Ο Ρενέ είναι πια μόνο Κουβανός πατριώτης



Aπό τις  9 Μαίου στις 12 μ.μ ο René González Sewherert είναι μόνο Κουβανός πατριώτης. 
 
Όπως ανακοινώθηκε σε συνέντευξη στο Διεθνές Κέντρο Τύπου στην Αβάνα ο Ρενέ παρέλαβε από το Γραφείο Αμερικανικών Συμφερόντων των ΗΠΑ στην Αβάνα το έγγραφο που πιστοποιεί την παραίτησή του από την Βορειοαμερικάνικη υπηκοότητα.
Ο René παρέμεινε για 13 χρόνια σε φυλακή των ΗΠΑ (καταδικασμένος στην γνωστή υπόθεση των 5 και από τον Οκτώβριο του 2012 που αποφυλακίστηκε παραμένει στις ΗΠΑ σε καθεστώς ελεγχόμενης απελευθέρωσης (παραμονή στις ΗΠΑ για 3 χρόνια, και άλλοι περιορισμοί). Τώρα θα μπορέσει να εκτίσει το υπόλοιπο της ποινής στην πατρίδα του μαζί με την οικογένειά του χωρίς να χρειαστεί να επιστρέψει στις ΗΠΑ.
Πέρα από την χαρά  για την δυνατότητα να ζει πια στην Αβάνα, ο θεωρούμενος  ήρωας στην πατρίδα του, ένας από τους 5 ήρωες  κρατούμενους στις ΗΠΑ, δεν θεωρείται τυπικά και νομικά ελεύθερος.
 
«Ο δικαστής αποφάνθηκε θετικά στο αίτημα της παραίτησης (από την βορειοαμερικάνικη υπηκοότητα) όμως ισχύει ακόμα η ελεγχόμενη απελευθέρωση. Γι αυτό λέω ότι δεν είμαι ακόμα ελεύθερος, ο δικαστής θα πρέπει να πάρει και άλλη απόφαση, αν και οι δικηγόροι μου πιστεύουν ότι το αποτέλεσμα θα είναι θετικό. Επίσης δεν θα είμαι πραγματικά ελεύθερος, μέχρι οι 4 αδερφοί μου, οι ήρωες Antonio, Fernando, Ramon και Gerardo να βρεθούν εδώ μαζί μας», δήλωσε ο  René González. Συνέχεια

Τι θα έκανε ο Χάγιεκ απέναντι στην σημερινή κρίση


hayek2

Σημ.απ.γαλάζιου. «Δάσκαλε που δίδασκες ? » ,[ Charles Koch to Friedrich Hayek: Use Social Security!]

In a 1973 letter, the right-wing billionaire urged the libertarian philosopher to collect Social Security and to use Medicare coverage when visiting the United States.

http://www.thenation.com/article/163672/charles-koch-friedrich-hayek-use-social-security#ixzz2TZQh4b6V

—————————————————————————————-

Σας επισυνάπτω μία πρόχειρη μετάφραση της προσέγγισης της Φιλελεύθερης Αυστριακής Σχολής που σχεδόν μόλις πριν ένα μήνα πρωτοδημοσιεύτηκε προκαλώντας μεγάλο αντίκτυπο στον τρόπο αντιμετώπισης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.

Η αξιέπαινη μεταφραστική προσπάθεια είναι του Νίκου Ρώμπαπα nirompapas@libertyforum.gr στελέχους του ΚΕΦΙΜ, Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών http://www.libertyforum.gr/ , το οποίο σε γρήγορο μέλλοντα χρόνο θα αναλάβει πιθανότατα την τελική έκδοση αυτής της τόσο μεστής περιεχομένου και εμπεριστατωμένης μελέτης για την καταστροφικότερη οικονομική κρίση που συνέβη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα.

