Τα Σοβιετικά Συντάγματα


41Παρατηρήσεις για τα Σοβιετικά Συντάγματα του 1918 και 1936

του Δημήτρη Δημούλη

Τεύχος 33, περίοδος: Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1990

Σ.απ.γαλ.: Αφιερωμένο στον σφε Λεωνίδα…για να παίρνουμε ιδέες. Ποιός ξέρει ; μπορεί και να χρειαστούν πολύ γρήγορα…

Αλήθεια, οι Ευρωπαίοι φεουδάρχες των Βρυξελλών ποιούς τελικά εξυπηρετούν;

Το άρθρο είναι πολύ μεγάλο,κρατήστε το όμως στο αρχείο σας και διαβάστε το σιγά-σιγά, γιατί έχει πάρα πολύ «ζουμί»…και όχι μόνο από συνταγματική-νομική πλευρά.

έχει και ωραίες φωτογραφίες…

1.  Εισαγωγή

1.1. Τα Σοβιετικά Συντάγματα δημιούργησαν στους «ειδικούς» της Δύσης αμηχανία. Και η αμηχανία εκφράζεται με τη σιωπή. Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, στην Ελλάδα όπου οι «καθ’ ύλην» αρμόδιοι νομικοί σιώπησαν και εξακολουθούν να σιωπούν (Τάχος 1989), προφανώς επειδή το εννοιολογικό τους οπλοστάσιο και οι ακαδημαϊκές τους επιδιώξεις δεν συμβιβάζονται με τη μελέτη της συνταγματικής παραγωγής ενός κράτους που επιδίωκε να είναι ταυτόχρονα «μη κράτος». Οι ελάχιστοι νομικοί που αναφέρθηκαν στα Συντάγματα αυτά, ανταποκρίθηκαν στις εγκλήσεις της πολιτικής τους πρακτικής η οποία προσδιόρισε τον τρόπο και την έκταση της παρέμβασης τους. Ορισμένοι περιορίστηκαν στην αγιογραφία των «δημοκρατικών κατακτήσεων» της ΕΣΣΔ μετά το 1936 (Σκουριώτης 1945) ενώ άλλοι συνόδευσαν τους επαίνους για το έργο της Οκτωβριανής Επανάστασης – έπαινοι που υπαγορεύονταν από την πολιτική ανάγκη ορισμένων σοσιαλδημοκρατικών ομάδων για «ειρηνική συνύπαρξη» με το ΚΚΕ – με τη ρητή άρνηση να μελετήσουν τη σοβιετική εμπειρία και να την αξιολογήσουν ως μοντέλο μετάβασης στο σοσιαλισμό (πρακτικά μοναδικό παράδειγμα η στάση του Αλ. Σβώλου, καθηγητή του συνταγματικού δικαίου – Σβώλος 1921, Πάσχος 1981).

Η ίδια αμηχανία εκφράστηκε και σε άλλες χώρες, με διαφορετικό όμως τρόπο. Πρόκειται για το λεκτικό πληθωρισμό της «σοβιετολογίας», η οποία αποτελεί τη θεωρητική συνιστώσα του αντικομμουνισμού και «αναλύει» τα τεκταινόμενα στο λεγόμενο υπαρκτό σοσιαλισμό βασιζόμενη στο ιδεολογικό σχήμα του ολοκληρωτισμού και ασκώντας θεωρητική τρομοκρατία με το «επιχείρημα του Γκουλάγκ» (για την κριτική της έννοιας του ολοκληρωτισμού βλ. Πουλαντζάς 1975 και για την ιδεολογική χρήση του Γκουλάγκ, Lecourt 1978). Η νομική εκδοχή της σοβιετολογίας (για τη Γαλλία Gelard 1975, Lesage 1987) περιλαμβάνει τη λεπτομερή περιγραφή του οργανωτικού συστήματος των «σοσιαλιστικών» Συνταγμάτων, την καταγγελία της εικονικότητας του και, τέλος, την «αποκάλυψη» της πραγματικότητας που, κατά τους συγγραφείς αυτούς, έγκειται στην παντοδυναμία του Κόμματος – Μεγάλου Αδελφού το οποίο ελέγχει τα πάντα και κατορθώνει μυστηριωδώς να επιβάλλεται στο σύνολο των κοινωνικών δυνάμεων. Οι πιο πρόσφατες εκδόσεις των εγχειριδίων σοβιετολογίας περιλαμβάνουν και ένα συγκρατημένο έπαινο στο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ και τις απόψεις του οι οποίες, όπως φαίνεται, συμπίπτουν με όσα οι σοβιετολόγοι επιθυμούν και ήδη απολαμβάνουν στις δυτικές κοινωνίες. Είναι προφανές ότι πίσω από το λεκτικό πληθωρισμό βρίσκεται και εδώ η θεωρητική σιωπή και η αμηχανία απέναντι στο μαρξισμό και τα αποτελέσματα της ιστορικής του επένδυσης.

421.2. Το παρόν άρθρο επιχειρεί κατ’ αρχήν να παρουσιάσει τα σοβιετικά Συντάγματα του 1918 και 1936 που είναι περίπου άγνωστα στην Ελλάδα. Η παρουσίαση αυτή δεν θα έχει τα πάγια χαρακτηριστικά της σοβιετολογίας (φορμαλισμός, φιλελεύθερη χρηστομάθεια, θεολογία του Παντοδύναμου Κέντρου) ή της συμμετρικής προς αυτή «φιλοσοβιετικής» φιλολογίας και απολογητικής (Academie des sciences de l’ URSS 1971, Kroutogolov 1983). Αντίθετα, θα επιδιωχθεί η σύνδεση του δικαίου με την κοινωνική ιστορία, κάτι που συνήθως αποφεύγεται στις νομικές προσεγγίσεις με το πρόσχημα της «σχετικής αυτονομίας» του δικαίου (για τα ιστορικά στοιχεία που ακολουθούν χρησιμοποιήθηκαν τα έργα των Καρρ 1977-1978, Ferro 1967-1976 και ιδίως οι μαρξιστικές αναλύσεις του Bettelheim 1974 – 1983).

Η εξέταση των μετασχηματισμών που πραγματοποιήθηκαν στη Σοβιετική Ένωση στο διάστημα 1917-1936 θα μας επιτρέψει να αναφερθούμε στους λόγους θέσπισης των Συνταγμάτων αυτών και στις συνέπειες της υιοθέτησης τους. Τέλος θα επιδιωχθεί στο περιθώριο του άρθρου η εξέταση των ορίων ισχύος της παραδοχής ότι το δίκαιο αποτελεί έκφραση συσχετισμού δυνάμεων, δηλαδή παγιώνει ορισμένα χαρακτηριστικά της ταξικής πάλης, με την εξέταση της δυνατότητας και του τρόπου εφαρμογής της παραδοχής αυτής στη σοβιετική ιστορία.

2.    Η συγκυρία θέσπισης του Συντάγματος 1918

2.1. Η αυθόρμητη εξέγερση στρατιωτών και εργατών που εκφράζεται με απεργίες και διαδηλώσεις ανατρέπει τη δυναστεία των Ρωμανώφ (27.2.17) και οδηγεί στο σχηματισμό της προσωρινής κυβέρνησης Λβωφ και τη δημιουργία των Σοβιέτ εργατών και αγροτών με πρώτο το Σοβιέτ της Πετρούπολης. Τα Σοβιέτ, στα οποία κυριαρχούν οι μενσεβίκοι, αρχίζουν να ασκούν μια «παράλληλη» εξουσία και συντονίζουν για πρώτη φορά τη δράση τους στη Σύνοδο του Μαρτίου χωρίς πάντως να αμφισβητούν ευθέως την κεντρική εξουσία. Η κυβέρνηση του πρίγκιπα Λβωφ, που περιλαμβάνει αποκλειστικά εκπροσώπους των αστικών κομμάτων με «προοδευτικότερο» τον σοσιαλιστή Κερένσκυ, δεν θα κατορθώσει τους επόμενους μήνες να αποκτήσει τον έλεγχο των εξελίξεων. Βασικός λόγος είναι η προοδευτική ριζοσπαστικοποίηση των Σοβιέτ υπό την επίδραση του κόμματος των μπολσεβίκων αλλά και οι αναρίθμητες τοπικές εξεγέρσεις των αγροτών οι οποίοι απαλλοτριώνουν την γη των μεγαλοϊδιοκτητών και παρ’ ότι δεν θέτουν το ζήτημα μεταβολής της κεντρικής εξουσίας, διευκολύνουν αντικειμενικά την επικράτηση των μπολσεβίκων.

Η συμβιβαστική στάση που τηρούν αρχικά οι μπολσεβίκοι απέναντι σιην προσωρινή κυβέρνηση (προτεραιότητα της αστικής επανάστασης στην καθυστερημένη Ρωσία και ανάγκη συνέχισης του πολέμου για την «υπεράσπιση της πατρίδας» – θέση που εκφράζεται με άρθρα του Στάλιν στην Πράβδα) μεταβάλλεται μετά την άφιξη του Λένιν στην Πετρούπολη (3.4.17). Με τις «θέσεις του Απρίλη», ο Λένιν τάσσεται υπέρ της άμεσης μετάβασης στη δεύτερη φάση της επανάστασης με την μεταφορά «όλης της εξουσίας στα Σοβιέτ», την εθνικοποίηση της γης, τον έλεγχο της παραγωγής από τα Σοβιέτ και την άμεση συνθηκολόγηση (Λένιν 1975, σσ. 66-93). Οι αναλύσεις του Λένιν υιοθετήθηκαν, παρά τις ισχυρές αντιδράσεις, από το κόμμα των μπολσεβίκων (Συνδιάσκεψη του Απρίλη, 14.4.90). Το 1ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ (Ιούνιος Ί7) απορρίπτει πάντως την πρόταση των μπολσεβίκων για μεταβίβαση της εξουσίας στα Σοβιέτ και εκφράζει την εμπιστοσύνη της στην κυβέρνηση Λβωφ. Τον Ιούλιο ξεσπούν λαϊκές εξεγέρσεις ως αντίδραση στη στρατηγική συνέχισης του πολέμου. Οι εξεγέρσεις αυτές οδηγούν αρχικά στη σκλήρυνση της στάσης της προσωρινής κυβέρνησης (το κόμμα των μπολσεβίκων τίθεται υπό διωγμό, φυγή των Λένιν-Ζηνόβιεφ στη Φιλανδία) και, στη συνέχεια, προκαλούν κυβερνητική κρίση (σχηματισμός κυβέρνησης Κερένσκυ). Στο ίδιο διάστημα, η ανάγκη της αστικής τάξης για συμμαχία με τους μεγαλογαιοκτήμονες οδηγεί στην άσκηση τρομοκρατίας στην ύπαιθρο και την άγρια καταστολή των αγροτικών εξεγέρσεων. Τον Αύγουστο του ’17 οι μπολσεβίκοι εγκαταλείπουν προσωρινά το σύνθημα «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ» διότι κρίνουν ότι η κατά μέτωπον σύγκρουση είναι πρόωρη εν όψει και της επικράτησης σοσιαλεπαναστατών και μενσεβίκων στα Σοβιέτ.

1Η επαναστατική κρίση είναι όμως ορατή στην ύπαιθρο και αντανακλάται στην αυξανόμενη δυσαρέσκεια των επιστρατευμένων χωρικών, την παράλυση της προσωρινής κυβέρνησης και την εκ νέου αύξηση της επιρροής των μπολσεβίκων στα περισσότερα Σοβιέτ. Μετά την επιστροφή του Λένιν στην Πετρούπολη (Σεπτέμβριος Ί7) επανέρχονται στο προσκήνιο οι θέσεις του Απρίλη και αποφασίζεται σε συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής, παρά την αντίδραση μιας ισχυρής μειοψηφίας υπό τους Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ, η προετοιμασία ένοπλης εξέγερσης για την κατάληψη της εξουσίας. Στην ίδια κατεύθυνση, το Σοβιέτ της Πετρούπολης δημιουργεί στρατιωτική επαναστατική επιτροπή μπολσεβίκων με πρόεδρο τον Τρότσκυ.

Στις 24.10.17 οι μπολσεβίκοι δημιουργούν μια «σκιώδη» κυβέρνηση και την επόμενη μέρα ένοπλοι εργάτες και στρατιώτες (στην Πετρούπολη υπάρχουν περίπου 20.000 ερυθροφρουροί) καταλαμβάνουν αναίμακτα στρατηγικά σημεία της Πετρούπολης, συλλαμβάνουν μέλη της προσωρινής κυβέρνησης η οποία συνεδριάζει στα Χειμερινά Ανάκτορα και «αποκτούν την εξουσία». Την ίδια μέρα αρχίζουν οι εργασίες του 2ου Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ. Παρά το ότι έχουν την πλειοψηφία στο Συνέδριο, οι μπολσεβίκοι δεν θα «παραδώσουν» την εξουσία σ’ αυτό. Ταυτίζουν έτσι την επιτυχία της επανάστασης με την αποκλειστική διεύθυνση της από την πρωτοπορία του κόμματος το οποίο ηγεμόνευσε στην επαναστατική διαδικασία διατυπώνοντας ορθές πολιτικές αναλύσεις και εφαρμόζοντας τες με επιτυχία. Το Συνέδριο επικυρώνει το τετελεσμένο γεγονός κατάληψης της εξουσίας από τους μπολσεβίκους, υπερψηφίζει την κυβέρνηση των μπολσεβίκων (Σοβναρκόμ), εκλέγει μια Εκτελεστική Επιτροπή και διαλύεται εν όψει της σύγκλησης Συντακτικής Συνέλευσης. Ανάλογες εξεγέρσεις γίνονται στην Κρονστάνδη και τη Μόσχα ενώ η εξουσία των μπολσεβίκων αναγνωρίζεται de facto από το στρατό.

Στις 2.11.17 δημοσιεύεται η Διακήρυξη των δικαιωμάτων των λαών της Ρωσίας με την οποία εξαγγέλλεται η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στη γη, το δικαίωμα των λαών της Ρωσίας για αυτοδιάθεση, το αιρετό των ανώτερων στρατιωτικών και γίνεται αναφορά στον εργατικό έλεγχο της παραγωγής (το κείμενο σε Τάχο 1989). Το Σοβναρκόμ αποκτά τον έλεγχο μεγάλου τμήματος της ευρωπαϊκής Ρωσίας και οργανώνει αδιάβλητες εκλογές για την ανάδειξη Συντακτικής Συνέλευσης (12.11.17), στις οποίες οι σοσιαλεπαναστάτες, που εξακολουθούν να έχουν μεγάλη επιρροή στις αγροτικές μάζες, αποκτούν την απόλυτη πλειοψηφία (η αριστερή πτέρυγα τους – 40 από τους 370 αντιπροσώπους – θα συνεργαστεί στη συνέχεια με τους μπολσεβίκους και στελέχη της θα διοριστούν μέλη του Σοβναρκόμ).

11Με δεδομένη τη μειοψηφία των μπολσεβίκων στη Συνέλευση και τις αντεπαναστατικές κινήσεις που οργανώνονται στα νότια της χώρας, ο Λένιν επαναλαμβάνει την πάγια μετά το 1916 θέση του (Lenine 1977, Λένιν 1977) ότι η προλεταριακή επανάσταση δεν μπορεί να εδραιωθεί στα συνταγματικά πλαίσια της αστικής δημοκρατίας, υπέρτατη έκφραση της οποίας αποτελεί τη στιγμή εκείνη η Συντακτική συνέλευση, ούτε να κριθεί στα πλαίσια της νομιμότητας και του σεβασμού των θεσμών. Η ανάλυση αυτή υιοθετείται από το κόμμα των μπολσεβίκων και την Εκτελεστική Επιτροπή, η οποία συγκαλεί το 3ο Συνέδριο των Σοβιέτ – έκφραση της σοβιετικής εξουσίας – για τις 8.1.18 δηλαδή τρεις μέρες μετά την προγραμματισμένη σύνοδο της Συντακτικής. Τίθεται για άλλη μια φορά το θεσμικό ζήτημα της δυαδικής εξουσίας. Η Διακήρυξη των δικαιωμάτων του εργαζόμενου και υπό εκμετάλλευση λαού που υιοθετείται από την Εκτελεστική Επιτροπή στις 3.1.18 επαναλαμβάνει ότι όλη η εξουσία ανήκει στα Σοβιέτ και αμφισβητεί τις αρμοδιότητες της Συντακτικής.

Με τη σύγκληση της Συντακτικής επιβεβαιώνεται η πλειοψηφία των αντεπαναστατικών δυνάμεων αλλά και η αδυναμία της να αμφισβητήσει αποτελεσματικά το factum άσκησης της εξουσίας από τους μπολσεβίκους. Η Εκτελεστική Επιτροπή αποφασίζει τη διάλυση της Συντακτικής και τις αρμοδιότητες της αναλαμβάνει το 3ο Συνέδριο των Σοβιέτ το οποίο επικυρώνει τη Διακήρυξη του Ιανουαρίου και το ψήφισμα του Στάλιν για τον ομοσπονδιακό χαρακτήρα της Ρωσίας, ενώ αναθέτει στην Εκτελεστική Επιτροπή τη σύνταξη σχεδίου Συντάγματος της Σοβιετικής Δημοκρατίας.

2.2. Μέχρι την ψήφιση του Συντάγματος (10.7.18) λαμβάνουν χώρα στη Σοβιετική Ένωση οι ακόλουθες εξελίξεις:

2.2.1. Το σημαντικότερο πολιτικό στρατιωτικό γεγονός της περιόδου είναι η σύναψη της συνθήκης ειρήνης του Μπρέστ Λίτοβσκ (3.3.18), η οποία προβλέπει την παραχώρηση ρωσικών εδαφών στη Γερμανία. Η συνθήκη που συνάπτεται μετά την επικράτηση της θέσης που υποστήριζε ο Λένιν ήδη από τον Απρίλιο του ’17 (Λένιν 1975) και δεδομένης της προέλασης των γερμανικών στρατευμάτων, συναντά την «πατριωτική» αντίδραση των λοιπών κομμάτων (οι αριστεροί σοσιαλεπαναστάτες διαρρηγνύουν τη συμμαχία τους με τους μπολσεβίκους και αποχωρούν από το Σοβναρκόμ) και έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία εσωτερικής αντιπολίτευσης στο κόμμα των μπολσεβίκων (αριστεροί κομμουνιστές υπό τον Μπουχάριν, οι οποίοι εκδίδουν αμέσως την εφημερίδα Kommunist).

10Παράλληλα αρχίζει ο σχηματισμός του Κόκκινου Στρατού με κύριο υπεύθυνο τον Τρότσκυ και πυρήνα τους τεχνικούς και αξιωματικούς του τσαρικού στρατού και νέους «σοβιετικούς» αξιωματικούς. Πολύ γρήγορα υιοθετούνται οι στρατιωτικοί κανόνες της πειθαρχίας και της ιεραρχίας, ο «έλεγχος από τους στρατιώτες» αντικαθίσταται με την πρακτική της τοποθέτησης πολιτικών επιτρόπων για την αποτροπή αντεπαναστατικών κινήσεων εκ μέρους των αξιωματικών και περιορίζεται η δράση των «άτακτων» τοπικών αποσπασμάτων (για τον Κόκκινο Στρατό, Bettelheim 1974 σσ. 244-248).

2.2.2. Οικονομική πολιτική και οργάνωση της παραγωγής (Καρρ 1978, σσ. 82-194). Μη αναγνώριση του εξωτερικού χρέους, δημιουργία πληθωριστικού χρήματος, εθνικοποίηση Τραπεζών οι οποίες συγχωνεύονται στην κεντρική «Εθνική Τράπεζα», περιορισμένες εθνικοποιήσεις βιομηχανιών ιδίως για την αποφυγή σαμποτάζ (το ρεύμα εθνικοποιήσεων εντείνεται μετά τον Απρίλιο του ’18 και οδηγεί στην εξαφάνιση των βιομηχάνων και χρηματιστών καπιταλιστών). Στον τομέα του εξωτερικού εμπορίου καθιερώνεται το κρατικό μονοπώλιο, διακόπτεται κάθε εμπορική σχέση με τις δυνάμεις της Entente και αρχίζουν διαπραγματεύσεις για τη σύναψη εμπορικών σχέσεων με τη Γερμανία.

Εγκαθιδρύεται ο εργατικός έλεγχος στην παραγωγή και ανατίθεται στις εργοστασιακές επιτροπές βάσης. Μπροστά στις αδυναμίες συντονισμού της παραγωγής σε εθνικό επίπεδο, ο εργατικός έλεγχος της παραγωγής «συγκεντρώνεται» στο Πανρωσικό συμβούλιο εργατικού ελέγχου και το Ανώτατο συμβούλιο εθνικής οικονομίας. Το μέτρο αυτό που συναντά την αντίδραση των ίδιων των εργατών, των αναρχοσυνδικαλιστών και των «αριστερών κομμουνιστών» οι οποίοι καταγγέλλουν την καπιταλιστική πειθάρχηση μέσω του «γραφειοκρατικού συγκεντρωτισμού» (Bettelheim 1974 σ.336) οδηγεί στο μαρασμό του εργατικού ελέγχου. Στο μαρασμό του εργατικού ελέγχου συντελεί και η απασχόληση των μπολσεβίκων εργατών στα κομματικά όργανα ή η αναχώρηση τους για το μέτωπο (Linhart 1976). Μετά το Μάρτιο του ’18 υιοθετείται η στρατηγική του «κρατικού καπιταλισμού» και η διεύθυνση των επιχειρήσεων ανατίθεται σε «αστούς ειδικούς» (καπιταλιστές, διευθυντές επιχειρήσεων, τεχνικά στελέχη). Η θέση των εργατών βελτιώνεται από άποψη μισθού και ωραρίου αλλά διατηρείται η κλίμακα μισθών, η αμοιβή με πριμ ή «με το κομμάτι» και ενισχύεται η πειθαρχία εκ των άνω με παράλληλη εισαγωγή τεϋλοριστικών μεθόδων εργασίας (Linhart 1976).

532.2.3. Γεωργία (Karr 1978, σσ.5881). Ολοκλήρωση της κατάληψης της γης που ανήκε στους μεγαλογαιοκτήμονες και την Εκκλησία με λαϊκή πρωτοβουλία και σε συνθήκες που ποικίλλουν ανάλογα με την περιοχή. Με διάταγμα της 19.2.18 ανατίθεται η διανομή της γης σε επιτροπές των αγροτικών Σοβιέτ. Παρ’ ότι εξαγγέλλεται ως στόχος η ενίσχυση της συλλογικής καλλιέργειας, στην πράξη υπερισχύει η αρχή της «ίσης κατανομής» (σε κάθε οικογένεια παραχωρείται η γη που μπορεί να καλλιεργήσει με προσωπική εργασία ενώ μόνο το 15% της γης γίνεται κρατική ιδιοκτησία ή αποδίδεται σε κολλεκτίβες). Έτσι διατηρείται κατ’ ουσίαν το παραδοσιακό σύστημα του mir (Bettelheim 1974, σσ. 184-192) με βάση το οποίο η γη αποτελεί κοινή ιδιοκτησία των κατοίκων κάθε χωριού και αναδιανέμεται περιοδικά με κριτήριο την εργατική δύναμη, τα εργαλεία και τα ζώα που διαθέτει η κάθε οικογένεια. Με τον τρόπο αυτό δεν θίγεται η προνομιακή θέση των πλούσιων γεωργών (κουλάκων) οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να εκμεταλλεύονται μεγαλύτερη έκταση γης.

Η αδυναμία των μπολσεβίκων να εξασφαλίσουν την ικανοποιητική τροφοδοσία των πόλεων (παρά τη σχετική επιτυχία των εργατικών καταναλωτικών συνεταιρισμών οι οποίοι τίθενται πολύ σύντομα υπό κρατική εποπτεία) οδηγεί στον σχηματισμό «σιδηρών αποσπασμάτων» εργατών τα οποία αποσπούν με τη βία από τους αγρότες σιτάρι και άλλα προϊόντα. Την άνοιξη του ’18, ο Λένιν εισηγείται τη στρατηγική συμμαχίας των εργατών με τους φτωχούς αγρότες («αποφασίσαμε να διχάσουμε την ύπαιθρο»). Παρέχονται υλικά κίνητρα στους αγρότες που οργανώνονται σε Επιτροπές και βοηθούν στη «συλλογή» σιταριού. Η προσπάθεια αποτυγχάνει και θα εγκαταλειφθεί στο τέλος της χρονιάς.

