Η απολογία του Κουφοντίνα


Σ.απ.γαλ. Η μέρα είναι αφιερωμένη σε αυτό που λέμε «τρομοκρατία».Ειδικά μετά από τα γεγονότα στις Σκουριές.Βέβαια δεν ξέρω ποιός είναι ο πραγματικός τρομοκράτης.Το κράτος που έχει (σύμφωνα με το Μαξ Βέμπερ) το φυσικό μονοπώλιο έννομης βίας ; ή εμείς ο Λαός που διαδηλώνουμε στις 12-02-2012 και φάγαμε 5 τόνους χημικά ; ή κάποιοι πολίτες ασχέτως εθνικότητας, που παίρνουν κατά καιρούς τα όπλα και αντιμάχονται ένα κράτος βίας και αυταρχισμού ; τον κομαντάτε Μάρκος στο Μεξικό άραγε πως τον φώναζαν ?

Κι επειδή τα πολλά λόγια είναι φτώχεια και επειδή βρίσκω τρομερά ενδιαφέρουσα την απολογία Κουφοντίνα, για αυτό λοιπόν την αναδημοσιεύω. Είναι περιττό να πώ ότι διαφωνώ απόλυτα με τις δολοφονίες αθώων ανθρώπων.Ακόμα και αυτοί που διαπράττουν έγκλημα πρέπει να δικάζονται και να μην αφαιρείται η ζωή τους.Η προσωπική μου άποψη είναι ότι στο κτήνος δεν φέρνεσαι με τον ίδιο κτηνώδη τρόπο, διότι έτσι φτάνεις στο ίδιο επίπεδο με αυτόν.

Καλή ανάγνωση.

1234

Δ. ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ:Κύριε Προέδρε, θα ξεκινήσω με μία δήλωση .

Δεν πρόκειται να κάνω αυτό που εσείς ζητάτε σαν απολογία.

 Αρνούμαι τις κατηγορίες,   αρνούμαι το κατηγορητήριο, αρνούμαι να συνεργήσω στο να δικαστεί μια επαναστατική Οργάνωση σαν εγκληματική. Να ξεκόβεται ένα πολιτικό  φαινόμενο  από τις κοινωνικές του ρίζες από τις αιτίες που το δημιούργησαν.  Να αντιμετωπίζεται η 17Ν έξω από τις  συγκυρίες που την γέννησαν, έξω από το κοινωνικό, πολιτικό, ιστορικό περιβάλλον μέσα στο οποίο έδρασε τις ελληνικές και διεθνείς συνθήκες των τελευταίων 30 χρόνων.

Αρνούμαι να αποδεχθώ την προσπάθεια αξίωσης της επαναστατικής Αριστεράς. Αρνούμαι την απόπειρα να ξαναγραφεί η ιστορία μέσα σε μία αίθουσα Δικαστηρίου. Ένα Δικαστήριο που δεν μπορεί να κρίνει κοινωνικά φαινόμενα, που δεν μπορεί να δικάσει ή να καταργήσει την πάλη των τάξεων.

Θεωρώ ότι το Δικαστήριό σας δεν θέλει, ούτε μπορεί να δικάσει την 17Ν γι΄ αυτό που πραγματικά ήταν. Θα μας δικάσετε με βάση ένα Δίκαιο της ανισότητας, ένα Δίκαιο που δεν μπορεί να κρίνει την δράση μας, έναν Ποινικό Κώδικα που δεν μπορούμε να αποδεχθούμε σαν εργαλείο για την αξιολόγηση του αγώνα μας. Ένα Δίκαιο που θα το υποστούμε αλλά δεν είμαστε υποχρεωμένοι να το αναγνωρίσουμε.

Ένα σύστημα δικαιοσύνης που είναι υποκριτικό γιατί αφήνει ατιμώρητο τον βιομήχανο που δολοφονεί και σακατεύει στα λεγόμενα εργατικά ατυχήματα, τον εφοπλιστή που πνίγει στα σαπιοκάραβά του, τον μεγαλέμπορο ναρκωτικών, τον ληστή του δημόσιου πλούτου την ίδια ώρα που καταδικάζει σε βαρύτατες ποινές απόκληρους παραβάτες, μικροκλεφτρόνια και δυστυχισμένους χρήστες. Ένα Δίκαιο που εφαρμόζεται μονόπλευρα και μεροληπτικά, που δεν ισχύει για τους ισχυρούς του πλούτου και της εξουσίας, που «πιάνει στην φάκα τα μικρά ποντικάκια» όπως έχετε πει ενώ οι «μεγαλοπόντικες και οι αρουραίοι» ροκανίζουν ανενόχλητοι το «τυρί», τον κοινωνικό πλούτο.

Αποτελείται από την θεσμική σας θέση κομμάτι ενός μηχανισμού καταναγκασμού ενός συστήματος επιβολής ιδεολογίας, ελέγχου φρονήματος και διατήρησης κοινωνικών ισορροπιών στο πλαίσιο μιας τάξης πραγμάτων την οποία εμείς δεν αποδεχόμαστε.

Το Δικαστήριό σας είναι ένα ειδικό Δικαστήριο εκτάκτων μέτρων που συστάθηκε στην βάση ενός ειδικού αυταρχικού νόμου, προικοδοτήθηκε με ειδικούς νόμους και διατάξεις και κλήθηκε να νομιμοποιήσει με το κύρος των μελών του μια σκανδαλώδη προδικασία όπου καταπατήθηκαν, καταβαραθρώθηκαν και εξευτελίστηκαν όσοι από τους δικούς σας νόμους χρειάστηκε.

Τα όριά σας φάνηκαν στην απόφασή σας για το λεγόμενο πολιτικό έγκλημα. Ο Νόμος, το Δίκαιο και το Σύνταγμά σας σας επέτρεπαν να χαρακτηρίσετε την δράση της 17Ν σαν πολιτικό έγκλημα όπως λέγεται. Δεν σας το επέτρεπε όμως η υπάρχουσα τάξη πραγμάτων που ήθελε να δικαστούμε σαν κοινοί εγκληματίες και όχι σαν αυτό που είμαστε. Αιχμάλωτοι ενός ακήρυχτου και ανειρήνευτου κοινωνικού πολέμου που αρχίζει από τότε που υπάρχουν τάξεις, που υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, ισχυροί και ανίσχυροι, εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενοι.

Η δράση μας ήταν πολιτική. Οι αφετηρίες, οι σκοποί, τα αποτελέσματα της δράσης ήταν πολιτικά και η ιστορία θα καταγράψει αυτή την δίκη σαν δίκη πολιτική. Δεν περιμένουμε επικύρωση από το Δικαστήριό σας. Αλλωστε ποτέ στην σύγχρονη ελληνική ιστορία δεν αναγνώρισαν Δικαστήρια μια δίκη σαν πολιτική, ούτε υπήρξαν ποτέ πολιτικοί κρατούμενοι παρά μόνο σφαγείς, κακοποιοί, εγκληματίες, τρομοκράτες.

Δήλωσα ότι ήμουν μέλος της 17Ν και δήλωσα ότι δέχομαι την πολιτική ευθύνη για την δράση της. Συμφωνώ με τις θέσεις της και τις επιλογές της. Είναι αλληλέγγυος με όλες τις ενέργειες που έκαναν οι σύντροφοι της 17Ν αλλά και όλους τους αγώνες που κάνουν οι άνθρωποι για να κατακτήσουν έναν κόσμο ειρήνης και ελευθερίας, έναν κόσμο χωρίς ανισότητες, εκμετάλλευση, αδικία και στρεβλή δικαιοσύνη που θα την μετρά.

Δεν θα κάνω αυτό που θέλετε, δεν θα μπω στην λογική σας. Η δικιά μας ηθική δεν δέχεται λογικές συνεργασίας και κατάδοσης. Δεν θα μιλήσω για την σχέση μου με την δράση της Οργάνωσης. Δεν θα προσπαθήσω να σας πείσω σε ποιες ενέργειες δεν συμμετείχα. Δεν θα μιλήσω για συγκατηγορουμένους μου. Αυτή είναι η στάση μου και θα την κρατήσω με οποιοδήποτε είδος προσωπικό κόστος.

Η 17Ν όπως από την πρώτη στιγμή επίμονα διακήρυσσε ήταν μία Οργάνωση απλών λαϊκών αγωνιστών. Από τα σπλάχνα του λαού προερχόταν, την δική του φωνή αφουγκραζόταν, τα δικά του συμφέροντα προσπάθησε να υπηρετήσει και μπροστά στον λαό νοιώθει ότι πρέπει να λογοδοτήσει. Εγώ εδώ θα πω λίγα λόγια και απλά για την Οργάνωση και την δράση της απευθυνόμενος σε αυτούς που μας πίστεψαν, μας στήριξαν ηθικά, που ένοιωθαν ότι αποτελούσαμε μία ελπίδα, μια σπίθα. Αλλά όπως είπε και κάποιος μάρτυρας μια ανάσα, έναν στεναγμό ανακούφισης, μια στιγμή απόδοσης δικαιοσύνης όπως ποτέ δεν μπορεί να είστε εσείς για τους απλούς ανθρώπους.

Σε αυτούς που αντλούσαν από μας περηφάνια, που έβρισκαν σε μας ένα κομμάτι από το χαμένο στοίχημα της επανάστασης. Σε αυτούς που απογοητεύσαμε, που διαψεύσαμε, σε αυτούς που διαφώνησαν με τις επιλογές μας αλλά που ήταν από την ίδια πλευρά με μας, που τους συγκινούσε η έφοδος στον ουρανό. Σε αυτούς τέλος που πόνεσαν αναπόφευκτα από την δράση μας είτε ήταν από την δική μας την πλευρά, είτε ακόμα και από την απέναντι. Στις οικογένειες αυτών που έγιναν στόχος άδικα κατ΄ αυτούς, δίκαια κατά την Οργάνωση, η ιστορία θα μας κρίνει γι΄ αυτό. Η ιστορία που όπως λέγετε ευτυχώς έχει διαφορετικά κριτήρια για την δικαιοσύνη και την αδικία.

Τον Δεκέμβρη του ΄75 μια ομάδα αγωνιστών εκτελεί τον σταθμάρχη της CIA στην Ελλάδα. Δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει πιο ξεκάθαρη και δικαιολογημένη ενέργεια. Ο σταθμάρχης της CIA ήταν και είναι το μακρύ χέρι της Αμερικάνικης κυριαρχίας στην χώρα μας. Επικεφαλής μιας 5ης φάλαγγας μερικών εκατοντάδων πρακτόρων 300 με 400 προδικτατορικά σύμφωνα με τον αναλυτή Κάτρι, τοποθετημένο σε νευραλγικές θέσεις στην κυβέρνηση, στον κρατικό μηχανισμό, τις Ένοπλες Δυνάμεις, στα Κόμματα, τον Τύπο ελέγχει και κατευθύνει την πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας ανάλογα με τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Ελληνικός λαός ήξερε τί ήταν η CIA, ήξερε τον ρόλο της από τον εμφύλιο έως τότε. Στις εκλογικές αναμετρήσεις ιδιαίτερα το ΄61 της βίας και νοθείας, στο στήσιμο του παρακράτους και την δολοφονία Λαμπράκη, στα Ιουλιανά, στη δικτατορία και την πρόσφατη τότε Κυπριακή τραγωδία. Ήξερε και επιδοκίμασε την ενέργειά μας. Όπως είπε πρόσφατα ο Καθηγητής κ. Φίλιας οι προδοσίες τύπου Κύπρου ξεπλένονται μόνο με αίμα. Είναι και αυτός τρομοκράτης; Τί έχει συμβεί και δεν έχει ανοίξει ακόμα ο φάκελος της Κύπρου; Πού είναι η Βουλή και η δικαιοσύνη σας, πού είναι η δημοκρατία;

Τόση επιλεκτικότητα για το τί είναι έγκλημα και ποιος είναι ο εγκληματίας; Τους βασανιστές ο λαός τους άφησε ελεύθερους ή η ανεξάρτητη δικαιοσύνη σας; Ο Ελληνικός λαός ήξερε γιατί εκτελέστηκε ο σταθμάρχης της CIA στην Ελλάδα. Αυτό που δεν ήξερε ήταν ποιοι ακριβώς ήταν οι υπεύθυνοι και αυτό γιατί η Κυβέρνηση, Κόμματα και Τύπος επιδόθηκαν σε μία εκστρατεία συσκότισης, αποπροσανατολισμού και σύγχυσης μιλώντας για σκοτεινές δυνάμεις, χουντικούς, προβοκάτορες, πράκτορες, μαφιόζους, οτιδήποτε τέλος πάντων διαφορετικό από αυτό που πραγματικά ήταν.

Όμως το ήξεραν από την πρώτη στιγμή. Η Οργάνωση είναι αναλάβει την ευθύνη, είχε στείλει προκηρύξεις, είχε μοιράσει το κείμενο διεκδίκησης σε χιλιάδες φύλλα στις λαϊκές γειτονιές της Αθήνας. Μαζί με την δράση της 17Ν άρχιζε και η επιχείρηση παραπληροφόρησης που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Η 17Ν ήταν μία Οργάνωση της επαναστατικής Αριστεράς, του κομματιού εκείνου της Αριστεράς που πιστεύει ότι το σημερινό κοινωνικό σύστημα δεν μπορεί να αμβλύνει τις κοινωνικές ανισότητες γιατί τις γεννά και βασίζεται σε αυτές. Δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα της ανεργίας γιατί γεννά την ανεργία και χρειάζεται την ανεργία. Δεν μπορεί να εξαλείψει τους πολέμους γιατί γεννά τους πολέμους και τρέφεται από αυτούς. Δεν μπορεί να στηρίξει την ισότιμη ανάπτυξη όλων των χωρών γιατί βασίζεται στην άνιση ανάπτυξη και την λεηλασία του πλούτου των φτωχών χωρών.

Δεν νοιάζεται για την οικολογική καταστροφή του πλανήτη που προκαλεί. Δεν σέβεται την διαφορετικότητα των πολιτισμών και των ανθρώπων γιατί υπακούει σε έναν «Θεό Παντοκράτορα» το χρήμα και το κέρδος. Αυτό το σύστημα δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί, δεν μπορεί να εκδημοκρατιστεί, δεν μπορεί να εξανθρωπιστεί παρά μόνο να ανατραπεί μέσα από μια σοσιαλιστική επανάσταση. Αυτό είναι το κεντρικό ζήτημα που κοντά δυο αιώνες τώρα ξεχωρίσει την Αριστερά σε δυο βασικά ρεύματα, το μεταρρυθμιστικό και το επαναστατικό.

Η διαφορά δεν είναι θεωρητική, αφηρημένη και αυριανή αλλά πρακτική, συγκεκριμένη και σημερινή επειδή ο τελικός στόχος «το αύριο» καθορίζει τα άμεσα μέσα του σήμερα. Όποιος ρητά ή σιωπηλά απορρίπτει την επαναστατική λύση προσπαθεί να φρενάρει, να χειραγωγήσει και να εκτονώσει τον επαναστατισμό και την λαϊκή αγανάκτηση και αναγνωρίζεται εύκολα από την αδράνεια και το προσωπικό βόλεμα.

Όποιος επιλέγει τον δρόμο της επανάστασης αναζητεί και τις ανάλογες άμεσες δράσεις, τα μέσα πάλης και την ηθική που ταιριάζει στα συμφέροντα της τάξης του, της πλειοψηφίας του κόσμου της εργασίας, των ανίσχυρων, των φτωχών, των θυμάτων της εκμετάλλευσης. Σε αυτή την Αριστερά ανήκει η 17Ν, στην Αριστερά του Λένιν, του Τσε και του Αρη, στην Αριστερά της Οκτωβριανής, της Ισπανικής, της Κινέζικης, της Κουβανέζικης Επανάστασης. Στην Αριστερά του ΕΛΑΣ και του δημοκρατικού Στρατού, στην Αριστερά των αντιαποικιακών επαναστάσεων από την Αλγερία ως το Βιετνάμ, στην Αριστερά των εξεγέρσεων του Μάη του ΄68 και του Νοέμβρη του ΄73, στην Αριστερά των ανταρτικών της πόλης.

Η 17Ν δεν θεώρησε ότι αποτελεί το κέντρο της επανάστασης ούτε ότι ο τρόπος δράσης της είναι ο μοναδικός αλλά από την αρχή διακήρυξε ότι η επαναστατική διαδικασία είναι μακρόχρονη και περίπλοκη. Απαιτεί τον συνδυασμό όλων των μορφών πάλης αλλά χρειάζεται να ξεκινήσει από σήμερα.

Ποιοι ήταν οι στόχοι της Οργάνωσης; Πρώτα-πρώτα η «Νέα Ρώμα» η νέα αυτοκρατορία. Όπως κάθε αυτοκρατορία που πέρασε από τα βάθη της ιστορίας μέχρι σήμερα ακολουθεί κι αυτή τον δρόμο της υπερεπέκτασης, της παγκόσμιας ηγεμονίας, της πολιτιστικής ισοπέδωσης, της λεηλασίας του παγκόσμιου πλούτου. Με την τακτική των προληπτικών πολέμων στα ναζιστικά πρότυπα τρέφεται με αίμα και πετρέλαιο. Επιβάλει πέρα από κάθε κανόνα και έννοια νόμου και ηθικής το μόνο δίκαιο που γνωρίζει, το «δίκαιο του ισχυρού». Το μόνο νόμο που αναγνωρίζει, το «νόμο της ζούγκλας», την επιστροφή στην αποικιοκρατία.

