Το δίλημμα της ηγεσίας στο Γκέτο


Polen, Ghetto Warschau,Straßenszene

του Θανάση Γκότοβου*

Όσοι θέλουν να κατανοήσουν τη στάση και τη δράση της κυβερνώσας πολιτικής ελίτ στην Ελλάδα, από το 2010 μέχρι σήμερα, θα πρέπει να μελετήσουν προσεκτικά το πολύκροτο βιβλίο του Gustavo Corni Hitlers Ghettos. Όχι επειδή το σημερινό καθεστώς στην Ελλάδα έχει κοινά στοιχεία με τον εθνικοσοσιαλιστικό παράδεισο, αλλά επειδή η δομή του διλήμματος που αντιμετωπίζει εδώ και τρία χρόνια η δική μας ελίτ είναι παρόμοια με τη φύση του διλήμματος των ηγεσιών των εβραϊκών Γκέτο της ανατολικής Ευρώπης. Τα γκέτο αυτά ήταν κοινωνίες Εβραίων, χωρισμένες με εντολή των Ναζί από το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα στις κατεχόμενες χώρες. Λειτούργησαν, κυρίως, ως χώροι προσωρινής διαβίωσης των Εβραίων της Ευρώπης, ως προθάλαμοι για τους κανονικούς θαλάμους αερίων. Όμως οι διορισμένες από τους Γερμανούς ηγεσίες τους (στις οποίες περιλαμβάνονταν ικανό ποσοστό των προηγούμενων ηγεσιών των εβραϊκών κοινοτήτων, πριν από την κατοχή) διέθεταν ένα είδος «αυτοδιοίκησης», δηλαδή αρμοδιότητες να καθορίζουν οικονομικές και άλλες δραστηριότητες στο Γκέτο, να συντάσσουν τους καταλόγους των προσώπων που έπρεπε κάθε φορά να «εκκενώνονται» είτε για τα στρατόπεδα εργασίας, είτε για τα στρατόπεδα θανάτου, να τηρούν το νόμο και την τάξη με τη δική τους, εβραϊκή, αστυνομία κ.ο.κ.

Η «αυτοδιοίκηση» αυτή όφειλε να αναγνωρίζει και να σέβεται μέχρι κεραίας το εξωτερικό πλαίσιο, αυτό που είχαν επιβάλει οι Ναζί, με άλλα λόγια όφειλε να λειτουργεί υπέρ της ακώλυτης εφαρμογής της γερμανικής πολιτικής για τους Εβραίους της Ευρώπης.

Έτσι, προς το εσωτερικό του Γκέτο οι ηγεσίες του ήταν απολύτως αυταρχικές, σχεδόν δικτατορικές, με αρμοδιότητες που δεν θα τις είχαν ποτέ, αν δεν τους τις είχαν δώσει οι δημιουργοί του εξωτερικού πλαισίου: ο Χίτλερ, ο Χίμλερ και ο Χάϊντριχ.

Είχαν εξουσία, όχι μόνον επιβολής οικονομικών και άλλων μέτρων στα μέλη του Γκέτο, αλλά στην κυριολεξία εξουσία ζωής και θανάτου απέναντί τους. Κατά διαστήματα η ένταση μέσα στα Γκέτο ήταν τέτοια, που οι εβραϊκές ομάδες αντίστασης σε αυτή την εξουσία, οι μυστικοί επαναστατικοί πυρήνες μέσα στα Γκέτο που προπαγάνδιζαν τη ρήξη με το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς αλλά και με την ηγεσία του Γκέτο, σχεδίασαν και πραγματοποίησαν «εκκαθαρίσεις» μελών της ηγεσίας.

Προς τα έξω, στη σχέση τους με το ναζιστικό καθεστώς, οι ηγεσίες ήταν κατά κανόνα απολύτως ανίσχυρες, εφεκτικές και προσαρμοστικές. Τα περιθώρια αντιρρήσεων ήταν μηδενικά και οι Ναζί τα είχαν επιβεβαιώσει πολλές φορές όχι μόνο με την απειλή χρήσης ολοκληρωτικής βίας, αλλά με τη χρήση βίας, την καταστολή, τη βίαιη εκκένωση των Γκέτο και την καταστροφή των μελών του.