2.2.4. Πολιτικές εξελίξεις (Bettelheim 1974, σς. 226 – 239). Τα κόμματα που αντιδρούν στη στρατηγική των μπολσεβίκων κηρύσσονται σταδιακά εκτός νόμου και η ηγεσία τους εξουδετερώνεται. Αυτό συμβαίνει με τους Καντέτους (Νοέμβριος 17), τους δεξιούς σοσιαλεπαναστάτες (Ιούνιος Ί8), οι οποίοι εκπροσωπούν μικροαστικά στρώματα και «στελέχη» της υπαίθρου και είναι αντίθετοι στη συνθήκη ειρήνης και, τέλος, με τους αριστερούς σοσιαλεπαναστάτες οι οποίοι έχουν ισχυρές προσβάσεις στην ύπαιθρο και οργανώνουν εξεγέρσεις και τρομοκρατικές ενέργειες λίγο πριν το 5ο Πανρωσικό συνέδριο με αποτέλεσμα να συλληφθεί η ηγεσία τους και να αποκλειστούν από το Συνέδριο. Με εξαίρεση ορισμένες ομάδες αναρχικών, αριστερών σοσιαλεπαναστατών και μενσεβίκων που δρουν σε συνθήκες ημιπαρανομίας, το κόμμα των μπολσεβίκων έχει εξασφαλίσει την πολιτική κυριαρχία ήδη από το καλοκαίρι του ’18. Για την καταστολή πράξεων που κρίνονται ως αντεπαναστατικές ιδρύεται το Δεκέμβριο του ’17 η Τσεκά, που αποδίδει «άμεση δικαιοσύνη» ενώ παράλληλα λειτουργεί μια σειρά επαναστατικών δικαστηρίων.

322.3. Το Σύνταγμα τον 1918. Μετά τη σύγκληση του 4ου Πανρωσικού Συνεδρίου των Σοβιέτ (14.3.18), το οποίο επικύρωσε τη συνθήκη του ΜπρεστΛίτο6σκ χωρίς να ασχοληθεί με την – ψήφιση Συντάγματος, ανατέθηκε η σύνταξη σχεδίου Συντάγματος σε κομματική επιτροπή (Στάλιν, Σβερντλώφ, Μπουχάριν). Η επιτροπή υπέβαλε τις προτάσεις της στο 5ο Συνέδριο το οποίο συγκλήθηκε στην τεταμένη ατμόσφαιρα της εξέγερσης των σοσιαλεπαναστατών.

Το κόμμα των μπολσεβίκων δεν απέδιδε ιδιαίτερη σημασία στη σύνταξη του Συντάγματος το οποίο θεωρούνταν μεταβατικό και πάντως μη καθοριστικό για τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Συνέπεια αυτού του «νομικού μηδενισμού» (Reich σε Stucka 1969) ήταν ο περιορισμένος χαρακτήρας της σχετικής συζήτησης – με εξαίρεση το ζήτημα των σχέσεων κεντρικής και τοπικής εξουσίας των Σοβιέτ (Καρρ 1977, σ. 181) – αλλά και η ασάφεια και νομοτεχνική χαλαρότητα που χαρακτηρίζει το τελικό κείμενο του Συντάγματος. θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια τα βασικά σημεία του Συντάγματος της Ρωσικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Σοβιετικής Δημοκρατίας (ΡΣΟΣΔ) το οποίο περιλαμβάνει και τη Διακήρυξη του Ιανουαρίου και εγκρίθηκε ομόφωνα από το 5ο Συνέδριο (10.7.18) (το κείμενο σε Σβώλο 1921, Τάχο 1989).

2.3.1. Γενικές αρχές. Όλη η εξουσία ανήκει στους εργάτες και αγρότες που είναι οργανωμένοι στα Σοβιέτ (αρ.1,10). Σκοπός του Συντάγματος είναι η στερέωση της δικτατορίας του προλεταριάτου και των φτωχών αγροτών η οποία αποβλέπει στη συντριβή της αστικής τάξης, την εξάλειψη της εκμετάλλευσης και τη μετάβαση στην αταξική κοινωνία (αρ.3,9). Η Ρωσική Δημοκρατία έχει ομοσπονδιακό χαρακτήρα (αρ.2,8). Λόγω της ρευστότητας των συνόρων δεν ορίζεται τίποτε για τον αριθμό και τη μορφή οργάνωσης των ομόσπονδων δημοκρατιών.

Το Σύνταγμα «επικυρώνει» μια σειρά μέτρων που λήφθηκαν μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, όπως η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στο έδαφος και η διανομή της γης στους αγρότες με βάση την αρχή της ίσης διανομής, η μη αναγνώριση χρεών, οι εθνικοποιήσεις τραπεζών και βιομηχανιών, οι αποφάσεις που έλαβε το Σο6ναρκόμ σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, η δημιουργία στρατού εργατών αγροτών με υποχρεωτική στρατολόγηση.

2.3.2. Οργανωτικό μέρος. Ανώτατο όργανο είναι το Πανρωσικό συνέδριο των Σοβιέτ που συγκαλείται δύο φορές το χρόνο (αρ. 12,24,26). Τα Σοβιέτ των πόλεων στέλνουν έναν αντιπρόσωπο για 25.000 εκλογείς ενώ τα συνέδρια των επαρχιών (που έχουν κυρίως αγροτική εκπροσώπηση) στέλνουν έναν αντιπρόσωπο για 125.000 εκλογείς (αρ.25). Η Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή (ΚΕΕ) εκλέγεται από το Συνέδριο και είναι υπεύθυνη έναντι του (αρ. 24, 29, 30).

Οι αρμοδιότητες του Συνεδρίου και της ΚΕΕ είναι επικαλυπτόμενες. Τα όργανα αυτά έχουν τεκμήριο αρμοδιότητας για όλες τις κρατικές υποθέσεις και, μεταξύ άλλων, διορίζουν και παύουν το Σοβναρκόμ (αρ. 31-36, 49-50). Στα δημοσιονομικά ζητήματα υπάρχει πλήρης έλεγχος εκ μέρους των κεντρικών οργάνων. Τα τοπικά Σοβιέτ χρηματοδοτούνται από το δημόσιο ταμείο με απόφαση των κεντρικών οργάνων και έχουν εξαιρετικά περιορισμένες αρμοδιότητες επιβολής και είσπραξης φόρων (αρ. 80-88). Τέλος, στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Συνεδρίου ανήκει η αναθεώρηση του Συντάγματος που γίνεται χωρίς κανένα ουσιαστικό ή διαδικαστικό περιορισμό (πρόκειται δηλαδή για άσκηση συντακτικής εξουσίας) και η επικύρωση των συνθηκών ειρήνης (αρ.51).

23Το Σοβναρκόμ (Σοβιέτ Λαϊκών Επιτρόπων) συγκροτείται από 18 Επιτρόπους υπουργούς και έχει επίσης γενικές νομοθετικές και διοικητικές αρμοδιότητες αλλά η ΚΕΕ μπορεί να καταργεί οποιαδήποτε απόφαση του. Σε κάθε υπουργείο λειτουργεί Συμβούλιο που διορίζεται από το Σοβναρκόμ και σε περίπτωση διαφωνίας του αρμόδιου Επιτρόπου και του Συμβουλίου αποφασίζει το Σοβναρκόμ ή η ΚΕΕ (αρ. 37-48).

Σύστημα των Σοβιέτ (αρ.53). Τα Σοβιέτ οργανώνονται σε σχήμα πυραμίδας με τον ακόλουθο τρόπο. Αντιπρόσωποι των αγροτικών Σοβιέτ βάσης συγκροτούν το Συνέδριο μικρής περιφέρειας (Βολόστ). Αντιπρόσωποι των Βολόστ συγκροτούν το Επαρχιακό συνέδριο (μετά την αναθεώρηση του 1919, τα Επαρχιακά συνέδρια περιλαμβάνουν και αντιπροσώπους Σοβιέτ μικρών πόλεων). Αντιπρόσωποι των επαρχιακών συνεδρίων και των Σοβιέτ πόλεων συγκροτούν το Συνέδριο διαμερίσματος. Από τα Συνέδρια διαμερίσματος προκύπτουν τα Περιφερειακά συνέδρια τα οποία εκλέγουν αντιπροσώπους για το Πανρωσικό συνέδριο. Κάθε Συνέδριο είναι ανώτατο όργανο στην εδαφική του περιφέρεια και μεταξύ δύο συνεδρίων τις σχετικές αρμοδιότητες ασκεί η Εκτελεστική Επιτροπή που εκλέγεται από το Συνέδριο (αρ.56-60).

Πρέπει να επισημανθεί ότι η δομή αυτή δεν είναι αυστηρή δεδομένου ότι η συγκρότηση των Συνεδρίων διέπεται από τον κανόνα νομιμοποίησης που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αρχή του μεταγενεστέρου. Έτσι, αρμόδια για την ανάδειξη αντιπροσώπων στα Συνέδρια ανώτερης βαθμίδας δεν είναι μόνο τα αμέσως κατώτερα αλλά και όσα εκπροσωπούν στενότερη περιφέρεια εφ’ όσον έχουν συνεδριάσει πιο πρόσφατα από το κανόνα αρμόδιο Συνέδριο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της απουσίας αυστηρής ιεραρχικής δομής είναι ότι τα Σοβιέτ βάσης των μεγάλων πόλεων στέλνουν απ’ ευθείας αντιπροσώπους στο Πανρωσικό συνέδριο.

Στα ζητήματα της αρμοδιότητας ισχύει αντίθετα ο ιεραρχικός κανόνας. Τα κατώτερα Συνέδρια βρίσκονται υπό τον πλήρη έλεγχο των ανωτέρων τα οποία επιβάλλουν τις αποφάσεις τους και έχουν τη δυνατότητα να κηρύσσουν ανίσχυρες τις αποφάσεις των κατωτέρων, όπως και των Σοβιέτ όασης (αρ.61-62).

2.3.3. Συνταγματικά δικαιώματα. Το δικαίωμα τον εκλέγειν και εκλέγεσθαι στα Σοβιέτ αναγνωρίζεται και για τα όνο φύλα από την ηλικία των 18 ετών (άρ.64). Πολιτικά δικαιώματα παραχωρούνται και σε αλλοδαπούς εργάτες και αγρότες που κατοικούν στη ΡΣΟΣΑ (άρ.20, 64, η διάταξη αφορά αιχμαλώτους πολέμου που πέρασαν με το μέρος της επανάστασης – Καρρ 1977, σ.178). Στερούνται των πολιτικών δικαιωμάτων οι καπιταλιστές διαφόρων κατηγοριών, η τσαρική δυναστεία, οι πρώην αστυνομικοί «ειδικών υπηρεσιών» (όχι όμως οι αξιωματικοί) και οι κληρικοί (αρ. 7, 65). Η ψηφοφορία διεξάγεται σε κάθε περιοχή «κατά τα ισχύοντα έθιμα» (αρ. 66) χωρίς να κατοχυρώνεται η μυστικότητα της ψηφοφορίας. Οι εκλογείς έχουν το δικαίωμα άμεσης ανάκλησης των αντιπροσώπων τους για οποιαδήποτε λόγο (επιτακτική εντολήαρ.78).

Παράλληλα εξαγγέλλεται μια σειρά ατομικών δικαιωμάτων σε συνδυασμό με αντίστοιχες παροχές της κεντρικής εξουσίας για την αποτελεσματική άσκηση τους (θρησκευτική ελευθερία, ελευθερία γνώμης, τύπου, συναθροίσεων, συνεταιρισμού, εκπαίδευσης, εξαγγελία της ισότητας δικαιωμάτων και προστασίας των μειονοτήτων – αρ. 13-17, 21-22). Σε σύγκριση με τους αντίστοιχους καταλόγους των «δυτικών» Συνταγμάτων, βασικές διαφορές είναι η υποχρέωση εργασίας για όλους («όποιος δεν εργάζεται δεν τρώει» – αρ. 3, 18) και η μη κατοχύρωση της ατομικής ιδιοκτησίας (αρ.79). Αντίθετα, αρκετά συνηθισμένη είναι η ρήτρα του αρ. 23 περί αφαίρεσης των δικαιωμάτων από όσους τα χρησιμοποιούν για την υπονόμευση του καθεστώτος (πχ. άρθρο 18 του Grundgesetz της ΟΔΓ).

2.4. Με βάση την αναφορά στο περιεχόμενο του Σ 1918 και τα δεδομένα της συγκυρίας στην οποία δημιουργήθηκε (η οποία δημιούργησε) το Σύνταγμα αυτό, μπορούμε να διατυπώσουμε ορισμένες παρατηρήσεις για τη σημασία του, δίνοντας και μια πρώτη απάντηση στο ερώτημα αν το δίκαιο αποτελεί έκφραση του συσχετισμού δυνάμεων.

2.4.1. Το Σύνταγμα «μη Σύνταγμα». Το Σ 1918 υιοθετεί τη λογική κατάστρωση των δυτικών Συνταγμάτων (οργανωτικές βάσεις του κράτους, τρόπος ανάδειξης και αρμοδιότητες κρατικών οργάνων, συνταγματικά δικαιώματα) αλλά περιέχει ταυτόχρονα στοιχεία που διαβρώνουν αυτό το οργανωτικό σχήμα και τα ιδεολογικά του στηρίγματα. Αυτή τη λειτουργία επιτελεί κυρίως η ρητή και επαναλαμβανόμενη διακήρυξη του ταξικού χαρακτήρα του κράτους η οποία έχει άμεσες συνέπειες στην οργάνωση και το περιεχόμενο του Συντάγματος (πλήρης αποκλεισμός των μελών της αστικής τάξης από τον κρατικό μηχανισμό, στέρηση των πολιτικών και ενδεχομένως των ατομικών δικαιωμάτων τους, ταξικός χαρακτήρας του στρατιωτικού και εκπαιδευτικού μηχανισμού, άνιση βαρύτητα της ψήφου εργατών και αγροτών).

4Για πρώτη φορά ένα κράτος αυτοορίζεται και αυτοαναγνωρίζεται στον Καταστατικό του Χάρτη, δηλαδή στον «εξ ορισμού» τόπο εκφοράς του κρατικού Λόγου, ως ταξικό και μάλιστα ως ταξική δικτατορία που αποσκοπεί στον μαρασμό του ίδιου του κράτους. Πρόκειται για την πρώτη εφαρμογή (θεσμική αποτύπωση) της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους, η οποία θεωρεί «κάθε κράτος ως θεσμό ή οργάνωση μιας συγκεκριμένης ταξικής δικτατορίας» (Μπαλιμπάρ, 1989, σ. 45) και πήρε κανονιστική μορφή με τα κείμενα που έγραψε ο Λένιν στην περίοδο προετοιμασίας της Οκτωβριανής Επανάστασης (ιδίως Lenine 1977, Λένιν 1977). Συνέπεια της διακήρυξης περί ταξικού χαρακτήρα του κράτους είναι και η άσκηση έμπρακτης κριτικής σε βασικά στοιχεία της νομικής ιδεολογίας. Ετσι, οι «ατομικές ελευθερίες» διαμορφώνονται ως ταξικά συλλογικά δικαιώματα η αποτελεσματική άσκηση των οποίων προϋποθέτει την ενεργό κρατική παρέμβαση, σε πλήρη αντίθεση με τον «ατομοκεντρικό ανθρωπισμό κρατικής αποχής» που εξαγγέλλεται στα δυτικά Συντάγματα.

Με αυτά τα «επαναστατικά» στοιχεία συνυπάρχουν όμως αντιφατικά ορισμένες κλασικές πολιτικές έννοιες ένδειξη της νομιμοποιητικής ισχύος τους. Έτσι, δίπλα στις αναφορές στην ταξική δικτατορία συναντάται επανειλημμένα ο όρος δημοκρατία («Η Ρωσία ανακηρύσσεται Δημοκρατία των Σοβιέτ», άρ.1) και αυτό παρά την καταλυτική κριτική που άσκησε ο Λένιν στην έννοια της δημοκρατίας (Λένιν 1977, Μπαλιμπάρ 1978, σσ. 49-60) και συμμερίζονταν οι συντάκτες του Συντάγματος.

Το δεύτερο στοιχείο «υπονόμευσης» του συνταγματικού σχήματος της αστικής δημοκρατίας από το Σ 1918 εντοπίζεται στη διαμόρφωση του συστήματος αντιπροσώπευσης και τον τρόπο οργάνωσης του κρατικού μηχανισμού. Χωρίς να καταργείται η αντιπροσώπευση, η διάκριση «κυβερνώντων κυβερνωμένων» τείνει να εξαφανιστεί – αναφερόμαστε πάντοτε στο κείμενο του Σ 1918 και όχι στην πολιτική πραγματικότητα της Ρωσίας την ίδια εποχή – μέσω του πολύπλοκου και ρευστού συστήματος των Σοβιέτ που επιτρέπει τη διαρκή «ανακύκλωση» των αντιπροσώπων σε όλα τα επίπεδα. Παράλληλα με την κατοχύρωση της επιτακτικής εντολής (άμεση ανακλητότητα) εγκαταλείπεται η συνηθέστερη τεχνική στεγανοποίησης του χώρου διακυβέρνησης και άσκησης της επίσημης πολιτικής.

Η οργάνωση των κρατικών λειτουργιών διέπεται από την αρχή της οργανικής σύγχυσης δεδομένου ότι μόνα κρατικά όργανα είναι τα Σοβιέτ διαφόρων βαθμίδων (και τα όργανα που διορίζονται από τα ίδια Σοβιέτ, πχ. το Σοβναρκόμ). Διοίκηση ασκούν, κατά το πρότυπο της Κομμούνας του Παρισιού, μόνον οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι που απολαμβάνουν σε δεδομένη στιγμή της εμπιστοσύνης των εκλογέων ενώ δεν προβλέπεται η στελέχωση του κρατικού μηχανισμού από μόνιμους, «βάσει προσόντων» επιλεγόμενους υπαλλήλους. Συνέπεια αυτού του οριακού «εκδημοκρατισμού» είναι η απουσία κάθε διάταξης για την οργάνωση μιας δικαστικής «εξουσίας» που να στελεχώνεται από ειδικευμένο προσωπικό.

2.4.2. Η αντιφατική ενότητα βάσης και κορυφής. Το Σ 1918 συνδυάζει στοιχεία μαζικής δημοκρατίας που κατευθύνεται από τη βάση με την δυνατότητα πλήρους συγκεντρωτισμού στην κορυφή. Ο συγκεντρωτισμός αυτός αποτελεί έκφραση της ιδέας ότι η αποτελεσματική οργάνωση της δικτατορίας του προλεταριάτου σε συνθήκες εξωτερικού και εμφυλίου πολέμου και με δεδομένη την εχθρότητα της μεγάλης μάζας των αγροτών προς την εξουσία των μπολσεβίκων, δεν συμβιβάζεται με την παραχώρηση αυτονομίας σε τοπικό επίπεδο. Έτσι, το Σ 1918 συνδυάζει την εκδοχή των Σοβιέτ με την εκδοχή της πολιτικής δικτατορίας: πρόκειται για μια αντίφαση που θα πάρει οξεία μορφή τα επόμενα χρόνια και θα επιλυθεί στη διαδικασία της ταξικής πάλης. Πάντως ήδη από το 1918 είναι εμφανής η απαρχή κρατικοποίησης (πλήρης έλεγχος των δημοσιονομικών από τα κεντρικά όργανα, μη παραχώρηση σημαντικών αρμοδιοτήτων στα περιφερειακά και τοπικά Σοβιέτ) χωρίς όμως και να υπάρχει δυνατότητα της κεντρικής εξουσίας να επιβάλλει κυριαρχικά τις αποφάσεις της (άμεση ανακλητότητα, πολλαπλοί έλεγχοι μέσω του συστήματος των Σοβιέτ).

242.4.3. Το Σύνταγμα και η ταξική πάλη. Βασικό στοιχείο του Σ 1918 είναι ο «μη διαπλαστικός» του χαρακτήρας. Το οργανωτικό σχήμα του Συντάγματος αποτελεί αντανάκλαση των θεσμών που είχαν δημιουργηθεί μετά τον Οκτώβριο του ’17 και του τρόπου λειτουργίας τους. Αυτό συνέβη και για ορισμένους θεσμούς που δεν συμβιβάζονταν με την οργανωτική λογική του συστήματος των Σοβιέτ αλλά παρ’ όλα ταύτα προβλέπονται στο Σύνταγμα επειδή λειτουργούσαν στην πράξη (παράδειγμα το Σοβναρκόμ που λειτουργεί ως ιμάντας μεταβίβασης των κομματικών αποφάσεων στο μηχανισμό των Σοβιέτ και κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα παρ’ ότι δεν εντάσσεται στο σύστημα οργάνωσης και νομιμοποίησης των Σοβιέτ). Ταυτόχρονα το Σύνταγμα αντανακλά απόλυτα και τη θεσμική ρευστότητα που υπάρχει (παράδειγμα η κανονιστική σιωπή του Συντάγματος στο ζήτημα της ομοσπονδιακής οργάνωσης). Αυτό όμως δεν σημαίνει και ότι το Σύνταγμα δίνει μια πιστή εικόνα της σοβιετικής πολιτικής πραγματικότητας. Έτσι, δεν υπάρχει καμία αναφορά στο ρόλο του κόμματος των μπολσεβίκων και της de facto κυριαρχίας του μετά τη θέση εκτός νόμου των λοιπών κομμάτων, ενώ παράλληλα από την ανάγνωση του Συντάγματος προκύπτει ότι η μοναδική αντίφαση στο σοβιετικό κοινωνικό σχηματισμό εντοπίζεται στην πάλη εργατών αγροτών εναντίον των γαιοκτημόνων, των καπιταλιστών και των ξένων ιμπεριαλιστών. Κατά το Σύνταγμα, το κράτος οργανώνει τα γενικά συμφέροντα των εργατών και των αγροτών και το σύνολο του κρατικού κατασταλτικού και ιδεολογικού μηχανισμού οφείλει να στραφεί εναντίον των εκμεταλλευτών. Με τον τρόπο αυτό δεν αποδίδεται η βίαιη σύγκρουση των μπολσεβίκων με τους αγρότες, η οξεία εσωκομματική πάλη, οι ταλαντεύσεις στο ζήτημα του εργατικού ελέγχου και η τελική εγκατάλειψη του, η συνεργασία της σοβιετικής εξουσίας με τους «αστούς ειδικούς» στην οργάνωση του στρατού και της βιομηχανικής παραγωγής κοκ, δηλαδή μια σειρά από προβλήματα της ταξικής πάλης στα οποία η παρέμβαση του κρατικού μηχανισμού ήταν καθοριστική και δεν έγινε βέβαια για το κοινό συμφέρον εργατών αγροτών και εναντίον των εκμεταλλευτών ούτε απέβλεπε πάντα στη στερέωση της λαϊκής εξουσίας.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το Σύνταγμα αντανακλά το ισχύον οργανωτικό σχήμα και αποτυπώνει τις συνιστώσες του «μπολσεβικικού ιδεολογικού σχηματισμού» (όρος του R. Linhart), δηλαδή τις διακηρυγμένες ιδεολογικές αρχές της ηγετικής ομάδας του κόμματος που εμπνέεται σε μεγάλο βαθμό από τη μαρξιστική θεωρία του κράτους, όπως συνοψίστηκε στο έργο του Λένιν. Το Σ 1918 αποτελεί κατά βάση μια διακήρυξη προθέσεων που θέτει το πλαίσιο για την οργάνωση της δικτατορίας του προλεταριάτου (διατάξεις για την κοινωνικοποίηση της παραγωγής, την οργάνωση της λαϊκής εξουσίας μέσω των Σοβιέτ και της συμμαχίας εργατών αγροτών, την πραγματοποίηση μιας «πολιτιστικής επανάστασης» με την ουσιαστική άσκηση των δικαιωμάτων μόρφωσης, έκφρασης γνώμης κοκ.). Σε καμιά περίπτωση όμως δεν αποτυπώνει με ακρίβεια τους υπαρκτούς συσχετισμούς δυνάμεων και δεν επιχειρεί να παρέμβει κανονιστικά στην κατεύθυνση επίλυσης των υπαρκτών αντιφάσεων. Επιτελεί δηλαδή μια προφανή ιδεολογική λειτουργία χωρίς να ενσωματώνει όλα τα δεδομένα της ταξικής πάλης που βρίσκονται «σε κίνηση» την περίοδο αυτή.

2.4.4. Η σοβιετική εξουσία και η διάκριση των εξουσιών. Βάση της κριτικής που ασκείται συνήθως στο Σ 1918, αλλά και γενικότερα στις τεχνικές οργάνωσης του κράτους στον «υπαρκτό σοσιαλισμό», είναι ότι αγνοείται η λεγόμενη διάκριση των εξουσιών. Κατά την αντίληψη αυτή, η σύγχυση των «εξουσιών» και ιδίως η μη ύπαρξη ανεξάρτητων δικαστικών οργάνων οδηγεί στη συγκέντρωση της εξουσίας και τελικά στην καταχρηστική και δικτατορική άσκηση της (π.χ. Σβώλος 1921). Γράφεται ακόμη ότι αυτή η «επικίνδυνη» τακτική αποτελεί εφαρμογή των θέσεων του ίδιου του Μαρξ (Καρρ 1977, σσ. 196-199) και ορισμένοι εξηγούν περισπούδαστα ότι η «σταλινική τρομοκρατία» ήταν προδιαγεγραμμένη συνέπεια της σύγχυσης των εξουσιών (Kriele 1986, σ. 602).