Βασίζεται στην απολιτικοποίηση των πολιτών της, τον χειραγωγούμενο από τα ελεγχόμενα παντοδύναμα ΜΜΕ, την εξαγορά και συνενοχή της κοινωνίας των 2/3 του εσωτερικού της, την εθνικιστική και ρατσιστική ιδεοληψία περί περιούσιου αμερικάνικου έθνους συνδυασμένη με φασιστικού τύπου στρατιωτικούς πατριωτικούς νόμους και σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης, Νταχάου και Αουσβιτς. Κάποιες θέσεις περιμένουν και μερικούς από μας μαζί με τους αιχμαλώτους πολέμου από όλον τον κόσμο.

Όσο όμως αυτή η πρωτοφανούς ισχύος στην ιστορία πολεμική μηχανή επεκτείνει τα μέτωπα και τα πεδία δράσης της σε όλο τον πλανήτη τόσο μεγαλώνουν και τα μετόπισθεν της. Κι εκεί αποδεικνύεται άχρηστη η τεράστια συμβατική μηχανή προς στις κλασικές μεθόδους του ανταρτοπόλεμου, την ενέδρα και το λιανοντούφεκο. Αυτή είναι αχίλλειος πτέρνα της αυτοκρατορίας, η καταρράκωση της εικόνας του πανίσχυρου, του άτρωτου, του ακαταμάχητου.

Αυτός ο ασύμμετρος πόλεμος, ο ανταρτοπόλεμος, ο πόλεμος του αδύνατου, η δημιουργία πολλών Βιετνάμ είναι η μόνη ελπίδα, ο μόνος δρόμος που μένει στους λαούς για να φθείρουν την υπερεξοπλισμένη αλαζόνα αυτοκρατορία, να εξεγείρουν συνειδήσεις και στις χώρες της Δύσης ώστε να αναπτυχθούν μαζικά επαναστατικά κινήματα αλληλεγγύης στις λεηλατούμενες χώρες του Τρίτου κόσμου.

Ο αγώνας ενάντια στον ιμπεριαλισμό στη χώρα μας ήταν ο κύριος τομέας της δράσης της 17Ν. Οι περισσότερες ενέργειές της ήταν αντιϊμπεριλαστικές και ιδίως αντιαμερικάνικες. Επί 27 χρόνια γελοιοποιήσατε τις μυθοποιημένες μυστικές υπηρεσίες, ανέτρεπε και τσαλάκωνε την εικόνα των παντοδύναμων χολιγουντιανών υπερ-πρακτόρων. Έτσι εξηγείται η λύσσα τους, η μανία και η εκδικητικότητα απέναντί μας.

Η 17Ν ήταν αντικαπιταλιστική επαναστατική Οργάνωση στην Ελλάδα. Τα μέλη, ήταν αγωνιστές βγαλμένοι από τα σπλάχνα του ελληνικού λαού, που από το μεγάλο λαϊκό αγώνα του ΄21 ονειρεύεται να γίνει αφέντης στον τόπο του.

Όνειρο, που άγγιξε όταν άρχιζε να χτίζει τους πρώτους αυθόρμητους, αυθεντικούς λαϊκούς θεσμούς της Αυτοδιοίκησης και Δικαιοσύνης στην ελεύθερη Ελλάδα. Όνειρο, που έζησε κάτω από τους βομβαρδισμούς των Αγγλων. 2.500 χιλιάδες βόμβες την ημέρα, έπεφταν το Δεκέμβρη στις λαϊκές γειτονιές της Αθήνας και τα ναπάλμ των Αμερικάνων στον Εμφύλιο!

Γευτήκαμε μέσα από τις διηγήσεις των πατεράδων την πίκρα της ήττας, την ταπείνωση, τις διώξεις, την τρομοκρατία, τα Μακρονήσια, την απόλυτη εξουσία του χωροφύλακα και του στρατοδίκη. Αυτός ο τόπος είδε τους δοσίλογους να γίνονται κράτος! Τους μαυραγορίτες να γίνονται εφοπλιστές και βιομήχανοι και όλοι μαζί, να ροκανίζουν τις σάρκες και το μόχθο του ελληνικού λαού.

Ένα κράτος, που με το ληστρικό του φορολογικό σύστημα και τον ελεγχόμενο τραπεζικό τομέα, κατεύθυνε τον πλούτο που παρήγαν οι πολλοί, στις τσέπες των λίγων για να δημιουργηθεί μεταπολεμικά και μέχρι σήμερα, μια τάξη που ενώ αρμέγει τη χώρα, να μην αναλαμβάνει κανένα ρίσκο, κανένα κόστος, παρά μόνο κέρδη, οδηγώντας τη χώρα σε μια στρεβλή, ρηχή ανάπτυξη και την αναπόφευκτη σήμερα αποβιομηχάνιση.

Ο Ωνάσης γλαφυρά περιέγραψε τη μεγάλη ιδιωτική επιχείρηση σαν ένα κουβά, όπου ο μεγαλοϊδιοκτήτης πετά μέσα ακαθαρσίες και όταν γεμίσει ξεφορτώνει το δύσοσμο κουβά στο κράτος, για να τον ξεπλύνει και πάλι καθαρό να τον παραδώσει στους επόμενους!

Είδαμε τους πολιτικούς άλλο λιγότερο και πιο διακριτικά, άλλος περισσότερο και πιο κυνικά, να τηρούν «την άψογον στάσιν», όπως περιέγραψε ο Μεϊνο. Τη στάση του ραγιαδισμού και της υποτέλειας που στοίχισε στη χώρα την Κυπριακή τραγωδία, τις βάσεις που αποχωρούν αναβαθμιζόμενες, την ετεροδικία, το «Ευχαριστώ»  για τα Ίμια, την κατάργηση του ασύλου για τον ικέτη Οτσαλάν, την παράδοση των νέων Ακροναυπλιωτών στα νέα Νταχάου αύριο, την επερχόμενη τραγωδία στο Αιγαίο.

Είδαμε την τάση των ισχυρών του πλούτου και της εξουσίας να παραβιάζουν όλους τους αστικούς νόμους, τους νόμους των φιλελεύθερων επαναστάσεων, με σκάνδαλα, μίζες, απάτες, κομπίνες και να μένουν ανεξέλεγκτοι από την ανεξάρτητη Δικαιοσύνη.

Είδαμε το πολιτικό προσωπικό της χώρας σε κάθε αλλαγή του να αλληλο-αμνηστεύεται. Η Ένωση Κέντρου αμνηστεύει την ΕΡΕ το ΄65, ο Καραμανλής τους Χουντικούς το ΄74, ο Παπανδρέου τη Νέα Δημοκρατία το ΄81, ο Μητσοτάκης το ΠΑΣΟΚ με μια παρωδία δίκης βέβαια χωρίς αποτέλεσμα, το ΠΑΣΟΚ αμνηστεύει το Μητσοτάκη και ο Καραμανλής ο νεώτερος -παρά τα όσα λέγει- θα αμνηστεύσει το ΠΑΣΟΚ αύριο, γιατί ξέρει ότι θα υπάρξει και μεθαύριο.

Είδαμε την Αριστερά να ενσωματώνεται, να εκτονώνει και να ξεπουλά τους αγώνες, να αφήνει να χάνονται κατακτήσεις δεκαετιών, να μεταμορφώνεται από την Κίρκη της εξουσίας, να γίνεται το αριστερό δεκανίκι του καθεστώτος και είπαμε: Φτάνει πια, υπάρχει και η άλλη Αριστερά. Η Αριστερά, που αντί να γυρίζει και το άλλο μάγουλο, ρίχνει κλωτσιά στο καλάμι!.

Πέρα από την καθεστωτική, υπάρχει και η αντι-καθεστωτική Αριστερά. Πέρα από τη βολεμένη, την τακτοποιημένη, υπάρχει και η άτακτη, η ανυπότακτη, η αντάρτικη. Αυτή που πιστεύει πως απέναντι στη βαθιά κρίση του συστήματος, κρίση πολιτική, κοινωνική, οικονομική, πολιτιστική, κρίση αξιών, η λύση μπορεί να είναι μόνο επαναστατική.

Στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» οι Μαρξ και Ένγκελς γράφουν: «Οι Κομμουνιστές θεωρούν ανάξιό τους να κρύβουν τις απόψεις και τις προθέσεις τους. Δηλώνουν ανοιχτά ότι οι σκοποί τους μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο με τη βίαιη ανατροπή όλου του σημερινού κοινωνικού καθεστώτος«. Στον 1ο τόμο του <<Κεφαλαίου>> λέει ο Μαρξ «Η βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας, που κυοφορεί μια καινούρια».

Όσο για το Λένιν στο 14ο τόμο ονομάζει ενέργειες σαν της 17Ν, «Παρτιζάνικες» και τις εντάσσει στα πλαίσια του επαναστατικού οπλοστασίου της εργατικής τάξης.

Η ένοπλη άμεση δράση ξεκινά από το γεγονός ότι θα είναι πολύ αργά να σκεφτεί κανείς για ένοπλο αγώνα, όταν ωριμάσουν οι συνθήκες και περιγράφεται στο αρχικό της στάδιο, από την ακόλουθη θέση των Τουπαμάρος: «Η ίδια η επαναστατική δράση ακόμη και το γεγονός ότι εξοπλιζόμαστε, ότι προετοιμαζόμαστε, ότι εφοδιαζόμαστε, το γεγονός ότι προβαίνουμε σε πράξεις που παραβιάζουν την αστική νομιμότητα, δημιουργεί μια συνείδηση, μια οργάνωση και επαναστατικές συνθήκες».

Η 17Ν όταν μπήκε στο Τμήμα του Βύρωνα για να πάρει όπλα, στο Πολεμικό Μουσείο για να πάρει μπαζούκας, στο στρατόπεδο του Συκουρίου για να πάρει πολεμοφόδια και όλα αυτά χωρίς να ανοίξει μύτη, έκανε πράξεις ένοπλης προπαγάνδας. Έδειχνε επιπλέον ότι δεν ήταν ετεροκίνητη, ότι βασιζόταν στις δικές της δυνάμεις, για να βρει τα απαραίτητα υλικά για τον αγώνα.

Όταν ο Αρης με την αρχική αντάρτικη ομάδα του έμπαινε σ΄ ένα χωριό με τους ενόπλους του σε παράταξη και έβγαζε λόγο στην πλατεία, πραγματοποιούσε μια πράξη ένοπλης προπαγάνδας. Έδειχνε ότι κάτω από τη μύτη των Γερμανών, μπορούσε να υπάρξει δράση. Προκαλούσε ένα δυνατό σοκ, δημιουργούσε συνθήκες για παραπέρα ανάπτυξη της δράσης.

Βέβαια, η 17Ν δεν ήταν η αρχική ομάδα του Αρη και βέβαια στην Ελλάδα η αμερικάνικη κατοχή δεν είναι άμεμπτη και κρατά τα προσχήματα και βέβαια υπάρχει μια τυπική αστική δημοκρατία που συγκαλύπτει την πραγματική ολιγαρχία των ισχυρών του πλούτου, μια <<φιλελεύθερη ολιγαρχία>> όπως την ονομάζει ο Καστοριάδης.

Όμως η δράση της 17Ν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά της αντάρτικης δράσης. Χαρακτήρισαν την πρακτική της 17Ν ως τρομοκρατία. Εμείς απαντάμε: όχι. Η 17Ν στρεφόταν εναντίον στόχων – συμβόλων ιμπεριαλισμού και του καπιταλισμού. Πράγματι, κατάφεραν να τους τρομοκρατήσει.

Η Αμερικάνικη Πρεσβεία στη μικρή μας χώρα, ήταν η πρώτη σε ύψος δαπανών, για λόγους ασφαλείας σε ολόκληρο τον κόσμο! Οι μυστικές υπηρεσίες όλων των μεγάλων Δυτικών χωρών, έστελναν τους καλύτερους σπεσιαλίστες τους, ξόδευαν αμύθητα ποσά για έρευνες και πληροφορίες. Οι μεγαλο-βιομήχανοι και εφοπλιστές ύψωναν φρούρια, δημιουργούσαν στρατιές σωματοφυλάκων, ξόδευαν τεράστια ποσά για παράλληλες έρευνες για να βρουν τη 17Ν, για να θωρακίσουν τα αυτοκίνητά τους, να τα εξοπλίσουν με ηλεκτρονικά αντίμετρα.

Όλοι αυτοί -και μιλάμε για λίγες χιλιάδες άτομα- ναι πράγματι τους τρομοκρατούσε η 17Ν και είναι περήφανη γι΄ αυτό!

Όμως το σύνολο του ελληνικού λαού δεν ξυπνούσε ούτε κοιμόταν με το φόβο της 17Ν. Σε μια δημοσκόπηση λίγο πριν την έκρηξη του Πειραιά, μόνο το 2% του δείγματος θεωρούσε τη λεγόμενη τρομοκρατία πρόβλημα, τοποθετώντας το τελευταίο στη σχετική λίστα.

Για το λαό, τρόμο του προκαλεί η βία του κράτους και του καθεστώτος. Η βία των κατασταλτικών μηχανισμών, η βία της φτώχειας και της ανεργίας, η αλλοτρίωση, η απάθεια και η μοναξιά. Ο όρος «τρομοκρατία» χρησιμοποιείται από το καθεστώς για να συγκαλύψει την πραγματικότητα της δικής του βίας, ή της απειλής βίας και τιμωρίας, που τρομοκρατεί το λαό και για να συκοφαντήσει τη λαϊκή αντιβία με μια λέξη που απευθύνεται στο συναίσθημα και προκαλεί αποστροφή.

Η 17Ν χαρακτηρίστηκε από πολλούς Οργάνωση του μέτρου. Παίρνοντας υπόψη τη συγκυρία και το επίπεδο ανάπτυξης του Κινήματος, δεν κήρυξε ολοκληρωτικό πόλεμο σε όλα τα μέτωπα. Δεν ανέβασε το επίπεδο της δράσης, σύμφωνα με τις εκάστοτε επιχειρησιακές δυνατότητές της. Δεν μπέρδεψε ποτέ τις επιθυμίες της με την πραγματικότητα, η βία με τη βιασύνη.

Μέσα σε αυτή τη λογική, δεν επιχείρησε να χτυπήσει την καρδιά του κράτους δημιουργώντας υπερβολικές οξύνσεις, ανεξάρτητα από το ότι θεωρούσε την θεωρητική σύλληψη περί κέντρου του κράτους μάλλον απλουστευτική.

Ήθελε η κάθε ενέργεια να προκαλεί το μεγαλύτερο δυνατό αντίκτυπο με την ελάχιστη δυνατή βία ως προς τις συνέπειες. Το κύριος βάρος της δραστηριότητάς της δεν έπεφτε στα κείμενα, στις προκηρύξεις ή σε κάποιο έντυπο -παρά το ότι τα θεωρούσε αναγκαία και απαραίτητα- αλλά στις ενέργειες. Το βάρος έπεφτε στις πράξεις και όχι στα λόγια.

Έτσι, δεν βγήκε παραδείγματος χάρη προκήρυξη για την πολύ σημαντική επίθεση στην Αμερικάνικη Πρεσβεία, ούτε σταμάτησε η δράση όταν για ένα διάστημα απαγορεύτηκε η δημοσίευση των προκηρύξεων. Τη διακίνηση των ιδεών, μπορούν να τη στραγγαλίσουν, τον πολιτικό λόγο μπορούν να τον ακυρώσουν! Το γεγονός όμως της ενέργειας και το νόημά της δεν μπορεί να αποκρυβεί ή να διαστρεβλωθεί.

Η προπαγάνδιση της λαϊκής βίας έπρεπε να επιτυγχάνεται από την ίδια την ενέργεια. Στη δράση της 17Ν το μήνυμα, ήταν η ίδια η ενέργεια. Υπήρχε ανάγκη να είναι κατανοητή από το λαό, <<να μιλά από μόνη της>> όπως λέγαμε, να αποκαλύπτει και να από-νομιμοποιεί το καθεστώς και φυσικά να μην έχει αρνητικές επιπτώσεις σε επιμέρους Κινήματα ή σε εργαζομένους.

Η δράση της 17Ν ήταν δεμένη με τις πλατιές λαϊκές μάζες και τα προβλήματά τους. Το χτύπημα για παράδειγμα του ληστρικού φορολογικού συστήματος, ή του ιατρικού κατεστημένου, αναδείκνυε τη λειτουργία του κράτους – απατεώνα, που πλήττει διπλά τον ελληνικό λαό, ληστεύοντάς τον με το φορολογικό του σύστημα, χωρίς να παρέχει στοιχειώδεις υπηρεσίες υγείας, αναγκάζοντάς τον να πληρώσει γι΄ αυτές, τεράστια ποσά στους μεγαλο-γιατρούς και τις ιδιωτικές κλινικές.