Το δίλημμα των ηγεσιών αυτών ήταν φοβερό. Αν αντιστέκονταν στο εξωτερικό πλαίσιο και δεν εφάρμοζαν τις εντολές των Γερμανών, περίμενε τους ίδιους και τους ομοεθνείς τους η ακαριαία καταστροφή. Αν υπάκουαν πειθήνια στα κελεύσματα του Χίμλερ και των οργάνων του, όπως έκαναν οι περισσότερες, απλά θα βοηθούσαν σε μια ομαλή και χωρίς πολλές διαμαρτυρίες και αναταράξεις εξόντωση του πληθυσμού των Γκέτο, δηλαδή του λαού τους, διευκολύνοντας τη λειτουργία της μηχανής του θανάτου που είχε ήδη στήσει το καθεστώς και την καμουφλάριζε επιμελημένα με την προπαγάνδα του, για την διάδοση της οποίας όμως όφειλε να συμβάλει και η ηγεσία των Γκέτο.

Πραγματική λύση στο δίλημμα αυτό δεν υπήρχε. Ούτε μπορούσε μια εσωτερική επανάσταση και ανατροπή της ηγεσίας σε ένα Γκέτο να αλλάξει κάτι στο εξωτερικό περίβλημα, ούτε πάλι η εμφατικά πιστή προσαρμογή στο πρόγραμμα των Γερμανών θα άλλαζε το σχέδιο εξόντωσης.

Πολλές εβραϊκές ηγεσίες κατηγορήθηκαν μετά τον πόλεμο για τον τρόπο που επέλεξαν να λύσουν το δίλημμα αυτό και που ήταν ένας συνδυασμός τριών παραμέτρων: υποταγή απέναντι στο εξωτερικό πλαίσιο, δηλαδή στον Χίμλερ, δικτατορία μέσα στο Γκέτο και, τρίτον, αγορά χρόνου για την απομάκρυνση της ολοκληρωτικής καταστροφής των Εβραίων μέσω της υπαγωγής μεγάλου μέρους του πληθυσμού του Γκέτο σε υπηρεσίες απαραίτητες για τη διεξαγωγή του πολέμου, όπως τα στρατόπεδα εργασίας. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, όσο ο Φύρερ χρειάζεται τους Εβραίους εργάτες για να διεξάγει πόλεμο, ο Χίμλερ δεν μπορεί να στείλει όλους τους Εβραίους στο Άουσβιτς, στο Κούλμχοφ, στο Μπέλζετς, στο Μαϊντάνεκ, στο Σομπίμπορ και στην Τρεμπλίνκα για να τους αφανίσει. Μπορεί να είναι σκληρός και απάνθρωπος, πίστευαν, ηλίθιος όμως δεν είναι.

Η λογική αυτή τελικά δεν λειτούργησε. Ήταν, πάντως, η μόνη που θα μπορούσε ίσως να είχε λειτουργήσει, αν ο πόλεμος δεν είχε κρατήσει τόσο πολύ.

Ποιος μπορεί να πει πόσο θα κρατήσει ο οικονομικός πόλεμος – δεν είναι δική μου έκφραση, αλλά του Προέδρου της ελληνικής Δημοκρατίας – στον οποίο έχει εμπλακεί η Ελλάδα από το 2009 και μετά; Πόσοι Έλληνες θα θυσιαστούν οικονομικά και πόσοι θα υπαχθούν στην κατηγορία της «εκκένωσης» (μετανάστευσης) μέχρι τη λήξη των εχθροπραξιών; Ούτε εδώ είναι εύκολη η απάντηση.

Από ό,τι φαίνεται η κρίση δεν θα τελειώσει ούτε γρήγορα, ούτε εύκολα. Και όπως στα Γκέτο ο κόσμος δεν ήθελε να πιστέψει ότι λίγες εκατοντάδες χιλιόμετρα πιο πέρα οι «εκκενωθέντες» οδηγούνται στους θαλάμους αερίων, παρότι και πληροφορίες υπήρχαν και τεκμήρια, έτσι και σήμερα δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι ο κοινωνικός ιστός της Ελλάδας καταστρέφεται μπροστά μας, επειδή οι «αγορές» έχουν άποψη και σχέδιο και διότι η Ευρώπη ως ενιαία πολιτική υπόσταση δεν υφίσταται. Ενώ αυτό που υφίσταται ως Ευρώπη είναι μια αντανάκλαση της λογικής των παγκόσμιων «αγορών».

