(Ημέρα αντιφασιστικής μνήμης) Το Μπλόκο της Κοκκινιάς. Πέμπτη 17 Αυγούστου 1944


Κοντά στις 2:30 το πρωί ξεκινά το δράμα της ομαδικής σφαγής που θα ακολουθήσει όταν ανέβει ο ήλιος ψηλά. Δεκάδες γερμανικά καμιόνια περικυκλώνουν τις γύρω περιοχές που περικλείουν την Κοκκινιά, από Κορυδαλλό, Αιγάλεω, Δαφνί και Ρέντη μέχρι Κερατσίνι, Φάληρο και Πειραιά, ο κλοιός σφίγγει. Μαζί με τους Ναζί κατακτητές καταφθάνει στην προσφυγούπολη του Πειραιά, τη «Μικρή Μόσχα», όπως είχαν βαπτίσει την Κοκκινιά, και το μηχανοκίνητο τμήμα του δοσίλογου Ν. Μπουραντά. Περί τους 3.000 βαριά οπλισμένους με πολυβόλα, όλμους, μυδράλια, ταχυβόλα, αυτόματα, Γερμανούς και Έλληνες ταγματασφαλίτες κυκλώνουν την πόλη που εκείνη την ώρα κοιμάται.
Μετά τις 6:00 π.μ. ακούγονται τα «χωνιά» στους δρόμους της Κοκκινιάς. Όχι τα χωνιά της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ που καλούσαν κάθε τόσο τον Κοκκινιώτικο λαό σε αντίσταση και του έδιναν κουράγιο, μα τα χωνιά των ταγματασφαλιτών: «Προσοχή-προσοχή! Σας μιλάνε τα τάγματα ασφαλείας. Όλοι οι άνδρες από 14-60 ετών να πάνε στην πλατεία της Οσίας Ξένης για έλεγχο ταυτοτήτων. Όσοι πιαστούν στα σπίτια τους θα τουφεκίζονται επί τόπου». Πανικός σε κάθε σπίτι και σε κάθε δρόμο της πόλης. Μερικοί κρύβονται όπως-όπως σε στέγες, καταπακτές, πηγάδια, όπου βρουν. Με υποκόπανους γκρεμίζονται οι πόρτες των φτωχών παραγκόσπιτων και με βρισιές και κλωτσιές σέρνονται κυριολεκτικά προς τον τόπο του Μαρτυρίου, εκατοντάδες συμπολίτες μας αγωνιστές. Αρκετοί ήταν εκείνοι που δεν υπάκουσαν στην εντολή και εκτελέστηκαν επί τόπου στα σπίτια τους.
Οι γυναίκες με τα παιδιά κλαίνε και οδύρονται ακολουθώντας με αγωνία τους δικούς τους ανθρώπους. Οι Γερμανοί αρχίζουν να καίνε τα σπίτια. Οι ταγματασφαλίτες μπαίνουν στα σπίτια και αρπάζουν ότι βρουν, καταστρέφουν, καίνε, βρίζουν και χτυπούν τα γυναικόπαιδα. Η μικρή αντίσταση που πρόλαβαν να δεχτούν από ομάδες ΕΛΑΣιτών πνίγεται στο αίμα. Οι πρώτοι νεκροί πέφτουν σε διάφορους δρόμους.
Γύρω στις 8.00 π.μ. η πλατεία της Οσίας Ξένης, αλλά και οι γύρω δρόμοι, έχουν γεμίσει από κόσμο. Περίπου 25.000 άτομα. Χωρίζονται κατά ομάδες σε πεντάδες με κενά μεταξύ τους για να μπορούν οι δήμιοι και να υποδεικνύουν όποιον θέλουν. Η εντολή είναι να κάθονται γονατιστοί με ψηλά το κεφάλι. Η ζέστη αφόρητη και αρκετοί είναι αυτοί που λιποθυμούν και ζητούν εναγωνίως λίγες σταγόνες νερό. Όσες γυναίκες προσπαθούν να πλησιάσουν τους κρατούμενους προσφέροντάς τους από τις πήλινες στάμνες λίγο νερό, κακοποιούνται μπροστά σε όλους. Οι γερμανοτσολιάδες πιάνουν δουλειά.
Στην πλατεία εμφανίζονται ελάχιστοι Κοκκινιώτες που φορούν μαύρες κουκούλες και έχουν καλυμμένα τα πρόσωπά τους. Ο ρόλος τους είναι συγκεκριμένος, ως γνήσιοι προδότες υποδεικνύουν ποιους να εκτελέσουν. Ο γνωστός χαφιές της Κοκκινιάς, Μπατράνης, διακρίνει μέσα στο πλήθος το λοχαγό του ΕΛΑΣ Αποστόλη Χατζηβασιλείου και με ειρωνεία τον χαιρετά «τα σέβη μου λοχαγέ» και δίνει το σύνθημα. Αφού με την ξιφολόγχη του βγάζουν το μάτι και του σχίζουν τα μάγουλα, τον περιφέρουν ανάμεσα στο πλήθος ζητώντας του να προδώσει. Η απάντηση του ΕΛΑΣίτη λοχαγού ήταν «Ψηλά το κεφάλι, μη φοβάστε. Δεν πρόκειται να προδώσω κανέναν». Σέρνεται για να κρεμαστεί αναίσθητος. Λίγο πριν το τέλος του ψέλλισε. «ΣΥΝΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΕΚΔΙΚΗΣΗ»!!!.
Οι κουκουλοφόροι σαν τα φίδια σέρνονται μέσα στο πλήθος και διαλέγουν ..και ο δήμιος εκτελεί. Μέχρι να τους πάνε στον τόπο της εκτέλεσης τους βασανίζουν απάνθρωπα για να προδώσουν. Χαρακτηριστικό της ανδρείας, του υψηλού φρονήματος των εκτελεσθέντων είναι ότι λίγο πριν το θάνατο και με αντάλλαγμα την ίδια τους τη ζωή, κανείς δεν πρόδωσε άλλο συναγωνιστή του. Ενώ πολλοί ήταν αυτοί που πριν πέσουν νεκροί έδιναν θάρρος στους υπόλοιπους προτρέποντάς τους να αγωνιστούν ενάντια στο φασισμό.
Ο τόπος εκτέλεσης είναι κοντά στην πλατεία της Οσίας Ξένης στη μάντρα ενός ταπητουργείου , στη συμβολή των οδών Κιλικίας και Θειρών. Η μάντρα του υφαντουργείου Παγιασλή γεμίζει με παλικάρια. Ο Γερμανός δήμιος που βρίσκεται στο πόστο του μέσα στη Μάντρα πίνει συνέχεια ούζο και με το όπλο του συνεχώς εκτελεί. Πίνει , βρίζει, εκτελεί και συνεχώς αναφωνεί «άλλες κόμουνιστ καπούτ», («Όλοι οι κομμουνιστές θα πεθάνουν»).
Την ώρα των ομαδικών εκτελέσεων μια ομάδα ανταρτών με επικεφαλής τους την ξακουστή αντάρτισσα Διαμάντω Κουμπάκη κρύβονται στο βόρειο τμήμα της πόλης σε σπίτια συναγωνιστών τους. Ξαφνικά γερμανικά καμιόνια ζώνουν την περιοχή και αρχίζουν να καίνε τα σπίτια. Από τα 90 σπίτια της περιοχής καίγονται τα 80. Για το λόγο αυτό η συνοικία του 4ου Καραβά ονομάστηκε «Καμένα». Γύρω στις 11:00 π.μ., οι Γερμανοί πληροφορούνται ότι στη Νεάπολη προδόθηκε το κρησφύγετο μιας ομάδας του εφεδρικού ΕΛΑΣ, στην οποία συμμετείχε η Διαμάντω Κουμπάκη. Η χαρά των Γερμανών ήταν μεγάλη διότι κατάφεραν να την συλλάβουν. Καθώς τη χτυπούσαν κατευθυνόμενοι προς τη Μάντρα η Διαμάντω τους έβριζε και τους απαντούσε «σαν και εσάς προδότες εγώ έφαγα 65!». Παρά το άγριο ξυλοδαρμό της με τους υποκόπανους των όπλων, φθάνοντας στη Μάντρα του μαρτυρίου και λίγο πριν την εκτελέσουν βρήκε το κουράγιο να φωνάξει «Μια ζωή τη χρωστάμε, ας μην την πάρουν οι προδότες. Υπάρχουν χιλιάδες λεβέντες. Θα τους εκδικηθούν». Παρόμοια κατάληξη θα έχει και μια άλλη αντάρτισσα, η Αθηνά Μαύρου. Καθώς την έσερναν βίαια στην Οσία Ξένη, για να μαρτυρήσει όσους γνώριζε, φώναξε: «αδέλφια το κεφάλι ψηλά, δε γνωρίζω κανέναν και ας με φάει το βόλι του Γερμανού».
Την ώρα που η Κουμπάκη και η Μαύρου έπεφταν στα χέρια των Γερμανών για να βρουν τραγικό θάνατο στην ίδια περιοχή μια ομάδα ΕΛΑΣιτών με επικεφαλής το Θεόδωρο Μακρή συνεχίζει να δίνει γενναία μάχη. Κάποιοι από αυτούς κατάφεραν να διαφύγουν από το γερμανικό κλοιό. Νεκροί πέφτουν ο Θεόδωρος Μακρής και ο Ιταλός Αντιφασίστας που είχε προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ Νίνο ή Πέτρος.
Στην πλατεία Οσίας Ξένης συνεχίζεται η τραγωδία. Εκατοντάδες γυναίκες προσπαθούν να ανακουφίσουν τον πόνο των αγωνιστών και με στάμνες κουβαλούν λίγο νερό και λίγο ψωμί. Οι δήμιοι σπάνε τις στάμνες, κλωτσάνε τις γυναίκες και βρίζουν.. Τα παιδιά κλαίνε και σπαράζουν: Η ζέστη, η δίψα, ο φόβος έχει σκεπάσει τα πρόσωπα ψυχές όλων. Οι Γερμανοί και οι ντόπιοι συνεργάτες τους χαμογελούν σαρκαστικά. Η αγωνία της διαλογής συνεχίζεται, οι ριπές στη Μάντρα συνεχίζονται, το Μαρτύριο τελειωμό δεν έχει. Τη στιγμή αυτή ξεχωρίζει ο ηρωισμός του αγωνιστή Κώστα Περιβόλα ο οποίος, την ώρα που τον διαλέγουν για εκτέλεση, ορμά πάνω στον χαφιέ Ι.Πλυντζανόπουλο, τον έπιασε από το λαιμό και του βγάζει την κουκούλα. Ο δήμιος προλαβαίνει και τον εκτελεί επί τόπου. Λίγο μετά το μεσημέρι σταματούν οι εκτελέσεις.
Έχουν προηγηθεί κι άλλες ομαδικές εκτελέσεις στα Καμένα, στη συμβολή των οδών Ακροπόλεως και Αρτέμιδος. Εκεί εκτελούνται 46 οι οποίοι μεταφέρθηκαν στην περιοχή με καμιόνια από την Οσία Ξένη.
Στο χώρο της Μάντρας η εικόνα είναι αποτρόπαια. Σωρός τα πτώματα, τσουβαλιασμένα το ένα πάνω από το άλλο. Το αίμα δύο πήχες έγλυφε το πάτωμα. Οι Γερμανοί δίνουν διαταγή στους κουκουλοφόρους να σκυλέψουν τους νεκρούς. Τα ανθρωπόμορφα κτήνη ορμούν πάνω στα κουφάρια των ηρώων και αρχίζουν να τους παίρνουν ότι αντικείμενα αξίας είχαν πάνω τους. Ρολόγια, δαχτυλίδια , βέρες κ.α. Δεν πρόλαβαν να ολοκληρώσουν το αποτρόπαιο ανοσιούργημά τους και οι ίδιοι οι Γερμανοί εκτέλεσαν κάποιους από αυτούς επί τόπου..
Η αυλαία αυτής της τραγωδίας έκλεισε γύρω στις 6:00 μ.μ. με ένα ξεδιάλεγμα περίπου 8.000 Κοκκινιωτών ομήρων. Ένα τεράστιο ανθρώπινο ποτάμι ξεκίνησε από την Κοκκινιά για το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου. Οι όμηροι οδηγούνται, σε φάλαγγα ανά τέσσερις, και σ΄ αυτή την απόσταση, περίπου 7 χιλιομέτρων όσοι πέφτουν κάτω από την εξάντληση, τη δίψα ή τη ζέστη, βασανίζονται αμέσως. Σε όλους τους δρόμους της Κοκκινιάς ακούς μόνο κλάματα μανάδων, συζύγων και παιδιών, ενώ από παντού ρέει αίμα και η πόλη μυρίζει θάνατο.
Όπως αναφέρει ο μαχητής του ΕΛΑΣ Αγ. Σοφίας Πειραιά, Μιχάλης Γρηγοράκης, ο οποίος συμμετείχε σ΄ αυτήν την πορεία, ένας από τους ταγματασφαλίτες που τους συνόδευαν, καθ΄ όλη τη διαδρομή φώναζε «Η Κοκκινιά δεν είναι εδώ. Η Γερμανία είναι εδώ. Πάρτε το χαμπάρι και θα πεθάνετε όλοι σας». Από το Χαϊδάρι γύρω στα 1.800 άτομα σέρνονται στα κολαστήρια της Γερμανίας. Κοκκινιώτες κλείστηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης στο Μανχάϊμ, Νταχάου, Μπούνχεβαλντ, Μπίπλις, Άουσβιτς και αλλού.
*Koκκινιά: το ιστορικό όνομα της περιοχής που περιλαμβάνει την Παλιά Κοκκινιά, Νίκαια, Κορυδαλλό και χωρίστηκε διοικητικά (για εκλογικούς λόγους, πολύ κόκκινη) το 1941.