Η δράση της 17Ν ήταν δράση συμβολική. Επέλεγε στόχους – σύμβολα της εξουσίας σε όλες τις εκφάνσεις της οικονομική, κοινωνική, πολιτική, εκπροσώπους των μηχανισμών και θεσμών του αστικού καθεστώτος, της ιμπεριαλιστικής ηγεμονίας με τους μηχανισμούς της, της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, της ληστείας του κοινωνικού πλούτου και της δημόσιας περιουσίας, των εξωνημένων πολιτικών, των διεφθαρμένων κρατικών λειτουργών, της κρατικής καταστολής.

Οι ενέργειες της 17Ν είχαν παραδειγματικό χαρακτήρα και ταυτόχρονα προειδοποιητικό και προληπτικό, αφού αποσκοπούσαν να οδηγήσουν σε επανασχεδιασμό ή και αποχή ακόμη από πράξεις επιβλαβείς για το κοινωνικό σύνολο.

Η δράση της 17Ν είχε πολιτικά αποτελέσματα. Εκλαμβανόταν σαν δίκαιη κοινωνική άμυνα απέναντι σε δραστηριότητες που επέσυραν σοβαρή κοινωνική βλάβη. Αν δεν κάνω λάθος, αν μπω στα χωράφια σας, στο δικό σας Ποινικό Κώδικα θεωρείται νόμιμη η προσβολή αυτού που επιτίθεται άδικα.

Δεν δικαιούται η κοινωνία ή κάποια μέλη της αμυνθούν με πολιτικό σκεπτικό απέναντι σε πράξεις με βαρύτατο κοινωνικό κόστος, όταν τους δράστες οι δικοί σας οι θεσμοί ουδέποτε αγγίζουν λειτουργούς, ή έστω και σαν κοινωνικό αντίβαρο.

Έδινε μήνυμα αντίστασης, ότι απέναντι στην πανίσχυρη εξουσία υπάρχουν κάποιοι που αντιστέκονται ακόμη και θα αντιστέκονται για πάντα. Τόνωνε έτσι το αίσθημα αξιοπρέπειας και περηφάνιας του λαού, ενώ προκαλούσε τριγμούς στην εξουσία και στους μηχανισμούς.

Οι ενέργειες της 17Ν εκλαμβάνονταν από τον ελληνικό λαό, με βάση την εμπειρία του τις προσβολές και ταπεινώσεις που έχει υποστεί, τις αδικίες που είχε υποφέρει, την καταπίεση και εκμετάλλευση που βιώνει σαν πράξεις απόδοσης δικαιοσύνης και λαϊκής άμυνας.

Για όλους αυτούς τους λόγους συναντούσε την κοινωνική αποδοχή. Μια σημαντική αποδοχή, της οποία η 17Ν γινόταν αποδέκτης και νομιμοποιούσε την Οργάνωση να συνεχίζει τη δράση της. Θα αναφέρω μόνο τη δημόσια μαρτυρία δύο αναλυτών, του σοβαρού Καθηγητή κ. Μπέη στην <<ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ>> ο οποίος μιλά για «πολιτικώς οδυνηρά αποτελέσμάτα δημοσκοπήσεων για συμπάθεια στη 17Ν» και του ιδιαίτερα εμπαθούς αντιπάλου μας του κ. Μαρίνου Ευρωβουλευτή της Νέας Δημοκρατίας στην εφημερίδα <<ΤΟ ΒΗΜΑ>> που λέει ότι «το 23,7% ήτοι 2.370.000 Έλληνες συμπαθεί τους αγωνιστές της 17Ν».

Πρόκειται για ένα αναμφισβήτητο αντικειμενικό γεγονός που αποδείχνει ότι η 17Ν είχε κοινωνικές ρίζες και η δράση της ήταν αποτέλεσμα κοινωνικών αιτιών.

Δεν μπορώ να μην αναφερθώ στο περίφημο επιχείρημα περί συμψηφισμού της βίας, που ακούγεται από τους εκπροσώπους της κυρίαρχης ιδεολογίας. Λένε: «υπάρχει η βία από τη μια μεριά, το κράτος στον ιμπεριαλισμό, αλλά υπάρχει και η βία από την άλλη πλευρά η λαϊκή βία συμπεριλαμβανομένης της 17Ν». Ρωτάνε: συμψηφίζετε την κρατική βία με την επαναστατική βία;

Ας παραβλέψουμε το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς που υποστήριζαν αυτή την άποψη συμμετέχουν σε κρατικά όργανα και θεσμούς και συνεπώς δεν μπορούν να βάζουν τον εαυτό τους σε δήθεν ουδέτερη σχέση μεσότητα μεταξύ των δύο άκρων.

Ας θυμηθούμε το Αφγανιστάν, τη Γιουγκοσλαβία, το Ιράκ, τις ισοπεδωμένες γειτονιές, χιλιάδες άμαχοι νεκροί, σε 500.000 υπολογίζονται από βρετανικές πηγές οι αναμενόμενοι θάνατοι από καρκίνο μόνο στο Ιράκ. Μπορούν αυτές οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί να μπουν στην ίδια ζυγαριά με τις λίγες εκατοντάδες νεκρούς Αμερικανούς στρατιώτες από τη λαϊκή αντιβία και πέρα από την ποσότητα πρόκειται για την ίδια ποιότητα;

Να αναφέρουμε τις χιλιάδες νεκρούς από τα εργατικά ατυχήματα, τις εκατοντάδες πνιγμένους στα πλωτά φέρετρα, την εξόφθαλμη περιφρόνηση της ανθρώπινης ζωής των εργαζομένων μπροστά στη βία του κεφαλαίου. Μιλάμε κι εδώ για την ίδια ζυγαριά, την ίδια ποσότητα και ποιότητα βίας με τους συμβολικούς στόχους της άλλης πλευράς;

Είναι γνωστή η φιλοσοφική αρχή ότι η ποσότητα καθορίζει από ένα σημείο και μετά την ποιότητα και αντίστροφα ότι η ποιότητα επηρεάζει την ποσότητα. Η βία σε μεγάλη κλίμακα (ποσότητα) προσδιορίζει το χαρακτήρα της ως βία εκμετάλλευσης με μια ποιότητα. Η βία εκμετάλλευσης της ποιότητας δεν μπορεί να ασκηθεί παρά σε μαζική κλίμακα, σαν μαζική βία ποσότητα.

Από τη μια δηλαδή υπάρχει η επιθετική βία, η βία εκμετάλλευσης, η βία των καταπιεστών που στοχεύει στη διατήρηση και μεγέθυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και είναι άδικη και από την άλλη υπάρχει η αμυντική βία, η βία αντίστασης η λαϊκή βία που στοχεύει στην κατάργηση των κοινωνικών ανισοτήτων και είναι δίκαιη.

Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε δεν μπορούμε να συμψηφίζουμε ανόμοια πράγματα. Και για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Καθηγητή Ρούσση, «ο τύπος της βίας της 17Ν από τη μια είναι δευτερογενής σε σχέση με τις οικονομικές και κοινωνικές αντιθέσεις που τη γεννούν και από την άλλη είναι δευτερεύουσα σε σχέση με την κρατική και ιμπεριαλιστική βία».

Όμως το δικαίωμα στη ζωή είναι αδιαπραγμάτευτο; Για την κυρίαρχη ιδεολογία και τους φορείς της η αφαίρεση ζωής είναι σε κάθε περίπτωση πράξη εγκληματική και ο δράστης εγκληματίας; Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε από ιστορική και κοινωνική άποψη οδηγούμαστε στους εξής παραλογισμούς:

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 ήταν μια σειρά εγκληματικών πράξεων και δε θα αναφερθώ βέβαια στη σφαγή της Τριπολιτσάς ή στις πυραμίδες κομμένων κεφαλιών που ύψωνε ο Καραϊσκάκης. Οι βίαιες ενέργειες των κλεφτών κατά των φοροεισπρακτόρων και των κοτζαμπάσηδων, ήταν πράξεις εγκληματικές από επικίνδυνα εγκληματικά στοιχεία. Η Φιλική Εταιρεία που εξόντωνε ύποπτα στοιχεία που εξόντωνε ύποπτα στοιχεία για να εκπληρώσει τους σκοπούς της, ήταν μια συμμορία δολοφόνων. Οι εκτελέσεις των προδοτών από τον ΕΛΑΣ, ήταν δολοφονίες που προκαλούν πόνο και αγανάκτηση.

Όταν λοιπόν το ζήτημα τίθεται ιστορικά, τότε η κυρίαρχη ιδεολογία αναδιπλώνεται και χαρακτηρίζει την αφαίρεση της ζωής άλλοτε ως πράξη ηρωισμού και άλλοτε ως εγκληματική πράξη. Η περίπτωση Παναγούλη είναι χαρακτηριστική.

Η αξία λοιπόν της ζωής στο δικό σας σύστημα αξιών γίνεται σχετική και όχι απόλυτη έννοια και οι πρώτοι που τη σχετικοποιούν είναι το κράτος με τα όργανά του και ο ιμπεριαλισμός με τις σφαγές. Το τί είναι έγκλημα καθορίζεται από την ιδεολογία των κυρίαρχων και σύμφωνα με τα συμφέροντά τους. Οι κατηγορίες εναντίον μας δεν μπορούν να μεταμφιέζονται με τη μάσκα της ηθικής αλλά να ειδωθούν κάτω από το πρίσμα της εξυπηρέτησης αυτών των συμφερόντων.

Ας αφήσουν λοιπόν τις υποκρισίες περί ιερότητας απαραβίαστου και λοιπά ηχηρά και ας μας το πουν ανοιχτά και με απλά λόγια: Κύριοι, το μονοπώλιο της βίας το έχει το κράτος για να διασφαλίζει την τάξη, δηλαδή την απρόσκοπτη συνέχιση της εκμετάλλευσης των πολλών από τους λίγους. Όποιος το αμφισβητήσει από επαναστατική θέση, μαύρο φίδι που τον έφαγε. Αφήστε σαν Ψωμιάδηδες να σας βάζουμε δυο τρεις μέρες μέσα για τα μάτια του κόσμου, ή καλύτερα εφοπλιστές του ΣΑΜΙΝΑ ή βιομήχανοι των ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΕΙΩΝ Κορίνθου, να μην ασχοληθούμε καθόλου μαζί σας.

Ας πέσουν λοιπόν οι μάσκες και ας παρατήσουμε τα προσχήματα. Οι ιδιοκτήτες των ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΕΙΩΝ Κορίνθου ουδέποτε θα διωχθούν, όπως δεν διώχθηκαν και δεν θα διωχθούν οι υπεύθυνοι για άλλα εργατικά ατυχήματα για τους σακατεμένους εργάτες, τους χιλιάδες νεκρούς. Εδώ χρειάζεται να αναφέρουμε ένα ανατριχιαστικό παράδειγμα, ένα ανατριχιαστικό γεγονός. Οι εργολάβοι των μεγάλων έργων, συνυπολογίζουν στους προϋπολογισμούς τους το κόστος των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων, αποτιμούν δηλαδή σε μερικά ευρώ, το κόστος των σίγουρων δολοφονιών, αφού η λήψη μέτρων ασφαλείας στοιχίζει περισσότερο.

Στα ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΕΙΑ το έγκλημα θα είχε αποφευχθεί αν είχαν τοποθετηθεί απλώς βαλβίδες αντεπιστροφής στις φιάλες οξυγονοκόλλησης, σύμφωνα με το πόρισμα. Όμως στοιχίζουν. Ελάχιστα, αλλά στοιχίζουν. Όπως στοιχίζουν τα φίλτρα στις καμινάδες των εργοστασίων που ξερνούν καρκινογόνους ρύπους. Όπως στοιχίζουν τα μέτρα ασφαλείας. Γι αυτό η Ελλάδα είναι η πρώτη με τριπλάσιο ποσοστό κερδών απ΄ όλες τις χώρες της ζώνης του ευρώ όπως είναι και η πρώτη σε ποσοστό εργατικών ατυχημάτων.

Εδώ δεν υπάρχει ο περίφημος «ενδεχόμενος δόλος»; Ας πέσουν οι μάσκες. Οι εφοπλιστές του ΣΑΜΙΝΑ ουδέποτε θα διωχθούν, όπως δεν διώχθηκε κανένας εφοπλιστής για τους εκατοντάδες πνιγμένους στα πλωτά τους φέρετρα. Όπως δεν θα διωχθεί ο ιδιοκτήτης του IRON ANTONIS για το σάπιο JET ONE που τυχαία δεν έγινε ΣΑΜΙΝΑ με νέους δεκάδες νεκρούς. Αλλωστε έχει αθωωθεί για το σαπιοκάραβο IRON ANTONIS με τους 24 νεκρούς μαζί με τους υπεύθυνους του νεογνώμονα που υπέγραψαν τα πιστοποιητικά αξιοπλοϊας για να ταξιδεύουν ελεύθερα τα ΔΥΣΤΟΣ και τα άλλα.

Ας πέσουν οι μάσκες. Τα κρατικά όργανα που εξοστρακίζουν τις σφαίρες τους σε μετανάστες, μικροκλεφτρόνια, διαδηλωτές, αθωώνονται ή καταδικάζονται σε συμβολικές ποινές. Για τη 17Ν έγιναν ειδικοί νόμοι, έκτακτα μέτρα, ειδικές φυλακές, ειδική σύνθεση του Δικαστηρίου σας.

Ναι, αλλά μπορούν να γίνουν βίαιες ενέργειες σε συνθήκες δημοκρατίας; Καταρχήν βέβαια η ερώτηση υπονοεί ότι μπορούν να γίνουν σε περίοδο δικτατορίας. Ας δούμε όμως τη σημερινή δημοκρατία μας. Σε πρόσφατο άρθρο του ο καθηγητής Παρασκευόπουλος έγραψε: «Δημοκρατία χωρίς σεβασμό στο κράτος δικαίου και το κράτος πρόνοιας γίνεται τύπος άνευ ουσίας και εκφυλίζεται. Η υποβαθμισμένη λειτουργία ενός Κοινοβουλίου δε θα μπορούσε να εξαγνίσει βασανιστήρια ή δίκες σε έκτακτα δικαστήρια». Με δυο φράσεις τα είπε όλα ο κ. καθηγητής.

Ο κ. Κρουσταλάκης πέρυσι με την έναρξη του δικαστικού έτους, επέστησε όπως είπε <<το ξίφος της Δικαιοσύνης εναντίον όποιου παρανομεί, όσο ψηλά και αν βρίσκεται, όσο ισχυρός και αν είναι>>. Και λίγο μετά είπε: «Ο κόσμος έχει βαρεθεί τα λόγια, αλίμονο αν τον απογοητεύσουμε, θα έχουμε χάσει το τρένο της νομιμοποίησής μας στην κοινωνία». Το δικαστικό έτος βέβαια κοντεύει να τελειώσει και η Δικαιοσύνη πολλά έτη τώρα βλέπει τα τρένα να περνούν.

Μια από τις βασικές αρχές της δημοκρατίας, η ισονομία, δεν εφαρμόζεται. Οι νόμοι δεν ισχύουν για τους ισχυρούς. Όσον αφορά το κράτος πρόνοιας, εξαϋλώνεται για να καταστεί αόρατο μπρος στην επέλαση της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας που σαρώνει κοινωνικές κατακτήσεις δεκαετιών. Μια κοινωνία που δε νοιάζεται για τους αδύναμους, που δε φροντίζει τους ανήμπορους, που δεν έχει αλληλεγγύη, δεν είναι δημοκρατική κοινωνία. 20% των Ελλήνων είναι κάτω από τα όρια της φτώχιας. 15% η ανεργία, η μεγαλύτερη κοινωνική πληγή, η μεγαλύτερη τρομοκρατική, η μεγαλύτερη διαβρωτική δύναμη της κοινωνίας. Ένας στους τρεις νέους άνεργους. Χαρίζεται η δημόσια περιουσία, ο δημόσιος πλούτος, η δημόσια γη.

Να πούμε για τις μίζες των δισεκατομμυρίων στους εξοπλισμούς; Το διαρκές έγκλημα των δημοσίων έργων; Τα ΜΜΕ των βαρόνων εργολάβων; Τη νέα μεγάλη ιδέα της Ολυμπιάδας, των αρπακτικών, της ρεμούλας και της απάτης; Για πόσα χρόνια θα την πληρώνουμε μετά το 2004; Για το υποβαθμισμένο Κοινοβούλιο που νομοθετεί κατά παραγγελία όπως διαβάσαμε πρόσφατα και στον Κουταλίδη και όπως το βλέπουμε όλοι; Για μια αδύνατη Κυβέρνηση που άγεται και φέρεται σύμφωνα με τις διαθέσεις των ισχυρών; Ποια δημοκρατία;

Μπορούν να γίνουν βίαιες ενέργειες στη δημοκρατία; Μπορεί να θέλει κανείς να ανατρέψει μια τέτοια δημοκρατία; Και βέβαια μπορεί. Γιατί πρόκειται για ένα σύστημα άρνησης της δημοκρατίας. Γιατί πρόκειται για μια δημοκρατία που αυτο-αναιρείται. Ο ένοπλος επαναστάτης δεν είναι μανιακός της βίας, παράφρονας λάτρης των όπλων και των σκοτωμών. Σε αυτούς τους ανθρώπους διαθέτει πολλές και νόμιμες δυνατότητες να ασκήσουν τις έξεις τους.