Και δεν θέλουμε να το πιστέψουμε, επίσης, για έναν άλλο λόγο: επειδή οι λύσεις που υπόσχονται όσοι βλέπουν με μεγαλύτερη διορατικότητα τα πράγματα -αυτό, τουλάχιστον, πρέπει να τους το αναγνωρίσουμε- είναι λύσεις που δεν μπορεί να «χωνέψει» το εξωτερικό πλαίσιο. Σε κανένα εβραϊκό γκέτο δεν έγινε αλλαγή ηγεσίας τέτοια που να αναγκάσει τους Γερμανούς σε παραχωρήσεις ή αλλαγή του σχεδίου. Έγιναν όμως εξεγέρσεις, όπως στη Βαρσοβία, στο Βίλνιους, στο Μπιάλιστοκ. Όπου έγιναν, απέτυχαν όλες. Αλλά έδειξαν κάτι και κάτι άφησαν πίσω στο επίπεδο της συλλογικής συνείδησης του εβραϊκού έθνους.

Μα, θα μου πείτε, αυτοί που ασκούν την πίεση στην Ελλάδα σήμερα δεν είναι οι Γερμανοί του πολέμου. Είναι πολιτισμένοι άνθρωποι, δημοκράτες, οπαδοί ενός συστημικού ορθολογισμού. Δεν μισούν τους Νότιους, απλώς θέλουν να βελτιώσουν την οικονομία και την κοινωνία τους.

Θα συμφωνήσω. Προσθέτοντας, βεβαίως, ότι για αυτό είναι ακόμη πιο δύσκολοι αντίπαλοι. Διότι τους Γερμανούς εκείνης της εποχής μπορούσες να τους πολεμήσεις σε συνεργασία και συμμαχία με άλλους. Τις αχαλίνωτες πλέον παγκόσμιες «αγορές» ποιος και πώς θα τις πολεμήσει; Ποιος και πώς θα τους περάσει καπίστρι;

Η Ελλάδα, θα μου απαντήσετε. Ο μικρός Δαυίδ ή ο Οδυσσέας της εποχής. Ίσως. Αλλά αν για τον Γολιάθ ο Δαυίδ και οι δικοί του είχαν κάποια αξία, δεν είναι άστοχο να θυμίσω ότι για τις «αγορές» είναι παντελώς αδιάφορο αν υπάρχουν Έλληνες, πού κατοικούν ή τι ορίζουν. Δεν πάσχουν από έλλειψη πολιτιστικών προτύπων, ώστε να περιμένουν από μας να τα αποκτήσουν. Ούτε είναι οπαδοί του πολυπολιτισμού που θα δικαιολογούσε καταχρηστικά το δικαίωμα ύπαρξης μιας διακριτής πολιτισμικής συλλογικότητας. Έχουν άλλες προτεραιότητες, δυστυχώς.

Έτσι το βάρος του διλήμματος για την ηγεσία της Ελλάδας σήμερα είναι εξίσου δυσβάστακτο. Η μόνη απορία που έχω είναι γιατί εμφανίζονται τόσοι πολλοί που επιθυμούν οπωσδήποτε να το σηκώσουν. Φιλοπατρία;

*O Θανάσης Γκότοβος είναι καθηγητης Παιδαγωγικής του Πανεπιστημιου Ιωαννίνων.

Πηγή. http://www.aixmi.gr/index.php/dilhmmahgesiasgeto/

Τώρα που ανεβήκαμε εμείς στα δέντρα και τρώμε βελανίδια!


(Της Μαρίνας Δημητρέλη)

Την ίδια στιγμή που η παιδεία στην Ελλάδα, κατεβαίνει ένα-ένα τα σκαλιά της σοβαρότητας, στον παγκόσμιο χάρτη συμβαίνουν πολύ ενδιαφέρουσες αλλαγές στον τομέα της γνώσης.

Μια από τις εκπληκτικές καινοτομίες  της παγκοσμιοποίησης και της ψηφιακής μας εποχής, είναι η δωρεάν πρόσβαση στη γνώση.

Δεν μιλάμε για την πληθώρα παραπληροφόρησης που πλημμυρίζει καθημερινά τα social media και το διαδίκτυο γενικά, αλλά για κάτι πραγματικά πρωτοποριακό.

Μεγάλα πανεπιστήμια του κόσμου ανοίγουν τις διαδικτυακές τους πόρτες, χωρίς να χρειάζεται καν να πληρώσεις χρηματικό αντίτιμο κατά την είσοδο.

Το coursera.org είναι μια προσφάτως ιδρυθείσα εκπαιδευτική εταιρεία αφιλοκερδούς χαρακτήρα, η οποία παρέχει δωρεάν μαθήματα ακαδημαϊκού επιπέδου εξ αποστάσεως, μέσω της ιστοσελίδας του.

