«Ονομάζομαι Ed Snowden»


«Γεια σας. 

Ονομάζομαι Ed Snowden. 

Λίγο περισσότερο από ένα μήνα πριν, είχα οικογένεια, ένα σπίτι στον παράδεισο και ζούσα με μεγάλη άνεση. 
Είχα επίσης τη δυνατότητα, χωρίς κανένα ένταλμα, να έχω πρόσβαση και να διαβάζω τις επικοινωνίες σας. Την επικοινωνία του καθενός ανά πάσα στιγμή. 
Μια εξουσία που μπορεί να αλλάζει τη μοίρα των ανθρώπων.

 
Πρόκειται για σοβαρή παραβίαση του νόμου. Οι Τροποποιήσεις 4 και 5 του Συντάγματος της χώρας μου, το άρθρο 12 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθώς και πολυάριθμα καταστατικά και συνθήκες απαγορεύουν τέτοια συστήματα μαζικής, διάχυτης επιτήρησης. Ενώ το Σύνταγμα των ΗΠΑ χαρακτηρίζει αυτά τα προγράμματα ως παράνομα, η κυβέρνησή μου υποστηρίζει ότι μυστικές δικαστικές αποφάσεις, που ο κόσμος δεν επιτρέπεται να δει, νομιμοποιούν με κάποιο τρόπο μια παράνομη πράξη. Οι αποφάσεις αυτές φθείρουν απλά την πιο βασική έννοια της δικαιοσύνης – την έννοια της διαφάνειας των πράξεων. Κάτι ανήθικο δεν μπορεί να γίνει ηθικό μέσω ενός μυστικού νόμου.
 
Πιστεύω στην αρχή που διακηρύχθηκε στη Νυρεμβέργη το 1945: «Τα άτομα έχουν διεθνείς υποχρεώσεις που υπερβαίνουν τις εθνικές υποχρεώσεις υπακοής. Ως εκ τούτου, οι πολίτες έχουν το καθήκον να παραβιάζουν εθνικούς νόμους προκειμένου να προληφθούν εγκλήματα κατά της ειρήνης και της ανθρωπότητας».
Κατά συνέπεια, από πλευράς μου έκανα ό,τι πίστευα σωστό και άρχισα μια εκστρατεία για να διορθωθεί αυτή η αδικία. Δεν επιδιώκω πλουτισμό για τον εαυτό μου. Δεν επεδίωξα να πουλήσω μυστικά των ΗΠΑ. Δεν συνεργάζομαι με οποιαδήποτε ξένη κυβέρνηση προκειμένου να εγγυηθεί την ασφάλειά μου. Αντ΄ αυτού, δημοσιοποίησα ό,τι ήξερα, έτσι ώστε ό,τι επηρεάζει όλους μας, να μπορεί να συζητηθεί από όλους μας στο φως της ημέρας, και ζήτησα δικαιοσύνη απ΄όλη την ανθρωπότητα.
Αυτή η ηθική απόφαση να μιλήσω δημόσια για την κατασκοπεία που επηρεάζει όλους μας είχε μεγάλο κόστος, αλλά ήταν το σωστό που έπρεπε να κάνω και δεν το μετανιώνω.
 
Από εκείνη τη στιγμή, η κυβέρνηση και οι υπηρεσίες πληροφοριών των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής έχουν προσπαθήσει να με κάνουν παράδειγμα – προειδοποίηση προς όλους τους άλλους που θα μπορούσαν να μιλήσουν όπως εγώ. Έχασα την ιθαγένειά μου και καταδιώκομαι για πράξη πολιτικής έκφρασης. Η Κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών με έχει τοποθετήσει στη λίστα απαγόρευσης πτήσεων. Ζήτησε από το Χονγκ Κονγκ την έκδοσή μου εκτός του νομικού πλαισίου της χώρας αυτής, παραβιάζοντας άμεσα την Αρχή της μη επαναπροώθησης – Νόμο των Ην. Εθνών.
 
