«Gracias, Grecia» Nuestra herencia.


Πατήστε το 1ο κουμπάκι δεξιά στο βίντεο (subtittles) για υπότιτλους στα Ελληνικά.

Δημήτρης Γληνός ο δάσκαλος του λαού.


Λίγα είναι αυτά που μπορούν να ειπωθούν ποτέ, πόσο μάλλον να γραφούν σε ένα άρθρο για τον Δημήτρη Γληνό. Στο αφιέρωμά μας θα σταθούμε μόνο στις αφετηρίες και τις κεντρικές πράξεις της ζωής του Γληνού που καθόρισαν την προσωπικότητά του, στα κοινωνικά προβλήματα που τον προβλημάτισαν, και στην μεγάλη προσφορά του στον ελληνικό λαό.

Ο ίδιος ο Γληνός χαρακτηρίζει την πορεία της ζωής του ως «βραδύτατη εξέλιξη με αγώνα μέσα στα πράγματα». Ήταν η επίμονη προσπάθειά του να δει καθαρά τα πράγματα  και τα προβλήματα του τόπου του. Μια πορεία «προς τα αριστερά», «από τον άδειο καθαρευουσιάνικο βερμπαλισμό στον διαλεκτικό ματεριαλισμό», «από τον Μιστριώτη στον Λένιν» (Αυτοβιογραφικό Γληνού 1930). Ο Γιάννης Ιμβριώτης υπογραμμίζει ότι το κριτήριο της αληθείας ο Γληνός το είχε βρει και πριν ακόμη γνωρίσει τον διαλεκτικό υλισμό σαν θεωρία. Το είχε βρει μόνος του μέσα από την ζωή και τους αγώνες του, στους πόθους και την λαχτάρα του για την προκοπή του λαού του.

Ο Δημήτρης Γληνός γεννήθηκε στην Σμύρνη το 1882 και ήταν ο πρώτος στην σειρά από τα δώδεκα παιδιά του Αλέξανδρου Γληνού και της Αικατερίνης Χατζηπαυλίδη. Τα οικογενειακά βάρη, οι ατυχίες και η αρρώστια οδηγούν γρήγορα τον μεγαλοεπιχειρηματία Αλέξανδρο στην πτώχευση. Έτσι ο πατέρας του αναγκάζεται να ανοίξει ταβέρνα στην οποία και ο Γληνός δουλεύει ως παιδί. Μέσα στα μεγάλα προβλήματα της οικογένειάς του, ο Γληνός αναγκάζεται να διακόψει τις σπουδές του στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης και αργότερα τις σπουδές του στην Φιλοσοφική Σχολή για να εργαστεί ως δάσκαλος. Με την περάτωση των σπουδών του, ο Γληνός μεταβαίνει στην Λειψία και την Γέννα για μεταπτυχιακές σπουδές. Συνέχεια

Να λυπάσαι το Έθνος «Χαλίλ Γκιμπράν»


ΝΑ ΛΥΠΑΣΑΙ ΤΟ ΕΘΝΟΣ…
Να λυπάσαι το έθνος με το πλήθος τα δόγματα και την κούφια θρησκεία.
Να λυπάσαι το έθνος οπού ρούχα φορεί που δεν ύφανε το ίδιο
ψωμοτρώει από στάρι που εκείνο δε θέρισε
το κρασί του δεν γίνηκε απ’ τις δικές του πατούσες.
 
Να λυπάσαι το έθνος που δοξάζει μ’ εγκώμια
τον τραμπούκο σαν ήρωα
και τον κατακτητή του με την κίβδηλη λάμψη
θεωρεί ευεργέτη.
 
Να λυπάσαι το έθνος που αψηφά τους κινδύνους
μοναχά στα ονείρατα
μα και πάλι κιοτεύει το πρωί σαν ξυπνήσει.
 
Να λυπάσαι το έθνος που υψώνει φωνή
σε κηδείες μονάχα
και φουσκώνει σα διάνος σε ερείπια αρχαία.
Και που δεν ξεσηκώνεται παρά μόνο ανίσως
ο λαιμός του βρεθεί ανάμεσα σε σπαθί και κουτσούρι.
Να λυπάσαι το έθνος που έχει πολιτικό την αλεπού
τον σαλτιμπάγκο για φιλόσοφό του
και που η τέχνη του είναι τέχνη
πιθηκισμού και μπαλωμάτων.
 
Να λυπάσαι το έθνος που δέχεται
κάθε νέο αφέντη με σάλπιγγες
και τον διώχνει πνιγμένο στα «γιούχα»
για να φέρει μετά τον επόμενο με σαλπίσματα πάλι.
 
Να λυπάσαι το έθνος που οι σοφοί του από χρόνια βουβάθηκαν
κι οι σπουδαίοι του άντρες είν’ ακόμα στην κούνια.
 
Να λυπάσαι το έθνος που έχει γίνει κομμάτια
και που κάθε κομμάτι του παριστάνει το έθνο
(Χαλίλ Γκιμπράν, από τον Κήπο του Προφήτη, 1933

Ο μεγαλοφυής κ. Πρεομπραζένσκυ


socialism-soft-soapΣημ.απερ.γαλ. Κάποιος σχολιαστής στο blog της Ολυμπία εχθές, μου θύμισε τον πολύ μεγάλο οικονομολόγο με το όνομα Yevgeni Preobrazhensky*. Επειδή πολλοί δεν γνωρίζουν ότι αυτός ο οικονομολόγος στην ουσία ΔΙΕΛΥΣΕ τον Ναζισμό του Χίτλερ (θα καταλάβατε πώς) θα έπρεπε να γράψω κάτι για αυτόν…

Ομως δεν θα γράψω (δεν είμαι καθόλου σε τέτοια «φάση» το τελευταίο 6μηνο…) και θα δανειστώ μία πολύ σύντομη ανάρτηση για αυτόν. Θα υπενθυμίσω ότι ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΚΕ από τον ίδιο τον Στάλιν το 1937, χωρίς να προλάβει να δεί ΓΙΑΤΙ είχε απόλυτο δίκιο, στις προβλέψεις του…

Το δε, «Αλφάβητο του κομμουνισμού» που έγραψε με τον Μπουχάριν είναι ένα ιστορικό κείμενο…!

Αξίζει τέλος να πώ, ότι τον μελετήσανε πολλοί οικονομολόγοι της «Δυτικής» οικονομικής σκέψης…

(Ιστορική Αναδρομή)

Την περίοδο μετά τον Α΄Παγκόσμιο πόλεμο η οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης βρισκόταν στην ουσία υπό κατάρρευση. Εκείνη τη στιγμή το κόμμα των Μπολσεβίκων βρέθηκε διχασμένο, καθώς ο Λένιν ήταν υπέρμαχος μίας πολιτικής που επέτρεπε στους αγρότες να αποκομίζουν κέρδη από τις συναλλαγές τους, ενώ μια αριστερή πλευρά πίστευε ότι μια τέτοια εξέλιξη αποτελούσε ολίσθημα προς τον καπιταλισμό.

Κύριοι εκφραστές αυτής της τάσης ήταν ο Τρότσκι και ο οικονομολόγος Ε. Πρεομπραζένσκυ, ο οποίος υποστήριζε πως προκειμένου να αναπτυχθεί η σοβιετική οικονομία έπρεπε να αναπτυχθεί η σοβιετική βιομηχανία. Βέβαια προκειμένου να γίνει κάτι τέτοιο ήταν απαραίτητο ό,τι πλεόνασμα παρήγαγε η οικονομία -δηλαδή στην ουσία ό,τι παρήγαγαν οι αγρότες- έπρεπε να περιέλθει στα χέρια της κυβέρνησης και από εκεί να διοχετευθεί στην βιομηχανία, όπου και θα επενδυόταν με τρόπο “παραγωγικό”. Η τακτική αυτή θα υποβάθμιζε βέβαια το επίπεδο διαβίωσης (κυρίως) των αγροτών, αλλά μακροπρόθεσμα θα ωφελούσε τους πάντες, διότι οι επενδύσεις θα βελτίωναν τις προοπτικές της οικονομίας.
Κατά το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας 1920-1930 η πρόταση αυτή δεν υιοθετήθηκε. Προς το τέλος όμως της περιόδου αυτής (1928) ο Στάλιν, που τότε ήταν ο μοναδικός κυρίαρχος, ενστερνίστηκε τις ιδέες του Πρεομπραζένσκυ και έτσι κατέσχεσε τη γη των αγροτών και έθεσε όλη την παραγωγή τους υπὀ κρατικό έλεγχο. Όσοι αντιστάθηκαν κατέληξαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ, όπως ήταν αναμενόμενο, η αγροτική παραγωγή κατέρρευσε. Ο λιμός του 1932-33 και ο θάνατος εκατομμυρίων ήταν το αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής.
Τώρα σίγουρα θα σκέφτεστε ποιο είναι το νόημα αυτής της μικρής έστω ιστορικής αναδρομής. Εν είδει διανοητικής άσκησης τοποθετήστε στη θέση του Στάλιν κάποιον από τους μεγάλους “παίκτες” (πολιτικά εννοώ) της Ε.Ε. ή και παγκοσμίως. Στη θέση του Preobrazhensky τοποθετήστε κάποιον μεγαλοφυή υπουργό οικονομικών και στη θέση του δοκιμαζόμενου λαού της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης τοποθετήστε τα έθνη ανά την υψήλιο που έχουν υποφέρει από τις στρατηγικές του Δ.Ν.Τ. ή όποιου άλλου φημισμένου οργανισμού της ελεύθερης αγοράς. Σύντομα θα διαπιστώσετε πως παρά τις διαφορές στα ονόματα και το ποιος έχει στα χέρια του το οικονομικό πλεόνασμα (μια κεντρική επιτροπή στον κομμουνισμό στην μία περίπτωση, μεγάλοι “επενδυτές” τύπου Σόρος στην άλλη) οι οικονομολόγοι της ελεύθερης αγοράς δεν κάνουν και κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που έκανε η Σοβιετική ένωση πίσω στα 1930.
Η πίτα ( ή αλλιώς ποια είναι η ιδεολογική βάση της σύγχρονης οικονομικής πολιτικής)
Σε κάθε περίπτωση είναι σίγουρο πως θα έχετε ακούσει για το μεγάλωμα της πίτας, για την ανάγκη επενδύσεων. Προς αυτή την κατεύθυνση κινούνται οι μεγάλες φοροαπαλλαγές των τελευταίων δεκαετιών προς τα πιο πλούσια στρώματα της κοινωνίας ή η απουσία ενός κανονιστικού πλαισίου όσον αφορά τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές.