Πηγή, http://left.gr

Ο μαρξισμός και ο ρόλος της θρησκείας στη σύγχρονη πολιτική


Ο μαρξισμός και ο ρόλος της θρησκείας

στη σύγχρονη πολιτική

 του Σον Σέγιερς*

Σημ.Αμετανόητου: Αφορμή για την αναδημοσίευση αυτού του άρθρου στάθηκε η φράση μίας ηλικιωμένης γυναίκας που μου είπε πριν από 1-2 μήνες όταν μιλάγαμε για την κατάντια του Ελληνα.Μου είπε χαρακτηριστικά :» Eμ, αφού τους δίνει ακόμα συσσίτια η Εκκλησία…τι εξέγερση να γίνει ; » Αυτό με ταρακούνησε πνευματικώς…

Σε αυτή την εργασία, θα περιγράψω πρώτα τον απολογισμό του Μαρξ για τη θρησκεία και μετά θα τον χρησιμοποιήσω για να ερευνήσω το ρόλο της θρησκείας στη σύγχρονη πολιτική. Αυτός έχει φτάσει σε ένα χωρίς προηγούμενο επίπεδο τους πρόσφατους καιρούς. Πώς μπορεί να μας βοηθήσει το έργο του Μαρξ να τον καταλάβουμε και να αποκριθούμε σε αυτόν;

Ο Μαρξ φαίνεται να υιοθετεί δυο πολύ διαφορετικά είδη προσέγγισης στη θρησκεία. Από τη μια μεριά τη θεωρεί με παραδοσιακά φιλοσοφικούς όρους, από την άλλη την πραγματεύεται ως μια μορφή ιδεολογίας. Φαίνεται να υπάρχει μια ένταση ανάμεσα στις δυο προσεγγίσεις1. Η καθαρά φιλοσοφική στάση του Μαρξ προς τη θρησκεία γίνεται ξεκάθαρη στο διάσημο απόφθεγμά του ότι «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού» (Marx, 1975b, σελ. 244). Ο Μαρξ είναι ένας υλιστής και αθεϊστής. Θεωρεί τις θρησκευτικές πεποιθήσεις ως ψευδείς και απατηλές. Δεν υπάρχουν θεοί, δεν υπάρχει υπερφυσικό βασίλειο. Ο φυσικός κόσμος είναι το μόνο που υπάρχει.