Έχει απειλήσει με κυρώσεις τις χώρες που θα υψώσουν το ανάστημά τους για να υπερασπίσουν τα ανθρώπινα δικαιώματά μου και το σύστημα ασύλου του ΟΗΕ. Προχώρησε μάλιστα σε μια άνευ προηγουμένου ενέργεια να ζητήσει από στρατιωτικούς συμμάχους να προσγειώσουν το αεροπλάνο προέδρου της Λατινικής Αμερικής, προκειμένου να αναζητήσουν έναν πολιτικό πρόσφυγα. Αυτές οι επικίνδυνες κλιμακώσεις αντιπροσωπεύουν μια απειλή όχι μόνο για την αξιοπρέπεια της Λατινικής Αμερικής, αλλά και για τα βασικά δικαιώματα κάθε ατόμου, κάθε έθνους, να ζει ελεύθερο από διώξεις, αναζητώντας και λαμβάνοντας άσυλο.
 
Ωστόσο, και παρά αυτή την ιστορικά δυσανάλογη επιθετικότητα, χώρες σε όλο τον κόσμο προσέφεραν υποστήριξη και άσυλο. Αυτά τα έθνη, η Ρωσία, η Βενεζουέλα, η Βολιβία, η Νικαράγουα και το Εκουαδόρ, έχουν την ευγνωμοσύνη μου και αξίζουν το σεβασμό να είναι τα πρώτα που όρθωσαν το ανάστημά τους ενάντια στις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που πραγματοποιούνται από τους ισχυρούς και όχι τους αδύναμους. Με την άρνησή τους να παραβιάσουν τις αρχές τους μπροστά στον εκφοβισμό, έχουν κερδίσει το σεβασμό του κόσμου. Είναι πρόθεσή μου να ταξιδέψω σε κάθε μία από αυτές τις χώρες για να αποδώσω τις προσωπικές μου ευχαριστίες στους ανθρώπους και τους ηγέτες τους.
 
Ανακοινώνω σήμερα την επίσημη αποδοχή εκ μέρους μου όλων των προσφορών στήριξης ή ασύλου που έχουν δοθεί και κάθε άλλη που μπορεί να προσφερθεί στο μέλλον. Με τη χορήγηση ασύλου, για παράδειγμα, από τον Πρόεδρο της Βενεζουέλας Maduro, η κατάσταση ασυλίας μου είναι τώρα επίσημη και κανένα κράτος δεν έχει νομική βάση να περιορίσει ή να παρεμποδίσει το δικαίωμά μου να απολαύσω αυτό το άσυλο. Όπως είδαμε, όμως, ορισμένες κυβερνήσεις της Δυτικής Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής επέδειξαν προθυμία να ενεργούν έξω από το νόμο, και αυτή η συμπεριφορά εξακολουθεί να υφίσταται σήμερα. Αυτή η παράνομη απειλή καθιστά αδύνατο για μένα να ταξιδέψω στη Λατινική Αμερική και να απολαύσω το άσυλο που μου χορηγείται εκεί σύμφωνα με τα κοινά δικαιώματα όλων.
 
Αυτή η βούληση των ισχυρών κρατών να ενεργούν εκτός νομιμότητας αντιπροσωπεύει μια απειλή για όλους μας, και δεν πρέπει να επιτραπεί να επιτύχει. Ως εκ τούτου, ζητώ τη βοήθειά σας στην αναζήτηση εγγυήσεων ασφαλούς διέλευσης από τις εμπλεκόμενες χώρες, ώστε να διασφαλίσω το ταξίδι μου στη Λατινική Αμερική, καθώς και στην αναζήτηση άσυλου στη Ρωσία, μέχρις ότου οι χώρες αυτές εφαρμόσουν το δίκαιο και επιτρέψουν το νόμιμο ταξίδι μου. Θα υποβάλω την αίτηση μου στη Ρωσία σήμερα, και ελπίζω ότι θα γίνει ευνοϊκά δεκτή.
Εάν έχετε οποιεσδήποτε ερωτήσεις, θα απαντήσω σε ό, τι μπορώ.
Σας ευχαριστώ. 
Εντ Σνόουντεν».
 
