Το πείραμα που έλυσε το πρόβλημα της φτώχειας – Πέτυχε, αλλά δεν εφαρμόστηκε


2Φανταστείτε μία πόλη στης οποίας τους κατοίκους η κυβέρνηση θα πρόσφερε σταθερό εισόδημα διαβίωσης, ανεξάρτητα από το ποιοι ήταν και τι έκαναν. Αυτό ακριβώς συνέβη πειραματικά, για μία χρονική περίοδο 4 ετών κατά τη δεκαετία του 1970, στον Καναδά, όταν κυβέρνηση και τοπική αυτοδιοίκηση αποφάσισαν να διασφαλίσουν ένα εγγυημένο μίνιμουμ εισόδημα στις φτωχότερες οικογένειες της πόλης Ντοφίν της Μανιτόμπα.
Λίγα πράγματα έχουν γίνει γνωστά σχετικά με τα αποτελέσματα του πειράματος στη μικρή πόλη αγροτών, καθώς η καναδική κυβέρνηση για άγνωστους λόγους προτίμησε να μη δημοσιοποιήσει τα πορίσματα.
Έπειτα, όμως, από πενταετή έρευνα και επίμονο αγώνα, η καθηγήτρια και κοινωνική ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο της Μανιτόμπα, Έβελιν Φόρτζετ, κατάφερε το 2009 να βρει πρόσβαση στα σχετικά αρχεία. Και αυτό που εξήγαγε ως συμπέρασμα ήταν ότι το εν λόγω πειραματικό πρόγραμμα θα μπορούσε να εφαρμοστεί και να λειτουργήσει με εξαιρετικά ποσοστά επιτυχίας.
Σε αντίθεση με το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, η οποία απευθύνεται μονάχα σε άτομα τα οποία πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, το σχέδιο «Μίνιμουμ Εισόδημα» απευθυνόταν σε όλους, όντας το πρώτο και το μόνο τέτοιου τύπου ανοικτό πρόγραμμα κοινωνικής στήριξης που τέθηκε ποτέ σε λειτουργία, όχι μόνο στον Καναδά, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Δυστυχώς, όμως, τερματίστηκε αναπάντεχα το 1978, όταν ο Καναδάς επλήγη από ισχυρή οικονομική ύφεση.
Αρχικά, το πείραμα είχε συλληφθεί ως πιλοτικό πρόγραμμα το οποίο αφορούσε στην αγορά εργασίας. Αυτό που ήθελε να μάθει η κυβέρνηση ήταν τι θα συνέβαινε αν ο καθένας ξεχωριστά στην πόλη λάμβανε ένα σταθερό εισόδημα και, ειδικότερα, εάν οι άνθρωποι θα εξακολουθούσαν να θέλουν να εργαστούν. Και αποδείχτηκε πως όντως οι άνθρωποι δεν θέλησαν να εγκαταλείψουν τις εργασίες τους.
Δύο μονάχα τμήματα της εργατικής δύναμης της μικρής πόλης μείωσαν το χρόνο εργασίας τους ως αποτέλεσμα του προγράμματος: οι μητέρες και οι έφηβοι. Οι μεν λόγω του ότι είχαν πλέον τη δυνατότητα να περάσουν περισσότερο χρόνο με τα νεογέννητα βρέφη τους και οι δε επειδή η πίεση να συνεισφέρουν στο εισόδημα των οικογενειών τους δεν ήταν πια τόσο πιεστικό.
Στην περίοδο κατά την οποία βρισκόταν σε ισχύ το πρόγραμμα, οι επισκέψεις στα νοσοκομεία μειώθηκαν κατά 8.5%: λιγότερα εργατικά ατυχήματα, λιγότερες επισκέψεις στα εξωτερικά ιατρεία νοσοκομείων λόγω αυτοκινητιστικών ατυχημάτων και περιστατικών οικογενειακής βίας, αλλά και λιγότερα προβλήματα ψυχιατρικής φύσεως.
Με σημερινούς όρους, μία αντίστοιχη μείωση της τάξης του 8.5% στα περιστατικά ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σε ολόκληρο τον Καναδά θα απέφερε στην κυβέρνηση 4 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.
Εάν ένας τέτοιος τύπος προγράμματος κοινωνικής στήριξης μπορούσε να εφαρμοστεί σε μεγαλύτερα τμήματα πληθυσμού και αποδειχθεί αποτελεσματικότερο από κάθε άλλο πρόγραμμα πρόνοιας, τότε γιατί ο Καναδάς, αλλά και άλλες χώρες στον κόσμο δεν έχουν επιχειρήσει να το θέσουν σε εφαρμογή;
Καθώς τονίζει η Έβελιν Φόρτζετ, το μεγαλύτερο ίσως εμπόδιο είναι η υπερίσχυση των αρνητικών στερεότυπων για τους φτωχούς: «είναι βαθιά ριζωμένη στις συνειδήσεις των ανθρώπων η πεποίθηση ότι δεν θα έπρεπε να προσφέρουμε στους ανθρώπους χρήματα για το τίποτα»…
Πηγή.