Ο επαναστάτης που μέσα από μια πολιτική ανάλυση επέλεξε τη βία σαν άμεσο μέτρο, είναι υποχρεωμένος να φτάσει, αν είναι συνεπής με τον εαυτό του και τις ιδέες του ως τις ακραίες του συνέπειες. Πρώτα-πρώτα η επιλογή του αυτή βρίσκεται σε αντίθεση με τα προσωπικά του συμφέροντα. Έπειτα έχει να ξεπεράσει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης σε μια στάση ζωής βιολογικά παράλογη, γιατί κινδυνεύει να χάσει τη ζωή του και την ελευθερία του. Κυρίως όμως έχει να αντιμετωπίσει μια βαθιά και δυσβάσταχτη αντίφαση ανάμεσα στην αγάπη για τη ζωή και την αναγκαιότητα να δρα κατά ζωής.

Αυτή την αντίφαση ο αγωνιστής τη βιώνει τραγικά, οδυνηρά. Θλίβεται, πονά, σπαράζεται από αυτήν, πορεύεται με αυτήν, ζει με αυτήν, πληρώνει βαρύ ψυχικό τίμημα. Ξέρει όμως ότι μετέχει σε έναν αγώνα κατά της πρωτογενούς βίας, τη βία που στερεί τον άνθρωπο από τη βαθύτερή του ουσία, τον απανθρωπίζει, τον βυθίζει στη βαρβαρότητα.

Οι έννοιες που επιστρατεύουν εναντίον μας, «εγκληματίες», «ειδεχθείς δολοφόνοι» κτλ., δε μπορούν να κρίνουν τη δράση μας. Ο ένοπλος επαναστάτης σέβεται τη ζωή. Γι αυτό και παίρνει τα όπλα για να την υπερασπίσει απ΄ όσους την κακοποιούν και την εξευτελίζουν. Και μπορεί να οδηγηθεί και να αποδέχεται την απώλεια μιας ζωής, εφόσον χρειάζεται για να προχωρήσει η επαναστατική υπόθεση, αλλά και όταν πρόκειται γι αυτούς που ευθύνονται για την κακοποίηση και τον εξευτελισμό της ζωής των πολλών.

Έχοντας διαφορετικό μέτρο από το κοινωνικά αποδεκτό για την ταξική καταπίεση και τον καθημερινό εξευτελισμό που υφίσταται η πλειονότητα των ανθρώπων, έχοντας πλήρη επίγνωση της απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής από τους μηχανισμούς κυριαρχίας και κυρίως έχοντας επιλέξει την ένοπλη σύγκρουση σήμερα και όχι στο αόριστο μέλλον, αποκτά διαφορετική σχέση με τη ζωή, πρώτα απ΄ όλα τη δική του και δε διστάζει να θυσιάσει και τη δική του τη ζωή, αν αυτό απαιτούν οι ανάγκες του αγώνα.

Ο ένοπλος επαναστάτης κάνει παρέμβαση σε μια κοινωνία πελώριων ανισοτήτων όπου μαίνεται ο ακήρυχτος κοινωνικός πόλεμος με θύματα και από τις δυο πλευρές, πολύ περισσότερο από τη μια πλευρά, πολύ λιγότερο από την άλλη. Έναν πόλεμο που αντιπαρατάσσει άτομα, τα οποία δεν είναι αφηρημένα άτομα, έχουν όνομα, έχουν μια οικογένεια, έχουν ανθρώπους που τους αγαπάνε, που τους μεγάλωσαν, για τους οποίους είναι αναντικατάστατοι. Σε αυτές τις οικογένειες οφείλουμε σεβασμό και συμπόνια.

Σε καμία περίπτωση όμως δε μπορούν κάποιοι υποκριτικά και δημαγωγικά να εκμεταλλεύονται στο βωμό σκοπιμοτήτων. Υποκρισία που φαίνεται ολοκάθαρα αν αναρωτηθούμε: Ξέρει κανείς τα ονόματα των τεσσάρων νεκρών του ΚΑΠΑ ΜΑΡΟΥΣΗΣ που δολοφόνησαν τα ΜΑΤ; Θυμάται κανείς το όνομα του παιδιού που δολοφόνησε εν ψυχρώ ο Μελίστας; Γιατί θυμόμαστε τα 45άρια αλλά ξεχνάμε τα αστυνομικά 38άρια κ. Πρόεδρε;

Γίνονται μνημόσυνα, κατατίθενται στεφάνια για τον Κουμή και την Κανελλοπούλου; Γνωρίζει κανείς τα ονόματα των 7 δολοφονημένων στα ΣΩΛΗΝΟΥΡΓΕΙΑ Κορίνθου, στα κάτεργα του Λάτση και του Βαρδινογιάννη, στο ΔΥΣΤΟΣ, στο ΣΑΜΙΝΑ, στο IRON ANTONIS, στο ΠΑΣΙΦΑΙΑ, στα δεκάδες άλλα ναυάγια; Έχει πάει κανείς στα νεκροταφεία των μεταλλίων του Μποδοσάκη να δει τις ηλικίες στους τάφους των μεταλλορύχων που πέθαναν με σαπισμένα πνευμόνια; Όλες αυτές οι οικογένειες είχαν όνομα; Είχαν παιδιά που έχασαν; Βρήκαν ποτέ βήμα να μιλήσουν; Βρήκαν τηλεοπτικά κανάλια;

Είδαν πολιτικούς να χύνουν κροκοδείλια δάκρυα; Είχαν ποτέ τόσο μεγάλα ονόματα δικηγόρων Πολιτικής Αγωγής; Ήταν καν Πολιτική Αγωγή και σε ποια δίκη; Είχαν το σεβασμό, τη συμπόνια και τη συμπαράσταση κανενός επίσημου φορέα;

Ο κοινωνικός ανταγωνισμός, ο κοινωνικός πόλεμος, ο εμφύλιος πόλεμος, διεξάγεται εδώ και πάρα πολλά χρόνια, περνά φάσεις όξυνσης και ύφεσης, άλλοτε είναι εμφανής, άλλοτε αφανής, άλλοτε υπό τη μάσκα του κράτους δικαίου, άλλοτε στην πιο καθαρή του μορφή. Και θα συνεχίζεται μέχρις ότου πάψουν να υφίστανται τάξεις.

Όταν η ανθρωπότητα βγει από τη βάρβαρη προϊστορία της, από τους πολέμους, την εξαθλίωση, την προσφυγιά, τον αναλφαβητισμό, τη λεηλασία του πλανήτη από τις πολυεθνικές, όταν περάσει στο βασίλειο της ελευθερίας, της ισότητας, της ανεμπόδιστης ανάπτυξης του ανθρώπου, όταν η ανθρωπότητα χειραφετηθεί, όταν οι άνθρωποι επανοικειοποιηθούν την ανθρωπιά τους, τότε η ανθρώπινη ζωή θα είναι αυταξία πραγματική και όχι υποκριτική.

Χτες το βράδυ που έγραφα, ξενύχτησα κιόλας, ήθελα να γράψω ακόμα ένα κεφάλαιο, έναν επίλογο. Δεν το έγραψα. Θα σας πω μερικούς στίχους του Παλαμά:


Παιδί το περιβόλι μου που θα κληρονομήσεις,
όπως το βρεις κι όπως το δεις να μην το παρατήσεις.
Σκάψε το ακόμα πιο βαθιά και βρέξε το πιο στέρεα
και πλούτισε τη χλόη του και πλάταινε τη γη του,
κι αν είναι κι έρθουνε χρόνια δίσεκτα, πέσουν καιροί οργισμένοι,
κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα κι όσα δέντρα,
για τίποτ΄ άλλο δεν ‘φελούν, παρά για μετερίζια.

Μη φοβηθείς το χαλασμό, φωτιά, τσεκούρι τράβα,
ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε, το περιβόλι κόφτο
και χτίσε κάστρο πάνω του και ταμπουρώσου μέσα
για πάλεμα, για μάτωμα, για τη καινούργια γέννα,
που όλο την περιμένουμε κι όλο κινά για νά΄ ρθει
κι όλο συντρίμι χάνεται, στο γύρισμα των κύκλων.

Είναι η στιγμή που η αίθουσα του δικαστηρίου δονείται από χειροκροτήματα και το σύνθημα: «ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΕΡΟ ΑΠ ΟΛΑ ΤΑ ΚΕΛΙΑ«

(πηγη: http://www.eksegersi.gr)

http://takakoskeimena.pblogs.gr/2009/03/h-apologia-toy-koyfontina.html

Η RAF και ο ένοπλος αγώνας στη Γερμανία


000Συγγραφέας: Βασίλης Στοϊλόπουλος Άρδην τ. 37

Χα­ρού­με­νες μέ­ρες του 1997

Τον Α­πρί­λιο του 1997, η τε­λευ­ταί­α γε­νιά της ε­πα­να­στα­τι­κής ορ­γά­νω­σης Φρά­ξια Ε­ρυ­θρός Στρα­τός (Rote Armee Fraktion, RAF) α­να­κοί­νω­σε την ο­ρι­στι­κή δια­κο­πή των έ­νο­πλων προ­σπα­θειών της που στό­χευαν στην α­να­τρο­πή των κα­πι­τα­λι­στι­κών σχέ­σε­ων και στην α­νά­πτυ­ξη της α­ντι­-ι­μπε­ρια­λι­στι­κής συ­νεί­δη­σης. Με­τά α­πό μια 27χρο­νη με­τω­πι­κή σύ­γκρου­ση με την ε­ξου­σί­α και έ­χο­ντας 27 θύ­μα­τα στις δι­κές της τά­ξεις και 11 α­περ­γί­ες πεί­νας στο ε­νερ­γη­τι­κό της, η RAF πα­ρα­δέ­χτη­κε ό­τι η με­τα­φο­ρά μέ­σα στην Μη­τρό­πο­λη του πο­λέ­μου που διε­ξά­γουν τα ι­μπε­ρια­λι­στι­κά κρά­τη έ­ξω α­πό τα κέ­ντρα ε­ξου­σί­ας δεν μπο­ρεί να έ­χει ι­σχύ στις “α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κές δια­δι­κα­σί­ες του μέλ­λο­ντος”. Η ο­μο­λο­γί­α ό­τι οι προ­σπά­θειες προ­σαρ­μο­γής του α­ντάρ­τι­κου πό­λης στις συν­θή­κες της δε­κα­ε­τί­ας του ’90 ή­ταν α­νέ­φι­κτες, κα­τέ­δει­ξε το πο­λι­τι­κό α­διέ­ξο­δο μιας α­πό και­ρό α­πο­μο­νω­μέ­νης ε­πα­να­στα­τι­κής ορ­γά­νω­σης, η ο­ποί­α πα­ρου­σί­α­ζε εκ­φυ­λι­στι­κά φαι­νό­με­να πο­λύ πριν το α­να­πό­φευ­κτο τέ­λος. Με την τε­λευ­ταί­α της δια­κή­ρυ­ξη η RAF α­να­γνώ­ρι­σε,  για πρώ­τη φο­ρά, λά­θη στρα­τη­γι­κής και κυ­ρί­ως ό­τι “δεν οι­κο­δο­μή­θη­κε, πα­ράλ­λη­λα με την πα­ρά­νο­μη έ­νο­πλη ορ­γά­νω­ση, και μια ορ­γά­νω­ση πο­λι­τι­κού-κοι­νω­νι­κού χα­ρα­κτή­ρα”.

Η αυ­το­διά­λυ­ση ό­μως της RAF ε­πα­νέ­φε­ρε δυ­να­μι­κά στην ε­πι­και­ρό­τη­τα το ε­πί­μα­χο θέ­μα της ε­σω­τε­ρι­κής α­σφά­λειας, προ­κα­λώ­ντας πε­ρισ­σό­τε­ρη α­μη­χα­νί­α και α­να­τα­ρα­χή α­πό ό­,τι η το­πο­θέ­τη­ση μιας βόμ­βας: Η α­ντι­τρο­μο­κρα­τι­κή υ­πη­ρε­σί­α της Γερ­μα­νί­ας και οι μυ­στι­κές της υ­πη­ρε­σί­ες θα έ­πρε­πε πλέ­ον να α­να­κα­λύ­πτουν νέ­α “α­τρά­ντα­χτα” στοι­χεί­α για να πει­σθεί η κοι­νή γνώ­μη ό­τι υ­πάρ­χει α­κό­μη α­πει­λή κα­τά της Δη­μο­κρα­τί­ας του Βε­ρο­λί­νου α­πό την εξ­τρε­μι­στι­κή Α­ρι­στε­ρά, η κα­θε­στω­τι­κή οι­κο­νο­μι­κο­πο­λι­τι­κή ε­λίτ θα δυ­σκο­λεύ­ο­νταν να ε­νο­χο­ποιεί κά­θε ά­πο­ψη που ξε­φεύ­γει α­πό το στε­νό πλαί­σιο της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης ε­πι­τα­γής του κέρ­δους και της κα­τα­πί­ε­σης, η (νό­μι­μη) Α­ρι­στε­ρά θα έ­πρε­πε να χα­ρά­ξει νέ­ες δια­χω­ρι­στι­κές γραμ­μές α­πό “πα­ρα­στρα­τη­μέ­νους” και “πα­ρά­φρο­νες” εξ­τρε­μι­στές, στους ο­ποί­ους θα μπο­ρεί να φορ­τώ­νει ό­λων των ει­δών τις α­πο­τυ­χί­ες της και, τέ­λος, οι συ­νω­μο­σιο­λό­γοι θα υ­πο­χρε­ώ­νο­νταν να ξα­να­ψά­ξουν στο έ­ρε­βος των μυ­στι­κών υ­πη­ρε­σιών για νέ­α φα­ντά­σμα­τα τρί­της γε­νιάς τρο­μο­κρα­τών.

Λί­γους μή­νες αρ­γό­τε­ρα, το φθι­νό­πω­ρο του 1997, η Γερ­μα­νί­α ξα­να­θυ­μή­θη­κε την ε­πο­χή που, για ν’ α­ντι­με­τω­πι­στεί “η θα­νά­σι­μη πρό­κλη­ση της συμ­μο­ρί­ας Μπά­α­ντερ-Μά­ιν­χοφ”, τέ­θη­κε σε ε­φαρ­μο­γή το “Γερ­μα­νι­κό Μο­ντέ­λο”, βα­σι­κή αρ­χή του ο­ποί­ου ή­ταν: “Δεν φυ­λα­κί­ζε­ται μό­νο ε­κεί­νος που δεν α­ντι­στέ­κε­ται”. Μέ­σα σ’ έ­να κα­ται­γι­σμό ε­νη­με­ρω­τι­κών εκ­πο­μπών, ει­δι­κών εκ­δό­σε­ων, τη­λε­ο­πτι­κών συ­ζη­τή­σε­ων, πο­λι­τι­κών ι­σο­λο­γι­σμών κλπ., “ε­ορ­τά­στη­καν” τα εί­κο­σι χρό­νια α­πό το “Γερ­μα­νι­κό Φθι­νό­πω­ρο”, τό­τε που η Γερ­μα­νί­α “για πρώ­τη φο­ρά στην ι­στο­ρί­α της ή­ταν κρά­τος με ό­λη τη ση­μα­σί­α της λέ­ξης”. Τό­τε που οι Υ­πη­ρε­σί­ες “Προ­στα­σί­ας του Συ­ντάγ­μα­τος” και οι διω­κτι­κές Αρ­χές λει­τουρ­γού­σαν συ­χνά πέ­ρα α­πό τα προ­βλε­πό­με­να στη νο­μο­θε­σί­α, η α­πα­γό­ρευ­ση ά­σκη­σης ε­παγ­γέλ­μα­τος στο Δη­μό­σιο και συ­νο­λι­κά ο νό­μος για τους εξ­τρε­μι­στές α­πο­τε­λού­σε μέ­τρο χει­ρα­γώ­γη­σης, πα­ρα­δειγ­μα­τι­σμού και ε­λέγ­χου α­πό την πλευ­ρά του κρά­τους, τα δι­καιώ­μα­τα των συ­νη­γό­ρων υ­πε­ρά­σπι­σης κα­τα­στρα­τη­γού­νταν σε πο­λι­τι­κές δί­κες, α­πο­ε­νο­χο­ποι­η­τι­κά στοι­χεί­α δεν λαμ­βά­νο­νταν υ­πό­ψη α­πό το Δι­κα­στή­ριο, βα­σι­κά δι­καιώμα­τα ό­πως αυ­τό του α­σύ­λου πα­ρέ­μει­νε κε­νό γράμ­μα, οι διώ­ξεις α­κό­μη και η βιαιο­πρα­γί­α ε­να­ντί­ον ό­σων α­πέρ­ρι­πταν την κρα­τι­κή πο­λι­τι­κή για την έ­νο­πλη πά­λη ή­ταν κα­θη­με­ρι­νή, η λο­γο­κρι­σί­α α­φο­ρού­σε ό­λα τα κοι­νω­νι­κά ε­πί­πε­δα και ο χα­φιε­δι­σμός έ­γι­νε κοι­νω­νι­κό φαι­νό­με­νο. Τό­τε που σε δη­μό­σιες συ­ζη­τή­σεις ε­πα­νήλ­θε, α­πό πο­λι­τι­κούς, το θέ­μα της δη­μό­σιας ε­κτέ­λε­σης των τρο­μο­κρα­τών και η θέ­λη­ση για αυ­ταρ­χι­κές λύ­σεις και για μο­νο­πώ­λη­ση της βί­ας α­πό το κρά­τος α­να­δεί­χθη­κε σε ε­θνι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό.