Ο φιλοσοφικός υλισμός και αθεϊσμός αυτού του είδους δεν εφευρέθηκε από τον Μαρξ και δεν είναι ιδιαίτερος σε αυτόν. Πραγματικά, τέτοιες ιδέες μπορεί να ανιχνευθούν πίσω στους αρχαίους Έλληνες. Παραλήφθηκαν από τους στοχαστές του Διαφωτισμού το 17ο και 18ο αιώνα. Η επιτυχία των φυσικών επιστημών στην εξήγηση του υλικού κόσμου οδήγησε πολλούς εκείνο τον καιρό να απορρίψουν τις θρησκευτικές αντιλήψεις ως απατηλές και να υποστηρίξουν ότι κάθε τι που συμβαίνει μπορεί να εξηγηθεί με τους υλιστικούς όρους των φυσικών επιστημών. Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, σύμφωνα με αυτή την άποψη, είναι φανταστικές και αυθαίρετες. Δεν έχουν κανένα έγκυρο περιεχόμενο. Προκύπτουν από την άγνοια και το φόβο του αγνώστου. Θα εκδιωχθούν, όπως η πρωινή ομίχλη, διαδίδοντας το φως του λόγου και την επιστημονική γνώση. Σύμφωνα με τον Χόμπς, για παράδειγμα, «η ανησυχία για τις μέρες που θα έρθουν» είναι μια από τις κύριες αιτίες των θρησκευτικών ιδεών.

«Αυτός ο διαρκής φόβος, που πάντα συνοδεύει την ανθρωπότητα σε άγνοια των αιτιών, όταν βρίσκεται στο σκοτάδι, πρέπει οπωσδήποτε να έχει κάτι σαν αντικείμενο. Και έτσι όταν δεν υπάρχει τίποτα να δούμε δεν υπάρχει τίποτα για να κατηγορήσουμε… εκτός από μια Αόρατη Δύναμη ή παράγοντα· με την οποία έννοια ίσως ήταν που μερικοί παλιοί ποιητές έλεγαν ότι οι θεοί δημιουργήθηκαν πρώτα από τον ανθρώπινο φόβο» (Hobbes, 1985, σελ. 169-70).

Ο Μαρξ επίσης απορρίπτει τη θρησκεία φιλοσοφικά. Πέρα από αυτό, ωστόσο, η προσέγγισή του είναι αρκετά διαφορετική. Η κύρια έγνοια του είναι να καταλάβει το ρόλο που πραγματικά παίζει η θρησκεία στις ζωές των ανθρώπων και να εξηγήσει γιατί αποδέχονται τις θρησκευτικές αντιλήψεις. Αυτό περιλαμβάνει να βλέπει τη θρησκεία όχι μόνο με λογικούς και φιλοσοφικούς όρους, ως ένα σώμα (ψευδών) ιδεών, αλλά επίσης ως ένα κοινωνικό και ψυχολογικό φαινόμενο με συγκεκριμένες υλικές αιτίες – ως μια μορφή ιδεολογίας.

Υπάρχουν δυο όψεις σε αυτή την προσέγγιση. Περιλαμβάνει έναν απολογισμό του περιεχομένου των θρησκευτικών πεποιθήσεων, και μια εξήγηση της μορφής τους. Θα τις εξετάσω διαδοχικά. Αναφορικά με το περιεχόμενο, ο Μαρξ δεν απορρίπτει απλά τις θρησκευτικές ιδέες ως καθαρό λάθος και ψευδαίσθηση. Σε αυτό ακολουθεί την καθοδήγηση που είχε δοθεί από άλλους φιλοσόφους της εποχής, ιδιαίτερα τον Φόιερμπαχ. Ο Φόιερμπαχ ξεκινά από τη θεμελιώδη σκέψη αυτού που ο Μαρξ αποκαλεί «άθρησκη κριτική», ότι «ο άνθρωπος κάνει τη θρησκεία, η θρησκεία δεν κάνει τον άνθρωπο» (Marx, 1975b, σελ. 244). Ο Φόιερμπαχ παρομοιάζει τις θρησκευτικές πεποιθήσεις με τα όνειρα, αλλά όχι απλά για να τις απορρίψει ως απατηλές. Απεναντίας, ο Φόιερμπαχ επιχειρηματολογεί ότι εκφράζουν γνήσιες ανθρώπινες επιθυμίες και βλέψεις, αλλά με μια προβαλλόμενη και αλλοτριωμένη μορφή.

«Η θρησκεία είναι το όνειρο του ανθρώπινου είδους. Αλλά ακόμη και στα όνειρα δεν βρίσκουμε τους εαυτούς μας στο κενό ή στον ουρανό, αλλά πάνω στη γη, στο βασίλειο της πραγματικότητας… Συνεπώς, δεν κάνω τίποτα περισσότερο στη θρησκεία… από να της ανοίγω τα μάτια, ή μάλλον να στρέφω τη ματιά της από το εσωτερικό στο εξωτερικό, δηλαδή, αλλάζω το αντικείμενο όπως είναι στη φαντασία σε ένα αντικείμενο όπως είναι στην πραγματικότητα» (Feuerbach, 1957, σελ. xxxix).

Ποιο είναι το “αληθινό” αντικείμενο της θρησκείας; Ποιο είναι το αληθινό περιεχόμενο που εκφράζεται σε αυτή, αν και με μια απατηλή μορφή; Σύμφωνα με τον Φόιερμπαχ, η ιδέα του Θεού εκφράζει ανθρώπινες ελπίδες και βλέψεις με μια προβαλλόμενη και αλλοτριωμένη μορφή. «Ο άνθρωπος… προεκτείνει την ύπαρξή του στην αντικειμενικότητα, και μετά ξανακάνει τον εαυτό του ένα αντικείμενο γι’ αυτή την προβαλλόμενη εικόνα του εαυτού του που έχει έτσι μετατραπεί σε ένα υποκείμενο» (Feuerbach, 1957, σελ. 29-30). Οι ρόλοι του ανθρώπου και του Θεού αντιστρέφονται2. Οι ποιότητες που αποδίδουμε στο Θεό –αγάπη, σοφία, ευσπλαχνία, δικαιοσύνη– είναι στην πραγματικότητα ανθρώπινες ιδιότητες, προβαλλόμενες και αντικειμενοποιούμενες. Όπως το θέτει ο Μαρξ, αυτό που δείχνει ο Φόιερμπαχ είναι ότι «η γήινη οικογένεια είναι… το μυστικό της άγιας οικογένειας» (Marx, 1975a, σελ. 422).