Τι θα έκανε ο Χάγιεκ. Πως θα αντιμετώπιζαν την Κρίση και θα Εμπόδιζαν την Επανάληψή της οι Οικονομολόγοι της Αυστριακής Σχολής.
Του Ρόμπερτ Μίλερ – Adam Smith Institute, 2013, http://www.adamsmith.org

Original Version in English for free downloading.
What Hayek Would Do.
How Austrian economists would fix the crisis and stop it happening again.
http://www.adamsmith.org/research/reports/what-hayek-would-do-how-austrian-economists-would-fix-the-crisis
by Robert Miller
Robert CB Miller is a former Senior Research Fellow at the Institute of Economic Affairshttp://www.iea.org.uk/

Πως θα αντιμετώπιζε την κρίση ο Χάγιεκ

Το Αυστριακό πρόγραμμα οικονομικής μεταρρύθμισης έχει δύο μέρη. Πρώτον, πρέπει να ληφθούν μέτρα ώστε να διασφαλιστεί ότι η ανάκαμψη θα είναι όσο το δυνατό ταχύτερη και ισχυρότερη. Δεύτερον, μια σειρά από εφικτές μεταρρυθμίσεις στο νομισματικό σύστημα που θα αποτρέψουν την επανάληψη της κρίσης.

Α) Συντομεύοντας την κρίση
Το παράδοξο της οικονομικής κρίσης είναι ότι η ανάπτυξη και η φαινομενική ευημερία είναι αυτές που προκαλούν την επακόλουθη ύφεση. Η ύφεση είναι μια επώδυνη διαδικασία ανάταξης καθώς επιχειρηματίες και καταναλωτές προσπαθούν να προσαρμοστούν και να διορθώσουν λάθη που έγιναν κατά την ανάπτυξη. Το μη βιώσιμο συνονθύλευμα πόρων που δημιουργήθηκε κατά την ανάπτυξη πρέπει να διορθωθεί. Για την ανάκαμψη οι πόροι που έχουν αξιοποιηθεί σε λάθος χρήσεις πρέπει να ανακατανεμηθούν σε ένα νέο μοτίβο. Οι πόροι που έχουν αξιοποιηθεί με λάθος τρόπο κατά την ανάπτυξη πρέπει να μετακινηθούν ώστε να δημιουργηθεί μια βιώσιμη δομή που συνάδει με τις πραγματικές αποφάσεις αποταμίευσης και προτιμήσεις για ρίσκο – που βασίζεται στην πραγματικότητα και όχι στην ψευδαίσθηση που δημιούργησε η αφθονία πιστώσεων. Αυτή η διαδικασία αναδιάρθρωσης θα περιλαμβάνει κατ’ ανάγκην την ανεργία εργατικού δυναμικού και πόρων, καθώς κινούνται από προβληματικούς τομείς σε περιοχές όπου υπάρχει βιώσιμη ζήτηση.
Αυτή η διορθωτική αναδιάταξη εργατικού δυναμικού και πόρων μπορεί να παρεμποδιστεί από ενέργειες των αρχών που καθορίζουν τιμές και μισθούς σε επίπεδα πάνω από αυτά στα οποία θα καθόριζαν οι αγορές. Οι μισθοί μπορεί να αυξηθούν σε κάποιες βιομηχανίες και να μειωθούν σε άλλες, αλλά, δεδομένου ότι η ανάπτυξη κατέστρεψε πόρους με την αξιοποίησή τους εκεί που υπήρχε μικρή οικονομική αξία, οι μισθοί γενικά θα πρέπει να πέσουν, μια και η οικονομία έχει γίνει λιγότερο παραγωγική. Αν αυτές οι αλλαγές παρεμποδιστούν, το αποτέλεσμα θα είναι η περιττή επιμήκυνση της διαδικασίας ανάκαμψης – μια μακρύτερη και βαθύτερη ύφεση απ’ ότι είναι απαραίτητο.
Μια σημαντική συνέπεια αυτής της διαδικασίας ανακατανομής είναι ότι οι πόροι και οι εργαζόμενοι θα πρέπει να μπορούν να μετακινηθούν ελεύθερα και ότι οι τιμές θα πρέπει να αφεθούν ελεύθερες ώστε να μεταφέρουν τα σωστά σήματα. Οι τιμές αντανακλούν τις μεταβολές στην προσφορά και τη ζήτηση: λένε στους ανθρώπους τι πρέπει να κάνουν και πώς να το κάνουν. Αυτό είναι αλήθεια σε κανονικές περιστάσεις, αλλά κατά την ύφεση η αμεσότητα αυτού του συστήματος σηματοδότησης είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς θα είναι απαραίτητες περισσότερες αλλαγές και θα είναι πιθανότατα μεγαλύτερες απ’ ότι υπό κανονικές συνθήκες. Πόροι θα πρέπει να μετατοπιστούν από βιομηχανίες που αναπτύχθηκαν υπερβολικά κατά τη φάση της ανάπτυξης σε αυτές που τους χρειάζονται περισσότερο, και οι τιμές θα καθοδηγήσουν αυτή την αναδιάταξη. Συνέχεια