Την ανάλυση αυτή φαίνεται να αποδέχονται σήμερα και οι πολιτικοί ηγέτες της σοβιετικής αστικής τάξης οι οποίοι στα πλαίσια των θεσμικών αλλαγών που συνοδεύουν την καπιταλιστική ευθυγράμμιση της ΕΣΣΔ σχεδιάζουν την υιοθέτηση της αρχής «διάκρισης των εξουσιών» (Le Monde 14.2.90), αντιλαμβανόμενοι τα οργανωτικά και νομιμοποιητικά πλεονεκτήματα που έχουν για την κυρίαρχη τάξη τέτοιες τεχνικές «ελευθερίας».

Δεν είναι δυνατό να αναλύσουμε εδώ τις ιδεολογικές προϋποθέσεις της θεωρίας περί διάκρισης των εξουσιών που είναι ταυτόχρονα και ιδεολογικές προϋποθέσεις του φιλελευθερισμού (πρόκειται κυρίως για την – δανεισμένη από τη μηχανική παράσταση της εξουσίας ως συνόλου «δυνάμεων» η φορά των οποίων διευθετείται κατά νομική ή άλλη βούληση παράγοντας τα προσδοκώμενα αποτελέσματα) ούτε να αναφερθούμε στις, προφανείς άλλωστε, πολιτικές συνέπειες της εξίσωσης Μαρξ Λένιν Στάλιν ολοκληρωτισμός η οποία κινείται μεταξύ δαρβινισμού και δαιμονολογίας.

Θα επισημάνουμε απλώς ότι ο ιστορικά μοναδικός θεσμός των Σοβιέτ που διαπλάστηκε με λαϊκή πρωτοβουλία μετά το 1905 στη διαδικασία της ρωσικής επανάστασης διαθέτει, ως «καθαρό» σχήμα οργάνωσης, μια πρωτοφανή δυναμική «ελέγχου της εξουσίας». Το οργανωτικό πλέγμα που αποτυπώνεται στο Σ 1918 είναι αρκετά «απλό» ώστε να εξασφαλίζει μέσω της επιτακτικής εντολής την άμεση σύνδεση των αντιπροσωπευτικών οργάνων με τη βάση και τους μετασχηματισμούς της και, ταυτόχρονα, είναι αρκετά «περίπλοκο» ώστε να καθιστά δυνατές τις ανασχέσεις χάρη στη στενή αλληλεξάρτηση των οργάνων και τη δυνατότητα διαρκούς μεταβολής των φορέων της (αρχή του μεταγενεστέρου, διαρκή συνέδρια των Σοβιέτ κάθε βαθμίδας). Τα Σοβιέτ συνδυάζουν την ουσιαστική δυνατότητα έκφρασης μιας λαϊκής δυναμικής που υπερβαίνει τα τυπικά νομικά πλαίσια των «συνταγματικών» θεσμών αντιπροσώπευσης με την αναγνώριση της πραγματικότητας ότι η εξουσία είναι αδιαίρετη και ταξική: το ότι δεν έδρασαν αποτελεσματικά ως όργανα της λαϊκής εξουσίας οφείλεται στον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων που διαμορφώθηκε στη Σοβιετική Ένωση και δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο αναγκαία συνέπεια ενός «συστήματος» που περιείχε εν σπέρματι τον «ολοκληρωτισμό».

4.    Ιούλιος 1918-Νοέμβριος 1936. Από τη συνταγματική αρχή στο συνταγματικό τέλος της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Στην παράγραφο αυτή θα αναφερθούμε στους βασικούς μετασχηματισμούς των σχέσεων παραγωγής (και εξουσίας) στο διάστημα 1918-1936. Οι μετασχηματισμοί αυτοί επέδρασαν στον τρόπο εφαρμογής του Σ 1918 και επέβαλαν, σε μια εντελώς διαφορετική συγκυρία τη θέσπιση του Σ 1936.

83.1. Κομμουνισμός τον πολέμου (καλοκαίρι 1918-χειμώνας 1921) (Καρρ 1978 σς. 195-340, Bettelheim 1974, σς. 115-216).

3.1.1. Από το καλοκαίρι του 1918, η σοβιετική εξουσία αντιμετωπίζει τις ένοπλες εξεγέρσεις των «λευκών» σε πολλά σημεία της χώρας και ταυτόχρονα την επίθεση των ξένων δυνάμεων. Την κατάσταση πολεμικής «έκτακτης ανάγκης» οξύνουν οι δυσχέρειες τροφοδοσίας των πόλεων και η αποδιοργάνωση της βιομηχανίας. Μέχρι το τέλος του πολέμου (Δεκέμβριος 1920) κυριαρχεί η «επιθετική» στρατηγική που αποκλήθηκε κομμουνισμός του πολέμου. Επιχειρείται συγκεκριμένα η βίαιη «κοινωνικοποίηση» της παραγωγής με την ενίσχυση της κατασταλτικής δράσης των κρατικών μηχανισμών οι οποίοι επιχειρούν να «αναλάβουν» πλήρως την παραγωγή υποκαθιστώντας τους μηχανισμούς αγοράς και «ιδιωτικής» διεύθυνσης των επιχειρήσεων.

Οι δυσχέρειες τροφοδοσίας αντιμετωπίζονται κυρίως με την οργάνωση ένοπλων αποσπασμάτων εργατών και φτωχών αγροτών οι οποίοι «συλλέγουν» τα αναγκαία αγροτικά προϊόντα. Τα μέτρα αυτά πλήττουν όχι μόνο τους κουλάκους αλλά και τη μεγάλη μάζα των μεσαίων γεωργών. Οι επιδρομές στην ύπαιθρο γίνονται αναπόφευκτες μετά την αποτυχία των προσπαθειών να οργανωθούν συλλογικές καλλιέργειες με κρατική επιχορήγηση και υπό κρατικό έλεγχο αλλά και λόγω της έλλειψης βιομηχανικών προϊόντων τα οποία θα μπορούσαν να ανταλλαγούν με τα γεωργικά. Πάντως η οικονομική θέση των κατοίκων της υπαίθρου βελτιώνεται στην περίοδο αυτή: η δήμευση και διανομή της γης οδηγεί στην αύξηση της «ατομικής» παραγωγής των περισσότερων γεωργών και τους επιτρέπει να προμηθεύονται εργαλεία και είδη κατανάλωσης στη μαύρη αγορά η οποία παίρνει πλέον ημιεπίσημο χαρακτήρα ή πάντως γίνεται ανεκτή.

Στις πόλεις, η έλλειψη τροφίμων και καυσίμων και ο ανεξέλεγτος πληθωρισμός που εκμηδενίζει την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, αντιμετωπίζονται με τη συγκέντρωση των λειτουργιών διανομής σε κρατικά όργανα και τη θεσμοθέτηση της αμοιβής σε είδος. Παρ’ όλα ταύτα ο κύριος όγκος των ειδών κατανάλωσης διακινείται μέσω της μαύρης αγοράς.

Η βιομηχανική παραγωγή προσανατολίζεται στον εφοδιασμό του στρατού και οργανώνεται με απόλυτα συγκεντρωτικό σύστημα το οποίο θεωρείται ως η μόνη μέθοδος αντιμετώπισης του «βιομηχανικού χάους» που επικρατεί. Ολοκληρώνεται η εθνικοποίηση της βιομηχανίας και ο κάθε κλάδος συγκροτεί ένα τραστ το οποίο υπάγεται ευθέως στο Ανώτατο συμβούλιο εθνικής οικονομίας. Το κόμμα των μπολσεβίκων θα αναγνωρίσει επανειλημμένα το μονοπωλιακό χαρακτήρα της οικονομίας θεωρώντας ότι πρόκειται για το αναγκαίο στάδιο μετάβασης από τον «οργανωμένο καπιταλισμό» στην πλήρη κοινωνικοποίηση της παραγωγής.

Το Ανώτατο συμβούλιο εθνικής οικονομίας γίνεται κρατική υπηρεσία και αναλαμβάνει την οργάνωση του κρατικού τομέα. Η προσπάθεια των περιφερειακών Συμβουλίων οικονομίας να αμφισβητήσουν τη συγκέντρωση κατά κλάδους και να αναλάβουν τον έλεγχο των επιχειρήσεων της περιοχής τους θα αποτύχει. Η κρατική διεύθυνση και η κατά βάση μονοπρόσωπη διοίκηση των βιομηχανικών μονάδων από «αστούς ειδικούς» έχει ως αποτέλεσμα τη σταδιακή μείωση της επιρροής των συνδικάτων, η παρέμβαση των οποίων αποτελεί την τελευταία μορφή εργατικού ελέγχου (ο Λένιν θα υποστηρίξει ότι πρότυπο για τη βιομηχανία πρέπει να αποτελέσει η ιεραρχία και η πειθαρχία του Κόκκινου στρατού, Καρρ 1978, σ.242).

Η έλλειψη εργατικού δυναμικού μετά την επιστράτευση των περισσότερων εργατών θα αντιμετωπιστεί με την πρακτική της υποχρεωτικής εργασίας ενώ από την άνοιξη του 1919 δημιουργούνται στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας για κατάδικους. Μετά το χειμώνα του 1920, οι στρατιωτικές μονάδες που επιστρέφουν από το μέτωπο μετατρέπονται σε «στρατιές εργασίας» οι οποίες απασχολούνται κυρίως στα ορυχεία και τους σιδηροδρόμους. Τέλος, αναπτύσσεται η πρακτική των «κομμουνιστικών Σα6βάτων» στη διάρκεια των οποίων παρέχεται εθελοντική, απλήρωτη εργασία ιδίως από μέλη του κόμματος (για τα χαρακτηριστικά των κομμουνιστικών Σα6βάτων και την εξέλιξη τους σε μέθοδο απόσπασης απλήρωτης εργασίας παρά τη θέληση των εργαζομένων, Linhart 1976, σσ. 138-150).

Η αντίδραση στη «στρατιωτικοποίηση» της εργασίας, την αύξηση των προνομίων των διευθυντών και την όλο και ισχυρότερη διαφοροποίηση των μισθών με κριτήριο την ειδίκευση και τη θέση στη διαδικασία παραγωγής (δηλαδή την ιδιοποίηση μέρους του υπερπροϊόντος από όσους έχουν διευθυντικές θέσεις) θα εκφραστεί οργανωμένα στο τέλος της περιόδου αυτής από την εργατική αντιπολίτευση (Σλιάπνικωφ, Κολλοντάι). Η εργατική αντιπολίτευση ζητά την «προλεταριοποίηση» του κόμματος, την εκδίωξη των «αστών ειδικών» και, ιδίως, τη μεταφορά του ελέγχου της παραγωγής στα συνδικάτα. Η εργατική αντιπολίτευση θα ηττηθεί στο 10ο Συνέδριο (1921) και στις συνθήκες της «δεξιάς στροφής» της ΝΕΠ θα υιοθετηθεί πρακτικά η άποψη των Μπουχάριν Τρότσκυ για πλήρη ενσωμάτωση των συνδικάτων στον κρατικό μηχανισμό.

93.1.2. Στη διάρκεια του πολεμικού κομμουνισμού τίθεται και «επιλύεται» το εθνικό ζήτημα (Κάρρ 1977, σσ. 367-537) που δημιουργεί η συνύπαρξη περίπου 150 εθνοτήτων στη Ρωσία. Οι «δημοκρατικές» αρχές της ίσης μεταχείρισης και της. αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων που είχαν τεθεί, όπως είδαμε, με τη Διακήρυξη του Ιανουαρίου 1918 και το Σ 1918. αποδεικνύονται στην πράξη σχηματικές και ανεπαρκείς. Στη σημαντική θεωρητική συζήτηση που διεξάγεται με πρωταγωνιστές τους Λένιν και Στάλιν αντιπαρατίθεται η «βούληση των εθνών» με τα αντικειμενικά συμφέροντα του κάθε εθνικού προλεταριάτου τα οποία εξυπηρετούνται μόνο με τη σύνδεση με τη ΡΣΟΣΔ. Στις συνθήκες του πολέμου, η ανεξαρτητοποίηση ισοδυναμεί με επικράτηση της αντεπανάστασης, δεδομένου άλλωστε ότι το αίτημα ανεξαρτησίας εκφράζεται πολιτικά και στρατιωτικά υπό την ηγεμονία των κυρίαρχων τάξεων. Δεν θα αναφερθούμε στις προϋποθέσεις και τα πορίσματα της συζήτησης αυτής – η οποία πρέπει όμως να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης σε συνδυασμό με τις λοιπές συμβολές μαρξιστών στις αρχές του αιώνα: οι μαρξιστικές επεξεργασίες για το ζήτημα αυτό περιορίζονται σήμερα στην αναγκαία αλλά όχι επαρκή κριτική του εθνικισμού μη εξετάζοντας τις συνθήκες σχηματισμού του «έθνους»,τη δυνατότητα και τους τρόπους πρακτικής υπέρβασης του. θα παραθέσουμε εδώ μόνον τις επί μέρους λύσεις που δόθηκαν στο εθνικό ζήτημα υπό τη διπλή πίεση του στρατιωτικού συσχετισμού δυνάμεων και του μεγαλορωσικού εθνικισμού.

Η πολιτική της ΡΣΟΣΔ για το εθνικό ζήτημα εκφράζεται από την Επιτροπή για θέματα εθνοτήτων η οποία με επικεφαλής το Στάλιν και με τη συνεργασία Επιτρόπων από τις σημαντικότερες εθνότητες, συντονίζει τις σοβιετικές Δημοκρατίες ασκώντας κατά βάση ενοποιητική λειτουργία. Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η προσπάθεια της ΡΣΟΣΔ να καταλάβει στρατιωτικά ορισμένες περιοχές επιβάλλοντας το σοβιετικό καθεστώς είχε τις περισσότερες φορές έντονα εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα δεδομένης της επέμβασης ξένων δυνάμεων ενώ παράλληλα στηριζόταν σε ισχυρά τοπικά κομμουνιστικά κινήματα και επέφερε πραγματικές βελτιώσεις στις συνθήκες ζωής ορισμένων εθνοτήτων που ζούσαν υπό «αποικιακό» καθεστώς. Ετσι, λαμβάνονται μέτρα για την εκβιομηχάνιση των πιο «καθυστερημένων» περιοχών, την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού των κατοίκων τους ενώ κατά τεκμήριο γίνονται σεβαστές οι πολιτιστικές ιδιαιτερότητες.

3.1.2.1. Οι περισσότερες χώρες της ευρωπαϊκής Ρωσίας ανεξαρτητοποιούνται με παρέμβαση ξένων δυνάμεων και μετά την αποτυχία των επανειλημμένων προσπαθειών ανακήρυξης σοβιετικών Δημοκρατιών. Αυτό θα συμβεί με την Πολωνία και τη Φιλανδία ενώ τα αστικά καθεστώτα που επικρατούν τελικά στη Λιθουανία, την Εσθονία και τη Λεττονία διατηρούν μια σχετική ουδετερότητα και υπογράφουν συμφωνίες συνεργασίας και εμπορικών ανταλλαγών με τη ΡΣΟΣΔ. Η Ουκρανία θα ανακηρυχθεί σε σοβιετική Δημοκρατία το καλοκαίρι του 1920 μετά την επέμβαση του Κόκκινου στρατού και τη συντριβή του εθνικιστικού κινήματος. Η Λευκορωσία θα αποτελέσει αυτόνομη σοβιετική Δημοκρατία παρ’ ότι δεν υπήρχε ξεχωριστή εθνική συνείδηση των κατοίκων της.

Στις υπερκαυκάσιες περιοχές πραγματοποιούνται βίαιες συγκρούσεις μεταξύ Γεωργιανών, Αρμενίων και Αζερμπαϊτζανών με ταυτόχρονες επεμβάσεις ξένων δυνάμεων, ιδίως των Γερμανών και των Τούρκων. Το Μάιο του 1918 ιδρύεται η ανεξάρτητη Δημοκρατία της Γεωργίας υπό την προστασία των Γερμανών, στην οποία θα κυριαρχήσουν οι μενσεβίκοι. Το 1920 ιδρύονται οι σοβιετικές Δημοκρατίες της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν ενώ το Φεβρουάριο του 1921 πραγματοποιείται εισβολή του Κόκκινου στρατού στη Γεωργία με την οποία τίθεται τέρμα στη σύγκρουση Γεωργίας – Αρμενίας και καταργείται η αυτονομία της πρώτης. Στα τέλη του 1922, οι τρεις περιοχές θα συγκροτήσουν ενιαία Δημοκρατία.

Στις «καθυστερημένες» ασιατικές περιοχές, θα αποτύχει η προσπάθεια των μπολσεβίκων να αμφισβητήσουν την ηγεμονία των κυρίαρχων τάξεων και το μουσουλμανικό σκοταδισμό («οι μπέηδες και οι μουλάδες καθοδηγούν τις μάζες»: Στάλιν σε Καρρ 1977, σ.353). Ο Κόκκινος στρατός συγκρούεται με εθνικιστικές δυνάμεις που υποστηρίζουν συνήθως τους «λευκούς» ενώ μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου, η «φιλοσοβιετική» στροφή του πληθυσμού λόγω της εμπειρίας από την κυριαρχία των λευκών και την επάνοδο στο αποικιακό καθεστώς, καθιστά δυνατή την ίδρυση σοβιετικών Δημοκρατιών. Στο Τουρκεστάν, η σύγκρουση των μεγαλορώσων εθνικιστών που επικρατούν στο τοπικό κομμουνιστικό κόμμα και εκφράζουν την πολιτικά κυρίαρχη ρωσική μειονότητα με τους μουσουλμάνους εθνικιστές που εκπροσωπούν την πλειοψηφία, θα λήξει με την επικράτηση των μπολσεβίκων και την ίδρυση τεσσάρων σοβιετικών Δημοκρατιών οι οποίες αντιστοιχούν στην κυρίαρχη σε κάθε περιοχή εθνότητα.

Στη Σιβηρία, τέλος, πραγματοποιείται ιαπωνική εισβολή ενώ μεγάλα τμήματα της περιοχής ελέγχονται από τσέχους πρώην αιχμαλώτους πολέμου, από κοζάκους και «λευκούς» υπό το ναύαρχο Κολτσάκ. Προς το τέλος του εμφυλίου πολέμου ιδρύεται η «ουδέτερη» Δημοκρατία της Άπω Ανατολής (Απρίλιος 1920) η οποία ελέγχεται ουσιαστικά από τη ΡΣΟΣΔ. Μετά από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις, οι Ιάπωνες αποσύρουν τα στρατεύματα τους και η Σιβηρία ενσωματώνεται στη ΡΣΟΣΔ το 1922.

73.1.2.2. Η «ανασύσταση» της ρωσικής αυτοκρατορίας υπό μεγαλορωσική ηγεμονία ολοκληρώνεται ουσιαστικά με το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Η δημιουργία μιας ισχυρής κεντρικής εξουσίας που καθιστά τυπική μόνο την αυτονομία των επί μέρους Δημοκρατιών και κενό περιεχομένου το δικαίωμα αυτοδιάθεσης, δεν μπορεί να ερμηνευθεί με βάση μόνο τις «ιμπεριαλιστικές διαθέσεις» των μεγαλορώσων. Οφείλεται κυρίως στην οικονομική και πολιτιστική αδυναμία των άλλων εθνοτήτων να αμφισβητήσουν αποτελεσματικά την de facto υποταγή τους στο μεγαλορωσικό εθνικισμό. Αυτό προκύπτει άλλωστε από το γεγονός ότι δεν υπήρξαν σημαντικές εξεγέρσεις κατά της κεντρικής εξουσίας ούτε επιτεύχθηκε αυτόνομη οργάνωση τοπικών κυρίαρχων τάξεων, με εξαίρεση τις ευρωπαϊκές περιοχές και ιδίως την Ουκρανία.

Το νομικό καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης θα καθορισθεί με τη σύγκληση του Ιου Συνεδρίου των Σοβιέτ της ΕΣΣΔ (30.12.22) το οποίο αναθέτει στην Εκτελεστική Επιτροπή του τη σύνταξη ομοσπονδιακού Συντάγματος. Το Σύνταγμα θα τεθεί σε ισχύ στις 31.1.24, με απόφαση του 2ου Συνεδρίου. Παρ’ ότι θεσπίστηκε στην περίοδο της «Νέας Οικονομικής Πολιτικής», το Σύνταγμα του 1924 πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της περιόδου του πολεμικού κομμουνισμού διότι αντανακλά τις εξελίξεις του εθνικού ζητήματος στη διετία 1918-1920 και όχι τις πολιτικές και οικονομικές μεταβολές που επιτελέστηκαν στη διάρκεια της ΝΕΠ.

Το Σ 1924 επαναλαμβάνει τις περισσότερες διατάξεις του Σ 1918 από το οποίο διαφοροποιείται σε τρία σημεία. Πρόκειται αρχικά για τη «διάσπαση» της Εκτελεστικής Επιτροπής σε Σοβιέτ της Ενωσης που εκλέγεται από το Συνέδριο των Σοβιέτ της ΕΣΣΔ και σε Σοβιέτ των Εθνοτήτων στο οποίο εκπροσωπούνται οι Δημοκρατίες αλλά και οι αυτόνομες περιοχές τους. Οι διατάξεις που προέβλεπαν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων σε περίπτωση διαφωνίας των δύο «τμημάτων» δεν εφαρμόστηκαν ποτέ δεδομένου ότι τόσο η ομοσπονδιακή οργάνωση της ΕΣΣΔ όσο και οι «κυριαρχικές» αρμοδιότητες των Σοβιέτ είχαν καθαρά τυπικό συμβολικό χαρακτήρα.

Η δεύτερη αλλαγή που υπαγορευόταν και αυτή από τον ομοσπονδιακό χαρακτήρα της ΕΣΣΔ ήταν η διάκριση των Επιτροπών υπουργείων του Σοβναρκόμ σε αποκλειστικά ομοσπονδιακές (εξωτερική πολιτική και εμπόριο, άμυνα) σε ομοσπονδιακές με παραρτήματα στις Δημοκρατίες (οικονομία, εργασία, εφοδιασμός και «Ενιαία GPU», όργανο που αντικατέστησε την Τσεκά διατηρώντας τις ευρείες εξουσίες της για «πολιτική» και ποινική καταστολή). Για τα ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας υπήρχαν Επιτροπές μόνο σε επίπεδο Δημοκρατιών.

Τέλος, το Σ 1924 περιέχει διατάξεις για την οργάνωση δικαστικής εξουσίας που προέβλεπαν την ίδρυση Ανώτατου Δικαστηρίου υπό την εποπτεία της Εκτελεστικής επιτροπής, η οποία διόριζε και τον εισαγγελέα του δικαστηρίου.

3.2. Νέα Οικονομική Πολιτική (Καρρ 1978, σσ. 355-450, Bettelheim 1978).

543.2.1. Η σημαντική στρατιωτική νίκη των μπολσεβίκων το Δεκέμβριο του 1920 και η στερέωση της πολιτικής κυριαρχίας τους πραγματοποιούνται σε συνθήκες αποδιοργάνωσης της βιομηχανίας, αποτυχίας του σχεδιασμού στην ύπαιθρο μέσω ανάπτυξης συλλογικών καλλιεργειών, κακής λειτουργίας του συστήματος διανομής, πληθωρισμού και «παράλληλης» λειτουργίας μαύρης αγοράς. Συνέπεια της κατάστασης αυτής είναι οι απεργίες διαμαρτυρίας που ξεσπούν στις μεγάλες πόλεις το Φεβρουάριο του 1921 και προκαλούν πολιτική κρίση με τη δυναμική επανεμφάνιση μενσεβίκων και σοσιαλεπαναστατών οι οποίοι αμφισβητούν ανοιχτά την πολιτική των μπολσεβίκων.

Η κρίση οξύνεται το Μάρτιο της ίδιας χρονιάς με την εξέγερση της Κρονστάνδης (Bettelheim 1974 σς.324329) η οποία εκδηλώνεται με τη δημιουργία επαναστατικής επιτροπής ναυτών και ναυτεργατών και επιδιώκει τη «μεταβίβαση» της εξουσίας από wuc μπολσεβίκους στα Σοβιέτ. Η εξέγερση, στην οποία επικρατούν σε ατμόσφαιρα πολιτικής σύγχυσης αντικρατικά, εθνικιστικά και «λαϊκιστικά» συνθήματα, δεν θα βρει απήχηση στην υπόλοιπη χώρα και θα κατασταλεί με αγριότητα από τον Κόκκινο στρατό. Στο ίδιο διάστημα ξεσπούν τοπικές εξεγέρσεις αγροτών – ένδειξη των αδιεξόδων της βίαιης «συλλογής» αγροτικών προϊόντων – ενώ σε πολλές περιοχές της χώρας η ξηρασία και οι αδυναμίες του συστήματος συλλογής προκαλούν λιμό με καταστροφικές συνέπειες (θάνατοι, μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών κοκ.)