Φυσικά η λογική φαντάζει καλή: εφόσον μεγαλώσει η πίτα, δηλαδή οι πλούσιοι γίνουν πλουσιώτεροι, τότε και οι υπόλοιπες τάξεις θα αποκομίσουν ένα μεγαλύτερο μερίδιο αυτής της πίτας. Το κακό είναι πως σπάνια οι πλούσιοι είναι διατεθειμένοι να μοιραστούν με τους υπόλοιπους, εκτός και αν υπάρχει επαρκής λειτουργία του κράτους, η οποία θα τους αναγκάζει να κάνουν κάτι τέτοιο. Μάλλον η σχέση μεγέθους θα έπρεπε να είναι αντίστροφη της διπλανής εικόνας.

*http://en.wikipedia.org/wiki/Yevgeni_Preobrazhensky

Πηγή http://basiosa.wordpress.com/2011/10/23/%CE%BF-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%86%CF%85%CE%AE%CF%82-%CE%BA-%CF%80%CF%81%CE%B5%CE%BF%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%B6%CE%AD%CE%BD%CF%83%CE%BA%CF%85/

Η Τραγική Άλωση, 29-30-31 Μαίου 1453


Αλωση_ΘεόφιλοςΆλωση της Κωνσταντινούπολης. Έργο του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου.

Ο Σουλτάνος για να εξάψει και φανατίσει το φρόνημα του στρατού είχε υποσχεθεί τριήμερη διαρπαγή της πόλεως κι’ ιδιοποίηση όλων των κινητών πραγμάτων, εφόσον η Κωνσταντινούπολη θα περιερχόταν στους Τούρκους ύστερα από αγώνα. Ο Μωάμεθ είχε πει την προηγούμενη μέρα στους στρατιώτες: «Ήθελα μόνον να θυμίσω σε σας τις έκτακτες αμοιβές, που θα τύχετε, έκτος από την τιμή και τη δόξα, κατόπιν από τη νικηφόρα έφοδο. Και πρώτα μέσα στην Πόλη υπάρχει πλούτος πολύς και παντοδαπός, ο μεν στα βασίλεια, ο δε στους οίκους, ο δε καλλίτερος και περισσότερος στα ιερά, βρισκόμενος από αναθήματα από χρυσό κι’ άργυρο κατασκευασμένα κι’ από λίθους πολύτιμους. Αυτά όλα σεις θα τα πάρετε. Έπειτα θα βρείτε ευγενείς και επίσημους άντρες, που οι περισσότεροι θα γίνουν δούλοι σας, οι άλλοι θα πουληθούν από σας και γυναίκες πλείστες κι’ ωραιότατες, νέες ευπρόσωπες και παρθένες στην ώρα γάμου, ευγενείς από ευγενείς. Από αυτές μερικές θα γίνουν γυναίκες σας και τις άλλες θα πουλήσετε· θα κερδίσετε πολλά σε απόλαυση και σε πλούτο, θα είναι δε στη διάθεσή σας τα παιδιά και πλείστοι και ωραιότατοι των καθώς πρέπει.

Προσφέρω σε σας τώρα τη διαρπαγή πόλεως μεγάλης και πολυάνθρωπης, βασίλισσας των πάλαι Ρωμαίων και σε ύψος ευδαιμονίας και τύχης υπάρξασα, κεφαλήν συμπάσης της οικουμένης, θα έχετε ως λεία πλούτον άπειρον, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, πάντα τον άλλον αυτής κόσμον και την καταστασιν» (Κριτόβαυλος σελ. 89-90, Δούκας, σελ. 288).

Το τουρκικό έθνος, λέει ο Μόρτμαν, είναι φιλοχρήματο και φιλάργυρο και η φυσική αυτή ιδιότητα ενήργησε πολύ ισχυρότερα παρά κάθε διαταγή του Σουλτάνου. Τα ίδια αναφέρει κι’ ο Δούκας: «Φιλοχρήματον γαρ το γένος τούτο, ει και φονεύς πατρικός εμπέσει εν ταις χερσίν αυτών, διά χρυσού απολύουσι». Τίποτε άλλο δεν σκέπτονταν οι στρατιώτες του Μωάμεθ παρά με τι τρόπο ν’ αρπάξουν αιχμαλώτους και λάφυρα. Εκείνοι που μπήκαν πρώτοι από την Ξυλόκερνη πύλη και κατόπιν οι άλλοι, αφού ο Κωνσταντίνος έπεσε, ρίχτηκαν ακάθεκτοι και φωνάζοντας. Στιγμές απογνώσεως και φρίκης για τους κατοίκους. Και στην αρχή σκότωναν, όσους εύρισκαν στους δρόμους αδιάκριτα γυναίκες, γέροντες, παιδιά. Κατόπιν επιδόθηκαν στη λεηλασία τα πληρώματα του στόλου. Μόλις είδαν τις τούρκικες σημαίες στα τείχη, άφηναν τα πλοία, έριχναν τα όπλα και έβγαιναν στη ξηρά, για να κουρσέψουν. Αυτοί που έβοσκαν τα ζώα τα άφηναν για να τρέξουν για κούρσος.

Άλλοι έμπαιναν κι’ άλλοι έβγαιναν. Οι τελευταίοι ήσαν Έλληνες, που έτρεχαν προς το Γαλατά για να σωθούν. Όσοι πολεμούσαν ακόμη στους πύργους υποχρεώθηκαν να βγουν και να καταφύγουν στα πλοία τους, όπως οι Κρητικοί, που πολεμούσαν στον πύργο Βασιλείου και Κωνσταντίνου, κατά ανώτερη διαταγή του Σουλτάνου. Άλλοι έσπευδαν στις πλούσιες μονές της Χώρας και του Αγίου Ιωάννου στις Βλαχέρνες. Οι αδελφοί Μποκιάρδοι, κλεισμένοι σ’ ένα πύργο, τους απώθησαν προς στιγμή, μα κατόπιν αναγκάστηκαν να καταπαύσουν τον αγώνα και παραδόθηκαν. Ύστερα προχώρησαν στα ενδότερα. Η πόλη πλέον τους άνηκε. Στις 8 το πρωί ξεχύθηκαν σε όλες τις συνοικίες, αρπάζοντας, σκοτώνοντας, αιχμαλωτίζοντας. Ιδίως επέμειναν στις εκκλησίες, όπου είχαν καταφύγει οι περισσότεροι, νομίζοντας πως θα τις σεβαστούν, ως άσυλα. Αλλά είχαν διαψευσθεί. Οι Τούρκοι συστηματικά λήστευαν τα πάντα κι’ αιχμαλώτιζαν τους κατοίκους μη λογαριάζοντας, αν ήσαν εκκλησιές ή κοινά σπίτια. Η αιχμαλωσία γενικώς ήταν ο κανόνας. Στο ναό της Αγίας Θεοδοσίας, η οποία γιόρταζε εκείνη την ήμερα κι’ οπού είχαν προσέλθει πολλοί και μάλιστα πολλές, αιχμαλωτίστηκαν όλοι.