Πηγή: ilesxi.wordpress.com

Ή δουλειά ή αξιοπρέπεια… και τα δύο μαζί δεν γίνονται!


541040_229260950542264_1978835675_n

Η ανεργία είναι σίγουρα ασθένεια. Ο άνεργος αρρωσταίνει και πρώτα απ’ όλαψυχικά. Τον κυριεύει ο φόβος, το άγχος, η ανασφάλεια, και δεν μπορεί να κοιμηθεί ήσυχος τη νύχτα. Ακολουθεί η κατάθλιψη, από ήπια μέχρι βαριάς μορφής μελαγχολία που μπορεί να φτάσει το άτομο στην αυτοκτονία. Η ανεργία μπορεί επομένως να αποβεί θανάσιμη ασθένεια. Ο άνεργος ψάχνει απεγνωσμένα ένα φάρμακο για να λυτρωθεί. Ρωτάει παντού, στέλνει βιογραφικά, διαβάζει τις αγγελίες, ρωτάει γνωστούς και άγνωστους, φίλους και συγγενείς. Η ανεργία είναι τόσο ύπουλη που μπορεί να οδηγήσει τον ασθενή να ρίξει το φταίξιμο στον εαυτό του (είτε διότι η ίδια η κοινωνία καλλιεργεί την ηθική της ενοχής και υιοθετεί αξίες βασισμένες σε αρνητικά δικαιώματα με αποτέλεσμα το φταίξιμο να ρίχνεται πάντα στο θύμα, είτε γιατί η εσωστρέφεια πολλές φορές, ειδικά σε περιπτώσεις που συνοδεύoνται από κατάθλιψη, οδηγεί σε σκέψεις αυτο-ενοχής και πράξεις αυτο-τραυματισμού). Έτσι, ο άνεργος ως συνήθως νιώθει αποτυχημένος, παρείσακτος και αντικείμενο χλευασμού από τον περίγυρό του. Νομίζει πως για την “αδυναμία” του να βρει δουλειά φταίει ο ίδιος. Στην πραγματικότητα όμως έχει κολλήσει την ασθένεια από το περιβάλλον, καθώς η ανεργία είναι άκρως μεταδοτική και ιδιαίτερα στους πιο ευάλωτους ανθρώπους.

Ποιό είναι το φάρμακο της ανεργίας; Η δουλειά, θα έλεγε κανείς αμέσως. Με τη δουλειά εξασφαλίζει κανείς τα απαραίτητα, είναι ενεργό και αναγνωρισμένο μέλος της κοινωνίας, μπορεί να κάνει σχέδια για το μέλλον κι έτσι δεν πέφτει σε κατάθλιψη. Βλέπουμε, όμως, εμπειρικά πως αυτό δεν ισχύει απαραίτητα. Συχνά τα χρήματα που κερδίζει δουλεύοντας δεν αρκούν για την κάλυψη ούτε των βασικών αναγκών. Ο εργαζόμενος είτε καταφεύγει στη στήριξη της οικογένειάς του, είτε περιορίζει τις ανάγκες του ρίχνοντας την ποιότητα της ζωής του. Το άγχος και η ανασφάλεια μειώνονται σημαντικά σε σχέση με αυτό που είχε όταν ήταν άνεργος. Υποκαθιστώνται όμως από άλλους μόνιμους και ισχυρούς φόβους. Ο εργαζόμενος ζει με το φόβο της απόλυσης, της επίπληξης από το αφεντικό, του λάθους, της κόπωσης. Έχει την αίσθηση πως η ζωή του περνάει χωρίς νόημα, και πως ζει μόνο όταν δεν είναι στη δουλειά, τα απογεύματα ή τα σαββατοκύριακα. Πολλές φορές μπορεί να νιώθει πως δε δουλεύει για να ζει, αλλά ζει για να δουλεύει. Τα συμπτώματα  της δουλειάς (ή δουλείας) είναι επομένως αρκετά πιο ήπια από αυτά της ανεργίας, αλλά διαρκή και επίμονα. Η δουλειά, που θεωρείται αντίδοτο, είναι στην πραγματικότητα μια χρόνια ασθένεια με την οποία μαθαίνουμε να ζούμε.