3.2.2. Στη συγκυρία αυτή υιοθετείται η ΝΕΠ, η οποία σηματοδοτεί μια νέα συμμαχία αγροτών εργατών σε «συναινετική» βάση με ταυτόχρονη «αναδίπλωση» του κομμουνισμού του πολέμου και επίσημη αναγνώριση των εμπορευματικών σχέσεων. Η στρατηγική της ΝΕΠ κρίνεται αναγκαία για την ομαλή τροφοδοσία των πόλεων και την «αποτελεσματική» οργάνωση της παραγωγής ενώ εγκαινιάζεται το Μάρτιο 1921 με τη διακοπή της αποστολής ένοπλων αποσπασμάτων στην ύπαιθρο και τη θέσπιση του φόρου σε είδος (αργότερα σε χρήμα). Ο φόρος αυτός αποτελεί τη μοναδική υποχρέωση των αγροτών απέναντι στο κράτος οι οποίοι μπορούν να διαθέτουν το πλεόνασμα στην αγορά (η εκούσια παροχή του πλεονάσματος στις κρατικές υπηρεσίες συλλογής συνεπάγεται όμως φορολογικές απαλλαγές, παροχή εργαλείων κοκ. ενώ σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί τη μοναδική λύση λόγω των πιέσεων που ασκούνται στους γεωργούς και της περιοδικής λήψης διοικητικών μέτρων κατά των ιδιωτών εμπόρων οι οποίοι διακινούν τελικά μικρό μέρος της παραγωγής). Με νόμο του Μαΐου 1922 και με τους μεταγενέστερους αγροτικούς κώδικες κατοχυρώνονται όλες οι υπάρχουσες μορφές ιδιοκτησίας στην ύπαιθρο και παρέχεται η νομική δυνατότητα ενοικίασης αγρών και χρησιμοποίησης μισθωτής εργασίας για την εκμετάλλευση της γης. Με τα αγροτικά μέτρα της ΝΕΠ αναγνωρίζονται πλήρως οι απλές εμπορευματικές αλλά και οι καπιταλιστικές σχέσεις στη γεωργία με αποτέλεσμα την ενίσχυση της θέσης των κουλάκων, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν μισθωτή εργασία στην καλλιέργεια της γης τους.

Στη βιομηχανία θεσμοθετείται η δυνατότητα δημιουργίας «συνεταιρισμών» ου χρησιμοποιούν παράλληλα με την προσωπική εργασία των μελών τους και μικρό αριθμό μισθωτών. Συγχρόνως, αποφασίζεται η εκμίσθωση εθνικοποιημένων βιομηχανιών μικρής δυναμικότητας σε ιδιώτες. Η «ιδιωτική» παραγωγή αφορά κυρίως τις μικρές βιοτεχνικές μονάδες που βασίζονται στην αυτοαπασχόληση και παράγουν το 20% του συνολικού βιομηχανικού προϊόντος. Αντίθετα, οι ιδιώτες εκμεταλλεύονται μικρό ποσοστό των μεγάλων βιομηχανικών μονάδων. Η βασικότερη αλλαγή θα πραγματοποιηθεί όμως στον κρατικό τομέα της βιομηχανίας με τη συγκρότηση σχετικά αυτόνομων μονάδων επιχειρήσεων κατά κλάδους. Οι μονάδες αυτές αποκτούν νομική προσωπικότητα και οικονομική αυτονομία και λειτουργούν με «εμπορικές αρχές». Ο δανεισμός, η αγορά πρώτων υλών, η πώληση των προϊόντων αλλά και η αμοιβή των εργαζομένων πραγματοποιούνται πλέον με αποκλειστική ευθύνη των ίδιων των επιχειρήσεων σε «τιμές» αγοράς με βάση συμφωνίες μεταξύ των «οικονομικών υποκειμένων» που είναι στην πλειοψηφία τους επιχειρήσεις του κρατικού τομέα.

5Η διαδικασία αυτονόμησης των οργανωμένων σε τραστ βιομηχανιών ολοκληρώνεται στα τέλη του 1922 και αποτελεί σημαντική καμπή στην ιστορία της ταξικής πάλης στη Σοβιετική Ένωση. Οι βιομηχανίες λειτουργούν πλέον με κριτήρια αποδοτικότητας και σκοπό την πραγματοποίηση κέρδους που επιτρέπει την αυτοχρηματοδότηση, με αποτέλεσμα οι μονάδες με απαρχαιωμένο εξοπλισμό και μικρή παραγωγικότητα να υποχρεώνονται να κλείσουν απολύοντας το προσωπικό τους. Παράλληλα η εμπορικοποίηση της βιομηχανικής παραγωγής επιβάλλει την ταχεία και κατ’ ανάγκη σε χαμηλές τιμές ρευστοποίηση των αποθεμάτων των βιομηχανιών, διαδικασία που είναι απαραίτητη για την αυτοχρηματοδότηση και οδηγεί σε μεταβολή της διάρθρωσης της βιομηχανίας: η «λογική της αγοράς» ευνοεί την ελαφρά βιομηχανία παραγωγής ειδών κατανάλωσης. Τα προϊόντα αυτά αγοράζονται πλέον σε σημαντικές ποσότητες από τους αγρότες των οποίων η αγοραστική δύναμη αυξάνεται μετά την «απελευθέρωση» του αγροτικού πλεονάσματος και τη συνακόλουθη αύξηση τιμών των γεωργικών προϊόντων.

Τα μέτρα της ΝΕΠ έχουν ως κοινωνικό αντίστοιχο τη μεταβολή του συσχετισμού δύναμης μεταξύ αγροτών και εργατών. Η μεταβολή των όρων ανταλλαγής αγροτικών προϊόντων προς όφελος της υπαίθρου επιβάλλει στους εργάτες την καταβολή περισσότερης εργασίας για την απόκτηση των ίδιων αγροτικών προϊόντων. Η μεταβολή αυτή αντανακλάται στην εμπορικοποίηση ορθολογικοποίηση της βιομηχανικής παραγωγής και τις μαζικές απολύσεις εργατών οι οποίοι αντιμετωπίζουν πλέον και τον ανταγωνισμό κατοίκων της υπαίθρου που έρχονται στις πόλεις με την ενθάρρυνση των διευθυντών επιχειρήσεων και προσλαμβάνονται στη θέση εργατών πόλεων διότι παρέχουν την εργατική τους δύναμη με λιγότερες απαιτήσεις επιτρέποντας την αύξηση του κέρδους των επιχειρήσεων (με βάση τις σοβιετικές στατιστικές υπάρχουν 1.300.000 άνεργοι το 1924 – Bettelheim 1977. σ. 276-291).

Η παρέμβαση του κρατικού μηχανισμού στη βιομηχανική παραγωγή εκδηλώνεται όχι μόνο με τη νομική και πολιτική κατοχύρωση της αγοράς και των εμπορικών σχέσεων αλλά και με το συντονισμό του κρατικού τομέα από το Ανώτατο συμβούλιο εθνικής οικονομίας το οποίο καθορίζει τις «νόρμες» παραγωγής καταρτίζοντας ετήσια πλάνα, τα οποία θα γίνουν υποχρεωτικά μόνο μετά το 1927. Τα κρατικά όργανα καθορίζουν επίσης τους όρους εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης (κατώτατο όριο μισθών, κοινωνική ασφάλιση) και αναλαμβάνουν τη δημιουργία σταθερού νομίσματος σε συνδυασμό με την ίδρυση κρατικής Τράπεζας (Γκοσμπάυκ). Ο καθορισμός της δημοσιονομικής πολιτικής ανατίθεται σε ομάδα «ειδικών» της Γκοσμπάυκ και του Υπουργείου Οικονομικών (πρώην τραπεζίτες, αστοί οικονομολόγοι κοκ) οι οποίοι θα κατηγορηθούν επανειλημμένα για δεξιά πολιτική. Τέλος τα κρατικά όργανα (και ουσιαστικά το κόμμα των μπολσεβίκων) διορίζουν τα στελέχη της βιομηχανίας για τα οποία ο Λένιν θα γράψει ότι «έχουν όλη την εξουσία…για κερδοφόρα διαχείριση» δεχόμενος ότι πρόκειται για «καπιταλιστική μορφή διαχείρισης» (Λένιν σε Bettelheim 1977 σ.255-6).

Στη διάρκεια της ΝΕΠ,τα στελέχη της βιομηχανίας καθίστανται «μοχλοί» της ορθολογικοποίησης της παραγωγής, δηλαδή της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου με καπιταλιστικές μεθόδους συσσώρευσης χωρίς να αμφισβητείται η αυταρχική ιεραρχική οργάνωση της διαδικασίας παραγωγής, η αμοιβή με βάση την απόδοση και τις «ικανότητες» των εργαζομένων, η ρυθμιστική λειτουργία της αγοράς κοκ. Η ΝΕΠ αποτελεί δηλαδή μια πολιτική αύξησης της παραγωγικότητας και επίλυσης των βιοτικών προβλημάτων που επιδιώκει την «ομαλοποίηση» με τη διακοπή της βίαιης συλλογής αγροτικών προϊόντων και την ενίσχυση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και της θέσης των «ειδικών». Ένδειξη για την επικράτηση της «λογικής της αγοράς» στη διάρκεια της ΝΕΠ και την ουσιαστική διακοπή των προσπαθειών οικοδόμησης του σοσιαλισμού αποτελεί το γεγονός ότι μειώνεται η εξάρτηση της βιομηχανίας από το «κέντρο» ενώ παράλληλα διαγράφεται καθαρότερα η κατά κλάδους μονοπωλιακή οργάνωση της παραγωγής υπό τη διεύθυνση των ειδικών σε περιφερειακό αλλά και κεντρικό επίπεδο (Γκοσμπάνκ, υπουργείο Οικονομικών). Η οργάνωση αυτή ενισχύεται μάλιστα από τη δημιουργία «συνδικάτων πωλήσεων» τα οποία διευθύνονται από ειδικούς και συντονίζουν την παραγωγή του κάθε κλάδου ενώ ένα «Συμβούλιο συνδικάτων πωλήσεων» τοποθετείται δίπλα στο Ανώτατο συμβούλιο εθνικής οικονομίας συμμετέχοντας στον καθορισμό της οικονομικής πολιτικής.

Η κυριαρχική θέση των ειδικών στην παραγωγή θα αμφισβητηθεί επανειλημμένα από το κόμμα των μπολσεβίκων χωρίς όμως να ληφθούν ποτέ ριζικά μέτρα εναντίον τους (τέτοια μέτρα θα εμπεριείχαν την αμφισβήτηση των ίδιων των παραγωγικών σχέσεων που έδιναν κυρίαρχη θέση στους ειδικούς και τους επέτρεπαν να καθορίζουν τη διάθεση του υπερπροϊόντος και να ιδιοποιούνται ένα σημαντικό μέρος του με τη μορφή υψηλών μισθών και πριμ αποδοτικότητας). Έτσι, οι καταγγελίες περί αυταρχικότητας των στελεχών της βιομηχανίας και «ενοποίησης» των αστών ειδικών με τους μπολσεβίκους διευθυντές που έγιναν από τον ίδιο το Στάλιν δεν θα έχουν πολιτική συνέχεια. Η εργατική αντίσταση που γίνεται έντονη μετά το 1928 και καταγγέλλεται από τους διευθυντές ως «χαλάρωση της πειθαρχίας» θα καταπολεμηθεί από το κόμμα. Συγκεκριμένα, θα ενισχυθούν οι τεϋλοριστικές μέθοδοι οργάνωσης της παραγωγής και η μισθολογική ιεραρχική διάκριση ειδικευμένων και μη ειδικευμένων εργατών, θα αυξηθούν οι απολύσεις των «μη αποδοτικών» εργατών που θεωρείται ότι παραβαίνουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και θα υιοθετηθεί το σύνθημα της «σοσιαλιστικής άμιλλας» η οποία αποτελεί ιδεολογικό προκάλυμμα της απόσπασης υπερεργασίας και πρόδρομο του σταχανοβιστικού κινήματος που θα εμφανιστεί μετά το 1935.

443.3. Η εγκατάλειψη της ΝΕΠ και η μαζική τρομοκρατία ως το 1936 (Bettelheim 1982, 1983).

3.3.1. Η ΝΕΠ θα εγκαταλειφθεί σταδιακά μετά το 1927 λόγω κρίσης του συστήματος συλλογής, το οποίο αποτελεί τη βάση οργάνωσης της παραγωγής, διότι επιτρέπει τον έλεγχο των τιμών από το κράτος, το σχεδιασμό της παραγωγής, την πραγματοποίηση εξαγωγών και, βεβαίως την ομαλή τροφοδοσία των πόλεων. Η κρίση της συλλογής εκδηλώνεται το 1927-8, λόγω της μικρής αγροτικής παραγωγής αλλά και της απροθυμίας των γεωργών να παραχωρήσουν τα προϊόντα τους στο κράτος ενόσω υπάρχει έλλειψη βιομηχανικών προϊόντων (για την κρίση της ΝΕΠ και τις συνέπειες της, Bettelheim 1977, σσ. 437-461). Η κρατική απάντηση δίνεται με την εφαρμογή «έκτακτων μέτρων» επίταξης των σιτηρών. Τα μέτρα αυτά εμφανίζονται επισήμως ως αντίδραση στη στάση των κουλάκων οι οποίοι «κρύβουν» τη σοδειά αλλά ουσιαστικά πλήττουν τους φτωχούς και μέσους γεωργούς που αποτελούν τους κύριους προμηθευτές σιτηρών. Τα έκτακτα μέτρα θα εφαρμοστούν και την επόμενη χρονιά και ισοδυναμούν με εγκατάλειψη της ΝΕΠ, κατάργηση της «ιδιωτικής» αγοράς και διάρρηξη της «μετριοπαθούς» συμμαχίας εργατών αγροτών. Το 1928 ψηφίζεται νόμος που περιορίζει τις δυνατότητες ενοικίασης γης και μεταφέρει την αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων για την καλλιέργεια από τη συνέλευση του κάθε χωριού στα αγροτικά Σοβιέτ, τα οποία έχουν μεταβληθεί σε γραφειοκρατικά κομματικά όργανα.

Στα μέτρα αυτά – που συνδυάζονται με την υιοθέτηση του πρώτου πενταετούς πλάνου τον Απρίλιο του 1929 και την ουσιαστική κατάργηση της ιδιωτικής βιομηχανικής βιοτεχνικής παραγωγής δεδομένου ότι το κράτος αρνείται να παράσχει πρώτες ύλες και λαμβάνει διοικητικά μέτρα εναντίον των ιδιωτών – θα υπάρξει αντίδραση ιδίως εκ μέρους των χωρικών, η οποία εκδηλώνεται με μείωση της παραγωγικότητας, συλλογική άρνηση παραχώρησης της σοδειάς στα κρατικά όργανα αλλά και τοπικές εξεγέρσεις. Οι χωρικοί οργανώνονται υπό την πολιτική ιδεολογική ηγεμονία των κουλάκων και προσπαθούν να προστατεύσουν την ιδιοκτησία τους απέναντι στο κράτος που ασκεί πλέον ανοιχτή καταστολή στην ύπαιθρο με την επιβολή ποινικών κυρώσεων και τον αποκλεισμό των «ανυπότακτων» γεωργών από τα συνεταιριστικά δίκτυα απορρόφησης της παραγωγής και προμήθειας εργαλείων και καταναλωτικών προϊόντων.

Η επίσημη εγκατάλειψη της ΝΕΠ θα αποφασιστεί το 1929 από τη γραμματεία του κομμουνιστικού κόμματος χωρίς κανείς να θελήσει ή να μπορέσει να αμφισβητήσει την απόφαση αυτή που υπόσχεται δυναμική έξοδο από την κρίση. Η εγκατάλειψη της ΝΕΠ εμφανίζεται ως «αριστερή» λύση και συνοδεύεται από τη λήψη μέτρων διαβαθμισμένου κομματικού αποκλεισμού της δεξιάς αντιπολίτευσης (Μπουχάριν, Ρύκωφ, Τόμσκυ). Από τον Ιούνιο του 1929 αποφασίζεται η «δυναμική» κολλεκτιβοποίηση, η πραγματοποίηση της οποίας ανατίθεται στα τοπικά κομματικά όργανα και οδηγεί στο διπλασιασμό του αριθμού των οργανωμένων σε κολχόζ αγροτών. Τα μη ικανοποιητικά αποτελέσματα της κολλεκτιβοποίησης που βρίσκει απήχηση ιδίως στους φτωχούς γεωργούς οδηγούν στη «μεγάλη στροφή» του Νοεμβρίου που έχει ως στόχο την εξαφάνιση των κουλάκων («αποφασίσαμε να εξαφανίσουμε τους κουλάκους ως τάξη» θα πει ο Στάλιν) και τη δημιουργία κολχόζ εν ανάγκη με ανοιχτή καταστολή: οι γεωργοί που αντιστέκονται θεωρούνται «φιλοκουλάκοι» και αντιμετωπίζουν εξοντωτικές ποινικές κυρώσεις, δήμευση της γης, μαζικές εκτοπίσεις κοκ.

Η «μεγάλη στροφή» ήταν μια προσπάθεια επίλυσης των οικονομικών και πολιτικών προβλημάτων με αποφάσεις «εκ των άνω» και βίαιη εφαρμογή τους για την επίτευξη της «ορθολογικής» – μονοπωλιακής οργάνωσης της γεωργικής παραγωγής με μετατροπή των γεωργών σε μισθωτούς εργάτες και έλεγχο της παραγωγής από το κράτος. Το γεγονός ότι η διαδικασία αυτή εμφανίστηκε ως «κοινωνικοποίηση» της παραγωγής και μέτρο οικοδόμησης του σοσιαλισμού αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της δυνατότητας του ιδεολογικού μηχανισμού να «αφομοιώνει» ακόμη και επαναστατικές αρχές και να τις μετατρέπει σε μέσα νομιμοποίησης των μεθόδων που χρησιμοποιεί η άρχουσα τάξη για τη στερέωση της κυριαρχίας της.

63.3.2. Η διαδικασία βίαιης κολλεκτιβοποίησης θα διακοπεί τον Απρίλιο του 1930 με απόφαση του κόμματος διότι κρίνεται ότι οι στόχοι επιτεύχθηκαν και πρέπει να σταματήσουν οι «υπερβάσεις». Σ’ αυτό το χρονικό σημείο, οι κουλάκοι έχουν εξαφανιστεί και το κράτος αποκτά τον ουσιαστικό έλεγχο της γεωργικής παραγωγής παρ’ ότι εξακολουθεί η «τυφλή» αντίσταση ορισμένων χωρικών και ένα μέρος της παραγωγής διοχετεύεται σε «παράνομα» εμπορικά δίκτυα. Στα κολχόζ η εκμετάλλευση της γης γίνεται με βάση το κρατικό πλάνο και το σύνολο της παραγωγής αγοράζεται από τα κρατικά όργανα συλλογής σε τιμές που καθορίζονται από τις κεντρικές υπηρεσίες. Τα εργαλεία αποτελούν συνήθως κρατική ιδιοκτησία και οι αγρότες μοιράζονται το «προϊόν» της εργασίας τους, το οποίο είναι αισθητά μικρότερο από την περίοδο της ΝΕΠ και χαμηλότερο από το μέσο εργατικό μισθό. Μέχρι το 1934 θα έχει οργανωθεί σε κολχόζ το 70% των αγροτικών οικογενειών. Αντίθετα, οι κρατικές καλλιέργειες (σοβχόζ) στις οποίες οι αγρότες παρέχουν μισθωτή εργασία αμειβόμενη ανάλογα με την ειδίκευση τους και την παραγωγικότητα του αγροκτήματος και διαθέτοντας κοινωνική ασφάλιση, θα παραμείνουν μια δευτερεύουσας σημασίας μορφή οργάνωσης της αγροτικής παραγωγής.

Η μετατροπή των γεωργών σε μισθωτούς εργάτες και η χειροτέρευση της οικονομικής τους θέσης αποτελεί «εφαρμογή» της θεωρίας περί σοσιαλιστικής συσσώρευσης σύμφωνα με την οποία η μεταφορά «πόρων» από τη γεωργία στη βιομηχανία είναι αναγκαία προϋπόθεση αύξησης της παραγωγικότητας, δημιουργίας ισχυρής βαριάς βιομηχανίας και, κατά σταλινική θεωρητική επέκταση, «οικοδόμησης του σοσιαλισμού» με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Η μεταφορά «πόρων» από τη γεωργία και η ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας θα απαιτήσει την άσκηση μαζικής τρομοκρατίας (μέχρι το 1934 θα εκτοπιστούν πάνω από 10 εκατομμύρια αγρότες), την αναδιοργάνωση των μεθόδων βιομηχανικής παραγωγής και τη ριζική μεταβολή του προσωπικού που στελεχώνει τη βιομηχανία, χωρίς όμως να θίγεται η ιεραρχική οργάνωση και οι «θέσεις» παραγωγής.

3.3.3. Η εκβιομηχάνιση με προτεραιότητα τη βαριά βιομηχανία και την «ένταση τεχνολογίας» θα βασιστεί στη σταλινική «πολιτιστική επανάσταση». Πρόκειται για την εκδίωξη των «αστών ειδικών», του προσωπικού της διοίκησης αλλά και της «παλιάς φρουράς» μπολσεβίκων, δηλαδή στελεχών που κρίνονται ως ηττοπαθή και πάντως μη πρόθυμα να εκτελέσουν το φιλόδοξο πλάνο, και την αντικατάσταση τους με εργάτες οι οποίοι «προάγονται» είτε ειδικευόμενοι στο εργοστάσιο είτε φοιτώντας σε κομματικές σχολές και πανεπιστήμια. Αυτή η νέα «ελίτ» παίρνει τη θέση όσων κατηγορούνται για πολιτική παρέκκλιση ή σαμποτάζ της οικονομίας και σχηματίζει μια κυρίαρχη ομάδα η οποία δεν διαθέτει πολιτική εμπειρία και, οφείλοντας την άνοδο της στην εύνοια ή την «τύχη», είναι πολύ πιο πρόθυμη να εφαρμόσει τις κομματικές αποφάσεις. Η διαδικασία «προαγωγής» θα διακοπεί το 1931 με την παύση των πιστώσεων για φοίτηση εργατών στα πανεπιστήμια και το διοικητικό περιορισμό των δυνατοτήτων «ανόδου» μέσω εκπαίδευσης. Παράλληλα αρχίζει μια διαδικασία σταθεροποίησης της νέας ηγετικής ομάδας με αύξηση των μισθών και των προνομίων των στελεχών της παραγωγής ή του κόμματος (Bettelheim 1983, σσ. 112, 178-183).

Η εκβιομηχάνιση και η «σοσιαλιστική συσσώρευση» έχουν ως υλική βάση τη μείωση των εργατικών μισθών και τη χειροτέρευση της ζωής στην ύπαιθρο. Πραγματοποιούνται μαζικές «μεταφορές» αγροτικού πληθυσμού στη βιομηχανία και με τη μείωση των μισθών και του γεωργικού εισοδήματος καθίσταται δυνατή η ανάπτυξη του τομέα παραγωγής μέσων παραγωγής σε βάρος του τομέα «κατανάλωσης» χωρίς πάντως να επιτευχθεί η επιθυμητή αύξηση της παραγωγικότητας και η πραγματοποίηση των πλάνων. Η πολιτική αυτή επιβάλλεται και με την ενίσχυση του κατασταλτικού μηχανισμού, που δρα αρχικά υπό την εποπτεία της Ενιαίας GPU και στη συνέχεια υπό την επίβλεψη της Εισαγγελίας που έχει επικεφαλής τον πρώην μενσεβίκο δικηγόρο και ήδη επίσημο θεωρητικό του δικαίου Α. Βισίνσκυ. Παράλληλα στην ύπαιθρο δρουν «έκτακτα» κομματικά όργανα όπως τα Πολιτικά τμήματα που υποκαθιστούν τα τοπικά Σοβιέτ ενώ στα εργοστάσια ιδρύονται από το 1933 βιομηχανικά τμήματα των κεντρικών οργάνων του κόμματος για την παρακολούθηση των στελεχών και την πιστή εφαρμογή του πλάνου.