Η γλώσσα των μαθημάτων είναι κυρίως τα αγγλικά, ενώ  προσφάτως προστέθηκαν και άλλες γλώσσες όπως τα γαλλικά, τα κινέζικα και τα ιταλικά.

Αυτή τη στιγμή 2,7 εκατομμύρια άνθρωποι απολαμβάνουν την πρόσβαση στη δωρεάν γνώση, μέσω αυτής και μόνο της ιστοσελίδας.

Από την ίδρυση της εταιρείας τον Φεβρουάριο του 2012 μέχρι σήμερα, τα πανεπιστήμια που συμμετέχουν στο πρόγραμμα  αυξάνονται διαρκώς.

Συμμετέχουν 62 εκπαιδευτικά ιδρύματα από όλο τον κόσμο, ανάμεσά τους μερικά από τα μεγαλύτερα και πιο αναγνωρισμένα, όπως το Princeton και το Columbia.

Τα μαθήματα έχουν βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα, διαρκούν 6-10 εβδομάδες και μετά την επιτυχή τους παρακολούθηση, ο σπουδαστής λαμβάνει με ταχυδρομείο ένα πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από τον καθηγητή του, ότι παρακολούθησε επιτυχώς το πρόγραμμα.

Εκτός από το coursera.org υπάρχουν αρκετές παρόμοιες ιστοσελίδες, μεταξύ των οποίων και η ιστοσελίδα δωρεάν μαθημάτων που παρέχει το ΜΙΤ.

Βρίσκω εκπληκτικό αυτό το άνοιγμα στη γνώση, για όποιον έχει όρεξη και μεράκι να μαθαίνει καινούργια πράγματα ή να εμβαθύνει σε αντικείμενα που του αρέσουν.

Ποτέ άλλοτε η πρόσβαση στη γνώση δεν ήταν τόσο ελεύθερη, ωστόσο εμείς εδώ ακόμα παλεύουμε με τα θηρία της ελληνικής παιδείας.

 

Επί είκοσι συναπτά έτη παρακολουθώ τα υπουργεία και τους σοφούς τους να αναζητούν πιο αποτελεσματικούς τρόπους εισαγωγής στα πανεπιστήμια, ενώ την ίδια στιγμή η παιδεία στις προηγμένες χώρες έχει ξεπεράσει προ πολλού τέτοιους προβληματισμούς και προχωρά σε επόμενα επίπεδα.

Την πραγματική εφαρμογή αυτού που ονομάζουμε δια βίου μάθηση.

Φαίνεται πως τα βελανίδια που τρώγανε οι βάρβαροι, κάνουν καλό.

Ενώ εδώ που άνθισαν οι τέχνες και η φιλοσοφία, δώσαμε μια μεγαλόπρεπη μούντζα και στα δυο και μας έμεινε απλώς η περηφάνια για τα ένδοξα χρόνια, τα μεγάλα.

Σήμερα που χάνουμε διαρκώς έδαφος στον παγκόσμιο χάρτη της σοβαρότητας, σήμερα που φοβόμαστε πως έχουμε γίνει τα θύματα μιας παγκόσμιας οικονομικής συνομωσίας, τώρα που ο κόσμος καταρρέει κάτω από τα πόδια μας και μένουμε αποσβολωμένοι να κοιτάμε τις εξελίξεις, αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή να ανοίξουμε τους ορίζοντές μας στη γνώση.

Στις δύσκολες στιγμές της ιστορίας μας έχει αποδειχτεί πως η γνώση ήταν το κλειδί για την πρόοδό μας.

Αυτή τη στιγμή οι πηγές και οι ευκαιρίες για μάθηση είναι ανεξάντλητες και τίποτα απολύτως δεν μας εμποδίζει να ανοίξουμε τις πόρτες του μυαλού μας.

Αρκεί μια σύνδεση στο ίντερνετ και διάθεση να αξιοποιήσουμε το χρόνο μας λίγο πιο εποικοδομητικά.

Το βρίσκω λίγο δύσκολο είναι η αλήθεια, δεδομένου πως πολλοί έχουμε πολύ σοβαρότερα πράγματα να κάνουμε ,όπως το να παρακολουθήσουμε μια βραδιά απίστευτου γέλωτος καθισμένοι στον καναπέ μας, χειροκροτώντας τις αρλούμπες του Λαζόπουλου ή τους λαϊκισμούς του Ευαγγελάτου ή ακόμα χειρότερα, τρις χειρότερα θα έλεγα, τις περιπέτειες μιας κυρίας ονόματι Φατμαγκιούλ ή κάτι τέτοιο.

Εντάξει, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, μη μου παραπονιέστε μετά όμως για το επίπεδό μας.