14Εί­κο­σι χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, αυ­τό που φά­νη­κε στις η­μέ­ρες μνή­μης ε­κεί­νου του μο­λυ­βέ­νιου “Φθι­νο­πώ­ρου” ή­ταν πως η σύγ­χρο­νη ι­στο­ρί­α έ­χει ή­δη ξα­να­γρα­φεί και ό,­τι α­πέ­μει­νε στη συλ­λο­γι­κή μνή­μη του γερ­μα­νι­κού λα­ού ή­ταν θο­λά γε­γο­νό­τα και αρ­κε­τοί μύ­θοι: Κά­ποια μέ­λη μιας πε­ρι­θω­ρια­κής τρο­μο­κρα­τι­κής ο­μά­δας, που πριν πολ­λά χρό­νια έ­τυ­χαν δί­και­ης δί­κης και που βρί­σκο­νται α­κό­μη σε φυ­λα­κές υ­ψί­στης α­σφα­λεί­ας, η α­πα­γω­γή και δο­λο­φο­νί­α ε­νός ση­μα­ντι­κού προ­σώ­που της οι­κο­νο­μί­ας σε συν­δυα­σμό με μια α­πο­τυ­χη­μέ­νη α­ε­ρο­πει­ρα­τεί­α όπου συμ­με­τεί­χαν και Άρα­βες τρο­μο­κρά­τες, μια μυ­στη­ριώ­δης ο­μα­δι­κή αυ­το­κτο­νί­α κρα­του­μέ­νων που α­πο­σα­φη­νί­στη­κε την ί­δια μέ­ρα που έ­γι­νε, μια ψυ­χο­πα­θής ι­δε­ο­λο­γι­κή κα­θο­δη­γή­τρια της συμ­μο­ρί­ας που αυ­το­κτό­νη­σε στο λευ­κό κε­λί της, έ­να φα­να­τι­κό μέ­λος που πριν α­πό χρό­νια πέ­θα­νε στη φυ­λα­κή α­πό α­περ­γί­α πεί­νας, κά­ποιοι δο­λο­φο­νη­μέ­νοι κρα­τι­κοί και οι­κο­νο­μι­κοί πα­ρά­γο­ντες, σύμ­βο­λα του πο­λι­τι­κού κα­θε­στώ­τος, αλ­λά και α­θώ­οι πο­λί­τες που, ευ­τυ­χώς, σε ό­λα τα χρό­νια της τρο­μο­κρα­τί­ας δεν ξε­πέ­ρα­σαν τον α­ριθ­μό των θυ­μά­των α­πό τα τρο­χαί­α α­τυ­χή­μα­τα σ’ έ­να ελ­λη­νι­κό ε­ορ­τα­στι­κό τρι­ή­με­ρο και, τέ­λος, κά­ποιοι ε­λά­χι­στοι α­με­τα­νό­η­τοι συ­μπα­θού­ντες των τρο­μο­κρα­τών, που τε­λευ­ταί­α έ­χουν μπλέ­ξει με α­κραί­ες ι­σλα­μι­κές ορ­γα­νώ­σεις.

Α­πό τις εκ­δη­λώ­σεις της ι­στο­ρι­κής α­να­μό­χλευ­σης του γερ­μα­νι­κού έ­νο­πλου α­γώ­να δεν θα μπο­ρού­σαν να α­που­σιά­ζουν οι Πρά­σι­νοι, “τα νό­μι­μα παι­διά του Γερ­μα­νι­κού Φθι­νο­πώ­ρου”, που ο­μο­λο­γου­μέ­νως χρω­στούν σε αυ­τό το ο­δυ­νη­ρό “Φθι­νό­πω­ρο” την ση­με­ρι­νή τους πα­ρου­σί­α στις κο­ρυ­φές της ε­ξου­σί­ας. Ποιος α­λή­θεια μέ­σα σ’ έ­να τέ­τοιο “ε­ορ­τα­στι­κό” κλί­μα θα θυ­μό­ταν τη δή­λω­ση του σταρ-υ­πουρ­γού Γιό­σκα Φί­σερ, που ε­κεί­νη τη σκλη­ρή ε­πο­χή, ό­ντας εκ­πρό­σω­πος των αυ­τό­νο­μων, εί­χε δη­λώ­σει ό­τι “δεν μπο­ρού­με να α­πο­στα­σιο­ποι­η­θού­με τό­σο α­πλά α­πό τους συ­ντρό­φους του α­ντάρ­τι­κου πό­λης, για­τί τό­τε θα έ­πρε­πε να α­πο­στα­σιο­ποι­η­θού­με α­πό ε­μάς τους ί­διους, ε­πει­δή υ­πο­φέ­ρου­με κι ε­μείς α­πό την ί­δια α­ντί­φα­ση, με­τα­ξύ α­πελ­πι­σί­ας και τυ­φλού α­κτι­βι­σμού”. Βέ­βαια το μά­θη­μα του 1977 έ­γι­νε α­μέ­σως κα­τα­νο­η­τό α­πό αρ­κε­τούς ε­πα­να­στά­τες ε­κεί­νης της ε­πο­χής, που σή­με­ρα ε­παν­δρώ­νουν τον μη­χα­νι­σμό του γερ­μα­νι­κού κρά­τους και η α­πο­στα­σιο­ποί­η­ση συ­ντε­λέ­στη­κε, έ­στω με αρ­κε­τή κα­θυ­στέ­ρη­ση και πο­λύ κό­πο.

Οι ι­στο­ρι­κές συν­θή­κες γέν­νη­σης του α­ντάρ­τι­κου πό­λης στη Γερ­μα­νί­α

Η RAF ι­δρύ­θη­κε ό­ταν στις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του ’70 έ­να με­γά­λο μέ­ρος της α­ρι­στε­ρής “Ε­ξω­κοι­νο­βου­λευ­τι­κής Α­ντι­πο­λί­τευ­σης” (Α­ΡΟ) στη Γερ­μα­νί­α ή­ταν πε­πει­σμέ­νο ό­τι η κοι­νω­νι­κή ε­πα­νά­στα­ση σε πα­γκό­σμιο ε­πί­πε­δο έ­πα­ψε να εί­ναι ου­το­πί­α. Μπο­ρεί η δυ­να­μι­κή της ρι­ζο­σπα­στι­κής αμ­φι­σβή­τη­σης του φοι­τη­τι­κού κι­νή­μα­τος να εί­χε ή­δη ε­ξα­ντλη­θεί, η Α­ΡΟ να εί­χε α­ντι­λη­φθεί τα ό­ρια της α­νταρ­σί­ας της και η Α­ρι­στε­ρά να ει­σήλ­θε στη θλι­βε­ρή δια­δι­κα­σί­α της πο­λυ­διά­σπα­σης, ό­μως πολ­λοί άν­θρω­ποι πί­στευαν σο­βα­ρά στη δυ­να­τό­τη­τα δη­μιουρ­γί­ας υ­πο­κει­με­νι­κών και α­ντι­κει­με­νι­κών συν­θη­κών για την ε­πα­νά­στα­ση. Ο α­πό­η­χος της κι­νε­ζι­κής πο­λι­τι­στι­κής ε­πα­νά­στα­σης, η α­βυσ­σα­λέ­α α­ντί­θε­ση Βορ­ρά-Νό­του, ο Μαύ­ρος Σε­πτέμ­βρης των Πα­λαι­στι­νί­ων, η συ­νε­χι­ζό­με­νη α­γριό­τη­τα των Η­ΠΑ στο Βιετ­νάμ, η ε­πί­δρα­ση του Μά­η του ’68 και τα ε­θνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κά και α­ντια­ποι­κια­κά κι­νή­μα­τα στον “Τρί­το Κό­σμο” δη­μιουρ­γού­σαν σε πολ­λούς ε­πα­να­στά­τες “ελ­πί­δες α­πε­λευ­θέ­ρω­σης” και για τους λα­ούς της Μη­τρό­πο­λης.

Στην ί­δια τη Γερ­μα­νί­α, το κρά­τος έ­θε­τε ή­δη σε ε­φαρ­μο­γή την “προ­λη­πτι­κή κα­τα­στο­λή” ε­κεί­νης της Α­ρι­στε­ράς που δεν ή­θε­λε να εν­σω­μα­τω­θεί στο α­στι­κό πο­λι­τι­κό σύ­στη­μα. Η α­πο­να­ζι­στι­κο­ποί­η­ση του κρά­τους δεν εί­χε α­κό­μη συ­ντε­λε­στεί, α­φού για πα­ρά­δειγ­μα τό­σο ο Πρό­ε­δρος της Δη­μο­κρα­τί­ας Λιούπ­κε, ό­σο και ο Κα­γκε­λά­ριος Κί­ζιν­κγερ, εί­χαν στα­διο­δρο­μή­σει στο να­ζι­στι­κό κα­θε­στώς. Η Ο.Δ. της Γερ­μα­νί­ας, με τις 127 α­με­ρι­κα­νι­κές βά­σεις και τους 300.000 Αμε­ρι­κα­νούς στρα­τιώ­τες στο έ­δα­φός της, ή­ταν ου­σια­στι­κά χώ­ρα υ­πό κα­το­χή, γε­γο­νός που προ­κα­λού­σε δυ­σφο­ρί­α σε τμή­μα­τα του γερ­μα­νι­κού λα­ού. Η οι­κο­νο­μι­κή ύ­φε­ση και τα υ­ψη­λά πο­σο­στά α­νερ­γί­ας (ι­διαί­τε­ρα της νε­ο­λαί­ας), προς τα τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του ’60, προ­κα­λού­σαν ρωγ­μές στο με­τα­πο­λε­μι­κό “Γερ­μα­νι­κό Θαύ­μα” κι ε­πι­τά­χυ­ναν την αυ­ταρ­χι­κή ε­ξέ­λι­ξη των κοι­νω­νι­κών σχέ­σε­ων.

Το Μάρ­τιο του ’71, πριν α­κό­μα αρ­χί­σει η ο­λο­κλη­ρω­τι­κή και ο­λο­μέ­τω­πη σύ­γκρου­ση κρά­τους-α­ντάρ­τι­κου πό­λης, έ­να πο­σο­στό πε­ρί­που 18% των Γερ­μα­νών πί­στευαν ό­τι οι ε­νέρ­γειες της RAF έ­χουν πο­λι­τι­κά κί­νη­τρα και έ­να άλ­λο 13% έ­δει­χνε να μην έ­χει ξε­κά­θα­ρη ά­πο­ψη. Στο τέ­λος της ί­διας χρο­νιάς τα πο­σο­στά αυ­τά ή­ταν 40% και 17% α­ντι­στοί­χως. Ο κύ­κλος των συ­μπα­θού­ντων της RAF ή­ταν με­γά­λος, κα­θώς έ­νας στους πέ­ντε πο­λί­τες δή­λω­ναν ό­τι θα “α­νέ­χο­νταν την προ­στα­σί­α των α­ναρ­χι­κών α­πό την κα­τα­δί­ω­ξη και την σύλ­λη­ψη”, ε­νώ έ­να 6% δή­λω­νε ό­τι “μπο­ρεί να εί­ναι εν δυ­νά­μει συ­νερ­γός των α­ναρ­χι­κών”.

Η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φί­α της γερ­μα­νι­κής κοι­νω­νί­ας ή­ταν ό­μως α­νέ­τοι­μη να κα­τα­νο­ή­σει και να ε­πε­ξερ­γα­στεί ε­πα­να­στα­τι­κά φαι­νό­με­να ό­πως το α­ντάρ­τι­κο πό­λης και να πα­ρα­κο­λου­θή­σει “πε­φω­τι­σμέ­νες πρω­το­πο­ρί­ες”, α­πο­κομ­μέ­νες πλή­ρως α­πό την κοι­νω­νί­α. Πο­λύ γρή­γο­ρα και χω­ρίς δυ­σκο­λί­α α­πο­δέ­χτη­κε την ε­νί­σχυ­ση του κρά­τους σε βά­ρος της κοι­νω­νί­ας και πλή­ρω­σε την τι­μή της ε­σω­τε­ρι­κής α­σφά­λειας με τις ί­διες του τις ε­λευ­θε­ρί­ες. Ε­πι­πλέ­ον, ο ι­σχυ­ρι­σμός της RAF ό­τι η Ο.Δ. της Γερ­μα­νί­ας ή­ταν “νε­ο­φα­σι­στι­κό κρά­τος”, γε­γο­νός που έ­κα­νε τον α­γώ­να ε­να­ντί­ον του “α­να­γκαιό­τη­τα και ι­στο­ρι­κή ευ­θύ­νη”, δεν έ­πει­σε την κοι­νή γνώ­μη γι’ αυ­τό και ο­δη­γή­θη­κε πο­λύ γρή­γο­ρα στο α­διέ­ξο­δο και υ­πέ­στη πολ­λές ήτ­τες, που ξε­κί­νη­σαν με συλ­λή­ψεις με­λών της RAF ή­δη α­πό τους πρώ­τους μή­νες της ί­δρυ­σής της.

Η πρώ­τη δια­κή­ρυ­ξη της ι­δρυ­τι­κής ο­μά­δας της RAF με τί­τλο “Ί­δρυ­ση του Ε­ρυ­θρού Στρα­τού” δη­μο­σιεύ­τη­κε τον Α­πρί­λη του 1970, μό­λις μια ε­βδο­μά­δα με­τά το πέ­ρα­σμα της Μά­ιν­χοφ στην πα­ρα­νο­μί­α, λό­γω της συμ­με­το­χής της στην α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του Μπά­α­ντερ. Στο διά­στη­μα που α­κο­λού­θη­σε την στρα­τιω­τι­κή εκ­παί­δευ­ση των με­λών της RAF στο Λί­βα­νο ως την έκ­δο­ση του πρώ­του κει­μέ­νου με τις θέ­σεις της RAF (“Σχέ­διο α­ντάρ­τι­κο πό­λης”) τον Α­πρί­λιο του 1971, δια­πρά­χθη­καν με­ρι­κές λη­στεί­ες τρα­πε­ζών για την “στα­θε­ρο­ποί­η­ση των δο­μών της ορ­γά­νω­σης”. Α­κο­λού­θη­σε πο­λύ σύ­ντο­μα έ­να κεί­με­νο για τον “Έ­νο­πλο α­γώ­να στη Δ. Ευ­ρώ­πη” και έ­να χρό­νο αρ­γό­τε­ρα κυ­κλο­φό­ρη­σε η α­να­λυ­τι­κή δια­κή­ρυ­ξη: “Στην υ­πη­ρε­σί­α του λα­ού. Α­ντάρ­τι­κο πό­λης και τα­ξι­κός α­γώ­νας”.

13Η α­νά­λυ­ση της κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κής κα­τά­στα­σης στη Γερ­μα­νί­α α­πο­τε­λού­σε πά­ντα το ει­σα­γω­γι­κό μέ­ρος αυ­τών των δια­κη­ρύ­ξε­ων, ε­νώ το κύ­ριο βά­ρος δί­νο­νταν στην διε­ξα­γω­γή του α­ντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κού α­γώ­να. Η RAF αυ­το­προσ­διο­ρί­ζο­νταν σαν τμή­μα ε­νός πα­γκό­σμιου κι­νή­μα­τος “προ­λε­τα­ρια­κού διε­θνι­σμού”, δη­λα­δή έ­να πλέγ­μα μαρ­ξι­στι­κής κοι­νω­νι­κής α­νά­λυ­σης και ι­στο­ρι­κού υ­λι­σμού, ε­νό­τη­τας των δια­φο­ρε­τι­κής μορ­φής α­ντι­-ι­μπε­ρια­λι­στι­κών και α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κών κι­νη­μά­των, ε­θνι­κών α­γώ­νων ε­νά­ντια στην αλ­λο­τρί­ω­ση και την εκ­με­τάλ­λευ­ση α­πό το α­με­ρι­κα­νι­κό και το πο­λυε­θνι­κό κε­φά­λαιο, ε­πα­να­στα­τι­κών ε­νερ­γειών κά­θε μορ­φής α­πό α­κρο­α­ρι­στε­ρές ορ­γα­νώ­σεις στις Μη­τρο­πό­λεις, δια­μαρ­τυ­ριών α­πό τις χώ­ρες της Πε­ρι­φέ­ρειας, πο­λι­τι­κών των κομ­μου­νι­στι­κών κομ­μά­των και συ­γκυ­ρια­κών συμ­μα­χιών. Θε­ω­ρη­τι­κή βά­ση των α­να­λύ­σε­ων α­πο­τε­λού­σαν, ε­κτός του μαρ­ξι­σμού-λε­νι­νι­σμού, τα κεί­με­να του Μά­ο για την κι­νε­ζι­κή ε­πα­νά­στα­ση και ο υ­παρ­ξι­σμός.