Σίγουρα δεν πανηγυρίζουμε όταν βλέπουμε τα ποσοστά ανεργίας να αυξάνονται.Αντιθέτως, θλιβόμαστε και προβληματιζόμαστε. Ούτε υποστηρίζουμε την αδράνεια, την κοινωνική απομόνωση και αδιαφορία, όπου το άτομο θα βρίσκεται ολημερίς ξαπλωμένο στον καναπέ ή στο κρεβάτι κοιτώντας τηλεόραση, αδιαφορώντας για τις ανάγκες και τη λειτουργία της κοινωνίας. Είναι ανόητο όμως να φωνάζουμε το σύνθημα «χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά…», γιατί το γρανάζι γυρνά και χωρίς ανθρώπινη δουλειά. Δε θα ήταν μακρυά τα πλήρως αυτοματοποιημένα εργοστάσια αν τα αφεντικά έβρισκαν έναν τρόπο να ξεφορτωθούν όλους αυτούς τους εργάτες. Από την άλλη οι εργάτες χρειάζονται και ως καταναλωτές προϊόντων, γιατί χωρίς ανθρώπους δε θα υπήρχαν αγορές. Έτσι τα αφεντικά αναγκάζονται να ανέχονται έναν αριθμό εργατών, και οι εργάτες συχνά υποπίπτουν στην αυταπάτη πως είναι σημαντικοί και αναντικατάστατοι στην καπιταλιστική μηχανή. Είναι όμως στ’ αλήθεια η επιθυμία κάθε ανθρώπου να γυρίζει ένα γρανάζι, στο εργοστάσιο ή στη γραφειοκρατία; Όποιος απαντάει ναι, ή ψεύδεται ή έχει αλλοτριωθεί από την ίδια την διαδικασία της παραγωγής, παιδαγωγημένoς σε αξίες ανταγωνιστικές και ατομικιστικές, καταλήγοντας ένα ασήμαντο ανθρώπινο γρανάζι. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που άνθρωποι λένε και δείχνουν με τις πράξεις τους πως νιώθουν πραγματικά περήφανοι που δουλεύουν ή πως η ανεργία είναι ντροπή (τι διαστροφή!).

Καμία δουλειά δεν είναι ντροπή;