Υπάρχει μια διαφωτιστική αναλογία εδώ με την προσέγγιση που υιοθετεί αργότερα ο Φρόιντ στην ανάλυσή του των ονείρων και άλλων νευρωτικών συμπτωμάτων (πβλε Althusser, 1971a). Πριν από τον Φρόιντ, οι περισσότεροι ψυχολόγοι και φιλόσοφοι είχαν απορρίψει τα όνειρα ως καθαρά φανταστικές και ψευδείς νοητικές δημιουργίες. Σε αυτή την άποψη, η στάση τους ήταν όμοια με εκείνη των υλιστών του Διαφωτισμού προς τη θρησκεία. Αυτή είναι όντως η εμφάνιση που παρουσιάζουν τα όνειρα, το «πρόδηλο περιεχόμενό» τους. Αλλά ο Φρόιντ δεν σταματά με αυτό. Ερευνώντας το ρόλο που παίζουν τα όνειρα στην ανθρώπινη ζωή δείχνει ότι μπορεί να ερμηνευθούν ως οι μεταμφιεσμένες και παραμορφωμένες εκφράσεις αληθινών αισθημάτων και σκέψεων εκείνου που ονειρεύεται. Φτάνει να τα βλέπει ως συμπτώματα που αποκαλύπτουν ένα αληθινό «λανθάνον περιεχόμενο» (Freud, 1974, Μέρος II). Τα αληθινά αντικείμενα ενός ονείρου είναι τα αληθινά, αν και συχνά καταπνιγμένα, αισθήματα και σκέψεις που μεταμφιέζονται και εκφράζονται μέσα σε αυτό3.

Κατά παρόμοιο τρόπο, σύμφωνα με τον Φόιερμπαχ, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και τα αισθήματα, αν και έχουν μια λαθεμένη και απατηλή μορφή, έχουν ένα αληθινό και έγκυρο περιεχόμενο. Έτσι, επιμένει ο Φόιερμπαχ,

«Κατά κανένα τρόπο δεν λέω: ο Θεός είναι τίποτα, η Τριάδα είναι τίποτα, ο Λόγος του Θεού είναι τίποτα, κλπ. Δείχνω μόνο ότι δεν είναι αυτό που οι ψευδαισθήσεις της θεολογίας τα έχουν κάνει… Οι κατηγορίες ότι σύμφωνα με το βιβλίο μου η θρησκεία είναι μια αυθαιρεσία, ένα τίποτα, μια καθαρή ψευδαίσθηση, θα ήταν καλά θεμελιωμένες μόνο αν, σύμφωνα με αυτό, αυτό στο οποίο αναλύω τη θρησκεία… δηλαδή τον άνθρωπο – την ανθρωπολογία, ήταν μια αυθαιρεσία, ένα τίποτα, μια καθαρή ψευδαίσθηση» (Feuerbach, 1957, σελ. xxxviii).

Αυτές οι ιδέες παρέχουν το σημείο εκκίνησης του Μαρξ. Όπως ο Φόιερμπαχ, ξεκινά από την πρόταση ότι η θρησκεία είναι μια ανθρώπινη δημιουργία, και θεωρεί το “πρόδηλο”, το λογικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο των θρησκευτικών ιδεών ως απατηλό και ψευδές. Αυτό είναι μέρος αυτού που εννοεί όταν λέει ότι «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Και όμως, στο ίδιο απόσπασμα που εμφανίζεται αυτή η φράση, ο Μαρξ επιμένει εξίσου ότι οι θρησκευτικές ιδέες δεν θα έπρεπε να απορριφτούν σαν απλά λάθη. Ακολουθώντας τον Φόιερμπαχ, μεταχειρίζεται τις θρησκευτικές πεποιθήσεις ως “συμπτώματα”. Ενσαρκώνουν ένα αληθινό και έγκυρο περιεχόμενο, αλλά αυτό εκφράζεται με μια μεταμφιεσμένη και παραμορφωμένη μορφή προβαλλόμενο σε ένα υπερβατικό υπερπέραν. «Το θρησκευτικό βάσανο είναι ταυτόχρονα η έκφραση του αληθινού βασάνου και μια διαμαρτυρία ενάντια στο πραγματικό βάσανο. Η θρησκεία είναι ο αναστεναγμός του καταπιεσμένου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου και η ψυχή άψυχων συνθηκών. Είναι το όπιο του λαού» (Marx, 1975b, σελ. 244).

Για να καταλάβουμε τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, λοιπόν, δεν είναι ικανοποιητικό να τις κριτικάρουμε απλά με τον παραδοσιακό φιλοσοφικό τρόπο ως λαθεμένες και ψευδείς· το βάσανο και η ελπίδα που εκφράζουν πρέπει επίσης να έρθει στο φως. Αν η θρησκεία είναι μια παραμορφωμένη διαμαρτυρία ενάντια σε μια “άψυχη” κατάσταση και έναν “άκαρδο” κόσμο, αυτές οι συνθήκες πρέπει επίσης να αποκαλυφθούν και να αντιμετωπιστούν. Ο σκοπός του Μαρξ σε αυτό δεν είναι μόνο θεωρητικός αλλά επίσης πρακτικός. «Η κριτική έχει μαδήσει τα φανταστικά λουλούδια στην αλυσίδα όχι για να συνεχίσει ο άνθρωπος να υπομένει την αλυσίδα χωρίς φαντασία ή παρηγοριά αλλά για να είναι ικανός να απαλλαγεί από την πραγματική αλυσίδα και να κόψει το αληθινό λουλούδι» (Marx, 1975b, σελ. 244).

Με αυτό τον τρόπο, η αποκάλυψη της θρησκευτικής αλλοτρίωσης και μυστικοποίησης οδηγεί στην κριτική των συνθηκών που δίνουν γένεση σε αυτή. «Η κατάργηση της θρησκείας ως της απατηλής ευτυχίας των ανθρώπων είναι το αίτημα για την αληθινή τους ευτυχία. Να τους καλούμε να παραιτηθούν από τις ψευδαισθήσεις τους για την κατάστασή τους είναι να τους καλούμε να παραιτηθούν από μια κατάσταση που απαιτεί ψευδαισθήσεις» (Marx, 1975b, σελ. 244). Η κριτική της θρησκείας οδηγεί έτσι άμεσα στην κοινωνική κριτική.

Βιβλιογραφία

Althusser, L., For Marx (London: Allen Lane, 1969).

Althusser, L., ‘Freud and Lacan’, in Lenin and Philosophy and Other Essays (London: New Left Books, 1971a).

Althusser, L., ‘Ideology and Ideological State Apparatuses’, in Lenin and Philosophy and Other Essays (London: New Left Books, 1971b).

Cohen, G.A., Karl Marx’s Theory of History: A Defence (Oxford: Clarendon Press, 1978).

Feuerbach, L., The Essence of Christianity, trans. G. Eliot (New York: Harper & Row, 1957).

Frank, T., What’s the Matter with Kansas? How Conservatives Won the Heart of America (New York: Metropolitan Books, 2004).

Freud, S., Introductory Lectures on Psychoanalysis (Harmondsworth: Penguin, 1974).

Hegel, G.W.F., Aesthetics, trans. T.M. Knox (Oxford: Clarendon Press, 1975).

Hegel, G.W.F., Phenomenology of Spirit, trans. A.V. Miller (Oxford: Clarendon Press, 1977).

Hegel, G.W.F., Lectures on the Philosophy of Religion. One-Volume Edition. The Lectures of 1827, trans. R.F.

Brown P.C. Hodgson and J.M. Stewart (Berkeley: University of California Press, 1988).

Hobbes, T., Leviathan (Harmondsworth: Penguin, 1985).

Larrain, J., The Concept of Ideology (London: Hutchinson, 1979).

Lenin, V.I., ‘The Attitude of the Worker’s Party to Religion’, in On Religion (Moscow: Progress Publishers, 1969a).