Κι όταν θα έρθει η ώρα να ξαναψηφίσουμε, κανονίστε να μου διαλέξετε ακόμα μια φορά τον Άδωνι.

Μπορούμε να τρώμε εμείς τα βελανίδια, γιατί δεν ξέρω αν τα μάθατε, οι «άλλοι» που κατέβηκαν πια από τα δέντρα, τρώνε παντεσπάνι.

Για το μυαλό.

Πηγή, http://www.eyedoll.gr

Κοίταζε τη χούφτα της!


Φωτογραφία: Κοντά στην Ομόνοια.

Με πλησίασε μια γυναίκα λίγο πριν τα σκαλάκια της εξόδου του μετρό. Τελευταία, διάφοροι άνθρωποι ζητάνε χρήματα όχι καθισμένοι όπως παλιά στην άκρη κάποιου πεζοδρομίου, αλλά κατεβαίνοντας στα εκδοτήρια των σταθμών του μετρό. Στέκονται δίπλα σου καθώς εσύ βάζεις τα κέρματα στο μηχάνημα. Έτσι, γρήγορα σκέφτεσαι ότι αυτό το εξωπραγματικό για την τσέπη σου 1,40, θα έπιανε περισσότερο τόπο αν αντί για εισιτήριο, γινόταν κουλούρι, καφές, τσιγάρο ή οτιδήποτε άλλο χρειάζεται ή θέλει αυτός ο άνθρωπος. Η γυναίκα λοιπόν με πλησίασε, άρχισα να σκέφτομαι αν και πόσα ψιλά έχω, αν και πόσα θέλω να δώσω. Η γυναίκα όμως μόλις έφτασε μπροστά μου ζήτησε απλά αν έχω ένα εισιτήριο για να πάει σπίτι της. Τα ρούχα της έμοιαζαν με κουρέλια, το πρόσωπό της ήταν σε άσχημη κατάσταση και οι λέξεις της αν και κανονικά τοποθετημένες αντηχούσαν μόνο τη γενικευμένη απόγνωση. Θέλω ένα εισιτήριο να πάω στο Περιστέρι, σπίτι μου.

Βγαίνοντας απ’ το μετρό πέτυχα ένα φίλο που είχα να δω καιρό. Στο τέταρτο που κουβεντιάσαμε, μου ανέλυσε τα σχέδια του για τη χρονιά που έρχεται. Τις χρονιές τις υπολογίζουμε ακόμη, όπως όταν πηγαίναμε σχολείο, από Σεπτέμβριο. Το περίπλοκο και με απειράριθμα αν σχέδιό του, μπορεί να συνοψιστεί στη λέξη επιβίωση. Ακούγονταν ποσά της τάξης των 200 και 300 ευρώ. Ακούγονταν φράσεις του στιλ μπορώ να ζήσω με τόσα. Μου αρκεί μια σαλάτα, δεν θα πολυβγαίνω και τέτοια. Δεν είχε απελπισία ο λόγος του φίλου, μόνο σκληρό ρεαλισμό και ίσως μια ελαφριά αίσθηση παραίτησης. Παραίτησης όχι απ’ τη ζωή, όσο απ’ τον άνισο και ανυπόφορο αγώνα με τα τέρατα της εποχής της λιτότητας και των ατελείωτων μέτρων. Θα ζήσουμε ναι, αλλά κουραστήκαμε πια να κυνηγάμε, να τρέχουμε σ’ ένα στάδιο χωρίς γραμμή τερματισμού, να τρέχουμε σ’ ένα αγώνα που είναι ταυτόχρονα σπριντ και μαραθώνιος και μετ’ εμποδίων. Κάπου θες απλά να σταθείς, να πιεις ένα δροσερό ποτήρι νερό και να ηρεμήσεις για πέντε λεπτά. Φέτος ο φίλος επέλεξε να είναι το δικό του πεντάλεπτο.

Λίγα λεπτά αργότερα σταματώντας με το αυτοκίνητο σε ένα φανάρι, βλέπω μια άλλη γυναίκα. Μοιάζει με την πρώτη του μετρό. Ρούχα βρώμικα, μαλλιά μπλεγμένα, πρόσωπο που φωνάζει όλα τα πιθανά είδη της απόγνωσης. Από τα πέντε μέτρα απόσταση μας μιλάει: «Πεινάω. Μήπως μπορείτε να μου δώσετε κάτι να φάω». Κοιτάζω το φανάρι, αλλά το κορίτσι ανοίγει την τσάντα της και δίνει ότι ψιλό είχε. Ας πούμε ότι ήταν δυομιση ευρώ. Τα δίνω στη γυναίκα, έκπληκτη κοιτάζει τη χούφτα της, μονολογεί «αυτά είναι πολλά λεφτά», ανάβει το φανάρι, συνεχίζει να κοιτάει τη χούφτα της, φεύγουμε.