Στους ναούς, ιδίως σ’ εκείνον της Αγίας Σοφίας, είχαν καταφύγει οι περισσότεροι κάτοικοι. Παράδοση παλαιά υπήρχε πως η Πόλη θα κυριευθεί, αλλά μόλις οι εχθροί θα έφθαναν στον κίονα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, κάποιος Άγγελος θα κατέβαινε από τα ουράνια και θάδινε στον πρώτο τυχόντα μια ρομφαία και θάλεγε : «Λάβε την ρομφαία ταύτη και εκδικήσου τον λαόν του Κυρίου». Τότε οι Τούρκοι θα έφευγαν μέχρι των ορίων της Περσίας και η Πόλη θα σωζόταν. Τέτοιες ελπίδες τρέφοντας οι κάτοικοι κατέφυγαν στην Αγία Σοφία πολλές χιλιάδες. Σε μια στιγμή ο ναός γέμισε από πιστούς. Οι Τούρκοι αφού πλησίασαν στην Αγία Σοφία κι’ ακούγοντας πως μέσα εκεί δεν είχαν μόνο καταφύγει πολλές χιλιάδες χριστιανών, αλλ’ είχαν κρυφτεί από χρόνια οι θησαυροί της πόλεως, όρμησαν και με τα τσεκούρια έριξαν κάτω τις πόρτες. Μπήκαν μέσα κι’ επιδόθηκαν στη λεηλασία και προ πάντων στην αιχμαλωσία. Οι θρήνοι και κοπετοί, οι παρακλήσεις και ικεσίες δεν έφθαναν για να μετριάσουν τη λύσσα και τη μανία των Τούρκων στρατιωτών. Νήπια, παιδιά μικρά και μεγάλα δεν γλύτωσαν από τη σφαγή, οι δε παρθένες, οι γυναίκες κι’ οι άντρες όλοι έγιναν έρμαια της θηριωδίας ή της αιχμαλωσίας των Τούρκων.

Κι’ οι θηριωδίες αυτές κι’ οι αιχμαλωτισμοί μέσα στην Αγία Σοφία βάσταξαν ως το μεσημέρι και πλέον. Εικόνες, ιερά σκεύη, αφιερώματα, δισκοπότηρα, όλα, όλα αρπάχτηκαν. Ο πορθητής, αφού πείστηκε πως η Κωνσταντινούπολη είχε οριστικά πια πέσει στα χέρια των Τούρκων, μπήκε μέσα στην Πόλη, ακολουθούμενος από πασάδες, μπέηδες, δερβίσηδες κι’ άλλους και περικυκλωμένος από σημαίες κι’ άλλα σήματα των Τούρκων, επί τέλους έφθασε θριαμβευτής στην εκκλησιά γύρω στις 12. Αφού ξεπέζεψε, μπήκε στην Αγία Σοφία και προσευχήθηκε. Μετέβαλε δε το ναό σε τζαμί. Αυτός ήταν ο θρίαμβος του Μωάμεθ. Η ψυχή του είχε μαλαχτεί κάπως και φέρθηκε μ’ επιείκεια. Στην είσοδο του ναού είδε κάποιο μουσουλμάνο να σπάει ένα μάρμαρο. Ο πορθητής τον πλησίασε και τον επίπληξε, τείνοντας το χέρι στο σπαθί του. «Μας αρκεί ο θησαυρός και η αιχμαλωσία· αι δε οικοδομαί της πόλεως εμοί τυγχάνουσι». Οι ακόλουθοί του τον έπιασαν και τον έριξαν έξω. Κατόπιν ο Σουλτάνος ανέβηκε στην Αγία Τράπεζα κι’ έκανε την προσευχή του. Αλλ’ αν ο Μωάμεθ είχε δειχθεί επιεικής, οι Τούρκοι συνέχισαν την αρπαγή και την αιχμαλωσία. Ο Σουλτάνος δεν μπορούσε να κάνει τίποτε. Είχε υποσχεθεί την τριήμερη λεηλασία , το περίφημο «κούρσος».

Οι Τούρκοι συστηματοποίησαν την αρπαγή και την αιχμαλωσία απ’ αυτή την ημέρα της αλώσεως : έμπαιναν σε ένα σπίτι και σήκωναν αμέσως σημαία, δείγμα του πως το σπίτι εκείνο είχε κουρσευτεί και καταληφθεί, και δεν επιτρεπόταν να εισέλθουν άλλοι. Εκεί συγκέντρωναν τα κούρσα και συγχρόνως οργίαζαν μέχρις ότου περάσει το τριήμερο. Συνήθως καταλάμβαναν και το σπίτι κι’ έμεναν διαρκώς εκεί, αν και τα σπίτια χωρίς εξαίρεση, άνηκαν στο Σουλτάνο. Πολλές φορές, επειδή δεν είχαν προφθάσει να το  καταλάβουν έρχονταν στα χέρια με τους κατέχοντες και πολλοί φόνοι σημειώθηκαν από την αφορμή αυτή. Η αιχμαλωσία ήταν καθολική και κανείς δεν τη διέφυγε είτε επίσημος είτε ανεπίσημος. Είχε οργανωθεί κι’ ο στρατός αποτελούσε συμμορία, που λήστευε τα πάντα και αιχμαλώτιζε. Δεν διέκρινε κανείς τάξη. Ο Καρδινάλιος Ισίδωρος πιάστηκε αιχμάλωτος, πουλήθηκε και κατόρθωσε να φύγει. Ο ιστοριογράφος Φραντζής αιχμαλωτίσθηκε με όλη του την οικογένεια, αλλ’ αγοράστηκε από τον αρχιιπποκόμο του Σουλτάνου. Τα παιδιά του παρέμειναν στο γυναικωνίτη του Μωάμεθ. Ήσαν νέα κι’ ωραία. Ο Λιμενάρχης Α. Διέγος κατέφυγε στο Γαλατά, καθώς κι’ ο Βάρβαρος, ο συγγραφέας ενδιαφέροντος ημερολογίου για την άλωση. Ο Ιερώνυμος Μινώτος κι’ ο Πέτρος Γουλιανός, ο ένας πρέσβης της Ισπανίας, ο άλλος  δε πρόξενος της Βενετίας αιχμαλωτίστηκαν. Ο Οχράν ο ξάδελφος του Μωάμεθ σκοτώθηκε. Άλλοι έφυγαν με πλοία από το Γαλατά, γιατί οι Τούρκοι ναύτες είχαν επιδοθεί στη λεηλασία και αιχμαλωσία και τους άφησαν κι’ αναχώρησαν. Επίσης ο Νοτα­ράς που ευχόταν την είσοδο των Τούρκων στην Κωνσταντινούπολη, συνελήφθηκε αιχμάλωτος, αλλ’ αφέθηκε ελεύθερος κατά προσταγή του Σουλτάνου.

Kων/νος Παλαιολόγος. Έργο Φ. Κόντογλου

Ο Σουλτάνος, αφού προσκύνησε στην Αγιά Σοφιά, βγήκε από την πόλη και γύρισε στη σκηνή του. Αλλά την άλλη μέρα, στις 30 Μαΐου, ίππευσε κι’ ήρθε να επισκεφθεί και πάλι την  Κωνσταντινούπολη. Ήθελε να τη δει λεπτομερέστερα: «Ο δε Σουλτάνος εισελθών εις την πόλη, έβλεπε το πλήθος των απολυμένων και την ερήμωση των οικιών και την παντελή φθορά αυτής και τον όλεθρο. Και οίκτος κατέλαβε αυτόν ευθύς και …δάκρυο αφήκε των οφθαλμών και, εκβαλών μέγα και περιπαθή στεναγμόν, είπε : «Οποίαν πόλιν παρεδώκαμεν εις διαρπαγήν και ερήμωσιν !» (Κριτοβούλου σελ. 98). Τότε ζήτησε πληροφορίες για τους άρχοντες της πόλεως και τότε είπε να ελευθερωθεί και παρουσιασθεί μπροστά του ο Νοταράς. Αφού τον ήλεγξε, γιατί κράτησε τόσα χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα, ζήτησε πληροφορίες για τον Κωνσταντίνο και που βρισκόταν τώρα. Ερευνούσε από το πρωί. Όταν εμφανίστηκε η κεφαλή του κομμένη, τον ρώτησε αν είναι αυτή του Βασιλέως και στην καταφατική του απάντηση, έσκυψε και τη φίλησε. Κατόπιν πρόσταξε οι χριστιανοί να τον κηδέψουν με βασιλικές τιμές. Και πραγματικά οι χριστιανοί πήραν το ακέφαλο πτώμα και το έθαψαν, όπως άλλοτε τους Αυτοκράτορες τιμητικά, αφού έτσι είχε προστάξει ο Σουλτάνος. Τον έθαψαν κατ’ αρχάς στο Ναό των Αγίων Αποστόλων, όπου ήταν η βασιλική εκκλησία, με τους τάφους των Αποστόλων και άλλων Αυτοκρατόρων. Όταν όμως κατόπιν ο ναός γκρεμίστηκε, το 1456  μ. Χ. και χτίστηκε το περίφημο τέμενος του Σουλτάνου Φετιχέ Τζαμί, τότε ο αρχιτέκτονας Χριστοδούλου, που ήταν χριστιανός, μετακόμισε και τα οστά του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στην εκκλησιά της Αγίας Θεοδοσίας και τ’ απόθεσε στην κρύπτη κάτω από τον δεξιό πενσό. Αυτή είναι η μόνη, πιθανώς η μόνη, αλήθεια για τον τάφο του τελευταίου Κωνσταντίνου, για τον οποίο γράφτηκαν πάρα πολλά. Ο Σουλτάνος εξέθεσε κατόπιν το κεφάλι του αυτοκράτορα κάτω από τη στήλη του Αυγουσταίου, για να το δουν οι χριστιανοί και να πεισθούν πως αυτός είναι πλέον ο διάδοχος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Είχε στιγμές επιείκειας, γενναιοδωρίας και μεγαλείου και αφού απόλυσε τον Νοταρά, που τον επισκέφθηκε  στο σπίτι του, ύστερα, έφθασε στα Ανάκτορα των Βλαχερνών, τα οποία ήσαν κενά.