Παρόλο που κυριαρχεί η γενική ιδέα πως καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή, στη συνείδηση των ανθρώπων οι δουλειές χωρίζονται χοντρικά σε αξιοπρεπείς (γιατροί, δικηγόροι, λογιστές, καθηγητές, έμποροι κ.α.), όχι και τόσο αξιοπρεπείς (τηλεφωνητές, υπαίθριοι πωλητές, υπάλληλοι καταστημάτων, αεροσυνοδοί κ.α.), και αναξιοπρεπείς (υπηρέτες, καθαριστές, αγρότες, σερβιτόροι κ.α.). Επίσης οι συνθήκες εργασίας μπορεί να είναι αξιοπρεπείς ή αναξιοπρεπείς (ένα οχτάωρο-πενθήμερο με καλές απολαβές και ευχάριστο περιβάλλον εργασίας είναι σίγουρα απείρως πιο αξιοπρεπές από τα κάτεργα των κινέζικων εργοστασίων όπου οι εργάτες αναγκάζονται να δουλεύουν ασταμάτητα για δέκα ή περισσότερες ώρες και δεν δικαιούνται ρεπό). Όλες οι δουλειές όμως δεν μπορούν να κατηγοριοποιηθούν απολύτως. Πόσο αξιοπρεπής είναι για παράδειγμα ένας εφοριακός που στέλνει ειδοποιητήρια για πληρωμή φόρων σε ανθρώπους με πενιχρά εισοδήματα, ή ένας δικηγόρος που στέλνει αγωγές έξωσης σε φτωχές οικογένειες; Ή πόσο αξιοπρεπές είναι για τον καθαριστή να μαζεύει τα σκουπίδια που αλόγιστα πετάμε στο δρόμο (δε θα ‘πρεπε να είμαστε υπεύθυνοι για την καθαριότητα των χώρων που χρησιμοποιούμε); Από την άλλη, είναι στ’ αλήθεια πιο αναξιοπρεπές να είναι κανείς σερβιτόρος από το να είναι δικηγόρος, και γιατί; Ο καθένας θα υπερασπιστεί τον “κλάδο του”, σε μια προσπάθεια να σώσει όση αξιοπρέπεια μπορεί στα μάτια της κοινωνίας. Θα πει ο καθαριστής, «γιατί τάχα είναι ντροπή αυτό που κάνω; To κάνω καλά και βγάζω τα προς το ζην. «Δε μου χρειάζονται ηθικιστικές υποδείξεις για την αξία του ατόμου μου στην κοινωνία.» Και η κοινωνία, επειδή ακριβώς τον χρειάζεται, θα συμφωνήσει: ο καθαριστής κάνει καλά και έντιμα τη δουλειά του. Κανείς όμως δεν επιδιώκει να γίνει καθαριστής, ενώ πολλοί επιδιώκουν να γίνουν επιστήμονες, δάσκαλοι, δικηγόροι.

Το κατά πόσο υπάρχει ή όχι αξιοπρέπεια σε ένα επάγγελμα έχει να κάνει επίσης και με μια άλλη προσέγγιση: οι συντηρητικοί, όπως οι Καλβινιστές, οι Βρετανοί Τόριδες, οι Πουριτανοί και άλλοι υποστηρικτές της εργασιακής ηθικής, θεωρούν πως κάθε εργασία είναι ωφέλιμη για τον άνθρωπο, είτε πρόκειται για καθαριστή, είτε για εργάτη σε εργοστάσιο, είτε για τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, είτε για διευθυντή τράπεζας. Κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα που συνεισφέρει είτε στην παραγωγή, είτε διώχνει το άτομο από ενασχολήσεις που δεν έχουν άμεσο αντίκτυπο στην αλλαγή των θεσμών μιας κοινωνίας, θεωρείται τίμια και πρέπει να προωθείται. Λίγο πολύ αυτού του είδους η αντίληψη υπάρχει σε κάθε κοινωνία, καθώς ηΠροτεσταντική ηθική, (την οποία πολύ καλά είχε αναλύσει ο Max Weber) η οποία βλέπει την εργασία ως θεϊκό κάλεσμα (με βάση τις διδασκαλίες του Λούθηρου), έχει βασιστεί πάνω στην εξής αρχή: «όποιος δεν δουλέψει δεν θα φάει» (γνωστή φράση του Απόστολου Παύλου). Το γεγονός αυτό εκφράζει μια άλλη οπτική πάνω στην εργασία η οποία δεν διαφέρει και τόσο από την ελιτίστικη αντίληψη ότι αναγκαστικά και μόνο οι δικηγόροι και οι γιατροί εξασκούν αξιοπρεπή επαγγέλματα. Το να θεωρούμε την εργασία ως αξιοπρέπεια, ειδικά όταν μιλάμε για μια δραστηριότητα κατά την οποία υφίσταται στυγνή εκμετάλλευση και χλευασμός για την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση, τότε στην ουσία υπερασπιζόμαστε την δουλεία (εκφράζοντας έμμεσα έναν κατάφωρο μισανθρωπισμό), η οποία στις μέρες μας εκφράζεται πολύ χειρότερα από ότι στην αρχαία Αθήνα, καθώς σήμερα όποιος δεν παρακαλέσει, όποιος δεν γίνει γιάπης, όποιος δεν σκύψει να φιλήσει τις ποδιές των αφεντικών δεν θα επιβιώσει, σε αντίθεση με την Αθηναϊκή κοινωνία όπου οι δούλοι ήταν μεν υποταγμένοι στις ορέξεις των αφεντικών τους, αλλά, ωστόσο, είχαν εξασφαλισμένη επιβίωση. Έτσι, λοιπόν, τίθεται εδώ το εξής ερώτημα: εάν καμία δουλειά δεν είναι ντροπή (παρά μόνο του μπάτσου και του βουλευτή για κάποιους), η ίδια η εκμετάλλευση που εκφράζεται μέσα από τον σύγχρονο εργασιακό μεσαίωνα τί είναι;