Η α­ντί­δρα­ση του κρά­τους και το “Γερ­μα­νι­κό Φθι­νό­πω­ρο” του 1977

Με­τά το μπα­ράζ τρο­μο­κρα­τι­κών ε­πι­θέ­σε­ων τον Μά­ιο του ’72, το κρά­τος ε­νερ­γο­ποί­η­σε έ­ναν γι­γα­ντιαί­ο μη­χα­νι­σμό κα­τα­στο­λής κα­τά της εξ­τρε­μι­στι­κής Α­ρι­στε­ράς και των “συ­μπα­θού­ντων της RAF”, δεί­χνο­ντας κα­τά γε­νι­κή ο­μο­λο­γί­α μια α­πί­στευ­τα σκλη­ρή ό­σο και ά­κα­μπτη στά­ση. Οι τρο­μο­κρα­τι­κές ε­νέρ­γειες λει­τούρ­γη­σαν σαν κα­τα­λύ­τες στη φυ­σιο­γνω­μί­α του γερ­μα­νι­κού κρά­τους που ε­πα­νήλ­θε άρ­δην στην πρω­σι­κή πα­ρά­δο­ση του αυ­ταρ­χι­κού κι ε­πι­θε­τι­κού κρά­τους: “α­πα­γο­ρεύ­ο­νται τα πά­ντα, ε­κτός α­πό ε­κεί­να που ρη­τώς ε­πι­τρέ­πο­νται”.

Η σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κή δια­κυ­βέρ­νη­ση της Γερ­μα­νί­ας στη δε­κα­ε­τί­α του ’70 ση­μα­δεύ­τη­κε με μια ε­πι­τα­χυ­νό­με­νη πο­ρεί­α προς το λε­γό­με­νο “κρά­τος α­σφά­λειας” με κύ­ριο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό την ε­νορ­χη­στρω­μέ­νη ε­πι­χεί­ρη­ση ι­δε­ο­λο­γι­κής τρο­μο­κρα­τί­ας σε κά­θε αμ­φι­σβή­τη­ση του α­στι­κού κρά­τους. Πά­νω α­πό 100 νο­μο­θε­τή­μα­τα για την ε­σω­τε­ρι­κή α­σφά­λεια στό­χευαν πρω­τί­στως σε ό­σους “συ­μπα­θούν την τρο­μο­κρα­τί­α”. Α­πο­κλει­σμοί ε­θνι­κών ο­δών, μα­ζι­κές έ­ρευ­νες σε σπί­τια “υ­πό­πτων”, μα­ζι­κές συλ­λή­ψεις για α­νά­κρι­ση, κλεί­σι­μο αυ­το­διοι­κού­με­νων κέ­ντρων νε­ό­τη­τας κ.ά ή­ταν κα­θη­με­ρι­νή ρου­τί­να. Οι α­περ­γί­ες πεί­νας των κρα­του­μέ­νων α­ντι­με­τω­πί­ζο­νταν με πα­ρελ­κυ­στι­κή πο­λι­τι­κή χω­ρίς ου­σια­στι­κά να υ­πάρ­χει υ­πο­χώ­ρη­ση του κρά­τους ως προς τη βελ­τί­ω­ση των συν­θη­κών κρά­τη­σής τους. Κα­λύ­τε­ρες συν­θή­κες κρά­τη­σης μπο­ρού­σαν να α­να­μέ­νουν μό­νο ό­σοι α­πο­κή­ρυτ­ταν την τρο­μο­κρα­τί­α ή συ­νερ­γά­ζο­νταν με τις διω­κτι­κές Αρ­χές.

Πο­λι­τι­κή συ­ζή­τη­ση για τις κοι­νω­νι­κές αι­τί­ες των τρο­μο­κρα­τι­κών φαι­νο­μέ­νων ή­ταν εξ ο­ρι­σμού α­δύ­να­τη. Κά­θε προ­σπά­θεια α­ντι­πα­ρά­θε­σης, ε­κτός α­πό την ξε­κά­θα­ρη α­πόρ­ρι­ψη της τρο­μο­κρα­τί­ας και την κα­τα­συ­κο­φά­ντη­ση των τρο­μο­κρα­τών, ε­κλαμ­βά­νο­νταν α­πό τις διω­κτι­κές Αρ­χές σαν έν­δει­ξη συ­μπά­θειας προς την RAF και εί­χε τις σχε­τι­κές συ­νέ­πειες. Το κλί­μα τρο­μο­λα­γνεί­ας υ­πο­δαυ­λί­ζο­νταν και α­πό τα ΜΜΕ α­κό­μα και με ψεύ­τι­κες ει­δή­σεις ό­τι δή­θεν η RAF α­πει­λεί να “α­να­τι­νά­ξει σι­δη­ρο­δρο­μι­κούς σταθ­μούς” ή να “δη­λη­τη­ριά­σει υ­δρα­γω­γεί­α με­γά­λων πό­λε­ων”.

Οι μα­ζι­κές συλ­λή­ψεις με­λών της RAF και το κα­θε­στώς α­πό­λυ­της α­πο­μό­νω­σης σε κε­λιά υ­ψί­στης α­σφα­λεί­ας α­νά­γκα­σαν τα μέ­λη της ορ­γά­νω­σης που δρού­σαν α­κό­μη στην πα­ρα­νο­μί­α να δώ­σουν ό­λη τους την ε­νέρ­γεια σχε­δόν α­πο­κλει­στι­κά στην α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των κρα­του­μέ­νων, που “κιν­δύ­νευαν με φυ­σι­κό α­φα­νι­σμό”. Ο “αυ­θόρ­μη­τος α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κός α­γώ­νας” πε­ριο­ρί­στη­κε σ’ έ­να ε­σω­τε­ρι­κό θέ­μα της Γερ­μα­νί­ας, με α­πο­τέ­λε­σμα, σε συν­θή­κες α­στι­κής δη­μο­κρα­τί­ας, να χά­σει γρή­γο­ρα την κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κή του διά­στα­ση. Κε­ντρι­κό ση­μεί­ο πλέ­ον της πο­λι­τι­κής της RAF ή­ταν οι θέ­σεις α­να­λυ­τι­κού και προ­γραμ­μα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα των κρα­του­μέ­νων που α­κού­γο­νταν κα­τά τη διάρ­κεια της α­κρο­α­μα­τι­κής δια­δι­κα­σί­ας. Ο α­ντι­-ι­μπε­ρια­λι­στι­κός α­γώ­νας πέ­ρα­σε σε δεύ­τε­ρη μοί­ρα και η ι­στο­ρί­α της RAF α­κο­λού­θη­σε φθί­νου­σα πο­ρεί­α, κα­θώς η ορ­γά­νω­ση “έ­πε­σε στην πα­γί­δα” των διω­κτι­κών Αρ­χών και πε­ριο­ρί­στη­κε σε μια λυσ­σα­λέ­α σύ­γκρου­ση με το κρά­τος για την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των κρα­του­μέ­νων. Ο θά­να­τος στα κε­λιά τεσ­σά­ρων με­λών της RAF –πριν α­πό τα γε­γο­νό­τα στις φυ­λα­κές του Στάμ­χα­ϊμ το 1977– χρε­ώ­θη­κε στην ά­κα­μπτη συ­μπε­ρι­φο­ρά του Γε­νι­κού Ει­σαγ­γε­λέ­α Μπού­μπακ, ο ο­ποί­ος και ε­κτε­λέ­στη­κε α­πό τη RAF.

15Οι συ­νή­γο­ροι υ­πε­ρά­σπι­σης των κα­τη­γο­ρου­μέ­νων πα­ρε­μπο­δί­ζο­νταν με κά­θε τρό­πο στο έρ­γο τους, λοι­δο­ρού­νταν α­πό τα ΜΜΕ σαν “υ­πο­κι­νη­τές της συμ­μο­ρί­ας Μπά­α­ντερ-Μά­ιν­χοφ” και α­να­γκά­ζο­νταν να υ­πο­στούν προ­σω­πι­κές τα­πει­νώ­σεις στις αί­θου­σες των δι­κα­στη­ρί­ων, που έ­μοια­ζαν με “φρού­ρια”. Οι προ­σπά­θειες της υ­πε­ρά­σπι­σης να συν­δέ­σει το α­ντάρ­τι­κο πό­λης με τα ε­γκλή­μα­τα πο­λέ­μου των Η­ΠΑ στο Βιετ­νάμ –με την α­νο­χή και βο­ή­θεια της Γερ­μα­νί­ας– α­πορ­ρί­πτο­νταν α­πό το Δι­κα­στή­ριο μ’ έ­να τρό­πο που προ­κα­λού­σε με­γά­λα ε­ρω­τη­μα­τι­κά για την α­με­ρο­λη­ψί­α του. Η υ­πε­ρά­σπι­ση, θε­ω­ρώ­ντας ό­τι το κρά­τος παίρ­νει την εκ­δί­κη­σή του για τον έ­νο­πλο α­γώ­να α­φαι­ρώ­ντας, με διά­φο­ρους τρό­πους, τις ζω­ές των κρα­του­μέ­νων, προ­σπά­θη­σε –α­νε­πι­τυ­χώς– να δώ­σει άλ­λη τρο­πή στη δί­κη, προ­σεγ­γί­ζο­ντας πο­λι­τι­κά τις συν­θή­κες κρά­τη­σης των υ­πο­δί­κων με στό­χο να α­να­γο­ρευ­τούν οι κρα­τού­με­νοι του έ­νο­πλου α­γώ­να σε “πο­λι­τι­κούς κρα­τού­με­νους”, στη βά­ση διε­θνών συν­θη­κών.

Τον Α­πρί­λιο του 1977 κα­τα­δι­κά­ζο­νται, ύ­στε­ρα α­πό α­κρο­α­μα­τι­κή δια­δι­κα­σί­α δύ­ο χρό­νων, τρί­α μέ­λη της ορ­γά­νω­σης, α­νά­με­σά τους και ο Μπά­α­ντερ, σε ι­σό­βια κά­θειρ­ξη. Σε ό­λες τις κα­τα­δί­κες ί­σχυε πλέ­ον η “συλ­λο­γι­κή ευ­θύ­νη των με­λών”, α­κό­μη κι αν για κά­ποια α­ξιό­ποι­νη πρά­ξη δεν υ­πήρ­χαν α­πο­δει­κτι­κά στοι­χεί­α για τον κά­θε κα­τη­γο­ρού­με­νο. Το γε­γο­νός αυ­τό εί­χε σαν α­πο­τέ­λε­σμα ο­ρι­σμέ­νες ε­φη­με­ρί­δες, ό­πως η κε­ντρο­α­ρι­στε­ρή Frankfurter Rundschau, ν’ α­πο­δε­χθούν την ά­πο­ψη τής υ­πε­ρά­σπι­σης και ν’ αμ­φι­σβη­τή­σουν την ε­γκυ­ρό­τη­τα της δί­κης. Με­ρι­κές η­μέ­ρες πριν την α­να­κοί­νω­ση της δι­κα­στι­κής α­πό­φα­σης δο­λο­φο­νή­θη­κε ο Γε­νι­κός Ει­σαγ­γε­λέ­ας Μπού­μπακ και τον Αύ­γου­στο της ί­διας χρο­νιάς ο τρα­πε­ζί­της Πό­ντο, με­τά α­πό μια α­πο­τυ­χη­μέ­νη προ­σπά­θεια α­πα­γω­γής του. Λί­γες βδο­μά­δες αρ­γό­τε­ρα έ­γι­νε α­πό την RAF η α­πα­γω­γή του πρό­ε­δρου των Γερ­μα­νών Βιο­μη­χά­νων Σλέ­γερ και δο­λο­φο­νή­θη­καν οι τρεις συ­νο­δοί του.

Το κρά­τος α­ντέ­δρα­σε με την ε­πι­βο­λή κα­τά­στα­σης έ­κτα­κτης α­νά­γκης και την δη­μιουρ­γί­α ε­νός ε­πι­τε­λεί­ου α­ντι­με­τώ­πι­σης κρί­σε­ων υ­πό τον Κα­γκε­λά­ριο Σμιτ (“Kommando Schmidt”), που θε­ω­ρή­θη­κε σαν “ε­φά­μιλ­λο του να­ζι­στι­κού κα­θε­στώ­τος”, κα­θώς, σύμ­φω­να με πολ­λούς πα­ρα­τη­ρη­τές, η κρα­τι­κή πο­λι­τι­κή στό­χευε πλέ­ον στην α­φο­σί­ω­ση των πο­λι­τών στο κρά­τος της έ­κτα­κτης α­νά­γκης και της κα­τα­στο­λής. Α­μέ­σως α­πα­γο­ρεύ­τη­κε κά­θε μορ­φή ε­πι­κοι­νω­νί­ας με τον κα­θέ­να α­πό τους 72 κρα­του­μέ­νους, πα­ρό­τι το σχε­τι­κό νο­μο­θέ­τη­μα ψη­φί­στη­κε με τη δια­δι­κα­σί­α του ε­πεί­γο­ντος έ­να μή­να αρ­γό­τε­ρα.

Σ’ έ­να μή­να α­κο­λού­θη­σε η α­νε­πι­τυ­χής α­ε­ρο­πει­ρα­τεί­α της Lufthansa, με αί­τη­μα την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση 11 κρα­του­μέ­νων της RAF, στην ο­ποί­α συμ­με­τεί­χαν και Άρα­βες τρο­μο­κρά­τες. Λί­γες ώ­ρες με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των ο­μή­ρων και το θά­να­το των α­ε­ρο­πει­ρα­τών, βρί­σκο­νται νε­κροί στα κε­λιά τους ο Μπά­α­ντερ, ο Ρά­σπε και η Έσ­σλιν και βα­ριά τραυ­μα­τι­σμέ­νη η Μόλ­λερ, ε­νώ την ε­πο­μέ­νη βρέ­θη­κε δο­λο­φο­νη­μέ­νος ο Σλέϋερ. Η ε­πί­ση­μη εκ­δο­χή πε­ρί αυ­το­κτο­νί­ας των κρα­του­μέ­νων αμ­φι­σβη­τή­θη­κε έ­ντο­να, κα­θώς προ­έ­κυ­ψαν πολ­λά στοι­χεί­α κα­τά της εκ­δο­χής της αυ­το­κτο­νί­ας που πα­ρου­σί­α­σε σε συ­νέ­ντευ­ξη τύ­που ο συ­νή­γο­ρος υ­πε­ρά­σπι­σης Ότ­το Σίλ­λυ (ση­με­ρι­νός σο­σιαλ­δη­μο­κρά­της υ­πουρ­γός Ε­σω­τε­ρι­κών της Γερ­μα­νί­ας).

Με­τά τα γε­γο­νό­τα του 1977, η RAF σιώ­πη­σε για τρί­α σχε­δόν χρό­νια. Τα μέ­τρα κα­τά της α­πα­γό­ρευ­σης ε­πι­κοι­νω­νί­ας των κα­τη­γο­ρου­μέ­νων α­να­κλή­θη­καν λί­γο αρ­γό­τε­ρα, ό­μως οι συν­θή­κες αυ­στη­ρής α­πο­μό­νω­σης για ό­λους σχε­δόν τους κρα­τού­με­νους συ­νε­χί­στη­καν.

Η α­ντι­πα­ρά­θε­ση της RAF με την Α­ρι­στε­ρά

Οι διά­φο­ρες μαρ­ξι­στι­κές-λε­νι­νι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις της Γερ­μα­νί­ας αλ­λά και οι αυ­τό­νο­μες ο­μά­δες μι­λι­τα­ρι­στι­κού τύ­που συμ­φω­νού­σαν με τη RAF στην α­νά­λυ­ση του ι­μπε­ρια­λι­σμού, δια­φω­νού­σαν ό­μως με την τα­ξι­κή-κοι­νω­νι­κή α­νά­λυ­ση των σχέ­σε­ων μέ­σα στη Γερ­μα­νί­α και θε­ω­ρού­σαν την έ­ναρ­ξη του έ­νο­πλου α­γώ­να ε­κεί­νη την πε­ρί­ο­δο ως “πρώ­ι­μη” – κυ­ρί­ως για­τί α­πέρ­ρι­πταν τον ό­ρο της “ε­πα­να­στα­τι­κής πρω­το­πο­ρί­ας” που υ­ιο­θε­τού­σε η RAF και για­τί διεκ­δι­κού­σαν για τον ε­αυ­τό τους την α­πο­κλει­στι­κή εκ­προ­σώ­πη­ση του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος. Στις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του ’70, υ­πήρ­χε ό­μως α­νο­χή ή α­κό­μη και συ­μπά­θεια προς τη RAF και το “σχέ­διο α­ντάρ­τι­κο πό­λης” ή­ταν έ­να πο­λι­τι­κό θέ­μα που α­πα­σχο­λού­σε σο­βα­ρά τη λε­γό­με­νη “Νέ­α Α­ρι­στε­ρά”.

