως την άλλη η πελώρια σκιά του τρόμου. Δήμιοι, νεκροί, πληγωμένοι… κείτουνταν χάμω, μέσα σ’ έναν πέτρινο αγρό σπαρμένον με ανθρώπινα κορμιά. Εκείνο το πρωί τα κοκόρια του Λαυρίου –για πρώτη φορά- δε λάλησαν. Μόνο τα σκυλιά της πόλης ανέβηκαν στο καρβουνόχωμα και κλαίανε όλη τη νύχτα. Όσο για τους ανθρώπους, όλες αυτές τις νύχτες, παρακολουθούσαν τη ζωή απ’ τις χαραμάδες… Σάστιζαν πως, αυτό που γινόταν αντίκρυ, δεν το είχε γράψει ακόμα η Αποκάλυψη  […]»


«… Απ’ το Λαύριο οι δήμιοι φαίνονταν μικροί… Και ήταν για να σαστίζεις πως τόσο μικροί δήμιοι κάνανε τόσο μεγάλα εγκλήματα. Μα το έγκλημα ποτέ δεν μετριέται με τον πήχυ. Γιατί ποτέ δεν έχει το ανάστημα του κακούργου. Πάντα είναι μεγαλύτερό του. Γιατί ένας πραγματικός κακούργος ποτέ δεν κάνει μόνο ένα έγκλημα. Πόσο μάλλον στην Μακρόνησο όπου είχε καταργηθεί η τιμωρία. Γιατί κι αυτό έγινε στη Μακρόνησο. Χωρίσανε το έγκλημα απ’ τον κολασμό και αντιστρέψανε τους όρους. Ρίξανε τον κολασμό στα θύματα και τον έπαινο στους κακούργους. Έτσι τους βοήθησαν να κάνουν το έγκλημα ψυχαγωγία και πρωινή γυμναστική. Όταν ένας άνθρωπος συνηθίζει να διασκεδάζει με το αίμα που τρέχει, με τίποτα πια στο εξής δεν μπορεί να διασκεδάσει…»

 

 «… Η φρίκη της Μακρόνησος δε χωράει σε βιβλία. Διαβάζεται μόνο μες στα μάτια των τρελών της. Μόνο τ’ αυτιά του Λαυρίου πρόφτασαν ν’ αρπάξουν κάτι ξεφτίδια απ’ τις φωνές… Στην αρχή, γιατί αργότερα ράγισαν κι αυτά και δεν άκουαν πια τίποτα. Κι έτσι απόμειναν μόνο οι σκύλοι -με το προφητικό τους ένστικτο- να σκορπούν απ’ τους καρβουνοσωρούς τις οιμωγές τους, σαν μαύρους οιωνούς που έβγαιναν απ’ τα σπλάχνα του προαιώνιου ζώου.[…]»

Κάτοικοι της οδού Αβύσσου, στον αριθμό μηδέν και κεντρικά πρόσωπα αυτής της φρίκης ο Γιώργης και ο Παναής. Άγρια θεριά, αμετανόητοι κομμουνιστές, που δε θα υπογράψουν δήλωση και δε θα χάσουν την ελπίδα τους για ζωή. Ναι, άγρια θεριά, γιατί μόνο αυτά θα μπορούσαν να κατοικούν στη Μακρόνησο, όπως με αφέλεια και αθωότητα σκέφτονται οι Λαυρεώτες –τη φρίκη, εξάλλου, της Μακρονήσου δεν την χωράει ανθρώπινος νους- στον πρόλογο του βιβλίου, όταν βλέπουν τις ετοιμασίες που γίνονται στο απέναντί τους ξερονήσι και αναρωτιούνται ποιόν θα υποδεχτεί το νησί:

«…Έτσι όπως το ζώνει το νησί η θάλασσα είναι ένα κι ένα για κλουβί. Ούτε σύρματα, ούτε κάγκελα. Μπράβο, έτσι θα ‘ναι. Εμ… να σου πω, είναι κρίμα τα καημένα τα ζουντανά να τα κρατάς χρόνο καιρό φυλακωμένα. Άφ’ τα λέφτερα… Πού θα πάνε; Τα φυλάει γύρω τρόγυρα η θάλασσα. Αυτό θα ‘ναι μωρέ! Ωχ! ησύχασα… μαλάκωσε η ψυχή μου. ναι, τις έχουνε κάτι τέτοιες ψυχοπονιές οι Εγγλέζοι. Ύστερα από τον πόλεμο, λένε, πήρανε όλοι την απόφαση να ημερέψουνε.»