Την τρίτη μέρα πάλι περιηγήθηκε το Γαλατά, όπου έδωσε τα γνωστά προνόμια στην Πόλη, γιατί οι Γενουάτες τον είχαν βοηθήσει κατά την πολιορκία. Το έγγραφο των προνομίων δόθηκε την 31 Μαΐου. Τους υποχρέωνε όμως να γκρεμίσουν τα τείχη κι’ εκείνοι που αναχώρησαν να γυρίσουν πίσω, αλλιώς θα έχαναν τις περιουσίες τους. Το βράδυ κάλεσε σε μεγάλο γεύμα όλους τους αξιωματούχους κι’ όσους είχαν διαπρέψει κατά την άλωση. Κατά το γεύμα μέθυσε και λέγεται πως ζήτησε το γιο του Νοταρά, αλλά αυτό δεν επιβεβαιώνεται. Ο Σουλτάνος, θανατώνοντας τον Νο­ταρά και τους γιους του εφάρμοζε την νέα πολιτική του, που ήταν η πολιτική της δημιουργίας νέας τάξεως διά της εξοντώσεως όλων των παλαιών αρχόντων. Το τριήμερο κούρσος είχε τελειώσει πια και το τρομερό κι’ αιματόβρεκτο δράμα της αλώσεως, ένα από τα δραματικότερα που γνώρισε ο κόσμος, είχε πάρει τέλος.

Ο Σουλτάνος την άλλη  μέρα απέλυσε το στρατό, ο οποίος είχε καταντήσει ορδή μέσα στην Κωνσταντινούπολη παρά στρατός πειθαρχημένος κι’ ακούγοντας τον αρχηγό  του.   Ο  στρατιωτικός  όχλος είχε καταντήσει ανυπόφορος και  ο Σουλτάνος πολλές φορές εξοργίστηκε για τα όργια, τα οποία έκανε. Λύσσαξε κυριολεκτικώς, βλέποντας τα τόσα έκτροπα, τις τόσες ακολασίες, τους τόσους αιχμαλωτισμούς. Αλλ’ ήρθε ο καιρός της αναχωρήσεως. Έβλεπες τότε τους στρατιώτες ντυμένους περίεργα, με   ιερατικά   ενδύματα  και πετραχήλια, άλλους με πολυτελή γυναικεία φορέματα, άλλους φορώντας χρυσά κι’ ασημένια κοσμήματα, άλλους μεταφέροντας πολύτιμα αντικείμενα   των   εκκλησιών,   μέσα στα πλοία, με άπειρες γυναίκες και παιδιά, που οδηγούσαν στην αιχμαλωσία και την ατίμωση. Δεν έμεινε σχεδόν τίποτε στην Κωνσταντινούπολη, και καθένας μπορούσε να πάρει οτιδήποτε. Ο στόλος μετέφερε στα λιμάνια  της  Ανατολής,   όλο  εκείνο το φορτίο, πραγμάτων και προσώπων για να πουληθεί ή κρατηθεί από τους κατόχους. Πόσοι ήσαν οι αιχμάλωτοι δεν είναι δυνατό να καθαρισθεί ακριβώς.

Ο Βάρβαρος, σημειώνει στο Ημερολόγιο του πως οι αιχμάλωτοι, επίσημοι κι’ ανεπίσημοι ανέβηκαν συνολικά σε 60.000 ίσοι σχεδόν ήσαν οι κάτοικοι της πόλεως, έξω από κείνους που σκοτώθηκαν ή δραπέτευσαν. Τα δε λάφυρα ανήλθαν σε 300.000 δουκάτα, εξόν από κείνα που χάθηκαν ή κρύφτηκαν στη γη ώστε, αν πιστέψουμε στο Βάρβαρο, όλοι οι κάτοικοι σχεδόν αιχμαλωτίστηκαν και πουλήθηκαν στις αγορές των δούλων της Ανατολής. Η ιδέα αυτή φαίνεται πως είναι αληθινή. Είναι γνωστό πως μετά την άλωση, η Κωνσταντινούπολη έμεινε για καιρό έρημη. Εξαιρούμε εκείνους που αγοράστηκαν από το Σουλτάνο, οι οποίοι σχετικά ήσαν λίγοι. Ο αστικός και εργατικός πληθυσμός της Κωνσταντινουπόλεως σχεδόν εξαφανίστηκε, όσος ήταν αδύνατο να εξαγορασθεί. Από τους άλλους τα μεν κορίτσια και τα παιδιά πουλήθηκαν στην Ανατολή και γέμισαν τα χαρέμια των Τούρκων, οι δε άνδρες εξοντώθηκαν από τις κακουχίες ή πέθαναν στα χωράφια των Τούρκων, ως δουλοπάροικοι. Αυτός υπήρξε ο απολογισμός της αλώσεως από απόψεως αιχμαλωτισμού.

Η Κωνσταντινούπολη ήταν πια τουρκική. Η αρχαία λαμπρή πρωτεύουσα του Μεγάλου Κωνσταντίνου άνηκε στο Μωάμεθ το Β’, το μεγαλοφυή και δαιμόνιο, αλλά βάρβαρο κατακτητή, που κατόρθωσε να πάρει την πρωτεύουσα και να κλείσει ιστορικό βίο ένδεκα αιώνων. Το Οθωμανικό κράτος με την άλωση, εδραιώθηκε πια οριστικά στην Ευρώπη και μέχρι σήμερα κατέχει τα εδάφη της άλλοτε Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Αν έχασε την Αίγυπτο, τα Νησιά, και τη Βαλκανική, όμως παραμένει στην Μικρά Ασία και σε άλλα μέρη. Η δε πολιτική, την οποία εφάρμοσε ο Μωάμεθ ο Β’ στους λαούς που κατέκτησε, η κάπως ανεξίθρησκη κι’ ανεκτική από άποψη συμφέροντος, επέτρεψε σε αυτούς την μελλοντική αναγέννηση. Με τα προνόμια, που χορήγησε σε αυτούς κι’ ιδίως στον Πατριάρχη των Ελλήνων, είχε ενεργήσει σχεδόν σαν φιλέλληνας, χωρίς να το εννοήσει. Κράτος θρησκευτικό, το Οθωμανικό, που μέσα στη Θρησκεία ενυπάρχει κι’ η πολιτική, είχε δώσει στους Έλληνες μαζί με την εκκλησιαστική ανεξαρτησία και τη δύναμη της πολιτικής αναγεννήσεως, να δημιουργήσουν και πάλι νέο ιστορικό βίο. Ο Πατριάρχης έγινε, καθ’ όλη την Τουρκοκρατία, ο εθνάρχης του ελληνικού Γένους. Το Βυζαντινό κράτος συντρίβεται. Ο λαός μένει όρθιος διά της εκκλησίας.

(Φάνης Μιχαλόπουλος. «Κιβωτός», Τα ιστορικά της Αλώσεως )

Πηγή. http://www.diakonima.gr/2010/05/29/%CE%B7-%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%B7-%CE%B1%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7-29-30-31-%CE%BC%CE%B1%CF%8A%CE%BF%CF%85-1453/

João Ferreira do Amaral: ”Γιατί πρέπει να φύγουμε απο το ευρώ”.


Joao_Ferreira_do_AmaralΦουντώνει η δημόσια συζήτηση για τα ”δεινά” του ευρώ 

”Μόνη ελπίδα το εσκούδο”

Αναδημοσιεύουμε  χωρίς σχόλια  απο το bankingNews.gr  ρεπορτάζ για την συζήτηση που έχει ανάψει στην Πορτογαλία με αφορμή το βιβλίο του καθηγητή οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Λισαβόνας ,João Ferreira do Amaral , ”Γιατί πρέπει να φύγουμε απο το ευρώ”.

 Πηγή: ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

Θραύση κάνει στην Πορτογαλία το βιβλίο του Joao Ferreira do Amaral, το οποίο αναζητά τον «ένοχο» για τα οικονομικά δεινά που υφίστανται οι Πορτογάλοι.

Το βιβλίο με τίτλο «Γιατί πρέπει να φύγουμε από το ευρώ» έχει πυροδοτήσει μια άνευ προηγουμένου συζήτηση στην Πορτογαλία (τηλεοπτικά debate, δημόσιες διαλέξεις, άρθρα στις εφημερίδες) για τα αίτια της οικονομικής κρίσης στην χώρα. Το δίλημμα που τίθεται είναι εάν για αυτήν την κατάσταση ευθύνεται η πολιτική της λιτότητας στο πλαίσιο του προγράμματος διάσωσης ή αν υπαίτιο για την κρίση είναι το ίδιο το ευρώ.