Με την έ­ναρ­ξη των μα­ζι­κών βομ­βι­στι­κών ε­πι­θέ­σε­ων της RAF κα­τά του κρά­τους και των α­με­ρι­κα­νι­κών βά­σε­ων στη Γερ­μα­νί­α, τον Μά­ιο του 1972, η RAF α­παί­τη­σε απ’ ό­λες τις α­ρι­στε­ρές ο­μά­δες –ό­χι μό­νο μι­λι­τα­ρι­στι­κού τύ­που– “να γί­νουν ε­πα­να­στά­τες και ν’ α­να­λά­βουν τον πο­λι­τι­κό α­γώ­να κα­τά των α­με­ρι­κα­νών ι­μπε­ρια­λι­στών και να ε­πι­τε­θούν σε ό­λες τις α­με­ρι­κα­νι­κές ε­γκα­τα­στά­σεις”, προ­τρέ­πο­ντάς τις πα­ράλ­λη­λα να μη κρύ­βο­νται πί­σω α­πό τις μά­ζες. Ο α­πό­λυ­τος τρό­πος με τον ο­ποί­ο η RAF α­να­ζη­τού­σε τη στή­ρι­ξη α­πό την ευ­ρύ­τε­ρη Α­ρι­στε­ρά και την ά­νευ ό­ρων α­πο­δο­χή των πο­λι­τι­κών της ε­πι­λο­γών εί­χε σαν α­πο­τέ­λε­σμα πολ­λοί άν­θρω­ποι να α­δρα­νο­ποι­η­θούν φτά­νο­ντας α­κό­μη και στην α­πό­γνω­ση. Η συμ­με­το­χή τρί­των στη σύ­γκρου­ση κρά­τους-RAF πε­ριο­ρί­ζο­νταν α­πλά στην έν­δει­ξη κά­ποιας συ­μπά­θειας με τη μί­α ή την άλ­λη πλευ­ρά, χω­ρίς να υ­πάρ­χει η ε­λά­χι­στη δυ­να­τό­τη­τα να κα­τα­στούν οι ί­διοι μέ­ρος αυ­τής της σύ­γκρου­σης. Κά­τω α­πό αυ­τές τις συν­θή­κες, κά­θε μορ­φή δια­λό­γου α­τό­νη­σε και έ­τσι άρ­χι­σε να θε­με­λιώ­νε­ται η πο­λι­τι­κή α­ντι­πα­ρά­θε­ση της RAF με ό­λη σχε­δόν την Α­ρι­στε­ρά, α­κό­μη και με άλ­λες μι­λι­τα­ρι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις που δρού­σαν ή­δη στη Γερ­μα­νί­α, ό­πως η “Κί­νη­ση 2 Ιού­νη” και οι “Ε­πα­να­στα­τι­κοί Πυ­ρή­νες”.

16Ση­μα­ντι­κό ση­μεί­ο α­ντι­πα­ρά­θε­σης ή­ταν ε­πί­σης το γε­γο­νός ό­τι η ευ­ρύ­τε­ρη Α­ρι­στε­ρά δεν α­πο­δέ­χτη­κε πο­τέ τη θέ­ση της RAF πε­ρί “νε­ο­φα­σι­στι­κού” γερ­μα­νι­κού κρά­τους, που προ­σέ­φε­ρε το α­να­γκαί­ο η­θι­κό πλαί­σιο και την ι­στο­ρι­κή α­να­γκαιό­τη­τα για μια “δί­και­η α­νταρ­σί­α”. Α­ντι­θέ­τως, έ­κα­νε λό­γο για μια πο­ρεί­α της Γερ­μα­νί­ας προς την “Αυ­ταρ­χι­κή Δη­μο­κρα­τί­α”, τις α­ντι­φά­σεις της ο­ποί­ας έ­πρε­πε κα­νείς να α­να­γνω­ρί­σει και να εκ­με­ταλ­λευ­τεί, α­πορ­ρί­πτο­ντας κά­θε­τα τη στρα­τη­γι­κή του έ­νο­πλου α­γώ­να σαν “πα­ρά­λο­γη, πο­λι­τι­κά λαν­θα­σμέ­νη και η­θι­κά α­δι­καιο­λό­γη­τη”.

Η πό­λω­ση ε­ντά­θη­κε πε­ρισ­σό­τε­ρο με­τά τα γε­γο­νό­τα της Ο­λυ­μπιά­δας του Μο­νά­χου, τον Σε­πτέμ­βριο του 1972, ό­ταν η RAF υ­πο­στή­ρι­ξε, με σχε­τι­κή δια­κή­ρυ­ξη, τις ε­νέρ­γειες των Πα­λαι­στι­νί­ων κα­τά των Ισ­ρα­η­λι­νών α­θλη­τών και την α­παί­τη­σή τους ν’ α­πε­λευ­θε­ρω­θούν πά­νω α­πό 200 Ά­ρα­βες κρα­τού­με­νοι στις φυ­λα­κές του Ισ­ρα­ήλ. Σχε­δόν ό­λες οι ορ­γα­νώ­σεις της Α­ρι­στε­ράς κα­τα­δί­κα­σαν την ε­νέρ­γεια αυ­τή, πα­ρό­τι οι πε­ρισ­σό­τε­ρες συμ­με­ρί­ζο­νταν την αι­τιο­λό­γη­ση του α­ντι­σιω­νι­σμού, που αι­τιο­λο­γού­νταν στη σχε­τι­κή δια­κή­ρυ­ξη της RAF.

Η α­πο­μό­νω­ση της RAF ή­ταν πλέ­ον γε­γο­νός και η ό­ποια υ­πο­στή­ρι­ξη σε ε­πό­με­νες φά­σεις του έ­νο­πλου α­γώ­να σχε­τί­ζο­νταν μό­νο με αν­θρω­πι­στι­κούς λό­γους, ε­ξαι­τί­ας των συν­θη­κών αυ­στη­ρής α­πο­μό­νω­σης των κρα­του­μέ­νων. Η ρή­ξη της ρε­φορ­μι­στι­κής Α­ρι­στε­ράς με την RAF ο­ρι­στι­κο­ποι­ή­θη­κε με το “Γερ­μα­νι­κό Φθι­νό­πω­ρο”. Για τη νό­μι­μη Α­ρι­στε­ρά το α­ντάρ­τι­κο πό­λης α­πο­τε­λού­νταν πλέ­ον α­πό ντε­σπε­ρά­ντος της δεύ­τε­ρης γε­νιάς, που α­πο­κό­πη­καν πλή­ρως α­πό την α­νταρ­σί­α του ’68.

Ουρ­λί­κε Μά­ιν­χοφ: Προ­σω­πο­ποί­η­ση του κα­κού, Ει­κό­να και Πα­τριώ­τισ­σα

Για την πο­λι­τι­κή και οι­κο­νο­μι­κή ε­λίτ της Γερ­μα­νί­ας, η Ουρ­λί­κε Μά­ιν­χοφ ή­ταν η “προ­σω­πο­ποί­η­ση του κα­κού”, πο­λύ πριν το πέ­ρα­σμά της στην πα­ρα­νο­μί­α. Για έ­να με­γά­λο διά­στη­μα ο Τύ­πος και ό­λο το πο­λι­τι­κό φά­σμα της Γερ­μα­νί­ας ε­πι­δί­ω­ξαν την προ­σω­πο­ποί­η­ση της RAF με την Μά­ιν­χοφ, πι­στεύ­ο­ντας ό­τι αν την “ε­ξου­δε­τέ­ρω­ναν”, θα κα­τέρ­ρε­ε σύ­ντο­μα και η RAF. Οι διω­κτι­κές Αρ­χές την α­να­γό­ρευ­σαν σε υπ’ α­ριθ­μόν 1 δη­μό­σιο κίν­δυ­νο και προ­σπά­θη­σαν α­μέ­σως με­τά τη σύλ­λη­ψή της, ύ­στε­ρα α­πό προ­δο­σί­α τον Ιού­νιο του ’72, να την με­τα­τρέ­ψουν α­πό υπ’ α­ριθ­μόν 1 ε­χθρό σε εν δυ­νά­μει ψυ­χο­πα­θή. Η ά­με­ση α­ντί­δρα­ση, κυ­ρί­ως ια­τρι­κών συλ­λό­γων, πα­ρε­μπό­δι­σαν τη διε­νέρ­γεια υ­πο­χρε­ω­τι­κών “ψυ­χια­τρι­κών  ε­ξε­τά­σε­ων”, που θα γί­νο­νταν με ει­σαγ­γε­λι­κή ε­ντο­λή. Βέ­βαια οι προ­σπά­θειες του Γε­νι­κού Ει­σαγ­γε­λέ­α δεν έ­πε­σαν ε­ντε­λώς στο κε­νό. Τα ΜΜΕ, που ο­μό­θυ­μα συ­μπα­ρα­τά­χθη­καν με το κρά­τος κα­τά της RAF, δεν α­πέ­κλειαν πλέ­ον το εν­δε­χό­με­νο η Μά­ιν­χοφ να υ­πο­φέ­ρει α­πό “ό­γκο στον ε­γκέ­φα­λο”.
Αυ­τό που διέ­κρι­νε την Μά­ιν­χοφ δεν ή­ταν ό­μως μό­νο ο ε­πα­να­στα­τι­κός της λό­γος, το υ­ψη­λό δια­νο­η­τι­κό ε­πί­πε­δο, η ι­δε­ο­λο­γι­κή της κα­τάρ­τι­ση ή οι κοι­νω­νι­κές της ευαι­σθη­σί­ες, που έ­κα­νε τους συ­ντρό­φους της να τη θε­ω­ρούν “η­θι­κό πό­λο” και “ση­μεί­ο ι­δε­ο­λο­γι­κού προ­σα­να­το­λι­σμού”. Ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σί­α πρέ­πει να δο­θεί και σε μια άλ­λη πλευ­ρά των α­πό­ψε­ών της, που πέ­ρα­σε διε­θνώς σε δεύ­τε­ρη μοί­ρα. Ή­ταν το “πα­τριω­τι­κό στοι­χεί­ο” στην πο­λι­τι­κή σκέ­ψη της Μά­ιν­χοφ, που ε­νο­χλού­σε τη ρε­φορ­μι­στι­κή Α­ρι­στε­ρά, η ο­ποί­α την κα­τη­γο­ρού­σε ό­τι “ε­πι­διώ­κει την προ­βο­λή της κα­λύ­τε­ρης πα­τριώ­τισ­σας, α­κο­λου­θώ­ντας το ε­θνι­κο-κομ­μου­νι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα”, ό­ντας μέ­λος του πα­ρά­νο­μου Κ.Κ. της Γερ­μα­νί­ας (KPD), στο ο­ποί­ο και πα­ρέ­μει­νε μέ­χρι το τέ­λος της ζω­ής της.

17Το βα­σι­κό­τε­ρο θέ­μα της α­να­γνω­ρι­σμέ­νης α­πό ε­χθρούς και φί­λους 15ε­τούς δη­μο­σιο­γρα­φι­κής κα­ριέ­ρας της Μά­ιν­χοφ στο α­ρι­στε­ρό πε­ριο­δι­κό ΚΟΝ­ΚRΕΤ ή­ταν η ά­κα­μπτη θέ­ση της στο ζή­τη­μα της γερ­μα­νι­κής ε­πα­νέ­νω­σης, που θα ξε­κι­νού­σε με την κρα­τι­κή α­να­γνώ­ρι­ση της Α­να­το­λι­κής Γερ­μα­νί­ας και θα κα­τέ­λη­γε στη δη­μιουρ­γί­α της α­δέ­σμευ­της και α­νε­ξάρ­τη­της Γερ­μα­νί­ας. Σε άρ­θρα της, ή­δη τo 1963 κι ε­νώ ο ψυ­χρός πό­λε­μος βρί­σκο­νταν σε πλή­ρη ε­ξέ­λι­ξη, η Μά­ιν­χοφ υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι “έ­χει ε­πέλ­θει ο χρό­νος η Ο.Δ. της Γερ­μα­νί­ας, ο­χτώ χρό­νια  με­τά την α­νε­ξαρ­τη­το­ποί­η­σή της, να κά­νει χρή­ση της ε­θνι­κής της κυ­ριαρ­χί­ας” και ό­τι “η διαί­ρε­ση του έ­θνους εί­ναι για τους Γερ­μα­νούς το πιο α­νυ­πό­φο­ρο πράγ­μα”.

Η πρό­τα­σή της για την προ­ά­σπι­ση της “ε­θνι­κής κυ­ριαρ­χί­ας” δεν α­πευ­θύ­νο­νταν βέ­βαια μό­νο στη δυ­τι­κο­γερ­μα­νι­κή πο­λι­τι­κή η­γε­σί­α αλ­λά και στην α­να­το­λι­κο­γερ­μα­νι­κή, α­παι­τώ­ντας α­πό την τε­λευ­ταί­α να πά­ρει ό­λα τα μέ­τρα για τον εκ­δη­μο­κρα­τι­σμό της, ώ­στε ν΄ α­πο­τε­λέ­σει “πα­ρά­δειγ­μα δη­μο­κρα­τι­κού σο­σια­λι­σμού”. Αρ­γό­τε­ρα, στα χρό­νια των φοι­τη­τι­κών ε­ξε­γέρ­σε­ων, υ­πο­στή­ρι­ζε ό­τι “το λε­γό­με­νο γερ­μα­νι­κό ζή­τη­μα πρέ­πει να γί­νει θέ­μα και πε­ριε­χό­με­νο της ε­ξω­κοι­νο­βου­λευ­τι­κής α­ντι­πο­λί­τευ­σης”. Η ά­πο­ψή της ό­τι η κα­τα­στρο­φή της Δρέσ­δης α­πό τους δυ­τι­κούς συμ­μά­χους μπο­ρεί ι­στο­ρι­κά να στα­θεί δί­πλα στο Ά­ου­σβιτ­ς ξε­σή­κω­σε ε­να­ντί­ον της ό­χι μό­νο την ε­βρα­ϊ­κή κοι­νό­τη­τα αλ­λά και ό­λο το πο­λι­τι­κό κα­τε­στη­μέ­νο της Γερ­μα­νί­ας. Μια θέ­ση που ε­πα­νήλ­θε αρ­γό­τε­ρα και στις δια­κη­ρύ­ξεις της RAF, προ­κα­λώ­ντας την ορ­γή, κυ­ρί­ως ε­κεί­νης της Α­ρι­στε­ράς που δια­κρί­νο­νταν για τις φι­λοϊσ­ρα­η­λι­νές της θέ­σεις.

Η ε­πί­μο­νη στά­ση της σ’ έ­να ε­θνι­κό θέ­μα που κα­νείς Γερ­μα­νός α­ρι­στε­ρός δια­νο­ού­με­νος δεν τολ­μού­σε να α­κου­μπή­σει δεν της συγ­χω­ρή­θη­κε πο­τέ α­πό την Α­ρι­στε­ρά. Γι ’αυ­τό και στα χρό­νια της πα­ρα­νο­μί­ας της Μά­ιν­χοφ, το ί­διο το KONKRET ξι­φουλ­κού­σε ε­να­ντί­ον της, ταυ­τί­ζο­ντάς την πλέ­ον με τη Δε­ξιά. Σε άρ­θρο με τί­τλο “Ο Ε­ρυ­θρός Στρα­τός της Ουρ­λί­κε” γρά­φτη­κε ό­τι “οι α­ναρ­χι­κοί στρα­τιώ­τες βρί­σκο­νται ε­κτός του πλαι­σί­ου της α­ρι­στε­ρής πα­ρά­δο­σης και εί­ναι πιο κο­ντά στις α­ντι-ου­μα­νι­στι­κές τρο­μο­κρα­τι­κές ο­μά­δες της Δε­ξιάς”. Η κα­τα­συ­κο­φά­ντη­ση της Μά­ιν­χοφ έ­φτα­σε στο α­πο­κο­ρύ­φω­μά της ό­ταν, με­τά α­πό ε­πί­θε­ση της RAF στο εκ­δο­τι­κό-δη­μο­σιο­γρα­φι­κό συ­γκρό­τη­μα “Springer” (Bild Zeitung), που ε­ξέ­φρα­ζε παν­θο­μο­λο­γου­μέ­νως ό­,τι πιο κί­τρι­νο και α­ντι­δρα­στι­κό υ­πήρ­χε στα γερ­μα­νι­κά ΜΜΕ, κυ­κλο­φό­ρη­σαν άρ­θρα με τί­τλο : “Φρά­ξια Δε­ξιού Στρα­τού” και “Η RAF ε­πι­διώ­κει τον μο­ντέρ­νο φα­σι­σμό”.

Η δη­μιουρ­γί­α του α­ντάρ­τι­κου πό­λης έ­φε­ρε πολ­λούς Γερ­μα­νούς α­ρι­στε­ρούς δια­νο­ού­με­νους σε δύ­σκο­λη θέ­ση, κα­θώς έ­να ε­πι­φα­νές στέ­λε­χος της Ε­ξω­κοι­νο­βου­λευ­τι­κής Α­ντι­πο­λί­τευ­σης, η Μά­ιν­χοφ, τόλ­μη­σε την υ­πέρ­βα­ση, σε μια ε­πο­χή μά­λι­στα που οι κα­τα­σταλ­τι­κοί μη­χα­νι­σμοί του κρά­τους α­κου­μπού­σαν α­κό­μη και τις πα­ρυ­φές της Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας. Για ο­ρι­σμέ­νους α­πό αυ­τούς τους αν­θρώ­πους η Μά­ιν­χοφ πα­ρέ­μει­νε πά­ντα μια “ει­κό­να” που εί­χε την ι­κα­νό­τη­τα με τον πο­λι­τι­κό της λό­γο “να δια­μορ­φώ­νει τις πο­λι­τι­κές συ­νει­δή­σεις μιας ο­λό­κλη­ρης γε­νιάς, α­πό την ο­ποί­α προ­έ­κυ­ψαν προ­σω­πι­κό­τη­τες που θα προ­ω­θού­σαν αρ­γό­τε­ρα πο­λι­τι­κές με­ταρ­ρυθ­μί­σεις”. Γι’ αυ­τό και οι δια­νο­η­τές αυ­τοί θε­ω­ρούν α­κό­μη σαν “ι­στο­ρι­κά θλι­βε­ρό γε­γο­νός ότι διά­λε­ξε τον δρό­μο προς την πο­λι­τι­κή φρε­νο­βλά­βεια”.