Ο Γιώργης και ο Παναής μέσα στην φρίκη της Μακρονήσου εξακολουθούν και παραμένουν άνθρωποι. Βοηθάνε και σώζουν στο καΐκι το δεσμοφύλακά τους από βέβαιο πνιγμό, θυμούνται τις μανούλες τους και σκέφτονται τις αγαπημένες τους, διαβάζουν και ξαναδιαβάζουν το ένα και μοναδικό γράμμα τριών σειρών που είχε στείλει στον Παναή  η αγαπημένη του, εκτιμούν και προσπαθούν να κάνουν καλύτερο άνθρωπο τον Στελάρα, αυτόν τον λαϊκό άνθρωπο, τον μικροαπατεώνα -που προσποιείται το βασανιστή τους στο Μακρονήσι, που επηρεάζεται βαθύτατα από την ανθρωπιά τους, που είναι περήφανος που τον θεωρούν φίλο τους και ανοίγει μια ταβέρνα με το όνομα Οι Τρεις Φίλοι- και πάνω απ’ όλα εξακολουθούν και επιμένουν να περπατάνε με τα δύο πόδια σε πείσμα των βασανιστών τους που τους θέλουν να περπατάνε με τα τέσσερα σαν άγρια θηρία, δεν υπογράφουν δήλωση και ονειρεύονται τον καλύτερο και δικαιότερο κόσμο για τον οποίο αγωνίζονται…. Δραπετεύουν δεμένοι μαζί χέρι χέρι με τις χειροπέδες των δήμιων τους και ο Παναής προσφέρει το άψυχο κορμί του ως σανίδα σωτηρίας μέσα στη θάλασσα στο σύντροφό του. Ο Γιώργης βαδίζει το κατώφλι της τρέλας, μπαίνει σε τρελοκομείο και μετά περνάει στρατοδικείο και αντιμετωπίζει για άλλη μια φορά όρθιος τους δήμιούς του.

Οι κάτοικοι της οδού Αβύσσου σαν σύγχρονες Αντιγόνες παίρνουν το δρόμο το δύσκολο, το δρόμο της αρετής και της δικαιοσύνης και ας γνωρίζουν πολύ καλά ότι αυτός ο δρόμος είναι που τους οδηγεί στο βωμό που έχουν φτιάξει για αυτούς οι σύγχρονοι Κρέοντες.