Παναγιώτης Κονδύλης: Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί περίπτωση φθίνοντος έθνους (1992)


ΚονδύληςΟ Παναγιώτης Κονδύλης  (1943-1998) συμπεριλαμβάνεται πιθανότατα στους σημαντικότερους Έλληνες διανοητές του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα. Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το βιβλίο του “Πλανητική πολιτική μετά τον ψυχρό πόλεμο” και αναδημοσιεύθηκε τον Απρίλιο από την LiFO με ευρεία διαδικτυακή διάδοση και αναπαραγωγή. Αυτές τις ημέρες που οι  «διαπραγματεύσεις» με τους δανειστές και τους Ευρωπαίους αξιωματούχους είναι στο επίκεντρο και το μέλλον της χώρας στην ευρωζώνη φαντάζει επισφαλές, θυμήθηκα το εν λόγω κείμενο του Π. Κονδύλη και θεώρησα σκόπιμο να το αναδημοσιεύσω.

Σπεύδω να προϊδεάσω τον αναγνώστη ότι ίσως θεωρήσει πολλές από τις τοποθετήσεις που ακολουθούν ιδιαιτέρως αιχμηρές και κάποιους χαρακτηρισμούς υπέρ το δέον καυστικούς (ή και ενοχλητικούς). Θα εντυπωσιασθεί όμως ο αναγνώστης του κειμένου αυτού από την ακρίβεια της ρηξικέλευθης ανάλυσης της παθογένειας της νεοελληνικής κοινωνίας και του νεοελληνικού κράτους και την σχεδόν ανατριχιαστική διορατικότητα με την οποία προοικονομούσε προ εικοσαετίας  όσα επακολούθησαν, θεωρώντας ήδη από τότε , ότι χρονικά περιθώρια δεν υπάρχουν: «στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πια περιθώρια για μισόλογα και διακριτικούς υπαινιγμούς».

 
 

                                        Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί περίπτωση φθίνοντος έθνους

Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως ρεαλιστική αυτεπίγνωση. Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικού αυτισμού γιατί το απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητες του και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητας. Όπως οι κατώτεροι ζωικοί οργανισμοί, έτσι και οι σημερινοί Έλληνες αντιδρούν με έντονες αντανακλαστικές κινήσεις μονάχα σ’ ό,τι τους ερεθίζει άμεσα και ειδικά· οι δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στη Χαβάη ή κάποιου «μισέλληνα» στη Γροιλανδία (κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για τα όσα παρεμφερή μαθαίνει κανείς από τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον) ευφραίνουν ή εξάπτουν, αναλόγως, τα πνεύματα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα απασχολούν τα ουσιώδη, αν και συχνά αφανή, μεγέθη της πολιτικής και της οικονομίας.
 


Επίσης ελάχιστοι φαίνεται να ενδιαφέρονται για τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα των διαγραφόμενων οικολογικών στενωπών ή για τις προσεχείς συνέπειες της μετανάστευσης των λαών σε μια χώρα τόσο ευπαθή οικολογικά και τόσο έκθετη γεωγραφικά όσο η Ελλάδα. Όμως η έλλειψη, και μάλιστα η άρνηση, της αυτεπίγνωσης δεν φαίνεται μόνον έμμεσα στη στενότητα της πολιτικής κοσμοεικόνας, από την οποία συνήθως αφορμώνται οι συζητήσεις πάνω στην εθνική πολιτική. Φαίνεται και άμεσα, στον τρόπο διεξαγωγής αυτών των συζητήσεων. Στο επίκεντρό τους βρίσκονται δηλ. περισσότερο ή λιγότερο θεμελιωμένες σκέψεις και γνώμες για το ποιά τροπή θα πάρει αυτή ή εκείνη η συγκεκριμένη εξέλιξη και για το αν αυτή ή εκείνη η ενέργεια ενδείκνυται ή όχι, πράγμα πού συχνότατα οδηγεί στη γνωστή και προσφιλή πολιτικολογία και τραπεζορητορεία. Δεν θίγεται όμως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε πολιτικής προβληματικής: ποιά είναι η ταυτότητα και η οντότητα του πολιτικού υποκειμένου, για τις πράξεις, τις παραλείψεις και το μέλλον του οποίου γίνεται λόγος; Πιο συγκεκριμένα: ποιά είναι η σημερινή φυσιογνωμία της Ελλάδας και τι προκύπτει απ’ αυτήν ως προς την ικανότητά της να ασκήσει εθνική πολιτική μέσα στις σημερινές πλανητικές συνθήκες; Η εσωτερική αποσύνθεση, την οποία κανείς αφήνει να προχωρήσει όσο δεν φαίνεται ν’ αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο, του στερεί τα απαιτούμενα μέσα και περιθώρια ελιγμών όταν η ανάγκη σφίγγει.

Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι μόλις εμφανισθεί στο διεθνές προσκήνιο η Ελλάδα (ολόκληρη Ελλάδα!) και υψώσει τη φωνή για τα δίκαιά της, η κοινωνία των εθνών θα αφήσει τις δικές της έγνοιες και θα ενδιαφερθεί για τα ελληνικά αιτήματα, περίπου αποσβολωμένη από την ηθική λάμψη τους. Η προβολή της εξ ορισμού ανώτερης ηθικής διάστασης φαίνεται να απαλλάσσει από τους ταπεινούς μόχθους και τους παραζαλιστικούς λαβυρίνθους της συγκεκριμένης πολιτικής, φαίνεται δηλ. ότι αρκεί να έχει κανείς το δίκαιο με το μέρος του για να έχει κάνει σχεδόν τα πάντα, όσα εξαρτώνται απ’ αυτόν. Στον υπόλοιπο κόσμο εναπόκειται να αντιληφθεί το ελληνικό δίκαιο και να πράξει ανάλογα. Η ελληνική πλευρά συχνότατα θεώρησε και θεωρεί ως αδιανόητο ότι οι άλλοι μπορούν να έχουν (ειλικρινά ή όχι) διαφορετική αντίληψη για το τι είναι δίκαιο· επίσης δυσκολευόταν και δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τη σκέψη ότι οι άλλοι δεν παίρνουν πάντα τοις μετρητοίς τους ισχυρισμούς της κι ότι χρησιμοποιούν και άλλες πηγές πληροφοριών ή ακούνε και άλλες απόψεις. Εκείνο όμως πού προ παντός αρνείται να κατανοήσει σε μόνιμη βάση η ελληνική πλευρά, καθώς έχει αυτοπαγιδευθεί στις υπεραναπληρώσεις των ηθικολογικών άλλοθι, είναι ότι κάθε ισχυρισμός και κάθε διεκδίκηση μετρούν μόνο τόσο, όσο και η εθνική οντότητα πού στέκει πίσω τους. Όποιος λ.χ. μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να περιμένει ότι θα εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαιά» του. Συνέχεια

Η απεργία της La Canadiense το 1919 – Και η γενική απεργία στη Βαρκελώνη


Σύντομη παρουσίαση της γενικής απεργίας στη Βαρκελώνη το 1919 που ξέσπασε μετά την απόλυση 8 εργατών. — Η εν λόγω απεργία ήταν που ανάγκασε την εισαγωγή της εργάσιμης βδομάδας των 8 ωρών καθώς και αυξήσεις μισθών. — Τον Φλεβάρη του 1919, 8 εργάτες που δούλευαν στο τμήμα συντήρησης του υπό καναδικών κεφαλαίων υδροϋλεκτρικού εργοστασίου στη Βαρκελώνη, γνωστού και ως La Canadiense, απολύθηκαν για πολιτικούς λόγους. Μια μαζική απόλυση που έμελλε να ανάψει μια από τις πλέον επιτυχημένες απεργιακές δράσεις στην ιστορία του ισπανικού εργατικού κινήματος.

Η απεργία καθοδηγήθηκε από τη CNT σ΄ ολόκληρη την πόλη της Βαρκελώνης, στην οποία πήραν μέρος 100.000 εργάτες και έγινε η πιο επιτυχημένη απεργία στην ισπανική ιστορία, αναγκάζοντας την τότε ισπανική κυβέρνηση να θεσμοθετήσει το 8ωρο, γινόμενη έτσι η πρώτη κυβέρνηση στον κόσμο που έκανε επίσημα κάτι τέτοιο.