Το αίσθημα της αξιοπρέπειας επομένως ούτε ταυτίζεται, ούτε συνδέεται άρρηκτα και αναγκαστικά με τη δουλειά. Αυτό με το οποίο ταυτίζεται (ή θα έπρεπε να ταυτίζεται) η αξιοπρέπεια πρέπει να αναζητηθεί στην ιδέα της αυτοπραγμάτωσης του ατόμου, ξεκινώντας από την κάλυψη των βιολογικών αναγκών (τροφή, στέγη, ένδυση), και συνεχίζοντας αμέσως μετά με την ικανοποίηση των ψυχικών και ψυχολογικών αναγκών, από την μόρφωση μέχρι την επαφή με την τέχνη και την αυτογνωσία. Όταν δουλεύουμε είναι απολύτως σίγουρο ότι πολλές ψυχικές μας ανάγκες περιθωριοποιούνται, μένουν ανικανοποίητες ή και δαιμονοποιούνται μέσα στον καπιταλιστικό κόσμο (με τη μόρφωση και την περίθαλψη να θεωρούνται πια πολυτέλεια ειδικά στη Βρετανία και τις Η.Π.Α.). Η ανάγκη για ελεύθερη έκφραση μπαίνει στο αυστηρό κοστούμι της εργαλειακότητας του παραγωγικού μηχανισμού(όπως θα έλεγε και ο Horkheimer) και της ηθικής της εργασίας (της θεσμισμένης αυτής εθελοδουλίας) και παράγει ένα ανθρώπινο ρομπότ, αδιάφορο προς την αληθινή γνώση  και την ανθρώπινη επαφή.

Δικαίωμα στη φαντασία

Πολλά έχουν γραφτεί για το δικαίωμα στην τεμπελιά και τη κατάργηση της δουλειάς. Η έννοια τεμπελιά πολλές φορές χρησιμοποιείται από διάφορους αναρχικούς με σκοπό να εναντιωθούν στην απαισιότητα των συντηρητικών, των καπιταλιστών και όλων των προπαγανδιστών τους, καθώς ολόκληρος αυτός ο μισανθρωπικός συρφετός κάθε φορά που προσπαθεί να εναντιωθεί στα επιχειρήματα της αντίπαλης πλευράς χρησιμοποιεί λέξεις όπως «τεμπέληδες που δεν έχουν δουλέψει ποτέ και τα θέλουν όλα δωρεάν», «η σκληρή εργασία είναι αρετή», χρωματίζοντας, έτσι, και κωδικοποιώντας λέξεις και φράσεις που αυτόματα αποκτούν πολιτικό νόημα. Η λογική του get-a-job αποτελεί μια κιναισθητική απάντηση ενάντια σε κάθε άτομο που επιδιώκει να αμφισβητήσει την δουλική θέσμιση της σύγχρονης εργασίας και τον καταπιεστικό της ρόλο. Βέβαια, το να λέμε έτσι απλά «δικαίωμα στην τεμπελιά», όσο ρομαντικό και αν φαντάζει κάτι τέτοιο, όσο και αν οδηγεί τους (π)ηθικιστές γραβατωμένους και σκληρά πειθαρχημένους yes sir στο να βγάζουν αφρούς από το στόμα (όπως ακριβώς έκαναν και οι φανατικοί χριστιανοί στον μεσαίωνα ή οι διάφοροι φονταμενταλιστές), τόσο μας οδηγεί σε μια μεταμοντέρνα θεώρηση της σύγχρονης πραγματικότητας, μην προβάλλοντας κάποια σαφή κριτική στις ήδη υπάρχουσες θεσμισμένες αξίες, μήτε αντι-προτείνοντας κάποια νέα νοηματοδότηση. Αν σταματήσουμε να δουλεύουμε δε σημαίνει πως θα σταματήσουμε να κάνουμε πράγματα, λέει ο Μπομπ Μπλακ, κι εδώ βρίσκεται το φάρμακο για την ανεργία: η συλλογική διαχείριση, και μια νέα ηθική, όχι της εργασίας αλλά της δημιουργίας ή, διαφορετικά, μια νέα νοηματοδότηση πάνω στην ίδια την εργασία, ως πράξη που έχει να κάνει με την ανθρώπινη φαντασία, τον αυτο-προσδιορισμό του ανθρώπου, αντί να μας βυθίζει στον βούρκο της ασημαντότητας και στην δικτατορία των βιολογικών αναγκών. Γιατί δουλειά και αξιοπρέπεια είναι ασύμβατες έννοιες.