Το έργο του Μενέλαου Λουντέμη, Οδός Αβύσσου Αριθμός 0, είναι κατάθεση στη ζωή. Ο Λουντέμης με την πένα του καταθέτει στον ελληνικό λαό τη φρίκη της Μακρονήσου, την αδυναμία των νικητών του εμφυλίου πολέμου να επιβάλουν τη νίκη τους, την ηθική ανωτερότητα των ηττημένων. Γράφει για τις πιο μαύρες σελίδες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, τις οποίες και ο ίδιος έχει ζήσει ως πολιτικός κρατούμενος στη Μακρόνησο, μαζί με το Θεοδωράκη και το Ρίτσο. Γράφει, για να καταγγείλει, αλλά συνάμα και για να αποδείξει ότι οι νικητές του εμφυλίου πολέμου ποτέ δεν μπόρεσαν στην πραγματικότητα να στερεώσουν τη νίκη τους και ότι οι ηττημένοι ηττήθηκαν στην πραγματικότητα μόνο στρατιωτικά.  Γράφει, για να αναδείξει από τη μια μεριά το αίσχος της Μακρονήσου, την ωμότητα και βιαιότητα των βασανιστηρίων –«όταν ο θάνατος γίνεται εύκολος, η ζωή γίνεται δύσκολη»– και από την άλλη να αναδείξει τον ηρωισμό και την αυτοθυσία των κομμουνιστών. Η Μακρόνησος, στο έργο του Λουντέμη, δεν είναι απλά ένα κολαστήρι. Είναι γέννημα – θρέμμα του σάπιου εκμεταλλευτικού συστήματος, που προκειμένου να διασφαλίσει τη διαιώνισή του δε διστάζει να στήνει Μακρονήσια. Αυτού του συστήματος, που ακόμα και σήμερα είναι έτοιμο ανά πάσα στιγμή να δείξει την αγριότητα του είτε εξοντώνοντας οικονομικά τις λαϊκές μάζες, είτε εξαπολύοντας τους σύγχρονους δεσμοφύλακες της Μακρονήσου, τα σύγχρονα τάγματα εφόδου αρχικά εναντίον των μεταναστών και εν συνεχεία εναντίον των αριστερών, προοδευτικών ανθρώπων. Ο Λουντέμης, λοιπόν, μέσα από το έργο του Οδός Αβύσσου Αριθμός 0, αναδεικνύει σε όλο της το μεγαλείο μια ακόμα αρετή της συγγραφικής του πένας: τη διορατικότητα, τη διαχρονικότητα και την ικανότητά του να βλέπει μπροστά από την εποχή του. Το Οδός Αβύσσου Αριθμός 0 πενήντα χρόνια μετά τη δημιουργία του εξακολουθεί και παραμένει ένα έργο επίκαιρο, που θα μπορούσε –αν δούμε τη Μακρόνησο στη συμβολική της διάσταση- να είναι γραμμένο για την εποχή μας.

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣΟ Μέλιος του αγώνα για μόρφωση, δικαιοσύνη και ζωή, ο Μέλιος που μετράει τα άστρα, τα βρίσκει σωστά και παίρνει δύναμη για τον αγώνα του…

Ένας από τους πολυγραφότερους και πολυδιαβασμένους έλληνες λογοτέχνες, ο Μενέλαος Λουντέμης δικαίως ονομάστηκε και Μάξιμ Γκόργκι της Ελλάδας.

Βιογραφία[i]

Γεννήθηκε το 1912 ή κατ’ άλλους το 1906 στο χωριό Αγία Κυριακή της Μικράς Ασίας και το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Μπαλάσογλου ή Βαλασιάδης. Το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο το εμπνεύστηκε από τον ποταμό Λουδία, οπού και εργαζόταν στα νεανικά του χρόνια ως επιστάτης στα έργα που γίνονταν εκεί. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή, η οικογένειά του περιπλανήθηκε αρκετά, μέχρι να εγκατασταθεί το 1923 στο χωριό Εξαπλάτανος της Έδεσσας.

Η οικογένειά του ήταν εύπορη, αλλά έχασε τα πάντα στον Μεγάλο Ξεριζωμό. Έτσι, ο νεαρός  Δημήτρης αναγκάστηκε από τα νεανικά του χρόνια να εργαστεί σκληρά ως λαντζέρης, λούστρος, ψάλτης και δάσκαλος τα καλοκαίρια στα ορεινά χωριά της Πέλλας. Η στράτευσή του στην Αριστερά και η πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ του στοίχισε την αποβολή του στην Δ’ τάξη του Γυμνασίου απ’ όλα τα γυμνάσια της χώρας.

1950, Μακρόνησος,  από τα αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται: ο ζωγράφος Γ. Γιολδάσης, ο Μ. Λουντέμης, ο ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης, ο ηθοποιός Μάνος Κατράκης, ο ηθοποιός Τζαβαλάς Καρούσος, ο λογοτέχνης Νίκος Παπαπερικλής, ο Γιάννης Ιμβριώτης και ο ηθοποιός Κώστας Ματσακάς.