Το 1919, ο αριθμός των μελών της CNT ανερχόταν σε 755.000 (όπως ανακοινώθηκε σε ένα συνέδριό της στη Μαδρίτη τον ίδιο χρόνο), ενώ την ίδια στιγμή η σοσιαλιστική εργατική συνομοσπονδία UGT είχε 208.000 μέλη. Δηλαδή σχεδόν το 10% των Ισπανών τότε ήταν μέλη της CNT.

Μετά τις απολύσεις των 8 εργατών, στις αρχές Φλεβάρη 1919, στις 5 του μήνα 140 εργάτες του τμήματος κατέβηκαν σε απεργία και 3 μέρες αργότερα ενώθηκε μαζί τους η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών όλου του εργοστασίου. Την ίδια στιγμή, οι εργάτες ενός άλλου παρόμοιου εργοστασίου σε άλλη τοποθεσία της Βαρκελώνης έκαναν καθιστική διαμαρτυρία, ενώ στις 17 του μήνα, κατέβηκε σε απεργία το 80% των εργατών στη βιομηχανία ιματισμού σε αλληλεγγύη προς τους συναδέλφους τους. Οι εργάτες του ιματισμού κατέβασαν και άλλα αιτήματα όπως αναγνώριση του συνδικάτου τους και θεσμοθέτιση του 8ωρου. Σε λίγο οι εργάτες όλων των άλλων εργοστασίων ηλεκτρικών ειδών σε όλη την πόλη κατέβηκαν και αυτοί σε απεργία με τα ίδια αιτήματα και επίσης αύξηση μισθών. Στις 2 του μήνα καλέστηκε μια γενική απεργία των εργατών στον ηλεκτρισμό, κάτι που οδήγησε σε πλήρη σχεδόν ακινητοποίηση της πόλης αλλά και μέρους της Καταλωνίας.

Φοβούμενος το αυξανόμενο απεργιακό κίνημα, ο γενικός διοικητής της πόλης κήρυξε στρατιωτικό νόμο, οι αρχές κήρυξαν την πόλη σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ενώ σε μια προσπάθεια να σπάσουν την απεργία επιστράτευσαν τους απεργούς. Αλλά όλα αυτά αγνοήθηκαν, φυσικά, από την εργατική τάξη, ενώ οι τυπογράφοι αρνήθηκαν να τυπώσουν οποιαδήποτε κυβερνητική ή άλλη διαταγή ή οτιδήποτε αρνητικό για τους απεργούς. Ακολούθησαν και οι εργαζόμενοι των σιδηροδρόμων και των τραμ που κατέβηκαν και αυτοί σε απεργία.

Με βάση τον στρατιωτικό νόμο, συνελήφθησαν περίπου 3.000 απεργοί και ανάμεσά τους σχεδόν ολόκληρη η τοπική ηγεσία της CNT. Αλλά οι αρχές της πόλης είχαν περιέλθει σε κατάσταση πανικού και η οικονομική κατάσταη σε όλη σχεδόν την Καταλωνία άρχισε να χειροτερεύει γιατί δεν ικανοποιούνταν τα αιτήματα των απεργών. Στις 15 και 16 Μάρτη 1919, άρχισαν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη CNT και τις αρχές. Ο Salvador Segui, περιφερειακός γραμματέας της CNT, απαίτησε το 8ωρο, την αναγνώριση των συνδικάτων και την επαναπρόσληψη όλων των απολυμένων και κάλεσε σε γενική απεργία μιας βδομάδας, από τις 24 Μάρτη έως την 1η Απρίλη.