Συγγραφή: Abolition Du Travaile Aliene, Μιχάλης Θεοδοσιάδης

Πηγή, http://eagainst.com

Την χώρα την κάνουμε Μπουρδέλο και μόνοι μας (Μπαχαλάκηδες Εσωτερικού εναντίον Μπαχαλάκηδων Εξωτερικού)


 Mining Worker Miner Labor Stick Figure Pictogram Icon - stock vector
     Τρία χρόνια μετά την επαφή μας με τα μνημόνια παραδέχομαι ότι έχω ανέβει επίπεδο .
     Οφείλω να ομολογήσω ότι ο ΓΑΠ με είχε μπερδέψει στην αρχή . Βέβαια ακόμα και σήμερα μπερδεμένος είμαι , αλλά σε υψηλότερο επίπεδο .
     Το δίπολο που έχει πλέον επικρατήσει στο εσωτερικό της χώρας δεν είναι Δεξιοί – Αριστεροί , ούτε Αντιφασίστες – Φασίστες , ούτε καν Μνημονιακοί – Αντιμνημονιακοί . Όλα αυτά αποτελούν διπολάκια του κώλου για να έχουμε κάτι να παίζουμε .
     Το δίπολο που υφίσταται πλέον στη χώρα είναι , από τη μια μεριά αυτοί που χρειάζονται βοήθεια για να κάνουν μπουρδέλο τη χώρα και , στην αντιδιαμετρική θέση , αυτοί που υποστηρίζουν ότι μπουρδέλο μπορούμε να την κάνουμε και μόνοι μας .
     Εγώ βέβαια ανήκω στους μπαχαλάκηδες εσωτερικού και δηλώνω υπεύθυνα ότι την χώρα μπορώ να την ξεχτίσω και μόνος μου . Δεν χρειάζομαι καμία βοήθεια .
     Γιατί στην Ελλάδα τόσα χρόνια αυτό κάνουμε χωρίς τη βοήθεια κανενός . Και εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι στο ξέχτισμα ήμαστε μανούλες .
     Την τέχνη την κατέχουμε . Είναι στο πετσί , μας , στο DNA μας . Αποτελεί πλέον επίκτητο κληρονομικό χαρακτηριστικό , όπως θα συμπέρανε και ο Δαρβίνος .

Να πάτε λοιπόν ξένοι σωτήρες να γαμήσετε τις δικιές σας χώρες . Τη δικιά μας τη γαμάμε και μόνοι μας . Στα τελειώματα ήμαστε . Δεν χρειαζόμαστε βοήθεια . Ουστ . Βάρβαροι , ε βάρβαροι !