Έπειτα από μια οδύσσεια μετακινήσεων, ο Λουντέμης θα έλθει στην Αθήνα και θα γνωριστεί με αριστερούς διανοούμενους, οι οποίοι σύχναζαν στη λέσχη «αν Σουσί» της οδού Πατησίων. Καθοριστική ήταν η γνωριμία του με τους διακεκριμένους ομοτέχνους του Κώστα Βάρναλη, Άγγελο Σικελιανό και Μιλτιάδη Μαλακάση. Ο τελευταίος θα τον βοηθήσει να βρει δουλειά ως βιβλιοθηκάριος στην «Αθηναϊκή Λέσχη» και να ανασάνει οικονομικά.

Την ίδια εποχή αναπτύσσει στενή φιλία με τον καθηγητή της Φιλοσοφικής Δημήτρη Βέη, ο οποίος θα τον δεχθεί ως ακροατή στις παραδόσεις του, αφού ο Λουντέμης δεν μπορούσε να εγγραφεί στη Φιλοσοφική, καθώς δεν είχε τελειώσει το γυμνάσιο, λόγω των πολιτικών του περιπετειών και της οικονομικής του ανέχειας.

Στην κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων. Κατά τον εμφύλιο συλλαμβάνεται για τα αριστερά του φρονήματα, δικάζεται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο, ποινή που δεν εκτελέστηκε ποτέ. Αντ’ αυτού, εξορίζεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη, μαζί με το Θεοδωράκη και τον Ρίτσο.

Το 1956 τον μετέφεραν στην Αθήνα από τον τόπο εξορίας του για να δικαστεί, επειδή, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στο βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» αναφέρονται «….προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας….». Στη δίκη που έγινε με τον εμφυλιοπολεμικό νόμο 509/47, οι μάρτυρες κατηγορίας υποστήριξαν ότι το βιβλίο του «προπαγανδίζει τας πολιτικάς του ιδέας, θίγει την έννοια του κράτους, κλονίζει την εμπιστοσύνη του λαού στη Δικαιοσύνη, καλλιεργεί το μίσος».

Επιφανείς πνευματικές προσωπικότητες έσπευσαν να τον υπερασπιστούν (Κώστας Βάρναλης Άγις Θέρος, Γιώργος Θεοτοκάς, , Στράτης Δούκας, Ασημάκης Πανσέληνος, Κώστας Κοτζιάς), υποστηρίζοντας ότι το βιβλίο του «είναι ένα εξαιρετικό έργο, γεμάτο αγάπη για τον άνθρωπο και πίστη στην πορεία του προς το μέλλον». Απολογούμενος, ο Λουντέμης δέχτηκε παρέμβαση του προέδρου, ο οποίος του είπε πως «αν πράγματι νιώθεις στοργή για το παιδί και τη γυναίκα σου, θα ‘πρεπε να ‘χεις κάνει δήλωση αποκήρυξης του ΚΚΕ». Και η απάντηση του Λουντέμη: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάνω πάλι τέσσερα εγώ».

Μετά τη δίκη και την απαγόρευση κυκλοφορίας των βιβλίων του, το κλίμα είναι βαρύ για τον Λουντέμη. Εκπατρίζεται στο Βουκουρέστι και χάνει την ελληνική ιθαγένεια από τη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Στη Ρουμανία συνεχίζει το συγγραφικό του έργο, αλλά νοσταλγεί πάντα την πατρίδα, «ένα ελληνικό καφεδάκι…μιά ρετσίνα..», έγραφε σ’ ένα φίλο του. Μετά την μεταπολίτευση ανακτά την ελληνική ιθαγένεια και επιστρέφει στην Ελλάδα το 1976. Δεν πρόλαβε να χαρεί για την επάνοδό του και στις 22 Ιανουαρίου 1977 πεθαίνει από καρδιακή προσβολή και ενταφιάζεται στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Έργο

Στα ελληνικά γράμματα εμφανίσθηκε πολύ νωρίς, το 1927, με δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε εφημερίδες της Έδεσσας. Το 1930 ποιήματα και διηγήματά του δημοσιεύτηκαν στο λογοτεχνικό περιοδικό «Νέα Εστία», ενώ το 1934 υπογράφει για πρώτη φορά ως Μενέλαος Λουντέμης στο διήγημά του «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια».