Οι συν­θή­κες του θα­νά­του της μέ­σα στο κε­λί της προ­κα­λούν α­κό­μη και σή­με­ρα ε­ντά­σεις και α­ντι­πα­ρα­θέ­σεις, κα­θώς πα­ρα­μέ­νουν α­νε­ξι­χνί­α­στες. Αρ­κε­τοί ι­σχυ­ρί­ζο­νται ό­τι δο­λο­φο­νή­θη­κε, άλ­λοι πά­λι ό­τι την ο­δή­γη­σε στο θά­να­το η μα­κρό­χρο­νη και ε­ξου­θε­νω­τι­κή –για έ­να ε­ξά­μη­νο α­κό­μη και α­κου­στι­κή– α­πο­μό­νω­ση στα λευ­κά κε­λιά και πολ­λοί ό­τι αυ­το­κτό­νη­σε ό­ταν συ­νει­δη­το­ποί­η­σε το πο­λι­τι­κό α­διέ­ξο­δο στο ο­ποί­ο βρέ­θη­κε το πο­λι­τι­κό της δη­μιούρ­γη­μα. Γε­γο­νός εί­ναι ό­τι, πριν α­κό­μα γί­νει η γνω­μά­τευ­ση του ια­τρο­δι­κα­στή, α­να­κοι­νώ­θη­κε ε­πι­σή­μως α­πό το υ­πουρ­γεί­ο Ε­σω­τε­ρι­κών της Βά­δης-Βυρ­τεμ­βέρ­γης ό­τι “η Μά­ιν­χοφ αυ­το­κτό­νη­σε δι’ α­παγ­χο­νι­σμού”. Μια σει­ρά α­πό εν­δεί­ξεις, που συλ­λέ­χθη­καν α­πό διε­θνή ε­πι­τρο­πή, α­πο­δυ­να­μώ­νουν ό­μως τον ι­σχυ­ρι­σμό του κρά­τους. Οι έ­ρευ­νες της ε­πι­τρο­πής κα­τέ­λη­ξαν στο συ­μπέ­ρα­σμα ό­τι ο θά­να­τός της δεν προ­ήλ­θε α­πό α­παγ­χο­νι­σμό αλ­λά α­πό “συ­μπί­ε­ση της βα­σι­κής αρ­τη­ρί­ας που εί­χε σαν ε­πα­κό­λου­θο την α­να­κο­πή της καρ­διάς”. Ε­πί­σης, βρέ­θη­καν μώ­λω­πες και τραυ­μα­τι­σμοί σε διά­φο­ρα μέ­ρη του σώ­μα­τός της, ό­πως και σπερ­μα­το­ζω­ά­ρια στα γεν­νη­τι­κά της όρ­γα­να. Το ό­τι δεν ά­φη­σε α­πο­χαι­ρε­τι­στή­ρια α­πο­στο­λή και ό­τι, μια μέ­ρα πριν τον θά­να­τό της, ερ­γά­ζο­νταν με ι­διαί­τε­ρο ζή­λο για θέ­μα­τα της δί­κης της, θε­ω­ρή­θη­καν και αυ­τά εν­δεί­ξεις κα­τά της ε­πί­ση­μης εκ­δο­χής της αυ­το­κτο­νί­ας.

18Με την εί­δη­ση του θα­νά­του της έ­γι­ναν σε πολ­λές πό­λεις της Γερ­μα­νί­ας ά­γριες ο­δο­μα­χί­ες με­τα­ξύ α­στυ­νο­μί­ας και αυ­τό­νο­μων ο­μά­δων μι­λι­τα­ρι­στι­κού τύ­που. Σύμ­φω­να με τον Γιό­σκα Φί­σερ, η σύ­γκρου­ση της Φραν­κφούρ­της κα­τέ­δει­ξε τα ό­ρια των αυ­τό­νο­μων που έ­φτα­σαν πλέ­ον κο­ντά στη διά­λυ­ση. Η δια­πί­στω­ση αυ­τή άλ­λα­ξε άρ­δην την μελ­λο­ντι­κή πο­ρεί­α των αυ­τό­νο­μων, που βρή­καν α­σφα­λή διέ­ξο­δο στους υ­πό εκ­κό­λα­ψη Πρά­σι­νους-Ε­ναλ­λα­κτι­κούς.


Τα χρό­νια του ε­πι­θα­νά­τιου ρόγ­χου

Το “Γερ­μα­νι­κό Φθι­νό­πω­ρο” του 1977, με τις α­πα­γω­γές και τις δο­λο­φο­νί­ες, τις α­ε­ρο­πει­ρα­τεί­ες, τους θα­νά­τους κρα­του­μέ­νων, τις πολ­λές συλ­λή­ψεις και την κα­τα­στο­λή των “συ­μπα­θού­ντων”, α­πο­τέ­λε­σε μια κα­θο­ρι­στι­κή νί­κη των διω­κτι­κών Αρ­χών και ε­πέ­φε­ρε νέ­α αλ­λα­γή στην πο­λι­τι­κή της RAF.

Τον Μά­ιο του ’82, με­τά α­πό δέ­κα χρό­νια, η RAF ε­ξέ­δω­σε και πά­λι μια δια­κή­ρυ­ξη που έ­θε­τε, με­τά τις σκλη­ρές ε­μπει­ρί­ες του ’77, ξα­νά τον α­ντι­-ι­μπε­ρια­λι­στι­κό α­γώ­να στο ε­πί­κε­ντρο της πο­λι­τι­κής της και α­να­λάμ­βα­νε την ευ­θύ­νη για μια σει­ρά ε­πι­θέ­σε­ων σε α­με­ρι­κα­νι­κές και να­το­ϊ­κές ε­γκα­τα­στά­σεις, σε πο­λε­μι­κές βιο­μη­χα­νί­ες και σε ε­γκα­τα­στά­σεις της α­στυ­νο­μί­ας και του γερ­μα­νι­κού στρα­τού. Οι ε­νέρ­γειες αυ­τές προ­κά­λε­σαν έ­να νέ­ο κύ­μα συλ­λή­ψε­ων και κα­τα­δι­κών, πα­ρό­τι συ­χνά το κα­τη­γο­ρη­τή­ριο πα­ρου­σί­α­ζε ση­μα­ντι­κά κε­νά.

Η νέ­α προ­σπά­θεια της RAF να βρει συ­μπα­ρά­στα­ση και υ­πο­στή­ρι­ξη α­πό τις διά­φο­ρες εξ­τρε­μι­στι­κές α­ρι­στε­ρές ο­μά­δες μι­λι­τα­ρι­στι­κού τύ­που στη Γερ­μα­νί­α δεν ευο­δώ­θη­κε, λό­γω της δια­φο­ρε­τι­κής πο­λι­τι­κής που α­κο­λου­θού­σαν, πα­ρό­τι οι εκ­δη­λώ­σεις αλ­λη­λεγ­γύ­ης εκ μέ­ρους των ορ­γα­νώ­σε­ων αυ­τών προς τους κρα­τού­με­νους που έ­κα­ναν α­περ­γί­α πεί­νας συ­νε­χί­στη­καν με α­μεί­ω­τη έ­ντα­ση. Η δο­λο­φο­νί­α ε­νός Α­με­ρι­κα­νού στρα­τιώ­τη προ­κά­λε­σε την αυ­στη­ρή κρι­τι­κή για το ρό­λο της RAF που συ­νέ­χι­ζε την πο­λι­τι­κή της δράση και τις δο­λο­φο­νί­ες οι­κο­νο­μι­κών πα­ρα­γό­ντων σε συν­θή­κες πλή­ρους α­πο­μό­νω­σης.

Χω­ρίς συ­νέ­χεια υ­πήρ­ξε και η προ­σπά­θεια της RAF για τη δη­μιουρ­γί­α μιας ευ­ρω­πα­ϊ­κής έ­νο­πλης α­ντί­στα­σης, ό­ταν συ­νερ­γά­στη­κε για έ­να διά­στη­μα με τη γαλ­λι­κή ε­πα­να­στα­τι­κή ορ­γά­νω­ση “Action Directe”, ε­πι­λέ­γο­ντας σαν στό­χους πρό­σω­πα α­πό το βιο­μη­χα­νι­κό-στρα­τιω­τι­κό το­μέ­α.

Τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια της ορ­γά­νω­σης κα­θο­ρί­στη­καν α­πό τη διά­λυ­ση του α­να­το­λι­κού συ­να­σπι­σμού και τη γερ­μα­νι­κή ε­πα­νέ­νω­ση, σε μια ε­πο­χή μά­λι­στα που γε­νι­κά η Α­ρι­στε­ρά πέ­ρα­σε στο πε­ρι­θώ­ριο των ε­ξε­λί­ξε­ων και πολ­λοί α­ρι­στε­ροί δια­νο­ού­με­νοι έ­φτα­σαν στο ση­μεί­ο να υ­πο­στη­ρί­ξουν α­νε­πι­φύ­λα­κτα τον πό­λε­μο των Η­ΠΑ κα­τά του Ι­ράκ. Ε­νώ στη δε­κα­ε­τί­α του ’80, τα πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κά και, κυ­ρί­ως, τα θέ­μα­τα της ε­γκα­τά­στα­σης νέ­ων συ­στη­μά­των ε­ξο­πλι­σμού στη Γερ­μα­νί­α προ­κα­λού­σαν α­κό­μη έ­ντο­νες κοι­νω­νι­κές α­να­τα­ρά­ξεις και συ­γκρού­σεις που περ­νού­σαν μέ­σα και α­πό τους Πρά­σι­νους, η δε­κα­ε­τί­α του ’90 ε­πι­σφρά­γι­σε τον ε­πι­θα­νά­τιο ρόγ­χο της RAF και των αυ­τό­νο­μων κι­νή­σε­ων στη Γερ­μα­νί­α και κα­θό­ρι­σε την πο­ρεί­α των Πρα­σί­νων προς την ε­ξου­σί­α. Με­τά τη σύλ­λη­ψη πολ­λών στε­λε­χών της που βρή­καν, ή­δη α­πό τις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του ’80 κα­τα­φύ­γιο στην Α­να­το­λι­κή Γερ­μα­νί­α, η RAF ε­ξέ­δω­σε τον Α­πρί­λιο και τον Αύ­γου­στο του ’92 δύ­ο δια­κη­ρύ­ξεις στις ο­ποί­ες α­ντι­με­τώ­πι­ζε κρι­τι­κά την ι­στο­ρί­α της. Α­να­κοί­νω­σε δε ό­τι δεν πρό­κει­ται πλέ­ον να χτυ­πή­σει αν­θρώ­πι­νους στό­χους. Πολ­λοί α­να­λυ­τές, απ’ ό­λο το πο­λι­τι­κό φά­σμα, μί­λη­σαν για μια α­να­με­νό­με­νη “πα­ρά­δο­ση ά­νευ ό­ρων”, πα­ρό­τι η α­να­τί­να­ξη, λί­γο πριν τα ε­γκαί­νια, μιας νέ­ας φυ­λα­κής α­πέ­δει­ξε εκ νέ­ου την ε­πι­χει­ρη­σια­κή ε­τοι­μό­τη­τα της RAF.

19Το 1993 ήλ­θε η διά­σπα­ση στους κόλ­πους των κρα­τουμέ­νων για την πο­λι­τι­κή που θα έ­πρε­πε να α­κο­λου­θή­σουν σε σχέ­ση με την “πρω­το­βου­λί­α Κίν­κελ”, που τε­λι­κά α­πο­κα­λύ­φθη­κε σαν τα­κτι­κή κί­νη­ση του κρά­τους για την στρα­τιω­τι­κή ε­ξου­δε­τέ­ρω­ση της RAF. Μέ­χρι την δια­κή­ρυ­ξη της αυ­το­διά­λυ­σης της ορ­γά­νω­σης το 1997, κά­ποια μέ­λη της α­πο­λύ­θη­καν ή­δη α­πό τις φυ­λα­κές υ­ψί­στης α­σφα­λεί­ας, α­φού ε­ξέ­τι­σαν πο­λύ­χρο­νες φυ­λα­κί­σεις ή κρί­θη­καν α­νί­κα­νοι (για λό­γους υ­γεί­ας) να πα­ρα­μεί­νουν άλ­λο στη φυ­λα­κή. Δεν υ­πέ­γρα­ψαν πο­τέ “δη­λώ­σεις με­τά­νοιας”, ό­μως πα­ρα­δέ­χτη­καν ό­λοι ό­τι “η φά­ση του έ­νο­πλου α­γώ­να στη Γερ­μα­νί­α α­πο­τε­λεί πα­ρελ­θόν”. Κά­ποιοι βρί­σκο­νται α­κό­μη στις φυ­λα­κές και κά­ποιοι άλ­λοι α­κό­μη κα­τα­ζη­τού­νται, με τον ί­διο πά­ντα ζή­λο, α­πό τις διω­κτι­κές Αρ­χές, κα­θώς στη Γερ­μα­νί­α οι δο­λο­φο­νί­ες δεν πα­ρα­γρά­φο­νται πο­τέ.

Η ά­κα­μπτη στά­ση του γερ­μα­νι­κού κρά­τους πα­ρα­μέ­νει α­κό­μη α­μεί­ω­τη, πα­ρό­τι κα­νείς δεν μπο­ρεί να φα­ντα­στεί ό­τι μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει και πά­λι α­ντάρ­τι­κο πό­λης στη Γερ­μα­νί­α. Με­τά το πέ­ρα­σμα της RAF στην ι­στο­ρί­α, αυ­τό που ε­ξα­κο­λου­θεί να υ­πάρ­χει είναι πολ­λά α­πό τα (α­να­πά­ντη­τα) πο­λι­τι­κά ε­ρω­τή­μα­τα που τέ­θη­καν τον και­ρό της με­τω­πι­κής σύ­γκρου­σης κρά­τους-α­νταρ­τών πό­λης, τα ο­ποί­α α­φο­ρούν –με­τα­ξύ άλ­λων– και στη γέν­νη­ση του κοι­νω­νι­κού φαι­νο­μέ­νου της α­το­μι­κής τρο­μο­κρα­τί­ας. Σ’ αυ­τά τα ε­ρω­τή­μα­τα έ­χουν προ­στε­θεί βε­βαί­ως και νέ­α, που σχε­τί­ζο­νται με την πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση και την α­με­ρι­κα­νο­κρα­τί­α, την προ­χω­ρη­μέ­νη κα­τα­στρο­φή του πε­ρι­βάλ­λο­ντος και την ε­ξα­θλί­ω­ση-φτώ­χεια του με­γα­λύ­τε­ρου τμή­μα­τος του πλα­νή­τη, τη δια­φθο­ρά και τη δια­πλο­κή της οι­κο­νο­μι­κής ο­λι­γαρ­χί­ας με το κρά­τος, την ε­πί­θε­ση της Νέ­ας Τά­ξης κα­τά του έ­θνους-κρά­τους και της ταυ­τό­τη­τας, τη δρα­μα­τι­κή συρ­ρί­κνω­ση της δη­μο­κρα­τί­ας και τον α­χα­λί­νω­το νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό με την α­κό­ρε­στη δί­ψα για κέρ­δος κ.ά. Πα­γκό­σμια ε­ρω­τή­μα­τα που, αν δεν α­πα­ντη­θούν, θ’ α­πο­τε­λέ­σουν πι­θα­νό­τα­τα την αι­τί­α ε­πανό­δου στο πο­λι­τι­κό προ­σκή­νιο μιας α­κό­μη, πο­λύ πιο βί­αι­ης, πε­ριό­δου α­το­μι­κής τρο­μο­κρα­τί­ας.

Πηγή. http://www.ardin.gr/?q=node/1490

http://www.baader-meinhof.com/

“Protest is when I say I don’t like this. Resistance is when I put an end to what I don’t like. Protest is when I say I refuse to go along with this anymore. Resistance is when I make sure everybody else stops going along too.”
Ulrike Meinhof

“Objection is when I say: this doesn’t suit me. Resistance is when I make sure that what doesn’t suit me never happens again.”
Ulrike Meinhof

“But that is who we are, that is where we come from. We are the offspring of metropolitan annihilation and destruction, of the war of all against all, of the conflict of each individual with every other individual, of a system governed by fear, of the compulsion to produce, of the profit of one to the detriment of others, of the division of people into men and women, young and old, sick and healthy, foreigners and Germans, and of the struggle for prestige. Where do we come from? From isolation in individual row-houses, from the suburban concrete cities, from prison cells, from the asylums and special units, from media brainwashing, from consumerism, from corporal punishment, from the ideology of nonviolence, from depression, from illness, from degradation, from humiliation, from the debasement of human beings, from all the people exploited by imperialism.”
Ulrike Meinhof

http://www.goodreads.com/author/quotes/348054.Ulrike_Meinhof