Λέμε και ξαναλέμε για τη φτώχεια. Λέμε ότι δε μας φοβίζει. Μιλάμε για αλληλεγγύη, για κεράσματα, οι γονείς βοηθάνε, τα παιδιά βοηθάνε, οι φίλοι αλληλοβοηθιούνται. Μιλάμε για εγχειρήματα, συλλογικές κουζίνες και ένα σωρό ωραίες ιδέες.

Αλλά η φτώχεια μας κυκλώνει, δεν είναι εύκολος αντίπαλος, γονατίζει ανθρώπους, γονατίζει περαστικούς και φίλους, τους κλέβει χρόνια, τους αποκλείει απ’ την ίδια τους τη φαντασία και τη δημιουργικότητα. Η φτώχεια δεν είναι παλιά ελληνική ταινία, δεν έχει μόνο αυτοσαρκασμό και πλάκα και ωραίες ατάκες. Έχει κόσμο που παλεύει να ζήσει με 200 ευρώ και αυτό θα είναι το αισιόδοξο σενάριο. Έχει κόσμο που λέει πεινάω και θέλω να πάω σπίτι μου και κόσμο που ψάχνει το σπίτι του και δεν το βρίσκει πουθενά.

Μας βομβαρδίζουν με success stories και ανταγωνιστικότητα και τη θέση της χώρας που σταθεροποιείται στην Ευρώπη. Μιλάνε τη γλώσσα των αρπακτικών σε prime time, παρέχουν προκαταβολικά ασυλία στους ακριβούς εαυτούς τους, κουνάνε το δάκτυλο, μεταρρυθμίζουν χαλαρά, ασκούνται στον κυνισμό επαναλαμβάνοντας μονότονα «11.000 απολύσεις». Εμείς που δεν ζούμε στην τηλεόραση ή στο εικονικό κόσμο των υπουργικών γραφείων, κάθε μέρα, κάθε ώρα, περπατάμε μετρώντας τους πεσμένους, τους βουβούς επιβάτες των μέσων μεταφοράς, τους ανθρώπους που κουράστηκαν, τους ανθρώπους που δεν αντέχουν άλλο. Μετράμε τους ανθρώπους που δεν ανήκουν πια σ’ αυτή την εποχή.

Πηγή, http://tovytio.wordpress.com/

Γιατί ο Μεταξάς ΗΤΑΝ φασίστας!


Ο Μεταξάς εν μέσω υποτακτικών του
Στα πρώτα χρόνια της «μεταπολίτευσης» το αστικό πολιτικό σύστημα που διαδέχθηκε τη χούντα είχε μερικές «κόκκινες γραμμές», τις οποίες και σεβόταν υποδειγματικά. Οι πνευματικές ελίτ του συστήματος καταδίκαζαν μετά βδελυγμίας κάθε «εκτροπή» (δικός τους όρος) του αστικού συστήματος στο παρελθόν προς καταστάσεις δικτατορικές ή φασιστικές. Ας μην ξεχνάμε ότι η νομιμοποιητική και εξωραϊστική βάση του νέου συστήματος ήταν η αντιδικτατορική αντίσταση των αστικών δυνάμεων έστω και αν αυτή συνοψιζόταν στην έκρηξη βομβών ικανών να προκαλέσουν την επέμβαση των Ευρωπαίων κηδεμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης, αποφεύγοντας την «εκτροπή» της λαϊκής εξέγερσης. Σε αυτό το πλαίσιο οι ίδιες αυτές ελίτ δεν παρέλειπαν κάθε Αύγουστο να καταδικάζουν το καθεστώς της «4ης Αυγούστου», τη δικτατορία δηλαδή του Μεταξά – για ειδικούς λόγους (ο Μεταξάς πέθανε το 1941, ο Γεώργιος επέστρεψε στη χώρα το 1946 για να τη σώσει από τον κομμουνισμό…) ξεχνούσαν τον Γεώργιο Β’ Γλύξμπουργκ, καθόλα συνεταίρο του Μεταξά στη δικτατορία.