Lenin, V.I., ‘Socialism and Religion’, in On Religion (Moscow: Progress Publishers, 1969b).

Marx, K., ‘The British Rule in India’, in K. Marx and F. Engels, Selected Works, 1, edited by K. Marx and F.

Engels (Moscow: Foreign Languages Publishing House, 1958).

Marx, K., Capital, I, trans. S. Moore and E. Aveling (New York: International Publishers, 1967).

Marx, K., Le Capital, I, trans. J. Roy (Paris: Éditions Sociales, 1969).

Marx, K., ‘Concerning Feuerbach [Theses on Feuerbach]’, in Early Writings (Harmondsworth: Penguin, 1975a).

Marx, K., ‘A Contribution to Hegel’s Philosophy of Right. Introduction’, in Early Writings (Harmondsworth: Penguin, 1975b).

Marx, K. & Engels, F., The German Ideology Part I (New York: International Publishers, 1970).

McDowell, J.H., Mind and World (Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 1994).

Sayers, S., Reality and Reason (Oxford: Blackwell, 1985).

Sayers, S., ‘Knowledge as a Social Phenomenon’, Radical Philosophy, 52 (1989) 34-7.

Walicki, A., A History of Russian Thought from the Enlightenment to Marxism (Stanford, CA: Stanford University Press, 1979).

Σημειώσεις

1. Βλέπε Σέγιερς (1989) για μια παλιότερη συζήτηση αυτού του θέματος.

2. Ακολουθώντας τους συγγραφείς παραθέτω και για στιλιστικούς λόγους χρησιμοποιώ το «άνθρωπος» (man) με αυτή την ειδολογική έννοια, περιλαμβάνοντας άνδρες και γυναίκες.

3. Βλέπε Σέγιερς (1985, κεφ. 5) για ένα πληρέστερο απολογισμό του Φρόιντ από αυτή τη θεώρηση.

* Ο Σον Σέγιερς είναι καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Κεντ, συγγραφέας σειράς εργασιών για το μαρξισμό και τη διαλεκτική. Το παρόν αποτελεί μέρος από τη συνεισφορά του στο αφιέρωμα του τόμου 3 της Μαρξιστικής Σκέψης «Μαρξισμός και Θρησκεία».

Πηγή. http://www.marxistikiskepsi.gr/index.php/el/3rd-volume/90-2011-09-24-14-10-50

Στο ντιβάνι της Διβάνη και της διανόησης!


του Κώστα Βαξεβάνη

Το πρόβλημα με την ελληνική διανόηση δεν είναι ότι σιωπά και κοιμάται. Είναι ότι χωνεύει ακόμη. Χορτάτη, φουσκωμένη, κάνει όπως ακριβώς αυτός που ανάμεσα στα απομεινάρια των όσων καταβρόχθισε, υπόσχεται ενοχικά πως δεν θα το ξανακάνει. Ρεύεται τα πλούσια εδέσματα, νιώθει, χορτάτος πια, την άσχημη γεύση στο στόμα και μετατρέπεται για λίγο σε νομιμόφρονα της καλής διατροφής. Όσο κρατά η χώνεψη.

Ποια είναι η διανόηση στη χώρα, θα ρωτήσει κάποιος. Ποια είναι πρέπει να απαντήσω κι εγώ γιατί υπάρχει κίνδυνος να αδικήσω πολλούς. Αναφέρομαι λοιπόν, στους ανθρώπους αυτούς, που είτε το άξιζαν είτε όχι, κυριάρχησαν σε αυτό που λέμε “γράμματα και τέχνες”. Το όνομά τους μπαίνει δίπλα στα τραγούδια, στα βιβλία, σε έργα δημιουργίας και βέβαια πανεπιστημιακές μελέτες. Σε αυτούς αναφέρομαι και εξαιρώ (δυστυχώς χωρίς την καταγραφή των ονομάτων) το κομμάτι από αυτούς που στάθηκε ουσιαστικά πνευματικό και είναι ίσως και άγνωστο.

“Πού είναι οι άνθρωποι της διανόησης;” ακούγεται συχνά τα τελευταία χρόνια της κρίσης. Πώς βοηθάνε την Ελλάδα; Πώς βοηθάνε τους ανθρώπους της; Πώς στέκονται απέναντι στην κρίση;

Τον Ιούνιο του 2011, 32 “άνθρωποι του πνεύματος” υπέγραψαν ένα κείμενο για την εθνική σωτηρία, ζητώντας από τους Έλληνες να αντιπαλέψουν τον λαϊκισμό και να δείξουν υπευθυνότητα. Στους επόμενους μήνες, υπήρξαν επίσης φωνές από τον ίδιο χώρο σαν αυτή της Κικής Δημουλά που μίλησαν για το διεκδικούμενο παγκάκι της Κυψέλης, της Σώτης Τριανταφύλλου, της οποία η γνώση και ο κοσμοπολιτισμός οδηγούσαν με ασφάλεια στο συμπέρασμα πως μας χρειάζεται ένα “καθαρτήριο” και της Λένας Διβάνη, που τοποθετήθηκε όπως τοποθετήθηκε για κάποιον 18χρονο νεκρό “τζαμπατζή”.

Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει τις απόψεις του, πόσο μάλλον όταν ζει επί χρόνια πουλώντας απόψεις. Το πρόβλημα δεν είναι οι απόψεις όσων εκφράστηκαν, όπως εκφράστηκαν, αλλά η ρηχότητα. Το γεγονός πως άνθρωποι που γράφουν βιβλία και παράγουν σκέψη και πολιτισμό, φτάνουν στο σημείο να αντιμετωπίζουν μια σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα με όρους καφενείου .Αντί να αναλύσουν αυτό που συμβαίνει, αντί να πάρουν την πρωτοβουλία να το εξηγήσουν στον κόσμο, αντί να συγκρουστούν με τα αδιέξοδα, γίνονται οπαδοί ενός κοινωνικού μακαρθισμού, που προγράφει κατηγορίες ανθρώπων, που απαιτεί θυσιαστήρια, που θέλει κάποιον να φταίει αλλά προς θεού, όχι στο ύψος της εξουσίας.

Με την αυτάρκεια του τυχαίου ημιμαθή, έχει άποψη που κατακρίνει συμπεριφορές, τον κοινωνικό παρασιτισμό και φτάνει ακόμη παραπέρα. Σχεδόν αντιλαμβάνεται την κοινωνία ως παράσιτο. Και αν βρεθεί κάποιος περισσότερο αφελής και λιγότερο διανοούμενος να ρωτήσει “και τι έκανε αυτή η διανόηση όταν όλα αυτά συνέβαιναν στην Ελλάδα;” σίγουρα οι οπαδοί του αυτομαστιγωτικού διανοουμενισμού, έχουν να δείξουν πολλές φωτογραφίες τους με υπουργούς, πρωθυπουργούς και επιχειρηματίες,σ τους οποίους έκαναν προσιτή την χαρισματική τους προσωπικότητα.

Μετά την Μεταπολίτευση, η ελληνική διανόηση, καβάλα στο όχημα της αμφισβήτησης που αυτόματα οδηγούσε στην κοινωνική καταξίωση, άγγιξε όνειρα, οραματικές πολιτικές, αγωνίες. Μετά τη δεκαετία του ’80 με μεγάλη ευκολία μετεπιβιβάστηκε σε BMW και τζιπ, τραγούδησε σε συναυλίες με μαύρο χρήμα, έγραψε κλεψίτυπα βιβλία, συνωμότησε στους διαδρόμους των Πανεπιστημίων για να εξασφαλίσει θέσεις καθηγητή που δεν άξιζε, προσκύνησε την ευνοιοκρατία, τον κομματικό καιροσκοπισμό, τους αγράμματους φαύλους που κυβερνούσαν.