Πηγή,http://takoureliatragoudameakoma.blogspot.gr

Ο Hemingway εξαπολύει ακόμα πάθη στην Αβάνα


Η παραμονή για περισσότερο από δύο δεκαετίες του Αμερικανού συγγραφέα Έρνεστ Χέμινγουεϊ στην Αβάνα αποτελεί ακόμα ένα μυστήριο για τους οπαδούς του έργου του στο νησί και σε όλο τον κόσμο.

Το σπίτι του στη Finca Vigia, τα μέρη όπου άφησε ίχνη, όπως το μπαρ και εστιατόριο Floridita, όπου συνήθιζε να απολαμβάνει τα daiquiri του και τα τουρνουά αλιείας που πραγματοποιούταν στο βόρειο Cojimar, όλα διαφυλάσσουν την διαδρομή του μέσα από την Κούβα.

Ως εκ τούτου, ερευνητές από όλα τα πλάτη προσεγγίζουν το Διεθνές Συμπόσιο αφιερωμένο στη ζωή και το έργο του, το οποίο φιλοξενείται κάθε δύο χρόνια από το σπίτι του που σήμερα είναι μουσείο στη περιοχή San Francisco de Paula.

Σε αυτή την εκδήλωση, που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στο νησί, ήρθαν εκατοντάδες λογίων, επιμελητών, καλλιτεχνών, όλοι λάτρεις τις λογοτεχνικής σφραγίδας του, για να ακολουθήσουν τις τελευταίες διαδρομές, τα βήματα του συγγραφέα του βιβλίου ‘Ο Γέρος και η Θάλασσα’ αυτής της πόλης.

Πέρα από διαλέξεις, θεωρητικές συζητήσεις και συζητήσεις σχετικά με συγκεκριμένα θέματα, όπως η διατήρηση του ακινήτου στο οποίο είχε εγκατασταθεί στην Αβάνα από το 1940, το πάθος του για το κυνήγι, το χρόνο που πέρασε στην Αφρική, και το άγγιγμα του μέσω επιστολών του με φίλους και συνεργάτες, στη συνάντηση παρευρέθηκε και μια ομάδα μιμητών, νικητών διαγωνισμού, που είναι παρόμοιοι με τον Papa, έτσι όπως οι συγγενείς του συνήθιζαν να τον αποκαλούν.

Όλοι τους είχαν περασμένη την έκτη δεκαετία της ζωής τους, με στιβαρή εμφάνιση, και γκριζαρισμένα μαλλιά και γενειάδα. Στους δρόμους οι άνθρωποι μπερδευόταν και μερικοί απ ‘αυτούς φώναζαν ‘Α Hemingway?!’, άλλοι ‘Άι Papa’.

Η συνάντηση ήταν επίσης ένας φόρος τιμής σε αυτόν τον αφηγητή όλων των μορφών της τέχνης. Στο εκτενές θεωρητικό πρόγραμμα, οι συμμετέχοντες μίλησαν για τα πρώτα βήματα του Χέμινγουεϊ ως συγγραφέα.
Ένας ειδικός σημείωσε ότι το σπίτι μέχρι σήμερα δεν έχει πειραχτεί καθόλου και είναι ακριβώς το ίδιο περιβάλλον, όπου ο συγγραφέας έζησε και έγραψε επτά βιβλία του, συμπεριλαμβανομένου το ‘The Old Man and the Sea’, το οποίο κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ το 1953.Το συνέδριο ήταν μια μοναδική ευκαιρία για άλλη μια φορά για να μπουν οι ενδιαφερόμενοι στον συναρπαστικό κόσμο του συγγραφέα, ο οποίος αποφάσισε να μείνει στην Κούβα ένα μέρος της ζωής του για να ορίσει τον εαυτό του ως «cubano sato» (έναν συνηθισμένο Κουβανό).
(Ακολουθούν φωτογραφίες από το εσωτερικό του σπιτιού του Χέμινγουεϊ στη Finca Vigia της Αβάνας):
Sierra Maestra με πληροφορίες από: plenglish.com