Το 1938 ήταν ήδη φτασμένος συγγραφέας και τιμήθηκε με το Μέγα Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας για τη συλλογή διηγημάτων του «Τα πλοία δεν άραξαν».

Ο Μενέλαος Λουντέμης ανήκει στους έλληνες λογοτέχνες του μεσοπολέμου που στράφηκαν προς τον κοινωνικό ρεαλισμό. Η ιδιοτυπία του έργου του έγκειται στον «ερασιτεχνικό» τρόπο γραφής, τον οποίο υπηρέτησε εν πλήρει συνειδήσει, καθώς ο ίδιος υποστήριζε πως δε τον ενδιαφέρει η Τέχνη, αλλά η καταγραφή της πραγματικότητας και η κατάδειξη της κοινωνικής ανισότητας. Το έργο του εντάσσεται στο ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού (Κνουτ Χάμσουν, Μαξίμ Γκόργκι, Παναΐτ Ιστράτι κ.ά.): ρεαλιστική απεικόνιση τοπίων και προσώπων με έντονη αισθηματολογία, βιωματική γραφή, ηθογραφικά και συμβολικά στοιχεία.

Στη λογοτεχνία του Λουντέμη δεσπόζει η τάση του να στρέφεται εξ’ ολοκλήρου γύρω από ένα κεντρικό πρόσωπο – αφηγητή, που ανήκει στα καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα και το οποίο μας δίνει την προσωπική του οπτική της μοναξιάς, του ανεκπλήρωτου του έρωτα και της δυστυχίας του κόσμου. Ο Μέλιος στο Ένα παιδί μετράει τα άστρα, ο Γιώργης στο Οδός Αβύσσου Αριθμός 0 θα μπορούσαν να είναι ή μάλλον είναι ο ίδιος ο συγγραφέας που εξιστορεί τις περιπέτειες, τα βάσανα και την αγωνία του για τον κόσμο μας. Κάποιοι κριτικοί της λογοτεχνίας του καταλογίζουν τεχνικές και εκφραστικές ατέλειες, στρατευμένο ύφος που αποβαίνει σε βάρος της οικονομίας της αφήγησης, αλλά αναγνωρίζουν τον λυρικό του οίστρο. Κάποιοι άλλοι θεωρούν το έργο του απολύτως ξεπερασμένο σήμερα, καθώς αναφέρεται σ’ ένα κόσμο που δεν υπάρχει πια.

Ποιήματα του Λουντέμη μελοποίησαν οι αδερφοί Κατσιμίχα («Ερωτικό Κάλεσμα») και ο συνθέτης Σπύρος Σαμοίλης («Οι κερασιές θ’ ανθίσουνε και φέτος») με ερμηνευτή τον Αντώνη Καλογιάννη.

Εργογραφία

Διηγήματα:

  1. «Τα πλοία δεν άραξαν», Αθήνα, εκδ. Γκοβόστης (1938)
  2.  «Περιμένοντας το ουράνιο τόξο», Αθήνα (1940)
  3. «Γλυκοχάραμα», Αθήνα (1944)
  4. «Αυτοί που φέρανε την καταχνιά», Αθήνα (1946)
  5.  «Βουρκωμένες μέρες», Αθήνα (1953)
  6.  «Το τραγούδι των διψασμένων», Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1966)

Μυθιστορήματα:

  1. «Έκσταση», Αθήνα, εκδ. Αετός (1943)
  2. «Καληνύχτα ζωή», Αθήνα (1946)
  3. «Συννεφιάζει», Αθήνα, μυθιστόρημα (1948)
  4.  «Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος», Αθήνα, εκδ. Μόρφωση, (1956)
  5.  «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», Αθήνα, εκδ. Δίφρος (1956)
  6. «Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους», Αθήνα, εκδ. Δίφρος (1956)
  7.  «Οδός Αβύσσου αριθμός 0», Αθήνα, εκδ. Βιβλιοεκδοτική (1962)
  8.  «Το ρολόι του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα», Αθήνα, εκδ. Κέδρος (1963)
  9.  «Η φυλακή του Kάτω Kόσμου», Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1964)