Και ενώ η δημόσια συζήτηση αναλώνεται στο εάν η Πορτογαλία έχει πράγματι μπροστά της ένα ρεαλιστικό μονοπάτι να επιτύχει την οικονομική ανάκαμψη μέσα στην Ευρωζώνη, ο συγγραφέας του βιβλίου είναι κατηγορηματικός: «Η Πορτογαλία δεν έχει καμία ελπίδα να ανακάμψει γρήγορα με το να είναι μέρος μιας νομισματικής ένωσης με ένα τόσο ισχυρό νόμισμα. Ευτυχώς, αυτό το ζήτημα έχει πάψει να αποτελεί ταμπού και πλέον γίνεται ευρεία συζήτηση τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό». Συνέχεια

Η Ψυχιατρική Είναι η Σύγχρονη Ιερά Εξέταση


Η ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΧΘΗΚΕ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΜΗ ΚΑΙ ΤΟΥ «ΚΥΝΗΓΙΟΥ ΤΩΝ ΜΑΓΙΣΣΩΝ» Η ιδέα της ψυχικής αρρώστιας είναι ανάλογη με την ιδέα της μαγείας. Στον 15ο αιώνα, οι άνθρωποι πίστευαν ότι μερικά άτομα ήταν μάγοι και ότι ορισμένες πράξεις οφείλονταν στη μαγεία. Στον 20ο αιώνα, οι άνθρωποι πιστεύουν ότι μερικά άτομα είναι ψυχασθενείς και ότι ορισμένες πράξεις οφείλονται στην ψυχασθένεια.

Περίπου δέκα χρόνια πριν, προσπάθησα να δείξω πως η ιδέα της ψυχασθένειας έχει την ίδια λογική και εμπειρική βάση με την ιδέα της μαγείας, ότι η μαγεία και η ψυχασθένεια είναι εξ’ ολοκλήρου ανακριβείς και εγκλωβιστικές συλλήψεις που προσαρμόζονται κατά βούληση σε οποιαδήποτε χρήση από τον ιερέα ή τον γιατρό (τον «διαγνωστικό») που επιθυμεί να τις χρησιμοποιήσει.[2]

Σκοπεύω να δείξω πως η ιδέα της ψυχικής αρρώστιας εξυπηρετεί στο σύγχρονο κόσμο την ιδία κοινωνική λειτουργία που εξυπηρετούσε η ιδέα της Μαγείας κατά τη μεσαιωνική περίοδο, ότι -δηλαδή- η πίστη στην ύπαρξη της ψυχικής αρρώστιας και οι κοινωνικές πράξεις που απορρέουν απ’ αυτή την πίστη έχουν τις ίδιες ηθικές ενοχοποιήσεις και τις ίδιες πολιτικές συνέπειες μ’ εκείνες που είχε η πίστη στην ύπαρξη της μαγείας και οι κοινωνικές πράξεις που απέρρεαν απ’ αυτή.

Ο Henry Sigerist πρύτανης της αμερικάνικης ιατρικής ιστοριογραφίας, υποστήριζε πως «η σύγχρονη ψυχιατρική γεννήθηκε από την τροποποίηση της στάσης απέναντι στη μαγεία, ως μια μορφή ιατρικής πειθαρχίας».[3] Κι αυτή η άποψη ερμηνεύτηκε μ’ ένα τρόπο που να δείχνει πως οι άνθρωποι που πίστευαν ότι είναι μάγοι ήταν στην πραγματικότητα ψυχικά άρρωστοι που αντί να καταδιωχτούν ως αιρετικοί θα έπρεπε να θεραπευτούν ως τρελοί.

Αν και συμφωνώ με τον Sigerist και τους άλλους ιστορικούς που υποστηρίζουν ότι η ψυχιατρική αναπτύχθηκε μετά την παρακμή και του κυνηγιού των μαγισσών, η ερμηνεία μου βρίσκεται σε ριζική αντίθεση με τη δική τους.

▪ Εκείνοι υποστηρίζουν ότι αυτό έγινε εξαιτίας της βαθμιαίας αποδοχής της άποψης ότι τα άτομα που υποτίθεντο ότι ήταν αιρετικοί, στην πραγματικότητα, δεν ήταν παρά ψυχασθενείς.

▪ Εγώ υποστηρίζω πως αυτό συνέβη εξαιτίας του μετασχηματισμού της θρησκευτικής ιδεολογίας σε επιστημονική, με αποτέλεσμα την αντικατάσταση του θεολογικού κινήματος από ένα μαζικό-ιατρικό κίνημα και την αντικατάσταση της δίωξης των αιρετικών από τη δίωξη των τρελών.

Οι άνθρωποι που πίστευαν στη μαγεία κατασκεύασαν τις μάγισσες περιγράφοντας τον ρόλο τους στους άλλους ή μερικές φορές ακόμα και στον εαυτό τους. Μ’ αυτό τον τρόπο κυριολεκτικά δημιούργησαν τις μάγισσες που η ύπαρξη τους ως κοινωνικών αντικειμένων, απέδειξε την πραγματικότητα της μαγείας.

Ο ισχυρισμός ότι η μαγεία και οι μάγισσες είναι ανύπαρκτες, καθόλου δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν τόσο η συμπεριφορά που περιγράφεται από τις κατ’ ισχυρισμό μάγισσες όσο και οι κοινωνικές αναταραχές που αποδίδονται σ’ αυτές. Την εποχή του κυνηγιού των μαγισσών υπήρχαν πράγματι ορισμένοι άνθρωποι που προκαλούσαν ενόχληση ή ανησυχία σε άλλους ανθρώπους (όπως για παράδειγμα, οι άνδρες που η θρησκευτική τους πίστη και πρακτική διέφερε απ’ αυτή της πλειοψηφίας ή οι γυναίκες που βοηθούσαν στη γέννα των παιδιών ως μαίες). Αυτοί οι άνθρωποι συχνά κατηγορούνταν για μαγεία και διώκονταν ως μάγισσες.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι μάγισσες δεν διάλεγαν οικειοθελώς το ρόλο της μάγισσας: χαρακτηρίζονταν ως μάγισσες και είχαν την ανάλογη μεταχείριση παρά τη θέληση τους. Δηλαδή, ο ρόλος τους απονέμονταν χωρίς το δικαίωμα να τον επιλέξουν και να ξεφύγουν από την εξουσία της εκκλησίας και του κράτους.

Οπωσδήποτε, ο κοινωνικός ρόλος της μάγισσας είχε καθιερωθεί από τον ακαταμάχητο συνδυασμό της άποψης της εξουσίας, της πλατειάς διαδεδομένης προπαγάνδας και της λαϊκής ευπιστίας. Και περιστασιακά συνέβαινε διάφοροι άνθρωποι να ισχυρίζονται από μόνοι τους πως ήταν μάγισσες. Αυτά τα άτομα που δήλωναν ότι ενστερνίζονταν τις ιδέες και τα αισθήματα που χαρακτήριζαν τις μάγισσες και εκδήλωναν ανοικτά την παρεκκλίνουσα θέση τους για την επίτευξη των δικών τους σκοπών (πού πρέπει να ήταν ή η απόδοση ενός νοήματος στη ζωή τους ή η διάπραξη μιας έμμεσης αυτοκτονίας), διάλεγαν από μόνα το

Η ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ ΨΥΧΑΣΘΕΝΕΙΑΣ: Στο παρελθόν οι άνθρωποι δημιούργησαν τις μάγισσες, τώρα δημιουργούν τους ψυχασθενείς. Σε σχέση μ’ αυτό, είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε πως ο ισχυρισμός ότι η τρέλα και οι τρελοί είναι ανύπαρκτοι καθόλου δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει η προσωπική συμπεριφορά που αποδίδεται σε ορισμένα άτομα που χαρακτηρίζονται ως ψυχασθενείς ή ότι δεν υπάρχουν οι κοινωνικές δυσλειτουργίες που αποδίδονται σ’ αυτά.

Στις μέρες μας, πολλοί άνθρωποι που παραβιάζουν το νόμο ή χλευάζουν την συμβατικότητα της ηθικής και της κοινωνίας ή κάνουν χρήση ηρωίνης ή παραμελούν τα παιδιά που φέρνουν στον κόσμο. Τέτοιοι άνθρωποι συχνά κατηγορούνται ως ψυχασθενείς (χαρακτηρίζονται ως «ρέποντες προς το κακό» ή ως «post partum ψυχωτικοί») και διώκονται ως ψυχασθενείς, κλείνονται σε ψυχιατρεία και υποβάλλονται σε «θεραπεία».[4]

Το ζήτημα είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν διαλέγουν το ρόλο του τρελού. Ο ρόλος τους απονέμεται από άλλους και εάν οι κατηγορούμενοι ως ψυχασθενείς είχαν την ευκαιρία, θα επέλεγαν την απαλλαγή τους από την ιατρική και κρατική εξουσία.

Μ’ άλλα λόγια, εάν σκοπεύουμε να δούμε τα πράγματα με καθαρό μάτι και όχι να επιβεβαιώσουμε τις απόψεις της κοινής γνώμης και να δικαιολογήσουμε τις πρακτικές που είναι παραδεκτές απ’ αυτή, θα πρέπει να διευκρινίσουμε τρεις σχετικές αλλά ευδιάκριτες τάξεις φαινομένων:

• Πρώτη, διάφορα συμβάντα ή συμπεριφορές, όπως για παράδειγμα η γέννηση ενός παιδιού ή η απόρριψη ενός υγιούς παιδιού από τη μητέρα.

• Δεύτερη, οι εξηγήσεις αυτών των φαινομένων με θρησκευτικές ή ιατρικές συλλήψεις, όπως η μαγεία ή η ψυχασθένεια.