Οι αρχές ικανοποίησαν αμέσως όλα τα αιτήματα. Η CNT απαίτησε, επίσης, την αποφυλάκιση των συλληφθέντων, κάτι που συμφωνήθηκε να γίνει, αλλά με την κυβέρνηση να μην αποφυλακίζει τους υπόδικους. Αλλά οι εργάτες απαίτησαν “να αποφυλακιστούν όλοι” και απείλησε ότι η γενική απεργία θα παραταθεί γα 3 ακόμα μέρες. Τελικά αποφυλακίστηκαν όλοι, αλλά γρήγορα συνελήφθησαν τα μέλη της απεργιακής επιτροπής και η αστυνομία κατάφερε να αποτρέψει την επέκταση της απεργίας, επανακτώντας τον έλεγχο. Σε λίγο, δεκάδες χιλιάδες εργάτες επέστρεψαν στις δουλειές τους εργαζόμενοι 8ωρο. Διαμέσου της καθοριστικής αλληλεγγύης της εργατικής τάξης της Βαρκελώνης όλα τα αιτήματα των απεργών ικανοποιήθηκαν ενώ αυξήθηκαν και οι μισθοί σε μερικές βιομηχανίες.

Η απεργία αυτή παραμένει ακόμα και μέχρι σήμερα η πιο επιτυχής στην Ισπανία.

*Το κείμενο συντάχθηκε με τη συλλογή σκόρπιων στοιχείων κυρίως από το διαδίκτυο.

 Πηγή,sxoliastesxwrissynora.wordpress.com 

Ποια κυβέρνηση για το popolo;