Η μέγιστη διανοητική διαδικασία στην οποία μπήκε η διανόηση που σήμερα βρυχάται, είναι των αποδοτικών δημοσίων σχέσεων. Για μια θέση στο Φεστιβάλ, στο πανεπιστήμιο, στο Εθνικό Κέντρο Τάδε, στο Πολιτιστικό Κέντρο Δείνα. Διανόηση με απόδοση τίτλων, με εμφανίσεις στην τηλεόραση, ζαλισμένη από τα πάρτι, ταλαιπωρημένη από τους ψυχολόγους της.

Σήμερα, από το ντιβάνι της κυρίας Διβάνη, το τραπέζι του μεγάλου φαγοποτιού ή το κρεβάτι μιας αιμομικτικής πολιτιστικής Αθήνας, η διανόηση ανησυχεί. Δεν ανησυχεί για την Ελλάδα, αλλά για να μην χάσει προνόμια. Γι” αυτό σαν τις Κατίνες της γειτονιάς, σηκώνει το δάχτυλο και δείχνει το απέναντι σπίτι που ρίχτηκε στην ακολασία, που διέπραξε τη μοιχεία, που φταίει για τα κακά του χωριού.
Με την ίδια ευκολία θεώρησε νομοτελειακό φαινόμενο και αποδέχθηκε, την ξεφτίλα της ελληνικής τηλεόρασης, τα σκάνδαλα Βενιζέλου στο Υπουργείο Πολιτισμού, τον κρατικοδίαιτο επιδοματικό πολιτισμό.

Είναι μια διανόηση που αποδέχθηκε ο κινηματογράφος να παράγει μόνο με κρατική επιδότηση, σαν να είναι βαμβάκι στον κάμπο της Λάρισας. Που θεωρούσε πως τα Φεστιβάλ, δηλαδή ο τρόπος ανάδειξης του πολιτισμού, ήταν τα ίδια πολιτισμός. Που στα Πανεπιστήμια ανέδειξε τους εξυπηρετικούς προσδοκώντας το ανταποδοτικό τέλος της δικής τους ανάδειξης.

Η διανόηση στην Ελλάδα, δεν υπήρξε μόνο εγωιστική και συμφεροντολόγος. Λειτούργησε με το δικό της star system, συνέτριψε όσους δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στο σύστημα των δημοσίων σχέσεων, καταδίκασε στην ανωνυμία όσους δεν φωτογραφήθηκαν με όλους τους μελλοντικούς τροφίμους του Κορυδαλλού. Οι κυρίες και οι κύριοι της διανόησης που βρίζουν ένα κομμάτι της κοινωνίας αντί να γίνονται παράδειγμα για όλη την κοινωνία, δεν υπήρξαν μόνο ομοτράπεζοι και ομοκρέβατοι της πολιτικής ελίτ, αλλά της παρείχαν και όλα τα άλλοθι της τέχνης και του πολιτισμού.

Οι εραστές του σκυλάδικου έγιναν άνθρωποι της τέχνης επειδή συναναστρέφονταν τον τάδε σκηνοθέτη και ο υπουργός πολιτισμού μετατρεπόταν σε τόσο περισσότερο άνθρωπο του πολιτισμού όσο μεγαλύετερες ήταν οι επιχορηγήσεις.

Αυτή η διανόηση πού και πού στραβομουτσούνιαζε υποκριτικά για την παρουσίαση της υποκριτικής τέχνης του Ρουβά στην Επίδαυρο, αλλά δεν είχε κανένα πρόβλημα να θεωρεί μέντορα πολιτισμού αυτόν που επέλεξε να πάει τον Σάκη στο Αρχαίο Θέατρο. Οι προσωπικές τους αντιπαραθέσεις δεν ήταν αντιπαραθέσεις ιδεών, αλλά ζήλια και φθόνος.

Η διανόηση έπαψε να έχει ως κινητήριο μοχλό τις κοινωνικές αντιθέσεις και την υπαρξιακή αναζήτηση και απέκτησε κινητικότητα μέσω της κυνικότητας ή της ψυχεδελικής εσωστρέφειας. Έλεγε στα βιβλία της όσα θα έπρεπε να πει στον ψυχίατρό της.

Η διανόηση, σιγά σιγά έγινε ανήμπορη να αναλύει και να εκφράζει και έγινε ρηχή όπως οι εκφραστές της, γύρω από το μεγάλο τραπέζι της εξουσίας. Άλλος έτρωγε χαβιάρι και άλλος τα ψίχουλα, ευελπιστώντας πως θα έρθει και η δική του ώρα.

Είναι λογικό, η διανόηση σήμερα να συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρεται. Διαφορετικά φοβάται πως θα χαθεί μαζί με την ψεύτικη εικόνα της.

Αδυνατεί να καταλάβει τι συμβαίνει στην κοινωνία γιατί απουσιάζει πολλά χρόνια απ” αυτή. Δεν έχει την ελάχιστη ικανότητα να ξεχωρίσει το δευτερεύον (παρασιτικά φαινόμενα, διαφθορά, γραφειοκρατία), από το πρωτεύον που είναι όσα δημιουργούν την κρίση και αυτά τα φαινόμενα, που είναι οι πολιτικές. Οι πολιτικές των φίλων της. Έτσι, αναμασά ευχολόγια και αγαπησιάρικες ενωτικές θεωρίες ευθύνης, επιδεικνύοντας πλήρη ανευθυνότητα. Με βουδιστική στωικότητα την ώρα του πολέμου, αυτή η διανόηση είναι έτοιμη να στηλιτεύσει το φαινόμενο του τζαμπατζή, του ταβερνιάρη που φοροδιαφεύγει, της συμπεριφοράς που μας κάνει ανεύθυνους. Δεν θα το επεκτείνει όμως ως την απόφαση του Βενιζέλου να χαρίσει 2 δις στη SIEMENS, ούτε ως την απόφαση του Σαμαρά να κάνει πιο πλούσιους τους Τραπεζίτες. Οι έλληνες διανοητές επιλέγουν το πεδίο της μικροκοσμικής ευθύνης του διπλανού. Όχι της ευθύνης συνολικά.

Η διανόηση είναι συνένοχη. Όχι μόνο πολιτικά, αλλά ποινικά. Ποιός καθηγητής Πανεπιστημίου να αντιταχθεί, ποιός μεγαλοσυνθέτης να κάνει αντίσταση, ποιός συγγραφέαςνα αποδώσει ευθύνη. Με το που θα το κάνει, θα βγουν στη δημοσιότητα τα πανεπιστημιακά κονδύλια που έπαιξε στο χρηματιστήριο, οι Μη κυβερνητικές Οργανώσεις του που έτρωγαν με χρυσά κουτάλια, οι επιδοτήσεις που πήρε για ένα βιβλίο που διάβασαν 200 άτομα.

Η γενίκευση είναι φασισμός. Το να αποδίδεις αυτά τα χαρακτηριστικά σε όλη τη διανόηση είναι άδικο. Η υγιής διανόηση λοιπόν, ας αποφύγει τη γενίκευση. Ας αυτοεξαιρεθεί, βγαίνοντας μπροστά. Παράγοντας σκέψη, τέχνη, πολιτισμό.

ΥΓ: Συμμερίζομαι πραγματικά πως υπάρχει το φαινόμενο της ανθρωποφαγίας για κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους στο διαδίκτυο που δεν ελέγχεται όπως τα ΜΜΕ ώστε να αποφευχθούν ακρότητες ή να φτιαχτούν προφίλ. Ωστόσο υπάρχει και δική τους ευθύνη γιατί προτίμησαν την αρένα του θεάματος, αντί τον θρόνο του διανοητή.