• Τρίτη, ο κοινωνικός έλεγχος αυτών των φαινομένων που δικαιολογείται με θρησκευτικές ή ιατρικές ερμηνείες και επιβάλλεται με πρακτικές που ερμηνεύονται θεολογικά ή θεραπευτικά, όπως το κάψιμο των μαγισσών ή ο εγκλεισμός των τρελών σε ψυχιατρείο παρά τη θέληση τους. Οποιοσδήποτε μπορεί να δέχεται την πραγματικότητα ενός συμβάντος ή μιας συμπεριφοράς και να αρνείται γενικά τις παραδεκτές ερμηνείες και μεθόδους του κοινωνικού ελέγχου.

Είναι γεγονός ότι οι σφοδρότερες αντιρρήσεις τόσο σε σχέση με την θρησκεία όσο και σε σχέση με την επιστήμη, έχουν επικεντρωθεί όχι στο αληθινό ή μη-αληθινό των ιδιόρρυθμων συμβάντων αλλά στην ορθότητα ή μη-ορθότητα των ερμηνειών τους και στην ορθότητα ή μη-ορθότητα των τακτικών που υιοθετήθηκαν για την καταστολή τους.

Εκείνοι που πραγματικά πίστευαν στη μαγεία, υποστήριζαν ότι οι μάγισσες ήταν αιτία των δυσκολιών που αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι και ότι το κάψιμο τους στην πυρά ήταν μια δίκαιη πράξη. Ενώ εκείνοι που αντιτίθενται σ’ αυτή την πίστη, θεωρούσαν το παραπάνω ισχυρισμό λανθασμένο και τα μέτρα που δικαιολογούνται απ’ αυτόν ως πράξη άδικη.

Με τον ίδιο τρόπο, αυτοί που πραγματικά πιστεύουν στην ύπαρξη της ψυχικής αρρώστιας, ισχυρίζονται ότι αιτία των ανθρώπινων δυσχερειών είναι οι τρελοί και ότι η φυλάκιση τους στα ψυχιατρεία είναι πράξη ορθή. Ενώ εκείνοι που είναι αντιτίθενται σ’ αυτή την πίστη, θεωρούν τον παραπάνω ισχυρισμό λανθασμένο και τα μέτρα που δικαιολογούνται απ’ αυτόν ως πράξη άδικη.[5]

Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΨΥΧΑΣΘΕΝΗ: Ο κοινωνικός ρόλος του ψυχασθενή έχει καθιερωθεί από τον ακαταμάχητο συνδυασμό της κυρίαρχης εξουσιαστικής γνώμης, της πλατειά διαδεδομένης προπαγάνδας και της λαϊκής ευπιστίας ότι περιστασιακά συμβαίνει μερικοί άνθρωποι να ισχυρίζονται από μόνοι τους πως είναι ψυχασθενείς. Οι άνθρωποι αυτοί υποστηρίζουν ότι ενστερνίζονται τις ιδέες και τα αισθήματα που χαρακτηρίζουν τα ψυχικά άρρωστα άτομα και εκδηλώνουν ανοικτά την παρεκκλίνουσα θέση τους για την επίτευξη των δικών τους σκοπών (που μπορεί να είναι η απαλλαγή τους από τη στρατιωτική θητεία ή από ορισμένες άλλες υποχρεώσεις ή το πλήγωμα των εαυτών τους και των οικογενειών τους, κ.ά.).

Είναι δυνατόν οι άνθρωποι αυτοί να αυτοχαρακτηρίζονται ψυχασθενείς με σκοπό να εξασφαλίσουν την ψυχιατρική βοήθεια που θεωρούν πως χρειάζονται και επιθυμούν. Κατά κανόνα, τέτοιοι άνθρωποι ξέρουν ότι δεν είναι ψυχικά άρρωστοι και ότι η αρρώστια τους είναι μεταφορική. Αλλά αναλαμβάνουν το ρόλο του ψυχασθενούς ως το τίμημα που πρέπει να καταβάλουν για να απαιτήσουν τις υπηρεσίες ενός ειδικού, οι πελάτες του οποίου είναι κοινωνικά προσδιορισμένοι μ’ αυτό τον τρόπο.

Η ιδέα της ψυχικής αρρώστιας δεν είναι ούτε απαραίτητη ούτε χρήσιμη για την άσκηση της Συμβολαιακής ψυχοθεραπείας.[6]

Είναι γεγονός πως τέτοιου είδους «άρρωστοι» συχνά «θεραπεύονται» από μη γιατρούς-θεραπευτές (δηλαδή, ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς). Τα περισσότερα απ’ τα θέματα που θίγονται σ’ αυτό το βιβλίο δεν αναφέρονται στους ασθενείς αυτού του είδους, τους θεραπευτές τους ή τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα τους.

Αν και περιστασιακά μόνο μερικά άτομα αναλάμβαναν το ρόλο της μάγισσας με την θέληση τους, ωστόσο στις ιστοριογραφικές μελέτες του κυνηγιού των μαγισσών παίρνεται ως δεδομένο ότι η μάγισσα αναλάμβανε οικειοθελώς το ρόλο της και ότι αρμόδιος για την κατάσταση της θεσμός ήταν η Ιερή Εξέταση.

Θα δεχτώ το ίδιο σκεπτικό και για την εποχή μας: Αν και περιστασιακά μόνο, ορισμένα άτομα αναλαμβάνουν με τη θέληση τους τον ρόλο του ψυχασθενή, θα δεχτώ την υπόθεση ότι ο ψυχικά άρρωστος αναλαμβάνει οικειοθελώς αυτό το ρόλο του και ότι υπεύθυνος θεσμός για την κατάσταση του είναι η Θεσμική Ψυχιατρική.

Για να γίνει μια σαφής διάκριση ανάμεσα στον ακούσιο και τον εκούσιο άρρωστο, εγώ συνήθως αναφέρω το θύμα της ψυχιατρικής σχέσης ως «ακούσιο άρρωστο», τον καταπιεστή του ως «θεσμικό ψυχίατρο» και το σύστημα που εκφράζει και ενσωματώνει την αλληλεπίδραση αυτή ως «Θεσμική Ψυχιατρική».

Το σημαντικότερο οικονομικό χαρακτηριστικό της Θεσμικής Ψυχιατρικής είναι το γεγονός ότι ο θεσμικός ψυχίατρος είναι ένας γραφειοκράτης υπάλληλος που αμείβεται για τις υπηρεσίες του από ένα ιδιωτικό ή δημόσιο οργανισμό και όχι από το άτομο που είναι ο φαινομενικός του πελάτης.

Το σημαντικότερο κοινωνικό χαρακτηριστικό της Θεσμικής Ψυχιατρικής είναι η χρησιμοποίηση της εξουσίας και της απάτης. Εκτός από τη διαδικασία φυλάκισης και εγκλεισμού του «τρελού» για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι αρμοδιότητες του κλινικού ψυχίατρου περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα επεμβάσεων (όπως η εξέταση των εναγόμενων σε δίκη για τον ορισμό της υγείας τους ή της ικανότητας τους να προσαχθούν σε δίκη, η εξέταση των υπαλλήλων προκειμένου να κριθεί η καταλληλότητα τους για κάποια δουλειά, η εξέταση των υποψηφίων για κάποιο κολέγιο, την ιατρική σχολή ή κάποιο ψυχαναλυτικό ίδρυμα προκειμένου να κριθεί η καταλληλότητα τους για να γίνουν δεκτοί, η εξέταση των ιστορικών των θανόντων για να εξακριβωθεί η «ικανότητα τους προς σύνταξη διαθήκης», κ.ο.κ.).[7]

Σύμφωνα μ’ αυτό τον ορισμό, όλοι οι ψυχίατροι που απασχολούνται σε κρατικά ψυχιατρεία, υπηρεσίες υγείας, στρατιωτικούς οργανισμούς, δικαστήρια, φυλακές ή άλλες παρεμφερείς θέσεις είναι κλινικοί ψυχίατροι.

Το σημαντικότερο οικονομικό χαρακτηριστικό της Συμβολαιακής Ψυχιατρικής είναι το γεγονός ότι ο συμβολαιακός ψυχίατρος δεν είναι παρά ένας ιδιώτης επιχειρηματίας που αμείβεται για τις υπηρεσίες του από τον πελάτη του. Το σημαντικότερο κοινωνικό χαρακτηριστικό της είναι η άρνηση της άσκησης εξουσίας και της απάτης.

Η σχέση μεταξύ συμβολαιακού ψυχίατρου και ασθενή βασίζεται σ’ ένα συμβόλαιο που στη σύνταξη του συμμετέχουν ελεύθερα και τα δύο μέρη και που μπορεί ελεύθερα να ακυρωθεί κι απ’ τα δύο μέρη. Το συμβόλαιο καθορίζει μια ανταλλακτική σχέση μεταξύ ψυχιατρικών υπηρεσιών και χρημάτων.[8]

Με άλλα λόγια ενώ ο κλινικός ψυχίατρος επιβάλλεται στον «ασθενή» του (πού δεν πληρώνει ο ίδιος, που δεν θέλει να είναι «ασθενής» και που δεν είναι ελεύθερος να αρνηθεί την «βοήθεια» του), ο συμβολαιακός ψυχίατρος βάζει τον εαυτό του στην υπηρεσία των «άρρωστων» του (πού πρέπει να τον αμείβουν, πρέπει να θέλουν να είναι ασθενείς του και είναι ελεύθεροι να αρνηθούν την βοήθεια του).