10.  «Το κρασί των δειλών», (Σαρκοφάγοι Ι), Αθήνα, Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις (1965)

11.   «Θυμωμένα στάχυα», Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1965)

12.   «Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα», (Σαρκοφάγοι ΙΙ), Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1974)

13.  «Αγέλαστη Άνοιξη»

14.   «Λύσσα»

15.  «Ο άγγελος με τα γύψινα φτερά», (Σαρκοφάγοι ΙΙΙ), Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1974)

16.   «Τρόπαια Α΄», (Η οπτασία του Μαραθώνα)

17.  «Τρόπαια Β΄», (Σαλαμίνα)

18.  «Κάτω απ’ τα κάστρα της ελπίδας»

19.  «Καραγκιόζης ο Έλληνας», Αθήνα, εκδ. Δωρικός

20. «Ο γολγοθάς μιας ελπίδας», Αθήνα, εκδ. Δωρικός

Βιογραφίες:

  1. «Της γης οι αντρειωμένοι…», Αθήνα (1976)
  2. «Ο λυράρης (Μιλτιάδης Μαλακάσης)», Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1974)
  3. «Ο κονταρομάχος (Κώστας Βάρναλης)», Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1974)
  4. «Ο εξάγγελος (Άγγελος Σικελιανός)», Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1976)

Ποίηση:

  1. «Κραυγή στα πέρατα», Αθήνα, εκδ. Παλμός, ποιητική συλλογή (1954)
  2.  «Τραγουδώ για την Κύπρο», Αθήνα, εκδ. Μόρφωση, ποιήμα (1956)
  3. «Το σπαθί και το φιλί», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, ποιητική συλλογή (1967)
  4.   «Κοντσέρτο για δύο μυδράλια και ένα αηδόνι», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, ποιητική συλλογή (1973)
  5.  «Θρηνολόι και άσμα για το σταυρωμένο νησί», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, ποιητική συλλογή (1975)
  6. «Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, ποιητική συλλογή (1975)
  7.  «Πυρπολημένη μνήμη», Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1975)

Θέατρο:

  1. «Οι κεραυνοί ξεσπούν», Αθήνα, εκδ. Κάδμος (1958)
  2. «Οι αρχιτέκτονες του τρόμου», Αθήνα, εκδ. Δωρικός, σατυρικό (1966)
  3. «Θα κλάψω αύριο», (σκηνικό ρομάντσο), Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1975)
  4. «Ανθισμένο όνειρο», Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1975)
  5. «Ταξίδια του χαμού», Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1975)
  6. «Πικρή θάλασσα», (ελληνική θαλασσογραφία), Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1976)
  7.  «Οι Δήμιοι με τ’ άσπρα γάντια», Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1978)

Ταξιδιωτικά:

  1. «Μπατ-Τάι», (Οδοιπορικό στο Βιετνάμ), Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1966)
  2. «Ταξίδι στην απεραντοσύνη», (Οδοιπορικό), Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1976)

Πολιτικά:

  1. «Ο μεγάλος Δεκέμβρης», Αθήνα, εκδ. Μαρής-Κοροντζής (1945)

Παιδική Λογοτεχνία:

  1. «Ηρακλής», Αθήνα, εκδ. Δωρικός (1976)
  2.  «Δαίδαλος», σε εικονογράφηση Γ.Πανετέα, Αθήνα, εκδ. Δωρικός
  3. «Ίκαρος»,  εκδ. Δωρικός
  4.  «Θησέας»,  εκδ. Δωρικός