Αυτά γίνονταν τον παλιό καιρό, όταν η «μεταπολίτευση» ήταν στις δόξες της. Σήμερα πυκνώνουν οι προερχόμενες από την ίδια αστική ελίτ απόψεις περί του αγαθοεργούς ρόλου του Ιωάννη Μεταξά. Μαντεύει κανείς ότι σε λίγο θα γίνει και πρότυπο ο δικτάτορας. Εξωραΐζονται σήμερα γύρω μας οι φυλακίσεις, οι εκτοπίσεις, οι διωγμοί αθώων, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι «προληπτικές συλλήψεις», οι επιθέσεις σε απεργούς, η καταστολή… στο Μεταξά θα κολλήσουμε τώρα! Σε αυτό το κλίμα στην πολύ γνωστή ιστοσελίδα του Protagon.gr δημοσιεύθηκε, στις 7 Αυγούστου, «επετειακό» σημείωμα του Γιώργου Λυκοκάπη με ενδεικτικό τίτλο «Γιατί ο Μεταξάς δεν ήταν φασίστας».

 

Δεν ήταν γιατί το λέει ο Πάξτον! Η επιστράτευση ενός διάσημου ιστορικού – γνωστή τακτική αυτή – προσδίδει επιστημονικό κύρος σε όποιο ρηχό και ασήμαντο σημείωμα ή άρθρο! Ο Πάξτον λοιπόν φέρεται να λέει (λέει πολλά ο Πάξτον, αυτό το λίγο όμως άρεσε στον σημειογράφο μας…) ότι για να έχουμε φασισμό πρέπει να έχουμε «μαζικό ριζοσπαστικό κόμμα», δηλαδή φασιστικό κίνημα… «Ο Μουσολίνι είχε τους Μελανοχίτωνές του, ο Χίτλερ τα Τάγματα εφόδου», λέει – εννοεί τα παραστρατιωτικά σώματα που είχε το φασιστικό και το ναζιστικό κόμμα στην Ιταλία και τη Γερμανία αντίστοιχα. Ο Μεταξάς, διαπιστώνει, δεν είχε τέτοια, άρα δεν ήταν φασίστας! Παρεμπιπτόντως, ο σημειογράφος δε χάνει την ευκαιρία να ψέξει τη μαρξιστική αριστερά που στην περίπτωση αυτή (όπως παντού και πάντα – υπονοεί) δεν κατάλαβε τίποτα! Δεν κατάλαβε δηλαδή ότι τα φασιστικο-ναζιστικά κόμματα έχουν «ισχυρή λαϊκή στήριξη». Θα μπορούσε να σημειώσει κανείς ότι η «ισχυρή λαϊκή στήριξη» δε βοήθησε τον Χίτλερ να κερδίσει εκλογές στις οποίες κανόνισε να κατέβει μόνος του απαγορεύοντας καθετί που βρισκόταν αριστερά της δεξιάς. Θα βοηθούσε εξαιρετικά τον όποιο σημειογράφο να ρίξει μια ματιά στα κείμενα της «μαρξιστικής αριστεράς» που μελετά το φασισμό από τη δεκαετία του 1930 – χωρίς να περιμένει τον Πάξτον!

Αξιωματούχοι της ΕΟΝ σε παρέλαση. (ΕΟΝ: Εθνική Οργάνωση Νεολαίας – η οποία ιδρύθηκε, στελεχώθηκε και οργανώθηκε στη βάση των πιο σκληρών φασιστικών νεολαιίστικων οργανώσεων)

Εκτός από τον Πάξτον, που φέρεται να βεβαιώνει ότι ο Μεταξάς δεν ήταν φασίστας, έχουμε και τις ίδιες τις αρετές του δικτάτορα που, κατά τον σημειογράφο, οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα. Ο Μεταξάς δεν συμμερίστηκε τον «ακραίο εθνικισμό» των Μουσολίνι και Χίτλερ, δεν είχε σχέση με «στρατιωτικούς τυχοδιωκτισμούς», δεν ήταν ρατσιστής και αγαπούσε ακόμα και τους Εβραίους!!! Επιπλέον, δεν ήταν χαρισματικός (εννοεί όπως ο Μιχαλολιάκος; Αυτό ομολογώ δεν το κατάλαβα!). Είχε δε συνεργάτες όπως ο Κορυζής ή ο Σεφέρης (κατώτερος διπλωματικός υπάλληλος ήταν τότε) – για εύλογους λόγους παραλείπεται ο Μανιαδάκης και άλλοι θαυμάσιοι. Τέλος, φέρεται να έφερε κάποια τάξη στη χώρα: «Συχνά μιλάμε για τον Μεταξά θεωρώντας ότι πριν είχαμε έναν δημοκρατικό παράδεισο»! Αρα…

Θα μπορούσαμε να μείνουμε στην εύθυμη πλευρά του σημειώματος η οποία κορυφώνεται από την υπολανθάνουσα παραίνεση του αρθρογράφου στη σημερινή ακροδεξιά να πάρει παράδειγμα από τον Μεταξά και όχι από τον Μιχαλολιάκο. Τα αναγραφόμενα όμως και το ψάρεμα σε θολά νερά που υποκρύπτουν υποχρεώνουν σε κάποιες απαντήσεις.