Κράτος και ισχύς: Στοχασμοί με τον Alain Badiou


1Για τον Γιάννη Καυκά, τον Μάριο Λώλο, και τους συλληφθέντες στην Νεκρή Ζώνη


Εισαγωγή

Το παρακάτω απόσπασμα, που ο αναγνώστης θα βρει στο βιβλίο του Badiou Μεταπολιτική (αγγ. εκδ. σελ. 143-145), αποτελεί κατά τη δική μου εκτίμηση μια από τις πιο καινοτόμες και θεωρητικά γόνιμες παρεμβάσεις των τελευταίων ετών στην θεωρία του κράτους. Πρόκειται, αναμφίβολα, για ένα πολύ δύσκολο απόσπασμα, τόσο στην μετάφρασή του, όσο, βέβαια, και στην κατανόησή του. Και δυστυχώς ή ευτυχώς, η κατανόησή του εξαρτάται άμεσα από την εκ του σύνεγγυς εργασία με την μετάφρασή του.
Η τεράστια δυσκολία του αποσπάσματος είναι ταυτόχρονα και η τεράστια δυσκολία που παρουσιάζει η εννοιολόγηση του κράτους στον Μπαντιού. Ο όρος «κράτος», ως τμήμα του όρου «κράτος της κατάστασης», είναι ταυτόχρονα μαθηματικός, οντολογικός και πολιτικός. Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια σειρά εκφράσεων στο κείμενο που ακολουθεί («κατάσταση», «κράτος της κατάστασης», «ανα-παράσταση/εκπροσώπηση», «παράσταση», «αρίθμηση», «πλεοναστικότητα», «μεταδομή») που είναι ταυτόχρονα εντελώς κεντρικής σημασίας για την κατανόηση της θεωρίας του κράτους στον Μπαντιού, και εντελώς ακατανόητες χωρίς γνώσεις φιλοσοφικής οντολογίας (από τον Παρμενίδη στον Πλάτωνα, στον Χέγκελ και στον Χάιντεγκερ) και θεωρητικών μαθηματικών (κυρίως, της θεωρίας συνόλων).
Μια τέτοια κατανόηση, με τη σειρά της, είναι αδύνατη χωρίς την κοπιώδη ανάγνωση όχι απλώς το όγδοου συλλογισμού του Είναι και συμβάν στον οποίο παραπέμπει στο πιο κάτω κείμενο ο Μπαντιού, αλλά και της σειράς των συλλογισμών που προηγούνται (1-7). Πριν από αρκετό καιρό, ξεκίνησα στο Radical Desire μια  προσπάθεια περιφραστικής απόδοσης του Είναι και συμβάν, την οποία και εγκατέλειψα στο πρώτο μόλις βήμα: πρώτον, γιατί η κατανόηση του έργου σε βαθμό τέτοιο που να μπορείς να μεταδώσεις στον αναγνώστη εύληπτα την ουσία του είναι πολύ δύσκολη και χρονοβόρα υπόθεση για μένα τον ίδιο, και δεύτερον γιατί είναι μια υπόθεση που έχει όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της ματαιότητας. Ο κόσμος ζει μεταξύ κατάθλιψης, αγωνίας, οργής και πανικού, και το τελευταίο πράγμα το οποίο φαίνεται πια να έχει θέση στη ζωή του είναι μια παρατεταμένη ενασχόληση με την οντολογία και τα θεωρητικά μαθηματικά. Σκέφτομαι, παρ’ όλα αυτά, μια δεύτερη απόπειρα παρουσίασης τουλάχιστον των οκτώ πρώτων συλλογισμών του βιβλίου — πράγμα που μάλλον θα απαιτήσει μήνες.
Εδώ όμως, στην παρούσα ανάρτηση, δεν είναι εφικτό να γίνει κάτι τέτοιο. Και συνεπώς ο αναγνώστης που δεν γνωρίζει ήδη και δεν έχει κατανοήσει αυτή τη σειρά συλλογισμών θα πρέπει να παραιτηθεί εξ αρχής απ’ την προσπάθεια εκ βάθρων αντίληψης της μαθηματικής και οντολογικής διάστασης (και νομιμότητας) των όρων που προανέφερα. Θα περιοριστώ λοιπόν λίγο-πολύ αυστηρά στην πολιτική διάσταση των παρακάτω. Ο Μπαντιού, ουσιαστικά, ταυτίζει την πολιτική έννοια του «κράτους» με την μαθηματικο-οντολογική έννοια μίας «μεταδομής», η οποία είναι απαραίτητη σε κάθε διαδικασία παράστασης.