Μεταφράσεις

  • «Το σπίτι της ομίχλης», Θεόδωρου Κωνσταντίν, μυθστόρημα
  • «Μορομέτε», Μαρίν Πρέντα, μυθιστόρημα
  • «Και τους καταδικάσα όλους σε θάνατο», Τίτους Πόποβιτς, μυθιστόρημα
  • «Πέρα απ’ τς αμμόλοφους», Φάνους Νεάγκου, μυθιστότημα
  • «Πύρινα άλογα», Ίον Μπραντ, ποίηση
  • «Το λουλούδι της στάχτης», Εουτζέν Ζεμπελεάνου, Αθήνα, εκδ. Δωρικός, ποίηση (1974)
  • «Άσπιλοι κι αμόλυντοι», Χόρια Λοβινέσκου, Αθήνα, εκδ. Δωρικός, θεατρικό-σατυρικό (1975)
  •  «Οι φρουροί των ανέμων», Βίρτζιλ Θεοδορέσκου, ποίηση
  • «Ο ιππότης της μοναξιάς», Ζέο Ντιμιτρέσκου, ποίηση
  • «Σαρκασμοί και εφιάλτες», Μαρίν Σορέσκου, ποίηση
  • «Ένας άνθρωπος στην αγορά», Ντομίτρου Ποπέσκου, ποίηση

Βραβεία

Μέγα κρατικό βραβείο Πεζογραφίας (1938) – Τα πλοία δεν άραξαν

Χρυσή Δάφνη της Πανευρώπης (1951)


[i] Το βιογραφικό του Μενέλαου Λουντέμη βασίζεται σ’ αυτό που παρατίθεται στην Wikipedia.

Πηγή.

Advertisements

4 comments on “Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι, γιατί ούρλιαζαν οι άνθρωποι!

  1. Ο/Η Λεωνίδας λέει:

    Να ζήσω ή να πεθάνω;

    Λίγες μέρες μετά την άφιξή μας στη Γιούρα με φωνάζουν από τα μεγάφωνα, που στα κενά έπαιζαν παραδόξως Τζόαν Μπαέζ, να πάω στο «τμήμα ασφαλείας» του στρατοπέδου. Φώναξαν και άλλους νέους. Με περίμεναν σ’ ένα γραφείο μερικοί αγριεμένοι ασφαλίτες! Χωρίς περιστροφές μου είπαν ότι ήθελαν «να με σώσουν από τον… κομμουνισμό»! Με τράνταζαν, με απειλούσαν, με έσυραν και μου είπαν ότι ως εδώ ήταν η ζωή μου, ως «κομμούνι». Κάρφωσαν ένα πιστόλι στον κρόταφο και ένας αξιωματικός φώναξε: «Τώρα όλα τελειώνουν με ένα «ναι» ή ένα «όχι». Αν πεις «ναι» σημαίνει θα κάτσεις φρόνιμα και φεύγεις ζωντανός αμέσως, πας στο σπίτι σου, στις γκόμενες στα γλέντια και τέρμα όλα! Αν πεις «όχι» φεύγεις ένα πτώμα με μια σφαίρα! Λέγε ρε… ναι ή όχι; Λέγε ρεεε!»

    Έχασα το χρώμα μου. Η φωνή δεν έβγαινε. Νόμιζα ότι μετρούσα τις τελευταίες στιγμές της ζωής μου. Είπα, «τώρα δεν γλιτώνω»! Όπως το αίμα έφευγε από το κεφάλι όλη η ζωή μου, που δεν είχε προλάβει να 18κταρίσει, πέρασε σαν αστραπή από μπροστά μου.

    Μέσα μου ξέσπασε αστραπιαία μια μάχη. Το σώμα έλεγε να ζήσω με οποιοδήποτε κόστος. Η ψυχή μου έλεγε τέτοια ζωή τι να τη κάνεις. Ο διχασμός στην απόλυτη μορφή του. Πάλη σκληρή σε δέκατα δευτερολέπτου… τώρα αποφασίζω, ζω ή πεθαίνω. Να προσκυνήσω να ζήσω… μα αν προσκυνήσω δε θα ζω… Όλα συμπιεσμένα σε κατάσταση τρόμου. Βρέθηκα σε απόγνωση τα δευτερόλεπτα περνούσαν, οι ασφαλίτες ούρλιαζαν. Εγώ είχα πάψει πια να τους ακούω. Άκουγα μόνο τις εσωτερικές φωνές μου. Καλύτερα νεκρός είπα στο τέλος μέσα μου…