46Παρά τον φαινομενικά προλεταριακό της χαρακτήρα, η ριζική «ανανέωση» στελεχών δεν μεταβάλλει τη δομή των κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής. Έχει όμως σημαντικές όσο και αντιφατικές επιπτώσεις στους όρους διεξαγωγής της ταξικής πάλης: αφ’ ενός μειώνει την εργατική αντίσταση στην εκμετάλλευση διότι το πιο έμπειρο και κατά τεκμήριο συνειδητοποιημένο τμήμα της εργατικής τάξης εγκαταλείπει την παραγωγή και αφ’ ετέρου προκαλεί προβλήματα στην οργάνωση της παραγωγής και την οικονομική διαχείριση διότι τα νέα στελέχη δεν διαθέτουν την απαραίτητη εμπειρία. Η χαμηλή παραγωγικότητα στη βιομηχανία (αλλά και τη γεωργία λόγω της παθητικής αντίστασης των αγροτών που δεν είναι πλέον ιδιοκτήτες του προϊόντος που παράγουν) δεν θα μπορέσει να αντιμετωπιστεί με τις συνεχείς εκκαθαρίσεις στελεχών και τις «εκκλήσεις στο λαό». Η κατάσταση αυτή θα προκαλέσει αρχικά την κριτική μετριοπαθών τεχνοκρατών και παλιών μπολσεβίκων που ζητούν την εφαρμογή ηπιότερης «γραμμής» στη βιομηχανία (Ορτζονικιτζέ – και Κύρωφ, παρεμβάσεις Μπουχάριν μετά το 1933) και στη συνέχεια τη στιγμιαία ήττα της γραμμής Στάλιν το 1934 (17ο Συνέδριο, «φιλελευθεροποίηση» και περιορισμός των στόχων του δεύτερου πενταετούς πλάνου).

Μετά τη δολοφονία του Κύρωφ (Δεκέμβριος 1934) ξεκινά ένα νέο κύμα εκκαθαρίσεων στον κομματικό και διοικητικό μηχανισμό με παράλληλη επίθεση τόσο στα στελέχη που δεν δείχνουν ζήλο και «σαμποτάρουν την οικονομία» όσο και στους υποστηρικτές των εργατικών διεκδικήσεων οι οποίες κρίνονται ως «απραγματοποίητες». Η ενίσχυση του κρατικού μηχανισμού και οι συνεχείς «προσκλήσεις στο λαό» για εντοπισμό των «σαμποτέρ της οικονομίας» αλλά και των «εχθρών της πατρίδας» (στην καταγγελία αυτή θα βασιστούν οι εκκαθαρίσεις στελεχών των ομόσπονδων Δημοκρατιών που θεωρείται ότι εκδηλώνουν εθνικιστικές τάσεις) συνοδεύονται από την προσπάθεια αύξησης της παραγωγικότητας με το «κίνημα» του σταχανοβισμού (ανέβασμα της «νόρμας» παραγωγής που επιβάλλεται στους εργάτες ανάλογα με τις επιδόσεις των σταχανοβιστών «ηρώων της εργασίας»). Η διπλή πίεση προς τα στελέχη και τους εργαζομένους θα συνδυαστεί με την επιβολή πλήρους εσωκομματικής δικτατορίας με συνεχείς εκκαθαρίσεις, δίκες και «ομολογίες». Η πρώτη μεγάλη δίκη θα γίνει τον Αύγουστο 1936 με βασικούς κατηγορουμένους τους Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ.

323.4. Κόμμα Κράτος Σύνταγμα:η κίνηση της ιστορίας.

3.4.1. Ιδρυτικός μύθος των θεωριών περί ολοκληρωτισμού είναι η αναφορά στο μονολιθικό και παντοδύναμο Κόμμα το οποίο καθορίζει κυριαρχικά την κοινωνική ζωή εξυπηρετώντας αποκλειστικά τα συμφέροντα ορισμένων ανθρώπων που συγκεντρώνουν με μυστηριώδη τρόπο την εξουσία και την ασκούν δικτατορικά (την «απόλυτη εξουσία του ενός» που «επιβάλλει τη θέληση του» στρέφοντας το πολιτικό γραφείο εναντίον της κεντρικής επιτροπής και αντιστρόφως θα αναλύσει εμβριθώς ο R. Aron, για να αναφερθούμε σε έναν μόνο εμπνευστή αυτής της φιλολογίας Aron 1987, σσ.240-334).

Μια έστω και συνοπτική αναφορά στην ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης δείχνει ότι το κομμουνιστικό κόμμα όχι μόνο δεν υπήρξε ποτέ μονολιθικό αλλά και δεν είχε καν τον απόλυτο έλεγχο των εξελίξεων. Οι μετασχηματισμοί της σοβιετικής κοινωνίας μπορούν να ερμηνευθούν μόνο με την εξέταση των διαδοχικών ταξικών συγκρούσεων και συμμαχιών που οδήγησαν στο σχηματισμό μιας κυρίαρχης τάξης η οποία δεν συμπίπτει βεβαίως με μια ενιαία και πανίσχυρη ηγεσία του κομμουνιστικού κόμματος.

Στο διάστημα 1917-1936,το κόμμα των μπολσεβίκων είναι αναμφίβολα η κυρίαρχη πολιτική δύναμη και ο έλεγχος του στον κρατικό μηχανισμό (άρα και στη διαδικασία παραγωγής) ουσιαστικός. Τα κομματικά όργανα θα υποκαταστήσουν μάλιστα τα Σοβιέτ, τα οποία στελεχώνονται κυρίως από μέλη του κόμματος και αποτελούν ιμάντες μεταβίβασης των κεντρικών πολιτικών αποφάσεων παρ’ ότι έγιναν σε ορισμένες συγκυρίες προσπάθειες του ίδιου του κομματικού μηχανισμού για «αναζοωγόνηση» των Σοβιέτ όασης. Στη σοβιετική πραγματικότητα, το σύστημα των Σοβιέτ που προβλέπονταν στα Σ 1918 και 1924 απέκτησε αντίστροφη φορά και αντί να αποτελέσει μέσο άσκησης της λαϊκής εξουσίας έγινε μηχανισμός προπαγάνδας και συμβολικής νομιμοποίησης.

Το ίδιο θα ισχύσει και για τα συνέδρια των Σοβιέτ ανώτερης βαθμίδας τα οποία επικυρώνουν απλώς αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί και εφαρμόζονται ενώ στην πράξη το μόνο από τα συνταγματικά όργανα που θα λειτουργήσει ουσιαστικά είναι το Σοβναρκόμ. Μη έχοντας άμεση «σοβιετική» νομιμοποίηση και αποτελούμενο αποκλειστικά από μέλη του κομμουνιστικού κόμματος μετά το Μάρτιο του 1918, το Σοβναρκόμ θα αποκτήσει έκτακτες εξουσίες στη διάρκεια του κομμουνισμού του πολέμου και θα συνεχίσει να τις ασκεί. Ενδεικτικά παραδείγματα είναι η δημιουργία επαναστατικών επιτροπών στα τέλη του 1919 οι οποίες εξαρτώνται άμεσα από το Σοβναρκόμ και υποκαθιστούν – «αντισυνταγματικά» – τα τοπικά Σοβιέτ, το σύστημα «διπλής υπαγωγής» των περιφερειακών διοικητικών αρχών στις τοπικές Εκτελεστικές Επιτροπές και το Σοβναρκόμ και, τέλος, η κεντρική οργάνωση των δικαιοδοτικών οργάνων.

48Η τυπική μόνο λειτουργία των Σοβιέτ βάσης έχει το αντίστοιχο της στην εξίσου συμβολική λειτουργία των οργανώσεων βάσης του κομμουνιστικού κόμματος. Οι αποφάσεις λαμβάνονται από ολιγομελή όργανα (οργανωτικό και πολιτικό γραφείο) ή από ειδικές επιτροπές που τείνουν να αυτονομηθούν αποκτώνταί «κρατική» λογική. Παράδειγμα αποτελεί το Τμήμα Καταγραφής και Κατανομής που δημιουργείται το 1920 για την «απογραφή» του κρατικού προσωπικού και ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στον κρατικό μηχανισμό και την παραγωγή διότι αποφασίζει για τους διορισμούς και τις μετακινήσεις στελεχών.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της πολιτικής ηγεσίας του κόμματος (επικεφαλής της οποίας τίθεται μετά το Μάρτιο του 1922 ο Στάλιν) είναι ότι θα αποτελέσει τον «τόπο» συγκέντρωσης των θεωρητικών επεξεργασιών για την πολιτική που πρέπει να ακολουθηθεί. Οι ηγέτες του κόμματος είναι σημαντικοί μαρξιστές θεωρητικοί και ο εσωτερικός διάλογος είναι, τουλάχιστον μέχρι το τέλος της ΝΕΙΖ ελεύθερος και δημόσιος (για τις διαδοχικές αντιπολιτεύσεις και τις θέσεις τους, Bettelheim 1974, σσ. 330-388, 1977, σσ. 335-424). Η πολυμορφία των απόψεων που εκφράζονται και η δυνατότητα ουσιαστικής επιρροής τους στη γραμμή του κόμματος δείχνει αφ’ ενός ότι το κόμμα δεν είναι μονολιθικό και αφ’ έτερου ότι η κομματική συζήτηση αποτελεί αντανάκλαση των κοινωνικών μετασχηματισμών και των αντικρουόμενων στρατηγικών ταξικής συμμαχίας, «φορείς» των οποίων γίνονται οι ηγέτες του κόμματος. Αυτή η θεωρητική «συγκέντρωση» δεν σημαίνει όμως και ότι η ταξική πάλη συμπυκνώνεται στο κόμμα ή αποτυπώνεται πιστά στις τάσεις του. Η αυτονόμηση των διοικητικών μηχανισμών (παράδειγμα η λειτουργία της Τσεκά GPU και των οργάνων σχεδιασμού) και η «συντεχνιακή» στρατηγική των στελεχών της παραγωγής αποτελούν στοιχεία που δρουν ανταγωνιστικά προς το κόμμα και, χωρίς να αμφισβητούν την πολιτική κυριαρχία του, επιβάλλουν στην πράξη κατευθύνσεις διαφορετικές από την επίσημη πολιτική γραμμή, εκφράζοντας συμφέροντα μερίδων της κυρίαρχης τάξης που δεν εκπροσωπούνται σε δεδομένη συγκυρία από το κόμμα. Η προσπάθεια της κομματικής ηγεσίας να ελέγξει τη γραφειοκρατία ήδη από το 1918 και οι επανειλημμένες εκκαθαρίσεις του διοικητικού μηχανισμού μαρτυρούν για τη δομική αστάθεια της ηγεμονίας του κόμματος, δηλαδή για την οξύτητα της ταξικής πάλης στη Σοβιετική Ένωση. Ισχυρή ένδειξη για την οξύτητα της ταξικής πάλης και τη διαρκή «ταλάντευση» του κόμματος ανάμεσα στην εργατική τάξη που επισήμως εκπροσωπούσε και τις μερίδες της κυρίαρχης τάξης που κυριαρχούσαν στο μεγαλύτερο τμήμα του μηχανισμού του αποτελεί η δυναμική αντίδραση των εργατών σε ορισμένες αποφάσεις του κόμματος, αντίδραση η οποία εναλλάσσεται με την «αναγνώριση» των εργατών στην κομματική γραμμή.

2Μετά τη «μεγάλη στροφή» του 1929 προς τη βίαιη εκβιομηχάνιση, η παρέμβαση του κόμματος θα γίνει πιο έντονη και η αυταρχική δράση της ηγεσίας του που ελέγχει τους κατασταλτικούς μηχανισμούς (εκκαθαρίσεις και μεγάλες δίκες για να αντιμετωπιστεί η ενδοκομματική αμφισβήτηση, εκδίωξη στελεχών και μαζική τρομοκρατία για να αντιμετωπιστεί η «εξωτερική» αμφισβήτηση) θα σηματοδοτήσουν τη μετατροπή του καθεστώτος σε πολιτική δικτατορία. Στις συνθήκες αυτές θα επιδιωχθεί η ιδεολογική ταύτιση του κόμματος και του «ηγέτη» με την ορθή γραμμή και την «αλήθεια» αφ’ ενός μέσω άσκησης θεωρητικής τρομοκρατίας (κατασκευή ενός «συστήματος» που εμφανίζεται ως η μόνη επιστημονική αλήθεια επικαλούμενο το μαρξισμό ή ορισμένες φράσεις του, σταδιακή δημιουργία «προλεταριακής» τέχνης και επιστήμης με παραχώρηση πρωτοφανών για τη Σοβιετική Ένωση προνομίων στους επίσημους εκπροσώπους τους, έρευνα στους τομείς υψηλής τεχνολογίας υπό το στενό έλεγχο του κόμματος και σε συνθήκες πολιτικής και κοινωνικής απομόνωσης των επιστημόνων) και αφ’ ετέρου με τη δημιουργία μιας αυστηρής κομματικής ιεραρχίας (με εναλλασσόμενα πρόσωπα) η οποία εξασφαλίζει την πιστή μεταβίβαση και εφαρμογή των κομματικών αποφάσεων.

Το σχήμα αυτό, που σε απολυτοποιημένη μορφή προσέφερε πολύτιμη πρώτη ύλη στους ιδεολόγους του ολοκληρωτισμού, γνώρισε όμως «εξαιρέσεις» δηλαδή σχετικοποιήθηκε στη διαδικασία της ταξικής πάλης: η αμφισβήτηση της σταλινικής γραμμής βίαιης εκβιομηχάνισης από τον κομματικό μηχανισμό μετά το 1932, η αντίσταση που πρόβαλαν τα στελέχη της παραγωγής στην εκπλήρωση των φιλόδοξων πλάνων, η λαϊκή αντίσταση που εκφράστηκε με την πτώση της παραγωγής στη γεωργία, δείχνουν ότι οι κοινωνικές δυνάμεις που θίγονταν από την κυρίαρχη στρατηγική έτειναν να την ανατρέψουν ή να την ακυρώσουν στην πράξη, αδιαφορώντας για την ακινησία και τον «ανατολικό δεσποτισμό» που απέδιδαν οι «ειδικοί» της Δύσης στη σοβιετική κοινωνία.

3.4.2. Αναφερθήκαμε προηγουμένως στη (μη) εφαρμογή των Σ 1918 και 1924. Η αρχή της αυτοδιάθεσης των εθνών αμφισβητήθηκε θεωρητικά και υποκαταστάθηκε στην πράξη από την εν ανάγκη βίαιη σύνδεση με τη ΡΣΟΣΔ και την κυριαρχία του μεγαλορωσικού εθνικισμού ο οποίος ενισχύεται μετά το 1930 (Bettelheim 1983, σσ. 32-38). Το ίδιο ανεφάρμοστες έμειναν οι διατάξεις για την μεταβίβαση «όλης της εξουσίας» στα Σοβιέτ και τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού για το αποκλειστικό συμφέρον των εργατών και αγροτών στην προοπτική εξαφάνισης του κράτους. Ο επίσημος κρατικός λόγος δεν έπαψε βέβαια να επικαλείται τις αρχές αυτές (άλλοτε ως πραγματικότητα άλλοτε ως ιδεώδη) και να εξαγγέλλει τις αλλαγές γραμμής που απέβλεπαν στη στερέωση των σχέσεων υποταγής και εκμετάλλευσης ως «επιστροφή» στο μαρξισμό λενινισμό και το ιδανικό της λαϊκής εξουσίας (το τελετουργικό αναγγελίας της επιστροφής στο μαρξισμό εξακολουθεί άλλωστε να ισχύει και σήμερα, στηρίζοντας πολιτικές που αποτελούν την προφανέστερη άρνηση του – βλ. αναλυτικά Μηλιός Κυπριανίδης, 1988). Ανεφάρμοστες έμειναν οι διατάξεις για την ελεύθερη άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων και το δικαίωμα ανάκλησης των εκπροσώπων στα Σοβιέτ. Οι εκλογές έγιναν μια τυπική διαδικασία υπερψήφισης της λίστας που καθόριζαν τα κομματικά όργανα για τα τοπικά Σοβιέτ ενώ το δικαίωμα άμεσης ανάκλησης των εκπροσώπων – ακόμη και αν υποτεθεί ότι είχε κάποια σημασία δεδομένης της συμβολικής απλώς «κυριαρχίας» των Σοβιέτ – δεν ασκήθηκε ποτέ.

21Σε αντίθεση με τα παραπάνω, το πεδίο στο οποίο πράγματι εφαρμόστηκε το Σ 1918 1924 ήταν τα ατομικά συλλογικά δικαιώματα. Στο παράδοξο αυτό – παράδοξο εν όψει της κυρίαρχης αντίληψης ότι η σοβιετική εξουσία καταπάτησε πάνω απ’ όλα την «ελευθερία του ατόμου» – μπορούν να δοθούν δύο ερμηνείες. Κατ’ αρχήν, ο σεβασμός των ατομικών δικαιωμάτων αποτελεί μια σχετικά «ανώδυνη» υποχρέωση της (ταξικής) κρατικής εξουσίας διότι η άσκηση τους δεν θίγει τον πυρήνα των παραγωγικών σχέσεων και μπορεί να συνδυαστεί με πρακτικές εκμετάλλευσης και πολιτικής καταπίεσης. Πέρα από αυτή τη «δομική» ερμηνεία που έχει γενικότερη ισχύ, η υποχρέωση σεβασμού των ατομικών δικαιωμάτων στη Σοβιετική Ένωση ήταν περισσότερο έντονη δεδομένου ότι το κράτος αναγνωριζόταν ως ταξικό και «εργατικό» και η παρέμβαση των μαζών ήταν ισχυρή και διαρκής. Τα ατομικά δικαιώματα που προβλέπονταν από το Σύνταγμα δεν ασκήθηκαν βέβαια με πλήρη σεβασμό της νομιμότητας, με παροχή δικαστικών εγγυήσεων κοκ, ενώ μετά το τέλος της ΝΕΠ η δυνατότητα άσκησης τους ουσιαστικά έπαψε να υπάρχει. Ωστόσο οι έντονες ζυμώσεις που έφεραν στο πολιτικό προσκήνιο τις καταπιεζόμενες τάξεις επέτρεψαν την ουσιαστική άσκηση των δικαιωμάτων έκφρασης γνώμης, συνάθροισης, συνεταιρισμού, την άσκηση όλων των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων συμπεριλαμβανομένης της απεργίας και, επίσης, την πρόσβαση των μαζών στη μόρφωση και τη σχολική εκπαίδευση σε πρωτοφανή για τα δεδομένα της Ρωσίας κλίμακα (χωρίς όμως να επιτευχθεί η επαναστατικοποίηση του περιεχομένου της διδασκαλίας και των μεθόδων της, Bettelheim 1974,σσ. 148-150, 1977, σσ. 28, 169-171). Το ίδιο ουσιαστική ήταν η άσκηση «κοινωνικής πολιτικής» από το κράτος τόσο με τη βελτίωση των παροχών σε θέματα υγείας, στέγασης κοκ όσο και με τη βελτίωση του εισοδήματος των εργαζομένων, ζήτημα στο οποίο υπήρχαν όπως είδαμε μεγάλες διακυμάνσεις και πάντως ποτέ δεν υπήρξε τάση πλήρους εξίσωσης των μισθών.

3.4.3. Η ύπαρξη τάξεων στη Σοβιετική Ένωση, η συνέχιση της εκμετάλλευσης και η ταξική υφή του κράτους «ολόκληρου του λαού» είναι δεδομένα τα οποία δεν επιδέχονται πλέον αμφισβήτηση και επαληθεύτηκαν με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο από τη διαδικασία καπιταλιστικής συμμόρφωσης του ευρωπαϊκού «υπαρκτού σοσιαλισμού». Πρόκειται για τη διαδικασία προοδευτικής υιοθέτησης των μεθόδων αναπαραγωγής του κεφαλαίου που χαρακτηρίζουν το δυτικό καπιταλισμό, η οποία συνοδεύτηκε από την εγκατάλειψη των «σοσιαλιστικών» μορφών νομιμοποίησης και έδωσε την ευκαιρία σε όσους το επιθυμούσαν ανέκαθεν να μιλήσουν για θάνατο του κομμουνισμού.

Εξίσου κεκτημένη είναι για τη μαρξιστική θεωρία μετά την εσωτερική και έμπρακτη κριτική της κινέζικης πολιτιστικής επανάστασης και τις εργασίες γάλλων κυρίως θεωρητικών (Bettelheim, Linhart), η θέση ότι στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» κυριαρχεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής (αναλυτικά Μηλιός – Κυπριανίδης 1988, Σύνταξη θέσεων 1990). Στις χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού» εξακολουθεί να υπάρχει όχι απλώς μισθωτή εργασία, εμπορευματική παραγωγή, αγορά αλλά και καθορισμός της διανομής του υπερπροϊόντος με ταξικά αστικά κριτήρια από τους φορείς διευθυντικών λειτουργιών παρ’ ότι αυτοί από τυπική άποψη είναι μισθωτοί. Παράλληλα, ο κρατικός ιδεολογικός και κατασταλτικός μηχανισμός λειτουργεί στην κατεύθυνση ενίσχυσης των κυρίαρχων παραγωγικών σχέσεων και δεν αμφισβητούνται τα ιδεολογικά τεχνικά θεμέλια τους (χωρισμός πνευματικής χειρωνακτικής εργασίας, εθνικισμός, ατομική ιδιοποίηση κοκ).

43Ο ιδιόμορφος χαρακτήρας της κυρίαρχης τάξης στις χώρες αυτές δεν έγκειται στον κρατικό της χαρακτήρα (για κρατικό τρόπο παραγωγής που έχει το πρότυπο του στις ανατολικές χώρες μιλά ο Η. Lefebvre (1977) επιχειρώντας να εισάγει στο μαρξισμό μια έννοια που επαναφέρει τη μυθολογία περί κράτους παντοδύναμου υποκειμένου) ούτε στην κομματική μορφή της (στον «καπιταλισμό του κόμματος» αναφέρεται ο Ch. Bettelheim (1983) επηρεαζόμενος από τις κυρίαρχες αντιλήψεις περί κομματικού ολοκληρωτισμού). Όσον αφορά την πρώτη άποψη, πρέπει να σημειώσουμε ότι κρατικό χαρακτήρα έχει κάθε αστική τάξη εφόσον συγκροτείται μέσω της ασταθούς συμμαχίας καπιταλιστών με κοινωνικές ομάδες υπεύθυνες για τη λειτουργία των κρατικών μηχανισμών και οργανώνει την κυριαρχία της με τη διαρκή μεσολάβηση του κράτους (Μπαλιμπάρ 1989α). Αν όμως η «ανατολική» αστική τάξη είναι κρατική όπως και κάθε άλλη, αυτό δεν σημαίνει ότι η διαφορά ως προς τις δυτικές βρίσκεται στον κομματικό της χαρακτήρα: η προηγούμενη ανάλυση έδειξε ότι το κομμουνιστικό κόμμα δεν απέκτησε την απόλυτη κυριαρχία αλλά αναγκάστηκε να συνάψει διαδοχικά συμμαχίες με τους κουλάκους, τους «ιδιώτες» καπιταλιστές, τους «αστούς ειδικούς», αλλά και με ορισμένες ηγετικές ομάδες του τσαρικού καθεστώτος (χρηματιστές, στρατιωτικούς, διανοούμενους), συμβιβαζόμενο ταυτόχρονα με τις απαιτήσεις των στελεχών της παραγωγής που ανέπτυσσαν «συντεχνιακές» διεκδικήσεις και ενσωματώνοντας, με διαφορετικό σε κάθε συγκυρία τρόπο, επιμέρους συμφέροντα των εργατών και αγροτών. Είναι φανερό ότι οι στρατηγικές αυτές υπερβαίνουν τη βούληση και τις οργανωτικές δυνατότητες μιας κομματικής ηγεσίας και επιβάλλονται αντικειμενικά: οι μπολσεβίκοι «κράτησαν την εξουσία» επειδή δέχτηκαν να την ασκήσουν σύμφωνα με τις επιταγές του συσχετισμού δύναμης και δεν προσπάθησαν ούτε στη σταλινική περίοδο να εγκαταστήσουν έναν «κομματικό» καπιταλισμό ή σοσιαλισμό που θα αγνοούσε την αυτόνομη δυναμική μερίδων της κυρίαρχης τάξης.

Η ειδοποιός διαφορά της κυρίαρχης τάξης στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» προκύπτει από χαρακτηριστικά της παραγωγής και στοιχεία της πολιτικής ηγεμονίας που διαμορφώθηκαν ιστορικά στις χώρες αυτές:

α. πρόκειται αρχικά για τη μονοπωλιακή ρύθμιση της οικονομίας με βάση, πρώτον, το κρατικό πλάνο που περιορίζει τον διακλαδικό ανταγωνισμό και, δεύτερον, την κατά κλάδους ενοποίηση των επιχειρήσεων η οποία τείνει να εξαφανίσει τον ενδοκλαδικό ανταγωνισμό. Ετσι, οι «σοσιαλιστικές» χώρες αποτελούν τη μοναδική ως τώρα πραγμάτωση του μονοπωλιακού καπιταλισμού και η σημερινή προοδευτική εγκατάλειψη του είναι ίσως απτή απόδειξη της αναγκαίας σύνδεσης καπιταλισμού και ανταγωνισμού.