Με όσο πιο απλά λόγια γίνεται: στην Επιστήμη της λογικής, στο πρώτο κεφάλαιο, περί «είναι«, ο Χέγκελ μας λέει πως το «καθαρό είναι», το είναι «χωρίς κανένα επιπρόσθετο καθορισμό», «είναι τίποτε, και ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από τίποτε.» Το «καθαρό είναι» είναι με μαθηματικούς όρους «ασυνεπής πολλαπλότητα»· το είναι δεν είναι Ένα, δεν υπάρχει δομή του είναι που να επιτρέπει τη σύλληψή του ως Ενός (Είναι και συμβάν, συλλογισμός 1). Όταν, συνεπώς, προσπαθούμε να παραστήσουμε το είναι ως τέτοιο, ως καθαρό είναι, αυτό που ανακύπτει είναι το κενό (Είναι και συμβάν, συλλογισμός 4, «Το κενό: το πραγματικό όνομα του είναι«). Το είναι, με άλλα λόγια, δεν μπορεί να παρίσταται στη σκέψη ως «καθαρό» είναι.

Η «οντολογική κατάσταση», η δομημένη παρουσίαση του είναι στην σκέψη, είναι μια «παράσταση της παράστασης» (Είναι και συμβάν, συλλογισμός 1, σελ. 27)· προϋποθέτει μια μετα-δομή που καταστέλει την απειλή του κενού και επιτρέπει την μέτρηση του πολλαπλού-ως-Ενός, δηλαδή την μετρατροπή της «ασυνεπούς πολλαπλότητας» σε «συνεπή πολλαπλότητα». Η μετάφραση του μαθηματικο-οντολογικού στο πολιτικό γίνεται με την τοποθέτηση, αν θέλετε, της «κοινωνίας» στη θέση του «πολλαπλού» και του κράτους στη θέση της «μεταδομής» εκείνης που αναλαμβάνει το έργο της «ανα-παράστασης» του κοινωνικού πολλαπλού, η οποία είναι με πολιτικούς όρους ταυτόχρονα «εκπροσώπηση» — το κράτος κατασκευάζεται ως «εκπρόσωπος του λαού», της «λαϊκής βούλησης», κλπ — μιας πολλαπλότητας που μετριέται-ως-Ένα. Για αυτό στην παρακάτω μετάφραση λοιπόν, ο όρος «representation» αποδίδεται πάντα ως «ανα-παράσταση» (δεύτερο επίπεδο παράστασης, παράσταση της παράστασης) και ταυτόχρονα «εκπροσώπηση.»

Τώρα, η ιδέα σε ό,τι αφορά τις πολιτικές της συνεπαγωγές είναι ότι αυτό το στάτους «μεταδομής» που αποκτά το κράτος του προσφέρει μια «ισχύ» απέναντι στο κοινωνικό πολλαπλό, ανάλογη με την ισχύ που έχει κάθε μεταδομή ανα-παράστασης πάνω στο καθαρό πολλαπλό. Μαθηματικά, αυτό προκύπτει σύμφωνα με ένα από τα αξιώματα της θεωρίας συνόλων, που δείχνει πως σε κάθε σύνολο υπάρχουν πάντα περισσότερα τμήματα παρά στοιχεία. Ένα απλό παράδειγμα. Στο σύνολο των ζώων [καμηλοπάρδαλη, ιπποπόταμος, ελάφι, σκορπιός, παγώνι, καρχαρίας] υπάρχουν έξι στοιχεία, αλλά τα υποσύνολα που μπορεί κανείς να δημιουργήσει με τα στοιχεία αυτά είναι άπειρα περισσσότερα: αφρικανικά και μη αφρικανικά ζώα· ζώα επικίνδυνα και μη επικίνδυνα για τον άνθρωπο· ζώα σαρκοφάγα και ζώα φυτοφάγα· ζώα με γούνα και ζώα χωρίς γούνα· ζώα με πολλά χρώματα και ζώα με ένα χρώμα· ζώα θηλαστικά και μη θηλαστικά ζώα· ζώα της στεριάς και ζώα του αέρα και της θάλασσας· ζώα με δόντια και ζώα χωρίς δόντια· ζώα με ψηλό λαιμό και ζώα χωρίς ψηλό λαιμό· ζώα με πόδια και ζώα χωρίς πόδια· ζώα με γυαλιστερό δέρμα και ζώα χωρίς γυαλιστερό δέρμα· ζώα αμφίβια και ζώα μη αμφίβια· και ούτω κάθε εξής.