Πηγή, http://www.koutipandoras.gr

Εύρον Πρασίνην Ακρίδαν Ωραιοτάτην. Ελθέ Αμέσως!


images

Κάτι παρόμοιο είχε τηλεγραφήσει ο Ζορμπάς στον Καζαντζάκη, αναφερόμενος σε πέτρα, αλλά ο λόγιος δεν πήγε να τη δει, αφού εκείνη την εποχή έγραφε τους 33.333 στίχους της Οδύσσειας του.

Και ο Ζορμπάς αποφάνθηκε ότι υπήρχε κόλαση, για κάποιους χαρτοπόντικες σαν τον Καζαντζάκη.

Ευτυχώς ο υποφαινόμενος δεν έχει τις εμμονές του Καζαντζάκη –δυστυχώς δεν έχει και το ταλέντο του. Ίσως, τώρα που το σκέφτομαι, αυτές οι εμμονές να συνάδουν με το ταλέντο: Είναι δύσκολο να είσαι φυσιολογικός άνθρωπος όταν είσαι τόσο, μα τόσο, ανυπόφορα ταλαντούχος.

Ή, μπορεί, για να καλλιεργήσεις ένα τέτοιου μεγέθους ταλέντο, να πρέπει να απαρνηθείς τη «φυσιολογική» ζωή.

Αν αξίζει, για οτιδήποτε, να απαρνηθείς τη ζωή, αυτό είναι άλλη ιστορία και η δική μας ιστορία ξεκινάει από την Ιερά Οδό…

Το να αφήσεις το Πήλιο για να βρεθείς στην Αθήνα, ειδικά στη μέση του καλοκαιριού, μοιάζει σαν να αρνείσαι τα κάλλη μιας χαριτόβρυτης νύμφης, από αυτές που λούζονται ολόγυμνες και θαλερές στις πηγές του όρους, για την αγκαλιά μιας γριάς φαφούτας, μιας «κυρα-Αθηνάς», η οποία -όπως θα έλεγαν και σε μια παλιά ελληνική ταινία- είναι παλιότερη από τον Παρθενώνα.314836

Το πράξαμε εκών άκων, για να ξεκουραστούμε από το αυτοκίνητο και να συναντήσουμε μερικούς φίλους.

Με το που μπήκαμε στην Ιερά οδό, που τίποτα ιερό δεν φαίνεται να έχει πια, το πόδι μου με γαργαλούσε να πατήσω φρένο, να κάνω επιτόπου αναστροφή και να επιστρέψω στον επίγειο παράδεισο και στον οίνοπα πόντο.

Συγκρατήθηκα, τη διέσχισα ολόκληρη και μόλις φτάσαμε στο Θησείο πάρκαρα στην πρώτη διαθέσιμη θέση, αποφασισμένος να μην ξαναχρησιμοποιήσω το αυτοκίνητο μέχρι τη στιγμή που θα φύγουμε.

Ο πριγκιπικός φίλος που θα μας φιλοξενούσε έχει στήσει στο διαμέρισμα του έναν μικρό, αλλά εντυπωσιακό κήπο, μια πράσινη fata morgana εν μέσω της αστικής ερήμου. Μείναμε εκεί όσο περισσότερο μπορούσαμε, αλλά σαν πήρε να νυχτώνει βρήκαμε το θάρρος να εξέλθουμε των πυλών του αντικατοπτρισμού.

Οι πολυκατοικίες σαν απολιθωμένα τσουνάμι στεκόντουσαν απειλητικές από πάνω μας και τα βρώμικα πεζοδρόμια μούσκευαν τα πόδια μας μέχρι τη φτέρνα, ώσπου φάνηκε μπροστά μας το θαύμα.

Δεν έχει σημασία αν είσαι Έλληνας ή όχι, όταν βλέπεις το βράχο της Ακρόπολης και τον αιώνιο Παρθενώνα, νιώθεις ότι είσαι μέρος μιας πανάρχαιας ιστορίας, και συγκινείσαι.

Αν είσαι Έλληνας και έχεις λίγα ψήγματα αυτογνωσίας μέσα στο αίμα σου, τότε δεν μπορείς παρά να ντραπείς, που είσαι τόσο ανάξιος επίγονος (οι «απόγονοι» είναι οι άλλοι με το καθαρό αίμα και το άδειο κεφάλι) τόσο άξιων προγόνων.

akis

Προχωρήσαμε στον πεζόδρομο και στρίψαμε λίγο μετά τον ομορφότερο θερινό κινηματογράφο του κόσμου, για να αποφύγουμε να περάσουμε από το μνημείο της σύγχρονης Ελλάδας, το υπουργικό
νεοκλασικό στην Αρεοπαγίτου που δεν γέρνει –όπως κάποια υποβρύχια.

Εκεί, στην αρχαία αγορά, ξεκίνησα να μιλάω στο γιο μου, το μικρό Τηλέμαχο, για την ιστορία του χώματος που πατούσαμε. Δεν το έκανα για να τον μάθω κάτι, απλά ήθελα να του μεταδώσω τη συγκίνηση που ένιωθα, καθώς σκεφτόμουν ότι σε αυτές τις πέτρες είχαν πατήσει τα σανδάλια του Σωκράτη. Του Σωκράτη!

Και έλεγα και έλεγα για τη σοφία των αρχαίων, και έλεγα για τη φιλοσοφία, και έλεγα για τη δημοκρατία, και έλεγα για…

Ξαφνικά ο Τηλέμαχος με διέκοψε φωνάζοντας:

«Κοίτα! Μια πράσινη ακρίδα!» Άφησε το χέρι μου και έσκυψε για να τη δει καλύτερα. «Έλα να δεις! Μια πράσινη ακρίδα!»

Όλα τα επιτεύγματα των προγόνων μας, όλες τους οι σοφίες και οι φιλοσοφίες –ακόμα και οι αμπελοσοφίες, δεν είχαν καμία αξία μπροστά σε μια μικρή πράσινη ζωντανή ακρίδα. Όχι για τον Τηλέμαχο, όχι για ένα εφτάχρονο παιδί.

Του μιλούσα για περασμένα μεγαλεία και για καιρούς παλιούς, για αναμνήσεις και ιστορία, αλλά εκείνος ενθουσιάστηκε με ένα εφήμερο έντομο.

Δεν τον τράβηξα, ευτυχώς έχω διαβάσει το Ζορμπά. Έσκυψα και κοίταξα την ακρίδα. Ήταν πραγματικά πρασίνην και ωραιοτάτην. Κυρίως γιατί ήταν ζωντανή.

Τι είναι πιο όμορφο από τη ζωή;

Καθώς την αφήσαμε στην ησυχία της, να αναπαύεται πάνω σε ένα βράχο όπου μπορεί κάποτε να είχε καθίσει και ο Σωκράτης, φτάσαμε κάτω από τον Άρειο Πάγο. Εκεί, με τη βοήθεια του Τηλέμαχου, θυμήθηκα μια παλιά ιστορία.

Κάποια στιγμή, το 1939 αν δεν κάνω λάθος, ο Χένρι Μίλλερ, ο συγγραφέας των κολασμένων Τροπικών, είχε βρεθεί στην Αθήνα, και έκανε παρέα με το Σεφέρη, τον Κατσίμπαλη και άλλους κολοσσούς.