6. η μονοπωλιακή ρύθμιση συνδυάζεται με την εγκαθίδρυση πολιτικής δικτατορίας (μονοκομματικό σύστημα, στέρηση ατομικών δικαιωμάτων, αποφασιστική ενίσχυση του κατασταλτικού μηχανισμού, ουσιαστική αλλά και τυπική εξάρτηση των περισσότερων ιδεολογικών μηχανισμών από το κράτος, βίαιη «επίλυση» των ταξικών αντιθέσεων).

22Οι θέσεις αυτές για το χαρακτήρα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» έχουν ήδη υποστηριχθεί (Σύνταξη θέσεων, 1990 με επεξεργασία προηγούμενων μαρξιστικών αναλύσεων) και πιστεύουμε ότι επαληθεύονται από την μελέτη της ιστορίας της Σοβιετικής Ένωσης, στοιχεία της οποίας αναφέρθηκαν παραπάνω. Για την περαιτέρω επεξεργασία αυτών των θέσεων σημαντική είναι μια νύξη του Ch. Bettelheim, ο οποίος αναφέρει ότι η σχεδιοποιημένη οικονομία δεν μπορεί να εξασφαλίσει αφ’ εαυτής την αναγκαία αποτελεσματικότητα παραγωγικότητα και πρέπει να συνδυασθεί με την εγκαθίδρυση ενός αυταρχικού καθεστώτος που θα επιβάλλει βίαια υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης υποκαθιστώντας κατά κάποιο τρόπο τον ανταγωνισμό (Bettelheim 1983, σς.174178), μετατρέποντας δηλαδή το αόρατο χέρι της αγοράς σε ορατό χέρι του καταναγκασμού.

Οι παραπάνω θέσεις μας επιτρέπουν να ερμηνεύσουμε τα ιδιόμορφα στοιχεία της κυρίαρχης τάξης στην ΕΣΣΔ πριν τον 6′ παγκόσμιο πόλεμο. Τα χαρακτηριστικά της παραγωγής και η μορφή της ταξικής συμμαχίας εξηγούν τον έντονα «κρατικό» χαρακτήρα της κυρίαρχης τάξης, τη δικτατορική διαχείριση της οικονομίας και της πολιτικής, τη θεμελιώδη αστάθεια των φορέων της κεφαλαιακής σχέσης (οι οποίοι εξαρτώνται άμεσα από τις μεταβολές του συσχετισμού δύναμης και εμφανίζονται ως μισθωτοί κρατικοί υπάλληλοι), τη δυνάμει ενοποίηση των (χωρισμένων στον ανταγωνιστικό καπιταλισμό) πολιτικών και οικονομικών λειτουργιών, την τάση εξαφάνισης των ατομικών καπιταλιστών, την αντικατάσταση της συναίνεσης από την τρομοκρατία.

Στον «υπαρκτό σοσιαλισμό», η κυρίαρχη τάξη συγκροτείται με τη ρευστή συμμαχία ομάδων που ελέγχουν τον κρατικό μηχανισμό (πολιτική διεύθυνση, σχεδιασμός και δημοσιονομική πολιτική, διαχείριση των ιδεολογικών θεσμών) με τα ανώτερα στελέχη της παραγωγής και, ενδεχομένως, με μερίδες της προεπαναστατικής κυρίαρχης τάξης. Η συμμαχία αυτή πραγματοποιείται στη βάση της διατήρησης των κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής με ταυτόχρονη αλλαγή του προσωπικού που στελεχώνει τις διευθυντικές θέσεις αλλά και με σημαντικές «παραχωρήσεις» προς τις κυριαρχούμενες τάξεις. Οι «παραχωρήσεις» αυτές υπερβαίνουν κάθε δυτική σοσιαλδημοκρατική πολιτική και οφείλονται στην αναγκαστική αναφορά της κρατικής «σοσιαλιστικής» πολιτικής στο επαναστατικό γεγονός από το οποίο αντλεί τη νομιμοποίηση της. Είναι αυτονόητο ότι το εύρος τους καθορίζεται από την παρέμβαση των μαζών σε κάθε συγκυρία.

Ειδικά για τη Σοβιετική Ένωση μετά στη δεκαετία του ’30, η ταξική συμμαχία επιτυγχάνεται με τον αποκλεισμό (οριακά την εξόντωση) των ατομικών καπιταλιστών και των κουλάκων, την ενίσχυση του κρατικού μηχανισμού και τη στρατολόγηση των φορέων διευθυντικών λειτουργιών από την πρωτοπορία της εργατικής τάξης. Στο διάστημα 1928-1931 πραγματοποιείται μια διαδικασία που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε τομή συνέχειας. Η «σταλινική» περίοδος διατηρεί, κατ’ αρχήν, στοιχεία που υπήρχαν στο σοβιετικό κοινωνικό σχηματισμό τουλάχιστον ως τάσεις. Πρόκειται για την κατά κλάδους ενοποίηση της παραγωγής, τον κρατικό σχεδιασμό της οικονομίας, την «προώθηση» εργατών σε διευθυντικές θέσεις της παραγωγής, την προσπάθεια κρατικού ελέγχου στη γεωργική παραγωγή (τάση που είχε εκφραστεί στο παρελθόν με τη βίαιη «συλλογή» αγροτικών προϊόντων, τη δημιουργία φιλοσοβιετικών επιτροπών αγροτών, τις προσπάθειες για εθελοντική κολλεκτιβοποίηση που είχαν βρει απήχηση στα φτωχότερα στρώματα των αγροτών και τις πιο άγονες περιοχές, την πραγματοποίηση εμπορικών ανταλλαγών για τη συγκέντρωση της γεωργικής παραγωγής από το κράτος στη διάρκεια της ΝΕΠ), την εχθρότητα προς τους ατομικούς καπιταλιστές η οποία όμως δεν είχε εκφραστεί βίαια στο παρελθόν, τη διατήρηση του πολιτικού μονοπωλίου από το κομμουνιστικό κόμμα εν ανάγκη με μεθόδους βίαιης καταστολής.

31Οι τάσεις αυτές, σε συνδυασμό με τη διατήρηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, τη μη αμφισβήτηση της «εργατικής πειθαρχίας» και τη διατήρηση των «παραδοσιακών» μεθόδων λειτουργίας του κρατικού κατασταλτικού και ιδεολογικού μηχανισμού, είχαν οδηγήσει στη δημιουργία μιας κυρίαρχης τάξης που ήλεγχε την παραγωγή και ιδιοποιούνταν μέρος του υπερπροϊόντος. Ωστόσο, στη Σοβιετική Ένωση δεν μπορούσε να εξασφαλιστεί μόνιμα η αναγκαία για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου «αποτελεσματικότητα» και αυτό για τρεις κυρίως αιτίες: πρώτον, λόγω της αντίστασης των «ιδιοκτητών» γεωργών και ατομικών καπιταλιστών που επιθυμούσαν να διαθέσουν το προϊόν τους σε ελεύθερη αγορά με τους πιο ευνοϊκούς γι αυτούς ορούς και όχι να το παραχωρήσουν στο κράτος με τιμές που αυτό καθόριζε δεύτερον, λόγω της μη ύπαρξης ισχυρών κινήτρων στα στελέχη της βιομηχανίας ώστε αυτά να «πιέσουν» για αύξηση της παραγωγικότητας: ούτε οι ίδιοι ήταν νομικά ιδιοκτήτες του (υπερ)προϊόντος της επιχείρησης ούτε υπήρχε ατομικός καπιταλιστής που να καθορίζει το «μάνατζμεντ» με βάση τα προφανή και άμεσα συμφέροντα του και υπό την πίεση του ανταγωνισμού’ τρίτον, λόγω της σχετικής «απειθαρχίας» των εργατών που οφειλόταν στα ανατρεπτικά αποτελέσματα της «κομμουνιστικής ιδεολογίας» που έκανε τους εργάτες και τα συνδικάτα να αμφισβητούν ριζικά την οργάνωση της παραγωγής αλλά και στη μικρή σε σχέση με τη Δύση εργατική ανασφάλεια (ανταγωνισμός, απολύσεις).

Οι αντιφάσεις αυτές, στις οποίες προσετίθεντο οι δυσχέρειες από το χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στη Σοβιετική Ένωση και τα οικονομικά προβλήματα του «σοσιαλισμού σε μια χώρα», έθεταν σε κίνδυνο τη συνέχιση της κυριαρχίας των μερίδων που ήλεγχαν τον κρατικό μηχανισμό και την παραγωγή και απέκτησαν πρωτοφανή οξύτητα με την «κρίση της ΝΕΠ» και την αντίσταση των αγροτών στη συνέχιση του κρατικού ελέγχου. Η λύση δόθηκε με την τομή συνέχειας, δηλαδή την ολοκλήρωση των κρατικιστικών τάσεων οργάνωσης της οικονομίας σε συνδυασμό με τη σκλήρυνση της πολιτικής δικτατορίας, δηλαδή την διατήρηση και την περαιτέρω βίαιη ανάπτυξη των χαρακτηριστικών του σοβιετικού κοινωνικού σχηματισμού. Τα φαινόμενα μαζικής τρομοκρατίας για την υπέρβαση των αντιφάσεων και την αντιμετώπιση των αιτίων χαμηλής παραγωγικότητας που αναφέραμε επέτρεψαν τη δημιουργία μιας σχετικά συμπαγούς και στενά εξαρτώμενης από τον κρατικό μηχανισμό κυρίαρχης τάξης η οποία έθεσε ως προτεραιότητα την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την εφάρμοσε επιτυχώς με τίμημα εσωτερικών «εκκαθαρίσεων» και μετασχηματισμών.

Στο ιδεολογικό επίπεδο, ο σημαντικότερος μετασχηματισμός ήταν η υιοθέτηση πάγιων στοιχείων της αστικής ιδεολογίας για την «δικαιολόγηση» του συστήματος εξουσίας με ταυτόχρονη αναφορά στη μαρξιστική θεωρία η οποία εξασφάλιζε τη σύνδεση με το επαναστατικό γεγονός του 1917, ερμηνευόμενη «κατάλληλα» από το κόμμα και τον «ηγέτη». Η υιοθέτηση του Συντάγματος του 1936 αποτελεί έκφραση του μετασχηματισμού αυτού και αποβλέπει στην ιδεολογική χρησιμοποίηση και παγίωση ορισμένων στοιχείων της συγκυρίας καταφεύγοντας στο νομικό ιδεολογικό οπλοστάσιο και τη διαστρέβλωση των μαρξιστικών θέσεων.

5.    Το δημοκρατικότερο Σύνταγμα του κόσμου. Άνθρωπος και κράτος στο σοβιετικό καπιταλισμό.

Το σοβιετικό Σύνταγμα του 1936 ψηφίστηκε από το 8ο έκτακτο συνέδριο των Σοβιέτ της ΕΣΣΔ και τέθηκε σε ισχύ στις 5.12.36. Το κείμενο του Συντάγματος επεξεργάστηκε επιτροπή με βασικό εισηγητή το Στάλιν και η ψήφιση του αποτέλεσε την αφετηρία μιας προσπάθειας διεθνούς προπαγάνδισης του «δημοκρατικού προσώπου» της ΕΣΣΔ η οποία επιχειρούσε να δείξει ότι το νέο Σύνταγμα συνδυάζεται με την «εμπέδωση του Σοσιαλισμού στη χώρα», γεγονός που επέτρεψε να «αρθούν οι περιορισμοί και οι ανελευθερίες της επαναστατικής εποχής και να αρχίσει η ελεύθερη οργάνωση των σοσιαλιστικών θεσμών» (Σκουριώτης, 1945, σ.η’).

554.1. Για το Σ 1936 διαθέτουμε ένα σημαντικό ντοκουμέντο. Πρόκειται για την εισήγηση του Στάλιν στο 8ο Συνέδριο των Σοβιέτ (Στάλιν, χ.χ., σς. 672-706). Στο κείμενο αυτό, που περιλήφθηκε στο «εγκόλπιο» των Ζητημάτων – Λενινισμρύ, υπογραμμίζεται η νομική σημασία του Συντάγματος για την κατοχύρωση των κατακτήσεων των εργαζομένων στην περίοδο 1924-1936 αλλά και επισημαίνεται η πολιτική του σημασία διότι αυτό το «ιστορικό ντοκουμέντο…εξοπλίζει πνευματικά» τους εργαζομένους της ΕΣΣΔ και αποτελεί «ηθική βοήθεια και πραγματική υποστήριξη» για τα «εκατομμύρια τίμιων ανθρώπων στις καπιταλιστικές χώρες» (στο ίδιο σσ. 705-6).

Το ενδιαφέρον του κειμένου του Στάλιν έγκειται στο ότι εξηγεί σαφώς την «επίσημη» συλλογιστική που οδήγησε στη θέσπιση του Συντάγματος. Αναφέρονται συγκεκριμένα τα εξής:

α. Το Σ 1936 αποτυπώνει πιστά τον υπάρχοντα ταξικό συσχετισμό δυνάμεων λαμβάνοντας υπ’ όψη του τις αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν μετά την ψήφιση του Σ 1924. Ταυτόχρονα κατοχυρώνει νομικά τις κατακτήσεις και τα δικαιώματα των πολιτών της Σοβιετικής Ένωσης.

β. Στη διάρκεια της ΝΕΠ, υποστηρίζεται ότι πραγματοποιήθηκε σκληρή πάλη μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού. Μετά την απόκτηση του πλήρους ελέγχου της αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής από το κράτος και τη συντριβή των καπιταλιστών και των κουλάκων, νίκησε ο σοσιαλισμός και έπαψε να υπάρχει εκμετάλλευση των εργαζομένων. Στην ΕΣΣΔ υπάρχουν πλέον δύο τάξεις, οι εργάτες και οι αγρότες, οι οποίες είναι «φιλικές» και έχουν κοινά συμφέροντα. Τα στελέχη της παραγωγής και το προσωπικό του κρατικού μηχανισμού δεν αποτελούν τάξη αλλά «στρώμα» διανοούμενων οι οποίοι προέρχονται από τις δύο τάξεις, έχουν τα ίδια συμφέροντα και το ίδιο πολιτιστικό επίπεδο με αυτές και βρίσκονται αποκλειστικά στην υπηρεσία των αγροτών και των εργατών. Η ίδια «αδερφική συνεργασία» υπάρχει μεταξύ των εθνοτήτων της ΕΣΣΔ.

γ. Με την εξαφάνιση της εκμετάλλευσης και των ταξικών ανταγωνισμών πραγματώθηκε στην ΕΣΣΔ η πρώτη φάση μετάβασης στον κομμουνισμό, ο σοσιαλισμός. Η ύπαρξη κράτους δείχνει ότι εξακολουθεί να υπάρχει δικτατορία, εφόσον κάθε κράτος είναι δικτατορία, αλλά πλέον το κράτος της ΕΣΣΔ δεν αποβλέπει στην καταπίεση ορισμένων τάξεων. Εκπροσωπεί όλες τις τάξεις και καθοδηγεί την κοινωνία υπό τον έλεγχο του ΚΚΣΕ, το οποίο εκφράζει την πρωτοπορία της εργατικής τάξης.

3δ. Στην ΕΣΣΔ υπάρχει ουσιαστική, σοσιαλιστική δημοκρατία. Πρόκειται για το μόνο πραγματικά δημοκρατικό καθεστώς στον κόσμο διότι όλοι είναι ίσοι και μπορούν να ασκούν πραγματικά τα δικαιώματα τους. Αποκλειστικό κριτήριο της θέσης κάθε πολίτη είναι «οι προσωπικές του ικανότητες και η ατομική του δουλειά» (σ. 685). Το νέο Σύνταγμα παρέχει πλήρη πολιτικά και ατομικά δικαιώματα σε όσους ανήκουν στις πρώην κυρίαρχες τάξεις διότι, πρώτον, οι περισσότεροι έχουν πάψει να είναι εχθρικοί προς το σοσιαλισμό και, δεύτερον, οι μπολσεβίκοι πρέπει να τους αντιμετωπίσουν με τη «διαφωτιστική δουλειά» και όχι με διοικητικά μέτρα.

4.2. Το Σύνταγμα του 1936 που αποτελούσε προσπάθεια νομικής αποτύπωσης των παραπάνω κατευθύνσεων, προέβλεπε τα εξής (το κείμενο σε Βέλτερ 1945, Σκουριώτη 1945):

4.2.1. Γενικές αρχές. Όλη η εξουσία ανήκει στα Σοβιέτ εργατών και αγροτών (αρ. 13). Η ΕΣΣΔ είναι ομοσπονδιακή δημοκρατία που συγκροτείται με βάση τις αρχές της ελεύθερης και ισότιμης ένωσης των ομόσπονδων δημοκρατιών οι οποίες έχουν αυτόνομη οργάνωση και διατηρούν το δικαίωμα αποχώρησης από την ομοσπονδία (αρ.13,15,17). Στην ΕΣΣΔ υπάρχει κοινωνική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής η οποία παίρνει τη μορφή κρατικής ή συνεταιριστικής ιδιοκτησίας (αρ. 48). Η οικονομία κατευθύνεται από το κρατικό πλάνο που αποβλέπει στην «αύξηση του κοινωνικού πλούτου» και την ευημερία όλων των πολιτών (αρ.11). Το κομμουνιστικό κόμμα εκπροσωπεί την πρωτοπορία των εργαζομένων και καθοδηγεί όλες τις κοινωνικές οργανώσεις και τον κρατικό μηχανισμό (αρ. 126).

4.2.2. Οργανωτικό μέρος. Τα όργανα της Ομοσπονδίας έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα για θέματα εξωτερικής πολιτικής και εμπορίου, άμυνας, τήρησης της τάξης, δημοσιονομικής πολιτικής και σχεδιασμού και θέσπισης των θεμελιωδών κανόνων στα σημαντικότερα θέματα (αρ. 14-15) ενώ οι ομοσπονδιακοί νόμοι υπερισχύουν των αντίστοιχων νόμων ομόσπονδων Δημοκρατιών (αρ. 20).

49Ανώτατο όργανο της ομοσπονδίας είναι το Ανώτατο Σοβιέτ της ΕΣΣΔ που έχει αποκλειστική νομοθετική αρμοδιότητα και αποφασίζει για την αναθεώρηση του Συντάγματος με πλειοψηφία 2-3 των μελών του (αρ. 30-32, 56, 146). Το Ανώτατο Σοβιέτ αποτελείται από δύο τμήματα (Σοβιέτ των Εθνοτήτων και Σοβιέτ της Ενωσης) τα οποία εκλέγονται κάθε τέσσερα χρόνια με άμεση και καθολική ψηφοφορία από τους πολίτες της κάθε δημοκρατίας ή ολόκληρης της ΕΣΣΔ αντιστοίχως (αρ. 33-36). Τα τμήματα του Ανωτάτου Σοβιέτ συγκαλούνται δύο φορές το χρόνο και σε περίπτωση οριστικής διαφωνίας τους διαλύονται και προκηρύσσονται νέες εκλογές (αρ. 46 – 47). Το Προεδρείο που εκλέγεται από τα δύο τμήματα έχει κυρίως εκτελεστικές αρμοδιότητες και είναι υπεύθυνο έναντι τους (αρ. 48 – 49). Σε κάθε Δημοκρατία υπάρχει Ανώτατο Σοβιέτ με ανάλογο τρόπο ανάδειξης και αντίστοιχες αρμοδιότητες (αρ. 57-63, 89-93).

Το Σοβναρκόμ έχει εκτελεστικές αρμοδιότητες και διορίζεται από το Ανώτατο Σοβιέτ απέναντι στο οποίο είναι υπεύθυνο (αρ. 64-69, 72-73). Διατηρείται η διάκριση μεταξύ ομοσπονδιακών, ομοσπονδιακών δημοκρατιακών και δημοκρατιακών Επιτροπών υπουργείων του Σοβναρκόμ, η οποία προβλεπόταν στο Σ 1924 (άρ.74-88).

Τα τοπικά Σοβιέτ εκλέγονται για δύο χρόνια και ασκούν αρμοδιότητες που καθορίζονται με νόμο (αρ.94-101).

Επικεφαλής των δικαιοδοτικών οργάνων βρίσκεται το Ανώτατο δικαστήριο της ΕΣΣΔ το οποίο ασκεί έλεγχο στα λοιπά δικαστήρια (αρ.102,104). Οι δικαστές είναι ανεξάρτητοι, υπόκεινται μόνο στους νόμους (αρ.112) και εκλέγονται από τα αντίστοιχα Σοβιέτ, με εξαίρεση τα τοπικά λαϊκά δικαστήρια για τα οποία γίνεται άμεση μυστική ψηφοφορία των κατοίκων της περιοχής (αρ.103,105109). Το εισαγγελικό σώμα επιβλέπει την «αυστηρή εκτέλεση των νόμων» εκ μέρους των διοικητικών οργάνων και έχει επικεφαλής του τον Εισαγγελέα της ΕΣΣΔ ο οποίος διορίζεται από το Ανώτατο Σοβιέτ (αρ.113-117).

4.2.3. Συνταγματικά δικαιώματα. Όλοι οι πολίτες της ΕΣΣΔ πάνω από 18 ετών έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν. Οι εκλογές διεξάγονται πάντοτε με άμεση, καθολική, μυστική και ίση ψηφοφορία (αρ. 135-140). Οι υποψήφιοι προτείνονται από το κομμουνιστικό κόμμα ή άλλες μαζικές οργανώσεις (αρ. 141). Οι πολίτες διατηρούν το δικαίωμα άμεσης ανάκλησης των αντιπροσώπων τους (αρ. 142).

Το Σύνταγμα προβλέπει το δικαίωμα για εργασία και ανάπαυση (επτάωρη εργασία, χορήγηση ετήσιων αδειών), κοινωνική ασφάλιση, δωρεάν εκπαίδευση με παροχή κρατικών υποτροφιών για ανώτατες σπουδές (αρ.118-121). Γίνετ«ι επίσης αναφορά σε μια σειρά ατομικών δικαιωμάτων (θρησκευτική ελευθερία, έκφραση γνώμης, απόρρητο αλληλογραφίας, προσωπική ασφάλεια, δικαίωμα συνάθροισης και συνεταιρισμού, παροχή ασύλου σε όσους καταδιώκονται για την επιστημονική τους δράση, για αγώνες υπέρ των εργαζομένων ή για εθνική απελευθέρωση 124129) και κατοχυρώνεται η ατομική ιδιοκτησία που προέρχεται από την εργασία του κάθε πολίτη και μπορεί να μεταβιβαστεί στους κληρονόμους του (αρ. 9-10). Αναγνωρίζεται η ισότητα όλων των πολιτών χωρίς διάκριση φύλου ή εθνικής ένταξης (αρ. 122-123) και εξαγγέλλεται η υποχρέωση πίστης στην πατρίδα και το Σύνταγμα, σεβασμού της κοινής ιδιοκτησίας και παροχής στρατιωτικής υπηρεσίας (αρ. 130-133).

4.3. Έχει καταγγελθεί πολλές φορές η εικονικότητα των διατάξεων του Σ 1936 αλλά και ο «κυνισμός» της εξουσίας που ισχυριζόταν ότι κατοχυρώνει πληρέστερα τα δικαιώματα των εργαζομένων και την ελευθερία της πολιτικής τους έκφρασης ενώ σε ολόκληρη τη χώρα ασκούνταν μαζική τρομοκρατία και η ωμή αστυνομική βία αποτελούσε την κύρια μέθοδο αντιμετώπισης πολιτικών και ταξικών αντιπάλων. Η κριτική αυτή ασκήθηκε και από μαρξιστές και θεωρήθηκε μάλιστα επαρκής για να απομυθοποιηθεί η «σταλινική ιδεολογία» (στην κατάδειξη του «ψεύδους» του Σ 1936 περιορίζεται ο Ch. Bettelheim 1983, σσ. 24-71).