Πρώτον: Ο Μεταξάς ήταν φασίστας. Το πρόβλημά του ήταν ότι στη χώρα που κυβερνούσε δεν ήταν δυνατό να εγκατασταθεί ένα «κλασικό» φασιστικό καθεστώς. Η Ελλάδα βρισκόταν κάτω από τη βρετανική γεωπολιτική κυριαρχία και στο Λονδίνο δε θα ήθελαν να μοιάζει με το μουσολινικό και το χιτλερικό καθεστώς κανένας από τους προστατευόμενους από τη Βρετανία τοπικούς ηγετίσκους. Ο πόλεμος πλησίαζε και δεν υπήρχε καιρός για παρεξηγήσεις. Για το λόγο αυτό ολόκληρα τμήματα της ελληνικής πολιτικής – μεταξύ τους η εξωτερική πολιτική και ο στρατός – ανατέθηκαν απευθείας στο Παλάτι, στον Γεώργιο τον Β’ δηλαδή.

Δεύτερον: Ο Μεταξάς δε συμβιβάστηκε ποτέ με την ιστορική συγκυρία που τον εμπόδιζε να εγκαταστήσει κλασικό φασιστικό καθεστώς στη χώρα του. Διέλυσε τις προηγούμενες ελληνικές φασιστικές οργανώσεις (μεταξύ τους την «Τρία Εψιλον» και τα αιματοβαμμένα τάγματα εφόδου της, τους «Χαλυβδόκρανους») μόνο και μόνο για να δημιουργήσει από την αρχή ένα μαζικό φασιστικό κίνημα που θα του επέτρεπε να έχει το πάνω χέρι στη «συγκυβέρνηση» με τον Γεώργιο Β’. Πρόκειται για την ΕΟΝ – την Εθνική Οργάνωση Νεολαίας – η οποία ιδρύθηκε, στελεχώθηκε και οργανώθηκε στη βάση των πιο σκληρών φασιστικών νεολαιίστικων οργανώσεων. Το «όραμά» της ήταν ο Τρίτος Ελληνικός Πολιτισμός (το Τρίτο Ράιχ σε ελληνική εκτέλεση) που θα ήταν χιλιόχρονος (όπως και το κατά τον Γκαίμπελς Ράιχ!). Οι στολές, η εκπαίδευση της ΕΟΝ ήταν παραστρατιωτικές και το πρόσχημα για την κατεπείγουσα δημιουργία της ήταν η ανάγκη προάσπισης του ελληνικού πολιτισμού απέναντι στην κομμουνιστική επιθετικότητα που μόλις είχε εκδηλωθεί στην Ισπανία (τον Ιούλη του 1936 έγινε το πραξικόπημα των εθνικιστών στρατηγών ενάντια στη δημοκρατική κυβέρνηση της Ισπανίας και ξεκίνησε ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος).

Τρίτον: Το σημείωμα του κ. Λυκοκάπη συνοδεύεται από μία φωτογραφία που μπορεί να δημιουργήσει παρεξηγήσεις. Ο Μεταξάς βρίσκεται ανάμεσα σε στελέχη του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου – πολιτικά, στρατιωτικά, παραστρατιωτικά – που όλοι τους χαιρετούν ναζιστικά. Προς Θεού δεν είναι αυτό που φαίνεται! Στον κατά τον κ. Λυκοκάπη Μεταξά «όποιος Ελληνας πιστεύει στον Χίτλερ (…) είναι κακόπιστος». Αρα αποκλείεται οι συνέλληνες του Μεταξά στην φωτογραφία να μιμούνται Γερμανούς ναζί. Μάλλον υψώνουν το χέρι για να κρύψουν τον ήλιο που τους εμποδίζει να ατενίσουν το χιλιόχρονο μέλλον του Τρίτου Ελληνικού Πολιτισμού…. Αμ πώς!!!

Του
Γιώργου Μαργαρίτη

Πηγή, http://www.rizospastis.gr