Όπως η τυπική ευρωπαία μάγισσα τον 15ο αιώνα, έτσι κι ο τυπικός Αμερικανός ψυχασθενής στην εποχή μας είναι ένα φτωχό άτομο που έχει κατηγορηθεί ή κατηγορείται ότι δημιουργεί προβλήματα και χαρακτηρίζεται ως ψυχοπαθής παρά τη θέληση του. Ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί η να αποδεχθεί το ρόλο του ή να προσπαθήσει να τον απορρίψει. Ο θεσμικός ψυχίατρος όταν έρθει αντιμέτωπος μαζί του μπορεί ή να επιχειρήσει περιορισμό αυτού του ρόλου (ίσως και με εγκλεισμό σε ψυχιατρείο για μεγάλο χρονικό διάστημα) ή να απαλλάξει τον ασθενή απ’ αυτό το ρόλο ύστερα από μια σύντομη περίοδο εγκλεισμού. Σε κάθε περίπτωση, η ψυχιατρική εξουσία ελέγχει απόλυτα αυτή τη σχέση.

Η ΑΝΑΓΩΓΗ ΕΝΟΣ ΦΤΩΧΟΥ ΣΕ ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟ: Για να ερμηνευθεί η αναγωγή ενός φτωχού σε ανεπιθύμητο προϋποτίθεται η ύπαρξη ενός προσώπου που θ’ αναλάβει το ρόλο του ψυχασθενή. Ένα παράδειγμα, τυχαία παρμένο από τον καθημερινό τύπο, είναι αρκετά εύγλωττο: «Δικηγόροι εκπρόσωποι ευκατάστατων πελατών, κατάθεσαν ενόρκως στην Κρατική Επιτροπή Κοινωνικής Ευημερίας ότι μέσα στα δύο τελευταία χρόνια σε έξη ή επτά περιπτώσεις, άτομα που έτυχαν περίθαλψης ατό Τμήμα Ευημερίας της Νέας Υόρκης και δημιούργησαν επεισόδια στους υπαλλήλους, στάλθηκαν στο ψυχιατρικό τμήμα του Bellevew».[9]

Για να ερμηνευτεί ο τρόπος με τον οποίο κατηγορείται κάποιος για πρόκληση επεισοδίων προϋποτίθεται η ύπαρξη ενός προσώπου που θα παίζει το ρόλο του ψυχασθενή. Προσέξτε τα παρακάτω παραδείγματα: Το 1964, συνολικά 1.437 άτομα «υπό κατηγορία ή κατόπιν μηνύσεως στο Κακουργιοδικείο της Μασαχουσέτης, παραπέμφθηκαν για εξέταση της διανοητικής τους κατάστασης πριν από τη διεξαγωγή της δίκης».[10] Δηλαδή, 1.437 άτομα είχαν μεταχείριση ψυχασθενούς, απλώς και μόνο γιατί κατηγορήθηκαν για ένα πταίσμα. Οκτώ χρόνια πριν, ήταν διπλάσιος ο αριθμός των ατόμων που έτυχαν της ίδιας μεταχείρισης για τους ίδιους λόγους.

Πάνω από 1.437 άτομα στάλθηκαν για προσωρινή παρακολούθηση (συνήθως για δύο μήνες) και 224, δηλ. το 1/6 απ’ αυτούς, ξαναστάλθηκαν σε ψυχιατρεία για αόριστο χρονικό διάστημα εγκλεισμού. Το 1964, μόνο στο κακουργιοδικείο του Μανχάταν, 1.388 εναγόμενοι παραπέμφθηκαν για ψυχιατρικές εξετάσεις και το 1/4 απ’ αυτούς ξαναστάλθηκαν στο ψυχιατρείο για αόριστο χρονικό διάστημα.[11]

Παραθέτω αυτά τα δεδομένα, όχι ως παράδειγμα μεμονωμένων άτυχων καταχρήσεων του ψυχιατρικού συστήματος με σκοπό την διόρθωση του από διάφορους φωτισμένους πολίτες, αλλά ως δηλωτικά παραδείγματα μιας παρεμβατικής ψυχιατρικής παρενόχλησης, εκφοβισμού και απαξίωσης που κατοχυρώνει το δικαίωμα ορισμένων μορφών κοινωνικής εξουσίας να επιβάλλουν το ρόλο του ψυχασθενή σε διάφορα άτομα (και ιδιαίτερα σε άτομα προερχόμενα από χαμηλές κοινωνικό-οικονομικές τάξεις).

Ο ισχυρισμός ότι στα πλαίσια ενός κοινωνικού ιδρύματος σημειώνονται μερικές «καταχρήσεις», συνεπάγεται την αναγνώριση πως αυτό το Ίδρυμα εξυπηρετεί κι άλλες επιθυμητές η σωστές ανάγκες. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται, κατά τη γνώμη μου, η μοιραία αδυναμία των αναρίθμητων (παλιών και σύγχρονων, λόγιων και επαγγελματιών) αναφορών για τα ιδιωτικά και τα δημόσια ψυχιατρεία.[12]

Η προσωπική μου θέση είναι διαφορετική: Πιστεύω πως δεν υπάρχουν και δεν μπορούν να υπάρχουν καταχρήσεις στο πλαίσιο της θεσμικής ψυχιατρικής, ακριβώς επειδή η θεσμική ψυχιατρική αποτελεί μια «κατάχρηση» αφεαυτής. Όπως δεν υπήρχαν και δεν μπορούσαν να υπάρχουν καταχρήσεις στο πλαίσιο ης Ιερής Εξέτασης, ακριβώς επειδή η Ιερή Εξέταση συνιστούσε μια κατάχρηση αφεαυτής.

Η ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΙΕΡΑ ΕΞΕΤΑΣΗ: Πράγματι, όπως η Ιερή Εξέταση ήταν η χαρακτηριστική κατάχρηση του Χριστιανισμού, έτσι και η Θεσμική Ψυχιατρική είναι η χαρακτηριστική κατάχρηση της Ιατρικής. Με άλλα λόγια, είναι λογικό και χρήσιμο να διερευνούμε τις χρήσεις και τις καταχρήσεις τέτοιων πολύπλοκων ανθρώπινων μεθοδεύσεων όπως η Θρησκεία, Ιατρική, Επιστήμη και ο Νόμος.

Κι επιπλέον, είναι παράλογο και άχρηστο να μιλάμε για τις χρήσεις και τις καταχρήσεις των διαφόρων ιδρυμάτων (θρησκευτικών, ιατρικών, πολιτικών, κ.ά.), που εξαιτίας των χαρακτηριστικών και αναγκαίων γι’ αυτά μεθόδων που χρησιμοποιούν, τα θεωρούμε ασυμβίβαστα με τις έννοιες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ηθικής.

Οπωσδήποτε, το τι συμβιβάζεται και τι δεν συμβιβάζεται με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ηθική, διαφέρει από εποχή σε εποχή κι από άτομο σε άτομο.

Η Ιερή Εξέταση ακόμα και στην περίοδο της ακμής της, δεν κέντριζε τις ευαισθησίες των περισσοτέρων ανθρώπων, παρόλο που ο καθένας από αυτούς φρόντιζε από μόνος του να παραμείνει έξω από την αρπάγη της. Με τον ίδιο τρόπο, η Θεσμική Ψυχιατρική δεν θίγει τις ευαισθησίες των περισσοτέρων ανθρώπων, παρόλο που καθένας απ’ αυτούς κάνει ό,τι μπορεί από μόνος του για να παραμείνει έξω από την αρπάγη της.

Με βάση την ηθική απόφανση ότι η Θεσμική Ψυχιατρική συνιστά μια «κατάχρηση» για την ανθρώπινη προσωπικότητα και την θεραπευτική σχέση, θέλω να καταστήσω απολύτως σαφές το ότι περιγράφοντας τους τρόπους παρέμβασης της ψυχιατρικής θα δείχνω τις χρήσεις και όχι τις καταχρήσεις της. Θα προσπαθήσω να δείξω μ’ αυτό τον τρόπο πως αν η Θεσμική Ψυχιατρική είναι επιζήμια για τους αποκαλούμενους ψυχασθενείς, αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι υπεύθυνη της κατάχρησης αλλά γιατί η ζημιά που προκαλεί στα άτομα χαρακτηρίζοντας τα, ψυχασθενείς, συνιστά μια ουσιώδη λειτουργία της. Η Θεσμική Ψυχιατρική ήταν και είναι προσανατολισμένη στην προσπάθεια της αναμόρφωσης της ομάδας (οικογένεια, κοινωνία) καταδιώκοντας και υποβαθμίζοντας το άτομο (ως τρελό η άρρωστο).[13]

ΤΟ ΤΙΜΗΜΑ ΤΗΣ «ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΗΣ» Μ’ όλο που έχω προσεγγίσει κοινωνιολογικά την «παρέκκλιση», σε τούτη τη μελέτη απέφυγα, όπου ήταν δυνατό, να αποκαλώ «παρεκκλίνοντες» τις μάγισσες και τους ψυχασθενείς. Οι λέξεις μιλάνε από μόνες τους. Και παρόλο που πολλοί κοινωνιολόγοι επιμένουν πως ο όρος «παρεκκλίνων» δεν υποβαθμίζει την αξία του προσώπου ή της ομάδας που χαρακτηρίζει, στο όρο ενυπάρχει η ενοχοποίηση της κατωτερότητας.