63740-mari1Ένα βράδυ είχαν καθίσει στον Άρειο Πάγο και μιλούσαν για την Ελλάδα, για τους Έλληνες. Οπότε ο Κατσίμπαλης, πληθωρικός και ευτραφής (αυτά τα δύο δεν πρέπει να τα μπερδεύουμε) είπε στον Μίλλερ:

«Θέλεις να δεις τι είναι η Αθήνα;»

Στάθηκε στο βράχο όρθιος, πήρε βαθιά ανάσα και ξεκίνησε να κικιρίζει, να κάνει σαν το κόκορα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα εκατοντάδες κόκορες, αληθινοί κόκορες, του απάντησαν. Εκείνη την εποχή βλέπεις, η Αθήνα ήταν γεμάτη κοτέτσια, φτιαγμένα ίσως με απομεινάρια από κίονες.

Όταν είχα διαβάσει τον «Κολοσσό του Αμαρουσίου», του Μίλλερ, πίστεψα ότι ο Κατσίμπαλης ήθελε να δείξει με αυτόν τον τρόπο ότι όλοι οι Έλληνες είναι ηλίθιοι σαν τους κόκορες, έτοιμοι να αρπαχτούν άνευ λόγου και ουσίας, να κοκορομαχήσουν για ένα ωάριο αδειανό, για ένα αυγό.

Αλλά μετά την ακρίδα του Τηλέμαχου κατάλαβα ότι αλλού αποσκοπούσε ο Κατσίμπαλης. Ήθελε να δείξει ότι η ζωή, το παρόν, αυτό που υπάρχει και αναπνέει, είναι πολύ πιο σημαντικό από όλα όσα περάσανε, από όλα όσα έγιναν. Γιατί εκείνα είναι μνήμες, κενοτάφια στα βιβλία και στα κεφάλια μας, ενώ η ζωή είναι έτοιμη να ανταποκριθεί στο κάλεσμα σου, είναι εδώ, είναι τώρα.

Συνεχίσαμε να περπατάμε στην παλιά πόλη, στην αρχαία πόλη, με τον πριγκιπικό φίλο μας, τον Κ, να εκτελεί χρέη ξεναγού.

«Εδώ», μας είπε κάποια στιγμή γέρνοντας σε κάγκελα, «είναι ο αρχαίος υπόγειος ποταμός…»

«Κατσαρίδες!» φώναξε ο Τηλέμαχος που είχε πρώτος κοιτάξει.

Εντάξει, αυτό καταντούσε ενοχλητικό. Είπαμε να κοιτάξουμε την πράσινη ακρίδα, αλλά και τις….

Σαν σκύψαμε καταλάβαμε ότι ο Τηλέμαχος είχε δίκιο. Το «ποτάμι» έρεε ανάμεσα στα σπαράγματα της Αρχαίας Αθήνας, χωρίς να σου προκαλεί δέος. Αλλά οι κατσαρίδες, αυτές οι μεγάλες, μαύρες και ιπτάμενες, ήταν παντού εκεί κάτω, ίσως φιλοσοφώντας με το δικό τους κατσαριδίστικο τρόπο. Ανατριχιαστικά εφήμερες και επιβλητικά διαχρονικές.

Υπήρχαν πριν το μνημόνιο, πριν την Μεταπολίτευση, πριν την επανάσταση του ’21, πριν το Βυζάντιο, πριν τους Ρωμαίους, πριν τη δημοκρατία και τον Σωκράτη, πριν τον Όμηρο και τους Κένταυρους, υπήρχαν πολύ πριν τους ανθρώπους, υπήρχαν πριν και από τους δεινόσαυρους.

Και συνέχιζαν να ζουν και συνέχιζαν να βασιλεύουν. Ποιος είναι ο κυρίαρχος λοιπόν, σοφέ μουKATSARIDάνθρωπε;

Περιπλανηθήκαμε για λίγη ώρα στις τουριστοπαγίδες της Πλάκας, με τα ντολμαδάκια γιαλαντζί της κονσέρβας και μετά στα μαγαζάκια του Μοναστηρίου, με τα κινέζικα αγαλματάκια των δύο ευρώ. Ο Κ προσπαθούσε να μας τραβήξει το ενδιαφέρον με τα ανάγλυφα των Αέρηδων και τις όμορφες –και άγνωστες- γωνιές, αλλά η κοσμοσυρροή των εφήμερων sapiens, χαλούσε το τοπίο.

Πάρα πολλοί άνθρωποι, πάρα πολλοί άνθρωποι, σαν τις κατσαρίδες.

Μόνο σαν επιστρέψαμε στη fata morgana του διαμερίσματος του μπορέσαμε να ανασάνουμε ξανά χωρίς να νιώθουμε ότι το οξυγόνο δεν επαρκεί για όλους.

Το άλλο πρωί επιχειρήσαμε κάτι πολύ πιο δύσκολο: Να πάμε με το μετρό στο comicon-shop, στο κέντρο της νέας Αθήνας.

Στο Γκάζι μας ενημέρωσαν ότι οι σταθμοί του Συντάγματος και του Πανεπιστημίου ήταν κλειστοί, εξαιτίας της πορείας των δημοτικών υπαλλήλων. Κάπως έτσι ξεκινάνε οι καθεστωτικές εφημερίδες τα «παραλύει το κέντρο της πόλης» και τα «απίστευτη ταλαιπωρία εξαιτίας των διαδηλώσεων», άσε το κακό που κάνουνε αυτοί οι απαίσιοι διαδηλωτές στην εικόνα της ειδυλλιακής χώρας μας στο εξωτερικό.

Θα πηγαίναμε στη Σόλωνος από την Ομόνοια, όπως κάναμε όταν δεν υπήρχε μετρό -ζούσανε άνθρωποι και τότε στην Αθήνα.

Ο μικρός Τηλέμαχος, που έμπαινε πρώτη του φορά στο μετρό, ενθουσιάστηκε. Πρώτα με τις ατελείωτες κυλιόμενες σκάλες. Μετά με το ίδιο το τρένο.

Όταν άρχισε να προχωράει ξεκίνησε να φωνάζει:

«Μ’ αρέσει πολύ το μετρό. Πάει πολύ γρήγορα. Μ’ αρέσει το μετρό!»

Οι συνεπιβάτες μας κοιτούσαν με τα βαριεστημένα μάτια τους.

Ο Τηλέμαχος ήταν ο μόνος άνθρωπος που χαιρόταν να βρίσκεται εκεί μέσα. «Εύρον πρασίνην πέτραν ωραιοτάτην».

image005(47)Όλοι οι άλλοι ήταν –ήμασταν- απλώς επιβάτες, περιμένοντας πότε θα φτάσουμε, χωρίς να απολαμβάνουμε το ταξίδι, αυτό το δίλεπτο ταξίδι.

Μόνο ένα παιδί μπορεί να χαρεί την κάθε στιγμή της ζωής του, γιατί έχει κάτι που εμείς χάσαμε ταξιδεύοντας και ζώντας: Το θαυμασμό.

Πόσοι συνεχίζουν να είναι Ζορμπάδες, να είναι παιδιά, μετά τα τριάντα τους –και πολλά λέω- χρόνια;

Εν οίδα. Ότι (όλο τον κόσμο γύρισα και) ουδέν είδα.

Και το χριστιανικό δίδαγμα της ιστορίας:

Όταν ρώτησαν οι μαθητές του Ιησού ποιος θα είναι ο σημαντικότερος στη Βασιλεία των Ουρανών, εκείνος απάντησε:

«Αλήθεια σας λέω, αν δεν αλλάξετε και δεν γίνετε σαν τα παιδιά, δεν θα εισέλθετε στη Βασιλεία των Ουρανών.»

Καθώς φεύγαμε από την Αθήνα, κατευθυνόμενοι προς Δαφνί και μετά προς πέρα, προς το νησί του Πέλοπα, βάλαμε να παίζει η Λιλιπούπολη.

«Λαέ της Λιλιπούπολης, άλλαξε πια παντιέρα…»Lilipoupoli0a