52Είναι αναμφισβήτητο ότι το Σ 1936 διαστρεβλώνει τη σοβιετική πραγματικότητα και επιχειρεί να συγκαλύψει την ύπαρξη ταξικής και πολιτικής δικτατορίας όταν εξαγγέλλει, για παράδειγμα, τη μυστικότητα της ψήφου και το δικαίωμα ανάκλησης των αντιπροσώπων τη στιγμή που στις εκλογές υπερψηφίζονταν κατ’ ανάγκη οι μοναδικοί σε κάθε περιφέρεια κομματικοί υποψήφιοι και πραγματικό «δικαίωμα ανάκλησης» είχε μόνο η κομματική ηγεσία που το ασκούσε με την εκδίωξη και τη φυσική εξόντωση των «αντιπροσώπων του λαού». Το ίδιο φενακιστικές είναι οι διατάξεις για την κυριαρχία των Σοβιέτ, την ισοτιμία και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνοτήτων, την ανεμπόδιστη άσκηση συνταγματικών δικαιωμάτων όπως η ελευθερία έκφρασης γνώμης, την ανεξαρτησία των δικαστών οι οποίοι στην πραγματικότητα διορίζονταν από τα κομματικά όργανα και διεκπεραίωναν απλώς την κατασταλτική «πολιτική», κοκ. Μια τέτοια κριτική παραμένει όμως στο επίπεδο της «προφάνειας» των γεγονότων και, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι το Σ 1936 αποτελεί μια «παρωδία» που επ’ ουδενί λόγω εκφράζει το συσχετισμό δυνάμεων και την πραγματικότητα της ΕΣΣΔ, αρνείται να του αποδώσει οποιαδήποτε πολιτική ή άλλη σημασία. Δεδομένου όμως ότι μετά τον Λ. Αλτουσέρ γνωρίζουμε ότι η ιδεολογία δεν είναι μόνο απάτη ή ψέμα αλλά διαθλά στο φανταστικό της κόσμο υπαρκτές σχέσεις και επιδρά άμεσα στην «πραγματική ζωή», είναι χρήσιμο να εξετάσουμε το Σ 1936 σε συσχετισμό με το Σ 1918 και το ερμηνευτικό σχήμα της εισήγησης Στάλιν και, με βάση την προηγούμενη ανάλυση για το χαρακτήρα της σοβιετικής κοινωνίας στη σταλινική περίοδο, να διαπιστώσουμε τι ακριβώς και πώς εκφράζεται στο Σύνταγμα αυτό.

4.4. Η εισήγηση του Στάλιν και το Σ 1936 βασίζονται σε ένα αληθινό και «προφανές» γεγονός. Πρόκειται για τον ορθό ισχυρισμό ότι μετά το τέλος της ΝΕΠ έπαψαν να υπάρχουν στη Σοβιετική Ένωση τάξεις που εκμεταλλεύονται ευθέως («προσωπικά») τη μισθωτή εργασία άλλων. Από αυτό θα συναχθεί η εξαφάνιση κάθε εκμεταλλεύτριας τάξης, το τέλος των ταξικών ανταγωνισμών και η μετάβαση από το ταξικό κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου στο κράτος ολόκληρου του λαού.

4.4.1. Για την «ανάλυση» αυτή – που έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση με τη σταθεροποίηση της κυρίαρχης τάξης και την ένταση της εκμετάλλευσης στη σταλινική περίοδο – πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα:

50α. η υποστήριξη της θέσης περί εξάλειψης του ανταγωνισμού έγινε δυνατή μετά το τέλος της ΝΕΠ και στηρίζεται στο γεγονός της «μη διαφάνειας» των φορέων της κεφαλαιακής σχέσης: «δεν έχουμε…σ’ αυτή την περίπτωση την προσωποποίηση των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής από ένα φυσικό πρόσωπο που με τη βιολογική του ενότητα παρουσία να κάνει ορατή δια γυμνού οφθαλμού την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων» (Ιωακείμογλου 1990, σ. 33). Οι ατομικοί καπιταλιστές έχουν εξαφανιστεί ενώ ο συλλογικός καπιταλιστής είναι «υποκείμενο με ασαφές περίγραμμα» (Ιωακείμογλου), με αποτέλεσμα να «θολώνει» η ταξική υφή των σχέσεων παραγωγής. Οι αντικειμενικές συνθήκες της περιόδου αυτής ευνοούν την ιδεολογική αναγνώριση παραγνώριση της πραγματικότητας (οι καπιταλιστές δεν υπάρχουν ενώ υπάρχουν), πράγμα που επιτρέπει στο Στάλιν να συνδέσει την απολογητική του με την προαιώνια (και αστική) ουτοπία περί εξάλειψης του ανταγωνισμού και «καλύτερης δυνατής κοινωνίας» όπου οι «ανισότητες» αποτελούν αναγκαίο τίμημα για τη διατήρηση της ελευθερίας, της αξιοκρατίας, της αιώνιας ειρήνης υπό τη σκέπη του κράτους. Αν στις δυτικές χώρες αυτή η κατασκευή θεμελιώνεται στο φυσικό δίκαιο και την άρνηση της ύπαρξης των τάξεων, στη Σοβιετική Ένωση επιτεύχθηκε με μια νομικίστικη και κρατικιστική αντιμετώπιση του ζητήματος ιδιοκτησίας και ελέγχου των μέσων παραγωγής: ιδιοκτήτης είναι πάντοτε εκείνος που έχει τη νομική κυριότητα και εν προκειμένω το κράτος (άρα ο λαός διότι κρατικός τομέας και κοινωνικοποίηση της παραγωγής ταυτίζονται)· δεδομένου δε ότι ο ιδιοκτήτης αποφασίζει για την χρήση των μέσων παραγωγής που του ανήκουν δεν υπάρχει δυνατότητα εκμετάλλευσης (οι ίδιοι οι εργαζόμενοι ελέγχουν την παραγωγή). Αυτή η μαρξιστική ταχυδακτυλουργία που δέχτηκε την έμπρακτη και συντριπτική κριτική της κινέζικης πολιτιστικής επανάστασης (ΜηλιόςΚυπριανίδης 1988) στηρίζει τις θέσεις του Στάλιν για παύση της ταξικής πάλης στη Σοβιετική Ένωση και «αταξική» λειτουργία του κράτους: ο νομικός φετιχισμός των αστικών κοινωνιών που εκλαμβάνει την ιδεολογική λειτουργία του νομικού συστήματος ως «διαπλαστική δύναμη» και «αλήθεια» (και μάλιστα επιστημονική αφού η νομική είναι επιστήμη) συναντάται με μαρξιστικό ένδυμα στο Σ 1936.

6. η κατασκευή αυτή συνοδεύεται από τη μαθηματική της επαλήθευση. Πρόκειται για την ηγεμονεύουσα στην αριστερά «λογιστική παράσταση της υπεραξίας» (η εκμετάλλευση ταυτίζεται με την κάρπωση υπεραξίας εκ μέρους του καπιταλιστή βλ. Ιωακείμογλου 1990) από την οποία «προκύπτει», μεταξύ άλλων, ότι στην ΕΣΣΔ δεν υπάρχει εκμετάλλευση διότι το υπερπροϊόν διανέμεται στους ίδιους τους εργαζομένους. Αυτό το ιδεολόγημα δεν μπορούσε να γίνει άμεσα πιστευτό από τους σοβιετικούς πολίτες που γνώριζαν την ιεραρχική δομή της παραγωγής και τους μισθούς των «στελεχών». Ο Στάλιν θα επιχειρήσει να δείξει ότι στην ΕΣΣΔ δεν υπάρχει εκμετάλλευση με βάση την λογιστική παράσταση της υπεραξίας, εισάγοντας όμως μια «μικρή» όσο και αναγκαία διόρθωση: ναι μεν υπάρχουν προνόμια και διανοούμενοι που καταλαμβάνουν τις ηγετικές θέσεις αλλά, πρώτον, αυτοί «δεν είναι τάξη» (άρα διασώζεται η θέση ότι δεν υπάρχουν κυρίαρχες τάξεις) και, δεύτερον, τα προνόμια τους οφείλονται αποκλειστικά στην προσωπική αξία και εργασία. Στο σημείο αυτό ο μαρξισμός του Στάλιν εγγίζει τον αστικό «ανθρωπισμό του υποκειμένου»: εάν οι τάξεις είναι ισότιμες και φιλικές και οι διαφοροποιήσεις οφείλονται αποκλειστικά στην προσωπική αξία, αυτό σημαίνει ότι «το σοβιετικό κράτος δεν είχε απέναντι του τάξεις καθαυτές αλλά… άτομα, όλους τους πολίτες, όλους τους εργαζομένους… είχε γίνει κράτος ολόκληρου τον λαού» (Μπαλιμπάρ 1978, σ.27). Το υποκείμενο κράτος καθοδηγεί τα υποκείμενα πολίτες.

γ. μένει να εξηγηθεί ποιος είναι ο λόγος ύπαρξης κράτους στην ΕΣΣΔ (δηλαδή ταξικής δικτατορίας κατά το μαρξισμό αλλά και τον ίδιο το Στάλιν) ενώ ουσιαστικά οι τάξεις έχουν εξαλειφθεί και δεν υπάρχουν εξουσιαζόμενοι. Στο πρόβλημα αυτό που δημιουργεί ανυπέρβλητες δυσκολίες (το πιο δημοκρατικό κράτος του κόσμου είναι δικτατορία, αλλά δικτατορία που ασκεί όλος ο λαός προς το συμφέρον του!) δίνεται, πρώτον, μια «συγκυριακή» απάντηση (το κράτος της ΕΣΣΔ είναι απαραίτητο για να προστατεύσει τη σοσιαλιστική πατρίδα από τον εξωτερικό εχθρό) και, δεύτερον, μια «θεωρητική μαρξιστική»: το κράτος είναι απαραίτητο για την μετάβαση στον κομμουνισμό και την Εδέμ της ελευθερίας. Αποτελεί δηλαδή την κινητήρια δύναμη της κοινωνίας και εκφράζει τη δικτατορία της συνειδητοποιημένης πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, του Κομμουνιστικού Κόμματος, χωρίς όμως αυτή η δικτατορία να στρέφεται εναντίον ορισμένων πολιτών – εφόσον όλοι είναι ίσοι και έχουν τα ίδια συμφέροντα. Η λογική και ο σκοπός εκφοράς αυτών των αντιφατικών προτάσεων συνοψίζονται στο ακόλουθο: εν όψει των «δυσκολιών» μετάβασης στον κομμουνισμό (δηλαδή της αδυναμίας της εξουσίας να πείσει ότι η καπιταλιστική εκμετάλλευση ισοδυναμεί με την εξάλειψη της εκμετάλλευσης), την κοινωνική διεύθυνση πρέπει να αναλάβει «δικτατορικά» το Κόμμα που είναι φορέας της μαρξιστικής επιστήμης και της επαναστατικής πείρας, άρα ο κατάλληλος «οδηγός». Ωστόσο «το αίμα, που άφθονα έχυσαν οι άνθρωποι μας…έδωσε τ’ αποτέλεσμα του» (Στάλιν, χ.χ., σ.706) με τη μετάβαση στο «στάδιο» του σοσιαλισμού: πλέον το κράτος κόμμα ασχολείται με τα τεχνικά ζητήματα μετάβασης και εξωτερικής άμυνας και παύει να είναι όργανο ταξικής εξουσίας. Το σημείο άφιξης είναι όμοιο με εκείνο της δυτικής απολογητικής κατά την οποία η κυβέρνηση είναι μια «ελίτ» που εργάζεται για το κοινό καλό ασχολούμενη με όσα οι πολίτες αδυνατούν να πράξουν.

454.4.2.Ενα εξειρηνευμένο κράτος όπου τη θέση του ταξικού ανταγωνισμού έχει πάρει η ευγενής άμιλλα των λιγότερο ή περισσότερο άξιων και το οποίο διευθύνεται από μια «ελίτ» που αποτελεί την πρωτοπορία του λαού και αγωνίζεται για το συμφέρον του, μπορεί να λάβει τα ακόλουθα μέτρα, τα οποία λαμβάνονται και στα άλλα κράτη που ισχυρίζονται το ίδιο:

α. να καταργήσει τον θεσμό έκφρασης της λαϊκής δυναμικής που θα μπορούσαν να είναι τα Σοβιέτ χάρη στο σύστημα έμμεσης εκλογής και διαρκούς ανακύκλωσης που αναλύσαμε παραπάνω, και να τον αντικαταστήσει με το δοκιμασμένο στη Δύση σύστημα αντιπροσώπευσης: όλοι οι πολίτες εκλέγουν κάθε τέσσερα χρόνια τους κυβερνήτες τους. Τα κατάλοιπα του συστήματος των Σοβιέτ είναι είτε εικονικά (δικαίωμα ανάκλησης) είτε αξιοθρήνητα (τα Σοβιέτ βάσης ασκούν αρμοδιότητες που καθορίζει ο νόμος).

6. να οργανώσει τις «εξουσίες» κατά τα δυτικά πρότυπα: τη νομοθετική εξουσία ασκεί το εκλεγόμενο από το λαό Ανώτατο Σοβιέτ, την εκτελεστική το Σοβναρκόμ που διορίζεται από το Ανώτατο Σοβιέτ και τη δικαστική οι «ανεξάρτητοι» δικαστές (που διορίζονται πάντως από τα Σοβιέτ και δεν είναι μόνιμοι – συνδυασμός της «ευελιξίας» που απαιτούσε η δικτατορία με την αναφορά στη λαϊκή εξουσία που επιτάσσει την ανακλητότητα).

γ. να εξαγγείλει την ισότητα των πολιτών θέτοντας το νομικό πλαίσιο για την «άψογη» άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων (εκλογικό δικαίωμα για όλους, άμεση και μυστική ψηφοφορία) και την πλήρη «απόλαυση» των ατομικών δικαιωμάτων (αναλυτικός κατάλογος με πρόβλεψη αντίστοιχων υποχρεώσεων του κράτους και παροχή δικαστικών και διαδικαστικών εγγυήσεων για την «προστασία του πολίτη»). Απέναντι στο κράτος ολόκληρου του λαού δεν υπάρχουν εργάτες και αγρότες που να εκπροσωπούνται με διαφορετικά ποσοστά στα Σοβιέτ όπως στο Σ 1918 24 ούτε εκμεταλλευτές από τους οποίους να αφαιρούνται τα συνταγματικά δικαιώματα. Η εξουσία δεν είναι ταξική αλλά μεριμνά για το καλό και την ευημερία όλων, αναγνωρίζοντας ακόμη και την ατομική ιδιοκτησία που προέρχεται από την ατομική εργασία (οι πιο άξιοι αμείβονται βεβαίως περισσότερο).

δ. να θεσπίσει ρήτρες πίστης στην πατρίδα, το Σύνταγμα, την κοινωνική και οικονομική τάξη κοκ. Οι ρήτρες αυτές δεν υπήρχαν στα προηγούμενα Συντάγματα που μιλούσαν για την εξαφάνιση του κράτους, τη δικτατορία του προλεταριάτου, την υπεράσπιση της λαϊκής εξουσίας. Το 1936, οι εργαζόμενοι πρέπει να πιστέψουν ότι το σοβιετικό κράτος είναι το κράτος τους.

4.4.3. Το Σ 1936 εκφράζει την πραγματικότητα της ΕΣΣΔ στο μέτρο που καταργεί θεσμούς που δεν είχαν ουσιαστικό ρόλο (πχ. σύστημα Σοβιέτ) και κατοχυρώνει πρακτικές που είχαν αποσιωπηθεί στο παρελθόν (πχ. ηγετικός ρόλος του κόμματος) ή αναπτύχθηκαν μετά την ψήφιση του Σ 1924 (π.χ. κρατικό πλάνο, μαζική κολλεκτιβοποίηση). Παράλληλα αποτελεί μια προσπάθεια μυθοποίησης – διαστρέβλωσης της πραγματικότητας της μαζικής τρομοκρατίας και εν όψει της οποίας ήταν εκ των προτέρων βέβαιο (τουλάχιστον για το σημερινό παρατηρητή) ότι οι δημοκρατικές και φιλελεύθερες διατάξεις δεν είχαν πιθανότητα εφαρμογής. Με αυτή την έννοια, το Σ 1936 μπορεί να ενταχθεί στα «δημοκρατικά» Συντάγματα που θεσπίζουν οι περισσότερες δικτατορίες κάνοντας μια απλή κίνηση προπαγάνδας.

51Ωστόσο το πλέον χαρακτηριστικό στοιχείο του Σ 1936 είναι η ουσιαστική αντιστοιχία του με τους ταξικούς μετασχηματισμούς της ΕΣΣΔ. Η τομή συνέχειας του 1930 απέβλεπε στη στερέωση της κυριαρχίας μιας τάξης που αντιμετώπιζε ορισμένους ιστορικά πρωτοεμφανιζόμενους «εξωτερικούς προσδιορισμούς» της κεφαλαιακής σχέσης (για τη διάκριση «δομικών χαρακτηριστικών» και «εξωτερικών προσδιορισμών» της κεφαλαιακής σχέσης, Μηλιός 1988, σς. 63-70, 100-108). Στις συνθήκες αυτές εγκαταλείπονται οι – φραστικά έστω – επαναστατικές αρχές του Σ 1918 1924 και επανέρχονται βασικά χαρακτηριστικά της νομικής ιδεολογίας (νομικισμός, ανθρωπισμός, κρατισμός) τα οποία ενσωματώνουν ορισμένες μαρξιστικές ιδέες στερώντας τους κάθε επαναστατική ή κριτική λειτουργία. Στην προοπτική αυτή, οι αποκλίσεις του Σ 1936 από τα δυτικά Συντάγματα είναι παρόμοιες με τις αποκλίσεις της μονοπωλιακής από την ανταγωνιστική διαδικασία καπιταλιστικής παραγωγής: και στις δύο περιπτώσεις διατηρείται ο πυρήνας και ο γενετικός κώδικας και εμφανίζονται «επίκτητες» απλώς διαφορές. Αν η ανάλυση αυτή είναι σωστή, πρέπει να δεχτούμε ότι το Σ 1936 δεν αποδίδει τον υπάρχοντα συσχετισμό δυνάμεων με «ακρίβεια» αλλά όμως αντανακλά στον κόσμο της νομικής ιδεολογίας τη γενικότερη «στροφή» του σοβιετικού κοινωνικού σχηματισμού προς το αστικό ιδεολογικό σύστημα. Η διαδικασία αυτή συναρτάται με την τομή συνέχειας, στη διάρκεια της οποίας εγκαταλείπεται κάθε επαναστατική προσπάθεια.

4.4.4. Μια τελευταία επισήμανση: στη σταλινική περίοδο υπήρξε στυγνή δικτατορία η οποία όχι μόνο δεν «σεβάστηκε» τα συνταγματικά δικαιώματα και δεν τήρησε τις νομικές διαδικασίες αλλά και στοίχισε ζωές, κομμουνιστών και μη: στο βαθμό που τα βασικά στοιχεία της εξακολούθησαν να υπάρχουν (αν και με πιο ήπιες, «σταθεροποιημένες» μορφές) σε όλα τα καθεστώτα του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η πρόσφατη κατάρρευση τους είναι η καλύτερη απόδειξη του δυναμισμού των μαζών που υπόκεινται σε εκμετάλλευση. Επιχειρήσαμε να δείξουμε στο κείμενο αυτό ότι η σταλινική δικτατορία ήταν συνέπεια της μορφής που πήραν οι καπιταλιστικές σχέσεις στη Σοβιετική Ένωση: οι ανάγκες αναπαραγωγής τους οδήγησαν στην «τομή συνέχειας» του 1930 και την εγκαθίδρυση της πολιτικής δικτατορίας ως «συμπληρώματος» της μονοπωλιακής ρύθμισης. Για το λόγο αυτό, ο ισχυρισμός ότι απόλυτη προτεραιότητα για την Ανατολική Ευρώπη είναι η «δημοκρατία» και ο «σεβασμός των ανθρώπινων δικαιωμάτων» όχι μόνο δεν αποδίδει την ουσία του προβλήματος (δηλαδή την ανάγκη ριζικής αμφισβήτησης των σχέσεων παραγωγής που «γέννησαν» τη μαζική τρομοκρατία) αλλά και συγχρονίζεται απόλυτα με την προσπάθεια της «νομενκλατούρας» να διατηρήσει την ηγεμονία στη διαδικασία μετάβασης στον ανταγωνιστικό καπιταλισμό, παραχωρώντας ως αντάλλαγμα τις συνταγματικές ελευθερίες που η Ρ. Λούξεμπουργκ παρομοίαζε με την «ελευθερία της ελεύθερης αλεπούς στο ελεύθερο κοτέτσι». Το γεγονός ότι απόψεις για την προτεραιότητα της πολιτικής δεν υποστηρίζονται μόνο από το «σοβαρό» τύπο και τη σοβιετική προπαγάνδα αλλά και από αριστερούς διανοούμενους – παράδειγμα το σημαντικό για τις πηγές και τις αναλύσεις του άρθρο της Α. Χαραλαμπίδου που υπερασπίζεται όμως τη «φυσιολογική» οικοδόμηση του σοσιαλισμού θεωρώντας ότι «η οικονομία αλλάζει μόνον όταν αλλάξει ο πολιτικός της χαρακτήρας» (1990, σσ.68 70) – είναι ενδεικτικό για τη δυναμική ορισμένων σχημάτων αστικής νομιμοποίησης.

476.    Αντί επιλόγου: η νομική θεωρητική πρακτική στην ΕΣΣΔ. Η «διόρθωση» της θεωρίας του κράτους και οι συνέπειες της.

5.1. Ως σημαντικότερα «γεγονότα» της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους στον 20ο αιώνα θα πρέπει να θεωρηθούν τα ακόλουθα: πρώτον, η συστηματική επεξεργασία της έννοιας «δικτατορία του προλεταριάτου» ως περιόδου μετάβασης στον κομμουνισμό, στη διάρκεια της οποίας η ταξική πάλη συνεχίζεται με επίδικα αντικείμενα τον άμεσο και ουσιαστικό έλεγχο των μέσων παραγωγής από τους εργαζομένους και την πραγματοποίηση «πολιτιστικής επανάστασης» για την εξάλειψη των σχέσεων πολιτικής κυριαρχίας και ιδεολογικής υποταγής (Λένιν, Μάο και συνεχιστές). Δεύτερο γεγονός είναι η ένταξη των ιδεολογικών μηχανισμών στην έννοια του κράτους (Γκράμσι – ο οποίος αναφέρεται συνήθως στους ιδεολογικούς μηχανισμούς με την προβληματική έννοια «ιδιωτική κοινωνία» – και κυρίως Αλτουσέρ). Το τρίτο γεγονός είναι η αμφιμονοσήμαντη σύνδεση τον μαρασμού τον κράτους με το μαρασμό τον δίκαιον (Πασουκάνις), στο οποίο θα αναφερθούμε εδώ δεδομένου ότι συνδέεται με την ιστορία του δικαίου στη Σοβιετική Ένωση αλλά και ότι η σημασία του δεν έχει επαρκώς εκτιμηθεί (με λίγες εξαιρέσεις, π.χ. Balibar 1985).

5.2. Η ενίσχυση του ρόλου του σοβιετικού κράτους στη δεκαετία του ’20 και η συστηματική χρήση της νομοθεσίας ως μέσου άσκησης πολιτικής είχε ως αποτέλεσμα τη συγκρότηση μιας ομάδας θεωρητικών του δικαίου οι οποίοι ήταν στελέχη του κρατικού μηχανισμού και πραγματοποίησαν αξιόλογες θεωρητικές επεξεργασίες μέχρι το 1930. Ένας από τους νομικούς αυτούς, ο Ε. Πασουκάνις, θα υποστηρίξει ότι το δίκαιο έχει αποκλειστικά αστικό χαρακτήρα, πραγματοποιώντας έτσι μια καίρια συμπλήρωση διόρθωση της θέσης των Μαρξ Ένγκελς για τον εν γένει ταξικό χαρακτήρα του δικαίου. Οι αναλύσεις των Μαρξ Ένγκελς οδηγούν συνήθως στη μηχανιστική ταύτιση «μια τάξηένα δίκαιο» από την οποία προκύπτει ότι είναι δυνατή η ύπαρξη ενός προλεταριακού δικαίου που να προστατεύει αποκλειστικά τα συμφέροντα της τάξης που υπέκειτο σε εκμετάλλευση. Ο Πασουκάνις, αντίθετα, θα υποστηρίξει τη δομική αντιστοιχία του δικαίου με τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής: με κύρια επιχειρήματα τη συμμετρία της νομικής μορφής με τη μορφή της ανταλλαγής εμπορευμάτων και το γεγονός ότι το δίκαιο θεμελιώνεται στη διάκριση ιδιωτικό δημόσιο, θα απορρίψει την έννοια «προλεταριακό δίκαιο». Σύμφωνα με την ανάλυση του, ο μαρασμός του κράτους συνδέεται άρρηκτα με το μαρασμό του δικαίου και την αντικατάσταση του από «τεχνικές νόρμες» (Πασουκάνις 1985, σς.135-137, α’ έκδοση 1924).