Φυσικά οι κοινωνιολόγοι δεν είναι εξ’ ολοκλήρου άμοιροι της μομφής: Χαρακτηρίζουν τους εξαρτημένους χρήστες ουσιών και τους ομοφυλόφιλους ως «παρεκκλίνοντες» αλλά ποτέ τους ολυμπιονίκες η τους νομπελίστες. Ο όρος σπάνια αποδίδεται σε άτομα με αξιοθαύμαστα χαρακτηριστικά όπως ο εντυπωσιακός πλούτος, η υψηλή επιδεξιότητα, η φήμη, ενώ συνήθως δίνεται σε ανθρώπους με καταφρονητέα χαρακτηριστικά όπως η φτώχεια, η ανυπαρξία όποιας αξιοσημείωτης επιδεξιότητας ή η ατιμία.

Για όλους αυτούς τους λόγους, προσωπικά αποκηρύσσω την σιωπηρή αξίωση που ενυπάρχει στον ορισμό των ψυχασθενών ως «παρεκκλινόντων» ότι μια και που οι άνθρωποι αυτοί διαφέρουν ή ισχυρίζονται ότι διαφέρουν από την πλειοψηφία, δεν είναι παρά άρρωστοι, κακοί, ηλίθιοι ή μη σωστοί, ενώ η πλειοψηφία είναι καλή, λογική ή ορθή.

Ο ορός «κοινωνικά παρεκκλίνοντες» σε σχέση με τα άτομα που ενοχοποιήθηκαν ως ψυχασθενείς, δεν είναι ικανοποιητικός και για ένα επιπρόσθετο λόγο: Σ’ αντίθεση με τους όρους «αποδιοπομπαίος τράγος» ή «θύμα», ο όρος «παρεκκλίνοντες» δεν εκφράζει με σαφήνεια το γεγονός ότι οι πλειοψηφίες χαρακτηρίζουν ως «παρεκκλίνοντες» διάφορα άτομα ή ομάδες με σκοπό την δικαιολόγηση του κοινωνικού ελέγχου που ασκούν επάνω τους, της καταπίεσης, του κατατρεγμού ή της πλήρους εξόντωσης τους.

Είναι χρήσιμο να θυμόμαστε πως οι ρόλοι δεν αποτελούν παρά εκφράσεις αναγκών της κοινωνίας. Κατά συνέπεια, ο ρόλος του «παρεκκλίνοντα» έχει σημασία μόνο ως έκφραση ειδικών κοινωνικών εθίμων και νόμων.

Ο εγκληματίας είναι παρεκκλίνων γιατί παραβιάζει το νόμο. Ο ομοφυλόφιλος γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ετεροφυλόφιλοι. Ο άθεος γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ή λένε ότι πιστεύουν στο Θεό. Η απομάκρυνση από την καθιερωμένη μορφή συμπεριφοράς είναι ένα σημαντικό αλλά όχι και μοναδικό κριτήριο της κοινωνικής παρέκκλισης.

Ένα άτομο μπορεί να θεωρηθεί πως παρεκκλίνει, όχι μόνο επειδή η συμπεριφορά του δεν εναρμονίζεται με το γενικά παραδεκτό ηθικό ιδεώδες. Έτσι, παρόλο που ένας ευτυχισμένος γάμος συνιστά μάλλον την εξαίρεση παρά τον κανόνα, ο ανύπαντρος ή ο μη επιτυχημένος στο γάμο του συχνά θεωρείται ως άτομο ψυχολογικά ασταθές που παρεκκλίνει κοινωνικά. Σε παλιότερες εποχές ο αυνανισμός αντιμετωπίζονταν από τους ψυχίατρους ως σύμπτωμα και ως αιτία της τρέλας.

Η «κοινωνική παρέκκλιση» είναι όρος που χαρακτηρίζει μια πληθώρα κατηγοριών. Ποιου είδους κοινωνικές παρεκκλίσεις θεωρούνται ψυχασθένειες; Η απάντηση περιλαμβάνει εκείνους που η μη-αλλοτριωμένη προσωπική τους συμπεριφορά δεν συμμορφώνεται με τους ψυχιατρικά καθορισμένους και επιβαλλόμενους κανόνες της ψυχικής υγείας. Έτσι, αν η αποφυγή των «ναρκωτικών» είναι κανόνας της ψυχικής υγείας, τότε η λήψη τους θα είναι σημάδι της ψυχικής αρρώστιας. ‘Η, ακόμα, αν η μετριοπάθεια είναι κανόνας της ψυχικής υγείας, τότε η κατάθλιψη και η έξαρση θα είναι σημάδια της ψυχικής αρρώστιας, κ.ο.κ.

Όμως έτσι γίνεται ίσως φανερό ότι είναι πολύτιμα τα συμπεράσματα μας από τη δική μας κατανόηση της ψυχασθένειας και της θεσμικής ψυχιατρικής.

Γεγονός είναι ότι κάθε φορά που οι ψυχίατροι διατυπώνουν ένα καινούργιο κανόνα ψυχικής υγείας δημιουργούν μια νέα κατηγορία ψυχικά αρρώστων, όπως ακριβώς κάθε φορά που οι νομοθέτες θεσπίζουν ένα καινούργιο περιοριστικό νόμο δημιουργούν μια νέα κατηγορία εγκληματιών.

Παράδειγμα, η άποψη ότι η προκατάληψη για τους Εβραίους είναι μια ψυχοπαθολογική εκδήλωση[14] ή ότι οι Αμερικανοί στρατιώτες που παντρεύτηκαν Βιετναμέζες[15] και οι λευκοί που παντρεύονται μαύρες[16] είναι ψυχασθενείς, δεν είναι παρά μια στρατηγική για την διεύρυνση της κατηγορίας των ανθρώπων που μπορούν να χαρακτηρίζονται νόμιμα ως ψυχασθενείς.

Και εφόσον οι συνέπειες του χαρακτηρισμού ενός ατόμου ως ψυχασθενούς συνεπάγονται κυρώσεις (όπως η προσωπική υποβάθμιση, η απώλεια της εργασίας, η αφαίρεση του δικαιώματος να οδηγεί αυτοκίνητο, να ψηφίζει, να συνάπτει έγκυρα συμβόλαια, να παραβρεθεί σε δίκη ως ενάγων ή εναγόμενος ή τέλος, να κλειστεί ισόβια ίσως σε ψυχιατρείο). Η διεύρυνση της κατηγορίας των ανθρώπων που μπορούν να χαρακτηριστούν νόμιμα ως ψυχασθενείς είναι ουσιαστική προϋπόθεση για την εμπέδωση των σκοπών και την αύξηση της εξουσίας της Κίνησης για την Ψυχική Υγεία και των ψυχιατρικών μεθόδων κοινωνικού ελέγχου που χρησιμοποιεί…

Ο Τόμας Σαζ (Thomas Szasz) γεννήθηκε στη Βουδαπέστη το 1920 και εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ σε ηλικία 18 χρόνων. Φοίτησε στην Ιατρική Σχολή του πανεπιστημίου του Cincinati (1938-44). Ασκήθηκε στην ψυχιατρική στην πανεπιστημιακή ψυχιατρική κλινική του Σικάγο (1946-48) και στην ψυχανάλυση, στο Ψυχαναλυτικό Ινστιτούτο της ίδια πόλης (1947-50). Πήρε τον τίτλο ειδικότητας στην ψυχιατρική από το American Board οf Psychiatry and Neurology (1951) και είναι μέλος του Ψυχαναλυτικού Ινστιτούτου του Σικάγο. Συγγραφέας πολλών βιβλίων και συνεργάτης αρκετών ιατρικών και μη, περιοδικών, ήταν καθηγητής της ψυχιατρικής στο Upstate Medical Center του πανεπιστημίου των Συρακουσών της Ν. Υόρκης από το 1956.

Ο Τόμας Σαζ είναι από τους πρωτοπόρους διανοούμενους ψυχιάτρους που δεν περιορίστηκαν μόνο στην καταγγελία της ψυχιατρικής βαρβαρότητας, αλλά -επικεντρώνοντας την προσοχή τους στις σχέσεις της ψυχιατρικής με την κρατική εξουσία και μελετώντας τις ιστορικές κοινωνικές, φιλοσοφικές, οικονομικές και ψευδό-ιατρικές παραμέτρους της- αμφισβήτησαν αυτό καθαυτό το αντικείμενο της ψυχιατρικής (την ψυχική αρρώστια), διέλυσαν την μυθολογία που την περιβάλλει και πρόβαλαν ολοκάθαρα τον πραγματικό της χαρακτήρα και την αληθινή κοινωνική λειτουργία της ως πανίσχυρου και αποτελεσματικού μέσου κοινωνικού ελέγχου.

Το θεωρητικό και πρακτικό έργο του Τόμας Σαζ άσκησε τεράστια επίδραση στη σύγχρονη ψυχιατρική, αντι-ψυχιατρική και μη-ψυχιατρική σκέψη και σφράγισε την εποχή μας, παρά τη μεμψιμοιρία και τη μισαλλοδοξία των (με στενά περιθώρια προβληματισμού) επικριτών του…

Thomas S. Szasz, Η Βιομηχανία της Τρέλας,

(Μετάφραση-Επιμέλεια Δρ. Κλεάνθης Γρίβας)

Πηγή,terrapapers.com