    Κρύος ιδρώτας παντού, τα ρούχα βρεγμένα… Νόμισα πως «έφευγα»…

    Ξαφνικά ξεστόμισα κομπιαστά ένα φρικτό, ξεψυχισμένο, άχρωμο και απελπισμένο «όχι»! Περίμενα να καταλάβω τα ελάχιστα χιλιοστά του χρόνου από το «μπαμ» μέχρι το απόλυτο μηδέν σαν εκρηκτική συμφωνία θανάτου. Δεν άκουσα τίποτα. Περίπου 100 χρόνια πέρασαν μέσα σ’ αυτές τις ελάχιστες στιγμές. Το αίμα έφυγε όλο από πάνω μου, χάθηκε. Κατάχλωμος ακούω ξανά τη φωνή: «μα, τι μ…κας είναι αυτός ρε! Προτιμά να πεθάνει!» Απομακρύνεται κλωτσάει μια καρέκλα και μετά εμένα. Αρχίζει τις φωνές, το κήρυγμα, τις απειλές κουνώντας το πιστόλι. Μετά αποφορτίζεται. «Τη γλιτώνεις για την ώρα, δε γουστάρω να σε σκοτώσω εδώ ρε αλλά θα σε στείλω στρατοδικείο, και εκεί αν δεν «ανανήψεις» θα σε καταδικάσουν σε θάνατο»! Γλίτωσα και η ζωή ξαναήρθε. Άκουγα κανονικά, έβλεπα κανονικά!

    Στεργιος

    h**p://leninreloaded.blogspot.gr/2013/10/radical-desire.html

  2. Ο/Η Αμετανόητος λέει:

    Μπράβο Μανώλη…για να μαθαίνουν οι νεώτεροι…!

  3. Ο/Η Λεωνίδας λέει:

    Ο μπαμπουλης μου ειχε θαμμενο χρονια (απο το 63) ενα κασονι στην αυλη με βιβλια (Μεγαλη Σοβιετικη Εγκυκλοπαιδεια ,Μαρξιστικα ,Μανιφεστο ,Λενιν ,αριστερους προοδευτικους συγγραφεις κλπ …ολα τα «κακα» ) .Οταν μετα το 75 (νομιζω το 76 για να ναι σιγουρος οτι «ηρεμισαμε») τα ξεθαψε το πρωτο που διαβασα ηταν του Μενελαου …. και τοτε καταλαβα τι σημαινε ΘΑΜΜΕΝΗ ΓΝΩΣΗ

    • Ο/Η ΙΩΑΝΝΗΣ λέει:

      Τα πρώτα βιβλία που διάβασα. Ο πατέρας μου έχει πολλά βιβλία του. Και μας έβαζε να τα διαβάζουμε όταν ήμασταν πιτσιρικάδες.

      Πρώτο το » ¨Ενα παιδί μετράει τ΄ άστρα». Καταπληκτικό βιβλίο….

      ΟΙ κερασιές θα ανθίζουν και φέτος….

      Τα πλοία δεν άραξαν.

      Θυμωμένα στάχυα.

      κλπ….

      Μετά μας φλόμωσε στο ιστοριογραφικό και στην παγκόσμια ανθολογία διηγήματος.

      Τα άλλα πιτσιρίκια διάβαζαν Μικυμάο κι εγώ την «Αιολική Γη» του Βενέζη….

      το τι Ινδικό Αραβικό και Κινέζικο παραμύθι έχω διαβάσει δεν περιγράφεται….

      Μετά το γύρισα στην ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ….

      τι Βενέζης και Λουντέμης….

      ΟΜΠΡΑΞ και ΚΑΠΤΕΝ ΜΑΡΚ…. έγιναν και έγχρωμα….σοκ…..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s