Η θέση αυτή θα αποτελέσει βασικό στοιχείο της αντιπαράθεσης του Πασουκάνις με τον Π. Στούτσκα (ο οποίος έχει υποστηρίξει από το 1921 τη δυνατότητα ύπαρξης προλεταριακού δικαίου στη δικτατορία του προλεταριάτου – Stucka 1969, σσ.81-83, 131-140), αλλά και με άλλους νομικούς (βλ. τις εισαγωγές των Reich σε Stucka 1969, σσ. 31-45 και Cerroni σε Πασουκάνις 1985, σσ.21-26). Η αλλαγή της συγκυρίας μετά την εγκατάλειψη της ΝΕΠ θα υποχρεώσει τον Πασουκάνις να «διορθώσει» και στη συνέχεια να αποκηρύξει τις αναλύσεις του, τις οποίες και θα πληρώσει με τη ζωή του (Cerroni σε Πασουκάνις 1985, σσ.38-42).

Τη συζήτηση θα συνεχίσουν υπό μορφή υβριστικού μονολόγου και εξορκισμών οι εκπρόσωποι της κανονιστικής σχολής η οποία κυριαρχεί στη σταλινική περίοδο. Ο Εισαγγελέας Α. Βισίνσκυ θα στρέψει βασικό μέρος της πολεμικής του ενάντια στη θέση του Πασουκάνις την οποία καταλογίζει και στο Στούτσκα (Vischinsky σε Cerroni 1964). Αποκαλώντας τους σοβιετικούς νομικούς της προηγούμενης περιόδου «τέρατα», «σαμποτέρ» και «κατασκόπους» θα υποστηρίξει, με συνεχείς αναφορές στους κλασικούς του μαρξισμού, το σοσιαλιστικό και επαναστατικό χαρακτήρα του σοβιετικού δικαίου και κράτους μια και οι νέες σχέσεις παραγωγής δεν βασίζονται στην εκμετάλλευση, θα υπογραμμίσει την ανάγκη ενίσχυσης του κράτους και του δικαίου με αυστηρή τήρηση της νομοθεσίας του Ανώτατου Σοβιέτ, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο εσωτερικός και εξωτερικός εχθρός, και θα εξυμνήσει το «πιο μεγάλο Σύνταγμα της ανθρωπότητας το οποίο προστατεύει τα δικαιώματα του σοβιετικού ανθρώπου» (σ.268). Οι απόψεις περί σοσιαλιστικού χαρακτήρα του δικαίου στο «κράτος ολόκληρου του λαού» θα εξακολουθήσουν να υποστηρίζονται επί Χρουτσώφ χωρίς όμως να γίνονται πλέον προσωπικές επιθέσεις και με ταυτόχρονη καταδίκη των «λαθών» της «προσωπολατρείας» (Strogovic σε Cerroni 1964).

Στην παρέμβαση του Βισίνσκυ αναγνωρίζουμε όλα τα χαρακτηριστικά διαστρέβλωσης και ουσιαστικής άρνησης του μαρξισμού τα οποία υπήρχαν στο Σύνταγμα του 1936 και την εισήγηση του Στάλιν. Η επικέντρωση της πολεμικής του Βισίνσκυ στις αντιλήψεις του Πασουκάνις αντανακλά στο επίπεδο της νομικής θεωρίας την προσπάθεια της κυρίαρχης τάξης να δικαιολογήσει με μαρξιστικό λεξιλόγιο τη χρησιμοποίηση μέσων στερέωσης της ταξικής κυριαρχίας όπως το δίκαιο και η ανθρωπιστική ιδεολογία.

Δεν είναι δυνατό να εξετάσουμε εδώ την επιχειρηματολογία του Πασουκάνις ο οποίος «συνάγει» το δίκαιο από τις εμπορευματικές σχέσεις με συνέπεια να του προσάπτεται συνήθως «οικονομισμός». Άλλωστε χωρίς γνώση του συνόλου του έργου του Πασουκάνις και του νομικού περιβάλλοντος στο οποίο αναπτύχθηκαν οι απόψεις του, η συζήτηση δεν μπορεί να ξεφύγει από γενικότητες και σχηματοποιήσεις, θα σημειώσουμε απλώς ότι αυτή η οριακή διόρθωση της θεωρίας του κράτους και η πρόβλεψη περί αντικατάστασης του δικαίου από τεχνικές νόρμες συνδέει κατ’ αποτέλεσμα το μαρξισμό με την τεχνοκρατική ουτοπία του Σαιν – Σιμόν περί «διαχείρισης των πραγμάτων», πράγμα που ισχύει ως ένα βαθμό για ολόκληρη τη θεωρία περί μαρασμού του κράτους, όπως επισημαίνει ο Balibar (1985) (για τις αντιλήψεις του Σαινσιμόν και την επίμονη κριτική που άσκησαν οι Μαρξ Ένγκελς στο σαινσιμονισμό από τη Γερμανική Ιδεολογία ως το Αντί – Ντυριγκ, Giannoulis 1990).

Η έννοια του μαρασμού του κράτους και τα προβληματικά της στοιχεία όπως και η θεωρητική σημασία της επαναστατικής θέσης του Πασουκάνις, μένουν να μελετηθούν. Το βέβαιο είναι όμως ότι βρίσκονται στους αντίποδες της διαδικασίας μετατροπής του μαρξισμού σε ιδεολογία νομιμοποίησης της καπιταλιστικής εξουσίας στη Σοβιετική Ένωση, διαδικασία της οποίας έμβλημα αποτελεί το Σύνταγμα του 1936.

Μάιος 1990

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Academie des sciences de l’URSS (1971), L’Etat sovietique et son droit,Moscou

Aron R.(1987), Democratie et totalitarisme, Paris

Balibar E.(1985), Deperissement de l’Etat, in G. LabicaG. Bensussan Dictionnaire critique du marxisme

Bettelheim Ch. (1974), Les luttes de classes en URSS, 1.1, Paris

Bettelheim Ch. (1977), Les luttes de classes en URSS, t. II, Paris

Bettelheim Ch. (1982), Les luttes de classes en URSS, t. Illa, Paris

Bettelheim Ch. (1983), Les luttes de classes en URSS, t.IIIb, Paris

Cerroni U. (1964), Teorie sovietiche del diritto, Milano

Ferro M. (1967), La revolution de 1917,1.1, Paris

Ferro M. (1976), La revolution de 1917, t. II, Paris

Gelard P. (1975), Le systeme politique des Etats socialistes, 1.1

Giannoulis Ch. (1990), Der utopische Sozialismus in Frankreich am Beispiel von SaintSimon, αδημ. χειρ.

Kriele M. (1986), Menschenrechte und Gewaltenteilung, Europaeische Grundrechte Zeitschrift

Kroutogolov M. (1983), Libertes et institutions en URSS, Moscou

Lefebvre H. (1977), De Γ Etat: 3. Le mode de production etatique, Paris

Lecourt D. (1978), Dissidence ou revolution?, Paris

Lenine V. (1977), Le cahier bleu (le marxisme quant a l’Etat), BruxellesParis

Lesage M. (1987), Le systeme politique sovietique, Paris

Linhart R. (1976), Lenine, les paysans, Taylor, Paris

Stucka P.(1969), Die revolutionaere Rolle von Recht und Staat, Frankfurt M

Βέλτερ Γκ. (1945), Ιστορία της Σοβιετικής Ρωσίας, Αθήνα

Ιωακείμογλου Η. (1990), Το τέλος της Αριστεράς και η ανάδυση των αντικαπιταλιστικών κινημάτων, θέσεις, τ.30

Καρρ Ε (1977), Ιστορία της Σοβιετικής Ενωσης, τ. 1, Αθήνα·,

Καρρ Ε. (1978), Ιστορία της Σοβιετικής Ενωσης, τ. 2, Αθήνα;, ;

Λένιν Β. (1975), Γράμματα από μακριά, Αθήνα

Λένιν Β. (1977), Κράτος και Επανάσταση, Αθήνα

Μηλιός Γ. (1988), Ο Ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, Αθήνα

Μηλιός Γ., Τ. Κυπριανίδης, (1988), Η «Περεστρόικα», ο μαρξισμός και η Αριστερά, θέσεις, τ. 2324

Μπαλιμπάρ Ε.(1976), Για τη δικτατορία του προλεταριάτου, Αθήνα

Μπαλιμπάρ Ε.(1989), Δικτατορία του προλεταριάτου, θέσεις, τ.26

Μπαλιμπάρ Ε.(1989α), Σχετικά με τη μαρξιστική θεωρία της πάλης των τάξεων, θέσεις τ.28

Πασουκάνις Ε. (1985), Μαρξισμός και δίκαιο, Αθήνα

Πουλαντζάς Ν. (1975), Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, τ.Β, Αθήνα

Σβώλος Αλ. (1921), Δύο νέα πολιτεύματα, Αθήνα

Σκουριώτης Γ. (1945), Το Σοβιετικό Σύνταγμα του 1936, Αθήνα

Στάλιν Ι. (χ.χ.), Ζητήματα λενινισμού, Αθήνα

Σύνταξη θέσεων (1990), Πέντε θέσεις σχετικά με το σοσιαλισμό, θέσεις, τ. 31

Τάχος Α. (1989), Το πρώτο Σοβιετικό Σύνταγμα του 1918, Θεσσαλονίκη Χαραλαμπίδου Α.(1990), Υπήρχε «εναλλακτική λύση» Μπουχάριν για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού;, θέσεις, τ.31.

Πηγή. http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=315&Itemid=29

Πόσο θα κρατήσει ακόμη το ευρώ;


 Του Κώστα Λαπαβίτσα1
Η ΟΝΕ είναι από τις πλέον φιλόδοξες νομισματικές ενώσεις στην ιστορία, αλλά σταδιακά αποδεικνύεται από τις πλέον αποτυχημένες. Οι χώρες-μέλη της έχουν ακολουθήσει διαφορετικές πορείες δημιουργώντας τεράστιες οικονομικές εντάσεις μεταξύ τους. Η συνταγή που εφαρμόστηκε από το 2010 και μετά για να αντιμετωπιστούν αυτές οι εντάσεις έχει κάνει την ΟΝΕ ακόμη ασταθέστερη
Η ΟΝΕ όμως αποδεικνύεται και από τις πλέον ανεύθυνες νομισματικές ενώσεις. Οι ιθύνοντες της ΕΕ γνώριζαν ότι οι νομισματικές ενώσεις ιστορικά έχουν περιορισμένη διάρκεια ζωής. Για το λόγο αυτό φρόντισαν να κάνουν τη ρήξη με την ΟΝΕ εξαιρετικά δύσκολη, μεγιστοποιώντας το κόστος. Δεν φρόντισαν όμως να πάρουν μέτρα που θα απέτρεπαν τη συσσώρευση των εντάσεων. Κατά συνέπεια το πιθανότερο αποτέλεσμα θα είναι να μην αποτραπεί η ρήξη, έστω κι αν το κόστος είναι πολύ μεγάλο.Όταν ξέσπασε η κρίση το 2010 η Γερμανία θα μπορούσε να πάρει φιλόδοξα και ριζοσπαστικά μέτρα που θα αντέστρεφαν την αποκλίνουσα πορεία των χωρών-μελών σε βάθος χρόνου. Ένα Σχέδιο Μάρσαλ θα βελτίωνε την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της περιφέρειας. Η συναινετική αντιμετώπιση του χρέους θα απάλυνε την πίεση στις χώρες με δυσκολίες. Αυξήσεις μισθών και στροφή προς την εγχώρια ζήτηση στην ίδια τη Γερμανία θα δημιουργούσαν μεγαλύτερη ισορροπία εντός της ΟΝΕ.

Αντί γι’ αυτό, επέβαλε πολιτική συντριβής των μισθών, σκληρής λιτότητας, ιδιωτικοποιήσεων και απορρύθμισης των αγορών. Πίστευε ότι έτσι θα προστάτευε καλύτερα τα συμφέροντα των τραπεζών και του μεγάλου εξαγωγικού κεφαλαίου της. Κατέδειξε με το τρόπο αυτό τη βασική αιτία της αστάθειας της ΟΝΕ: η εγχώρια γερμανική οικονομία παραμένει αδύναμη και η ανάπτυξη προέρχεται κατεξοχήν από τις εξαγωγές. Η ΟΝΕ εξυπηρετεί την γερμανική εξαγωγική πολιτική γιατί μετατρέπει μεγάλο μέρος της Ευρώπης σε εγχώρια αγορά.

Δυστυχώς για την ίδια, η πολιτική της Γερμανίας όχι μόνο δεν προστατεύει την ΟΝΕ μεσοπρόθεσμα, αλλά την υποσκάπτει. Παρά τη φαινομενική ηρεμία των χρηματοπιστωτικών αγορών, το ευρώ είναι αυτή τη στιγμή εξαιρετικά εύθραυστο. Η συντριβή των μισθών και η λιτότητα δημιουργούν εκρηκτικές κοινωνικές εντάσεις που ήδη άρχισαν να εμφανίζονται εκτός από τις χώρες της περιφέρειας και σε χώρες του κέντρου, όπως η Γαλλία. Τα τραπεζικά συστήματα των χωρών-μελών επανεθνικοποιούνται με ταχείς ρυθμούς διαβρώνοντας το κοινό νόμισμα, ενώ οι τράπεζες παραμένουν εξαιρετικά ασταθείς και ευάλωτες. Πάνω απ΄ όλα, έχει χαθεί η νομιμοποίηση της ΟΝΕ στα μάτια των ευρωπαϊκών λαών και μόνο οι καλοταϊσμένοι κύκλοι των Βρυξελλών δεν το καταλαβαίνουν.

Η επιλογή της Γερμανίας το 2010 ήταν να σκληρύνει την ΟΝΕ ακόμη περισσότερο. Η λύση για το πρόβλημα της απόκλισης ανάμεσα στις χώρες-μέλη ήταν να μπουν οι άλλες χώρες σε κοινή πορεία φτώχειας, ενώ η Γερμανία θα διατηρούσε την κυριαρχική της θέση. Στην ουσία απαιτεί από τις κοινωνίες των χωρών-μελών να ζήσουν σε κατάσταση μόνιμης ανεργίας, στενότητας και ανασφάλειας, ώστε να διατηρηθεί το κοινό νόμισμα. Το αποτέλεσμα είναι να απειλείται η Ευρώπη με ολική ανάφλεξη.

Και η Ελλάδα; Η πολιτική και κοινωνική ελίτ της χώρας μας είχε την επιλογή της συντεταγμένης εξόδου με άρνηση πληρωμών στο χρέος το 2010-11. Διάλεξε όμως την παραμονή, έστω και με γιγαντιαίο κόστος. Τώρα παρακολουθεί δειλή και τρομαγμένη τα τεκταινόμενα ελπίζοντας ότι θα πρυτανεύσει η ‘λογική’, δηλαδή ότι κάποιος θα της ρίξει ένα σωσίβιο.

Δεν υπήρχαν ποτέ σωσίβια μέσα στην ΟΝΕ. Αν η Γερμανία καταφέρει να διατηρήσει τη νομισματική ένωση για ένα διάστημα και η Ελλάδα παραμείνει μέλος της, η χώρα θα συνεχίσει να παρακμάζει. Αν η ένωση σπάσει, θα προκύψει τόσο μεγάλη αναταραχή που κανείς δεν θα δίνει σημασία στην Ελλάδα. Οι επιλογές έχουν γίνει πλέον πάρα πολύ δύσκολες.

Η μετάλλαξη της Ιαπωνικής Μαφίας


(Μια γυναίκα αποτυπώνει πάνω στο σώμα της την ιστορία της Γιάκουζα και προδίδει όλα τα μυστικά της)

***
Σ.απ.γαλ.: Αφιερωμένο στην Ευρωπαϊκή Μαφία των Βρυξελλών, μετά τον βιασμό στην Αφροδίτη…
Κάθε ομοιότητα,αν βρείτε, οφείλεται μόνο σε διαβολική σύμπτωση…μη πάει αλλού το μυαλό σας…
Πως το είπε ο Ζαν Κλώντ, του μεγάλου Δουκάτου των offshore ;
***
Η Σόκο Τέντο με τα βαμμένα καστανά μαλλιά της και τα τζιν της από διάσημους σχεδιαστές, μπορεί να μην ξεχωρίζει από οποιαδήποτε άλλη νεαρή τρέντυ Γιαπωνέζα, μέχρι όμως να βγάλει το πουκάμισό της και να αποκαλύψει τα έντονα τατουάζ που καλύπτουν την πλάτη και το μεγαλύτερο μέρος του σώματός της.Οι λεπτομερέστατοι δράκοι, οι φοίνικες, και η μεσαιωνική πλανεύτρα με το ένα γυμνό στήθος και το μαχαίρι στα δόντια αποτελούν αδιάψευστη μαρτυρία της παιδικής της ηλικίας ως κόρη ενός γκάνγκστερ της Ιαπωνικής μαφίας (γνωστής ως Γιάκουζα) και της εφηβείας της ως ναρκομανούς μέλους συμμορίας.Η 39άχρονη πλέον Τέντο, συγγραφέας του αυτοβιογραφικού “Yakuza Moon”, ενός από τα πλέον δημοφιλή μπέστ σέλερ που μόλις εκδόθηκε στα Αγγλικά, εξηγεί πως οι προσπάθειες της Αστυνομίας να εξαλείψουν τους γκάνγκστερ στην χώρα της, δεν κατάφεραν τίποτα άλλο, παρά να τους κάνουν ακόμα πιο δυσεύρετους. «Όσο περισσότερη πίεση ασκεί η αστυνομία, τόσο πιο πολύ τα μέλη της Γιάκουζα χάνονται στο παρασκήνιο, με αποτέλεσμα οι δραστηριότητές τους να γίνονται ολοένα και πιο δύσκολο να παρακολουθηθούν», δήλωσε σε μια πρόσφατη συνέντευξή της.
Νομοθεσία και Gangsters
Η αστυνομία ισχυρίζεται ότι οι πλήρεις συμμετοχές σε φατρίες της Γιάκουζα, έπεσαν στις 41,500 πέρυσι, από τις 43,000 το 2005, μια μείωση που την χρεώνουν στην πιο αυστηρή νομοθεσία για το οργανωμένο έγκλημα. Ωστόσο ο αριθμός των «περιφερειακών» μελών της Γιάκουζα, συμπεριλαμβανομένων των μπράβων και των συμμοριών μοτοσικλετιστών, που είναι διατεθειμένοι να κάνουν την «άχαρη» δουλειά, αυξήθηκε, αν και οριακά, στους 43,200.
Ακόμα πιο σοκαριστικό για τους Ιάπωνες, σε μια χώρα που τα εγκλήματα με όπλα είναι σπάνια, είναι το γεγονός ότι τον χρόνο αυτό έλαβε χώρα μια σειρά από θανατηφόρες εκτελέσεις από την Γιάκουζα, ανάμεσά τους και αυτή της εκτέλεσης του δημάρχου του Ναγκασάκι. Η Τέντο ισχυρίζεται ότι οι εκτελέσεις αυτές είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας των αρχών να εξαλείψουν το οργανωμένο έγκλημα που σχετίζεται με την Γιάκουζα, και οι οποίες έχουν κάνει πολύ δύσκολη την εξάσκηση των «παραδοσιακών» τους ασχολιών, όπως η πορνεία, τα ναρκωτικά και το στήσιμο των δημοπρασιών. «Στριμωγμένοι στην γωνία, χάνουν την ανθρωπιά τους», αναφέρει. «Όλα όσα είχαν συνηθίσει να κάνουν για να κερδίζουν χρήματα, έχουν κηρυχθεί παράνομα, και η ζωή τους έχει γίνει πολύ δύσκολη».
222
Κοινωνική Ανισότητα
Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι αυτό όντως ισχύει για γκάνγκστερ σε υποβαθμισμένες περιοχές της Ιαπωνίας, μια επέκταση του συνεχώς αυξανόμενου οικονομικού χάσματος που πλήττει την χώρα γενικώς. «Η Γιάκουζα χρειάζεται πολλά χρήματα, αλλά στο σημείο που βρίσκονται τώρα, οι δουλειές δεν πηγαίνουν και τόσο καλά», υποστηρίζει ο Νομπούο Κομίγια, καθηγητής Εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο Ρίσο στο Τόκιο. «Έτσι στρέφονται στα όπλα».Προερχόμενοι από τους τυχοδιώκτες και παρανόμους του Μεσαίωνα, τα μέλη της Γιάκουζα για πάρα πολλά χρόνια παρουσιάζονταν ως μοντέρνοι σαμουράι, δέσμιοι παραδόσεων τιμής και καθήκοντος, που ζούσαν εξεζητημένες ζωές.Ο πατέρας της Τέντο, ο αρχηγός μιας συμμορίας που συνδέεται με την Γιαμακούτσι-γκούμι, την μεγαλύτερη φατρία της Γιάκουζα, ζούσε μια κλασική ζωή σε σχέση την θέση του γεμάτη με Ιταλικά κουστούμια, εισαγόμενα αμάξια και μηχανές Χάρλεϊ. Η ίδια μεγαλωμένη με της αυστηρές ιδέες περί τιμής, επηρεάσθηκε αφάνταστα από τα άτομα που σύχναζαν στο πατρικό της. Επιπροσθέτως βρέθηκε αντιμέτωπη με την προκατάληψη και καταπίεση λόγω του πατέρα της. Από αντίδραση έγινε μέλος μιας συμμορίας, άρχισε τα ναρκωτικά, και έγινε η ερωμένη μιας σειράς γκάνγκστερ έως ότου μερικοί σχεδόν μοιραίοι ξυλοδαρμοί και υπερβολικές δόσεις την έπεισαν να αλλάξει την ζωή της. Πλέον συγγραφέας και μητέρα, η Τέντο έχει απομακρυνθεί από τον κόσμο της Γιάκουζα, για τον οποίο πιστεύει ότι χάνει τις παραδόσεις του.
Η συμμετοχή σε συμμορία δεν είναι παράνομη στην Ιαπωνία, και μέχρι πρόσφατα οι συμμορίες χαρακτηρίζονταν από τον ανοιχτό τους χαρακτήρα. Τα γραφεία τους είχαν ακόμα και επιγραφές με τα ονόματά τους καθώς και λίστες των μελών των στο εσωτερικό. Οι συμμορίες συνεργάζονταν με την αστυνομία, παραδίδοντας στην τελευταία υπόπτους προκειμένου να κερδίσουν την αδιαφορία της σε πταίσματα των μελών της Γιάκουζα, αλλά αυτό σταμάτησε απότομα με την εφαρμογή των νέων σκληρών νόμων για το οργανωμένο έγκλημα το 1992.
Γερασμένοι Γκάνγκστερ
Το μεγαλύτερο κομμάτι εσόδων της Γιάκουζα προέρχεται από δραστηριότητες που σχετίζονται με μετοχές, ιδιοκτησίες και χρηματοδοτήσεις. «Αυτό που θα παρατηρείται από εδώ και στο εξής είναι η Γιάκουζα να γίνεται πιο οργανωμένη, όπως η Μαφία στις ΗΠΑ, καθώς και ο διαχωρισμός της σε ειδικούς στις επιχειρήσεις και ειδικούς στην βία», αναφέρει ο Μανάμπου Μιγιαζάκι, ένας συγγραφέας του οποίου ο πατέρας επίσης ήταν μέλος της Γιάκουζα. «Καθώς ο κόσμος χάνει τα σύνορά του, θα χρειαστούν ειδικούς που θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν αυτήν την κατάσταση, που θα μπορούν να μιλάνε Αγγλικά και Κινέζικα».Όπως συμβαίνει γενικά στην Ιαπωνία, η ηλικία των γκάνγκστερ, ολοένα και αυξάνετε με όλο και λιγότερους νέους να κλίνουν προς το οργανωμένο έγκλημα ως επιλογή καριέρας.
Οι αριθμοί της αστυνομίας μιλάνε για λιγότερο από το 20% της Γιάκουζα να βρίσκονται μεταξύ των 20 και 30 χρονών το 2005, μια τάση που τόσο η Τέντο όσο και Μιγιαζάκι αποδίδουν στην αποστροφή των νέων στην σκληρή αυτή ζωή.«Νομίζουν ότι το να ανήκουν στην Γιάκουζα είναι όμοιο με το να ανήκουν σε μια εταιρεία», ισχυρίζεται ο Μιγιαζάκι. «Υπάρχει ένα ανέκδοτο με έναν νέο ο οποίος πηγαίνει στα γραφεία μιας συμμορίας ρωτώντας ποιος είναι ο μισθός και αν θα έχει ασφάλιση». Αλλά αν και η σημερινή Γιάκουζα εγκαταλείπει τα εξεζητημένα τατουάζ και τα κομμένα δάκτυλα (δείγμα μεταμέλειας για λάθη), για ποιο συμβατικές μορφές ζωής, είναι σχεδόν αδύνατον να εξαφανιστεί πλήρως. «Όλο και λιγότεροι θέλουν να γίνουν μέλη της Γιάκουζα» λέει ο Μιγιαζάκι. «άλλα αυτοί που θα γίνουν θα είναι πολύ λογικοί, πολύ τρομακτικοί και πάρα πολύ επικίνδυνοι».