Νικολό Μακιαβέλι
1469-1527
Η διαφθορά του ηγεμόνα και ο ασθενής λαός
Στην ανάλυση που ακολουθεί παρουσιάζονται ορισμένες βασικές υποτυπώσεις της μακιαβελικής σκέψης γύρω από τη λειτουργικότητα της σχέσης ανάμεσα στην κυβέρνηση και τον λαό. Η λειτουργικότητα αυτήδεν μας αφορά απλώς ιστοριογραφικά, αλλά κατ΄εξοχήνιστορικάοντολογικά, άρα πάντοτε επικαιρικά: π.χ. το δράμα της διακυβέρνησης της Ελλάδας από «μισθοφόρους και πραιτοριανούς», η άλωση κυριολεκτικά της εξουσίας από ανίκανους, διεφθαρμένους και αδίστακτους πολιτικάντηδες με «δημοκρατικό» προσωπείο επαναθέτει με οξύτητα το ερώτημα: πώς αξίζει να σκέπτεται κανείς το Πολιτικό εν Ελλάδι; Προς αυτή την κατεύθυνση μας διδάσκει με περισσή ακρίβεια η πολιτική σκέψη του Μακιαβέλι. Τι μας διδάσκει; Ότι μέσα σε μια δυσλειτουργική κοινωνία, σαν τη δική μας,  χρειάζεται να διερευνάμε εκ νέου και από τη ρίζα του το φαινόμενο της διασφάλισης μιας αρμονικής, ήτοι νομο-λειτουργικής συλλογικότητας, εντός της οποίας οι πολλοί αισθάνονται σιγουριά και βεβαιότητα. Η διερεύνηση ενός τέτοιου φαινομένου αφορά τόσο τις θετικές όσο και τις αρνητικές του όψεις. Ποιοι παράγοντες εμπλέκονται σε μια τέτοια συλλογικότητα; Η κυβέρνηση και ο λαόςΗ λειτουργία μιας κυβέρνησης, μας λέει ο Μακιαβέλι, η συμπεριφορά της, η γενική της στάση, βρίσκεται σε ευθεία συνάρτηση με τη κατά το δυνατόν συνειδητή παρουσία του λαού μέσα σε ένα συνεχώς και όχι πάντοτε προσδοκώμενο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι.
§2
Πώς αποτιμά  ο Μακιαβέλι τη σκέψη και την κρίση του λαού εν γένει; Θεωρεί πως ο λαός διαθέτει μια αξιοσέβαστη κρίση, μια ικανότηταπολιτικού λέγειν και πράττειν, η οποία εκδηλώνεται κυρίως ως ενδιαφέρον, ως έγνοια για τη διατήρηση του κράτους, όχι όμως και για τηθεμελίωσή του, για την αρχέγονηπρωταρχική του σύλληψη. Τι σημαίνει αυτό;  Πώς το popolo, ως ποσοτικό πλήθος, με τη μια ή την άλλη ευκαιρία,δείχνει να αποζητά  ηγέτες, κυβερνήτες, που θα εργαστούν για τη διατήρηση του κράτους.  Χωρίς κυβέρνηση, ο λαός αισθάνεται ανερμάτιστος, ανύπαρκτος, άχρηστος. Ευθέως επομένως καταφάσκει την υπαγωγή του ζωτικού του Είναι στον ηγεμόνα. Στο κράτος, ανεξάρτητα από το πολίτευμα, εναποθέτει τη συνοχή και την αυτό-βεβαιότητά του. Τη δύναμή του, ως εκ τούτου, την εξαρτά από την ύπαρξη της κυβέρνησης:από την ικανότητα του ηγέτη να τον καθοδηγεί σωστά, δηλαδή να τον πείθει για εκείνο που ανταποκρίνεται στα συμφέροντα του salus populi. Ο λαός έτσι επιλέγει μόνος του τη θέση μέσα στη σχέση: κυβέρνησηςλαού.Ποια είναι αυτή η θέση; Η θέση του ακροατή· με σημερινούς όρους του οπαδού που έχει γνώμη για τα «πάντα», αλλά καμιά γνώση περί του ίδιου του βαθύτερου πολιτικού του Είναι. Ένας λαός, που είναι ακροατής,δεν στοχάζεται πάνω στο πολιτικο-κοινωνικό του Είναι, παρά προστρέχει πίσω από την ισχύ του ηγεμόνα. Ακριβώς γι’ αυτό, ο τελευταίος πρέπει να δείχνει αυτή την ισχύ του με το να κερδίζει, παντί τρόπω, την εμπιστοσύνη του λαού.
 §3
Με βάση τα παραπάνω, ένας καλός ηγεμόνας, σε σωστά λειτουργούσες δημοκρατίες, πρέπει να ενθαρρύνει τη δημιουργία ενός σκεπτόμενου ακροατηρίου (του), ώστε οι άνθρωποι που το απαρτίζουν να μπορούν να επιλέγουν τους πιο άξιους στα ανώτατα αξιώματα. Ωστόσο, αν και ακροατές χωρίς ιδιαίτερη στοχαστική ενατένιση, οι περισσότεροι άνθρωποι διέπονται κατά κανόνα από την επιθυμία να μην καταπιέζονται από τους ισχυρούς και τους πλούσιους. Αισθάνονται επομένως ασφαλείς απέναντι σε καταχρηστικές εξουσίες μόνο σε μια σύννομη λειτουργία των θεσμών και της διακυβέρνησης. Όταν όμως απουσιάζει μια τέτοια λειτουργία, δεσπόζει παντού η διαφθορά και η δεσποτική, τυραννική, αμοραλιστική συμπεριφορά των κυβερνώντων. Αυτοί οι διεφθαρμένοι πολιτικοί δεσπότες επεκτείνουν τη διαφθορά και τη συνενοχή ως μέσα στα σπλάχνα του λαού, και τούτο γιατί ο τελευταίος, όπως λέχτηκε πιο πάνω, εξαρτά την οντολογική του ύπαρξη από την αντίστοιχη του ηγεμόνα. Έτσι η σχέση κυβέρνησης–λαού μεταποιείται σε σχέση ενός διεφθαρμένου όλου. Εάν επιχειρήσει κανείς να ερμηνεύσει, έστω και κατ’ ελάχιστο, το πολιτικό status της Ελλάδας από την ως άνω σκοπιά του Μακιαβέλι, εύκολα πλέον διαγιγνώσκει, γιατί  μια όχι ευκαταφρόνητη πλειοψηφία του λαού δεν καταδικάζει σε πολιτικό θάνατο τις σάπιες πολιτικές φατρίες και παρατάξεις. Όχι μόνο δεν τις καταδικάζει, αλλά ετοιμάζεται να εμπεδώσει ξανά και πάλι τη διεφθαρμένη τους δεσποτεία, παρότι αυτές τον έχουν οδηγήσει, ασύστολα ψευδόμενες, σε οντολογικό θάνατο. Ο Μακιαβέλι εν τέλει αποφαίνεται προ-φητικά: όταν μια διεφθαρμένη διακυβέρνηση διαποτίζει με διαφθορά ένα λαό, αυτός ο λαός ασθενεί και χρειάζεται μια ανώτερη ποιοτικά εξουσία που θα τον επαναφέρει στην πρότερη υγιή του κατάσταση.
Πηγή, hegel-platon.blogspot.gr