Ακριβώς επειδή «υπάρχουν πάντοτε περισσότερα τμήματα παρά στοιχεία», η μεταδομή, «το κράτος της κατάστασης», «υπερβαίνει πάντα την ίδια την κατάσταση.» Χαρακτηρίζεται δηλαδή από μια ακαταμέτρητη υπερχείλιση, υπερβολή, ή πλεοναστικότητα, όπως αποδίδεται ο όρος «excess» πιο κάτω. Πολιτικά, αυτή η ακαταμέτρητη πλεοναστικότητα του «κράτους» απέναντι στο καθαρό πολλαπλό της «κοινωνίας» εμπνέει τρόμο και παράλυση. Είναι αυτό το οποίο συνιστά το «δέος» που συνοδεύει την κρατική ισχύ. Είναι, αν θέλετε, το μυστικό του Λεβιάθαν. Έχει τεράστια σημασία ότι το δέος αυτό δεν είναι αποτέλεσμα της αντίληψης της πραγματικής ισχύος του κράτους. Είναι –και αυτό είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα– αποτέλεσμα της αδυναμίας μέτρησης του πλεονάσματος ισχύος του κράτους. Το κράτος δεν τρομοκρατεί επειδή είναι πανίσχυρο, αλλά επειδή λείπει το μέτρο της υπερ-ισχύος του. Και επειδή αυτό το μέτρο λείπει, η υπερ-ισχύς παρουσιάζεται ακριβώς ως ατέρμονη, ως απέραντη, χωρίς όρια, ακαθόριστη και πλάνης.

Η τελευταία λέξη έχει ιδιαίτερη μεταφραστική και θεωρητική σημασία. Ο όρος errancy προέρχεται από το λατινικό errare, που αποτελεί τόσο την ετυμολογική ρίζα του «σφάλματος» (π.χ, error, erroneous), όσο και τη ρίζα της «περιπλάνησης» (π.χ errant, errancy, αλλά και erratic, δηλαδή άνευ συνοχής και για αυτό σφαλερό). Η απόδοση του όρου ως «περι-πλάνηση» έχει ως στόχο να συγκολλήσει και στα ελληνικά τις δύο αυτές σημασίες που παρίστανται στο κείμενο: η «περιπλάνηση» της ισχύος του κράτους, το γεγονός ότι δεν μπορεί να της δοθεί «μέτρο» και να οριστεί με τρόπο που θα την καθήλωνε («fixed») είναι η πηγή ενός δομικού χαρακτήρα «σφάλματος», μιας «πλάνης» της αντίληψης· με άλλα λόγια, όσο το πλέονασμα ισχύος του «κράτους» απέναντι στην «κατάσταση» της οποίας είναι η «ανα-παράσταση» ή η «εκπροσώπηση» παραμένει «περιπλανώμενο», χωρίς συγκεκριμένη θέση, και άρα ακαταμέτρητο, τόσο κάθε απόπειρα υπολογισμού της πραγματικής ισχύος του κράτους θα είναι αναπόδραστα πλανεμένη.

Ερχόμαστε έτσι στον ορισμό του πολιτικού συμβάντος ως αυτού που διακόπτει την «περιπλάνηση», την «πλεοναστικότητα» της κρατικής ισχύος, αυτού που της δίνει ένα μέτρο, αναγκάζοντάς το κράτος να αποκαλυφθεί, φυσικά κατασταλτικά. Η ιδέα εδώ είναι ότι αυτός ο εξαναγκασμός του κράτους σε καταστολή είναι ταυτόχρονα και εξαναγκασμός της ισχύος του σε μέτρηση. Μια επανάσταση, για παράδειγμα, μπορεί να πετύχει ή να αποτύχει, αλλά δεν μπορεί να μην εξαναγκάσει την ισχύ του κράτους να «αναμετρηθεί» με αυτή, και συνεπώς, να μετρηθεί, να πάψει να είναι ακαταμέτρητη. Υπό μία έννοια, πρόκειται για μια πάρα πολύ πρωτότυπη πολιτική επανεπίσκεψη της αισθητικής θεωρίας του sublime (Edmund Burke, Immanuel Kant), η οποία πρωτοεκφράστηκε ακριβώς υπό επαναστατικές συνθήκες (Γαλλική Επανάσταση): ως πολιτικό συμβάν, η επανάσταση αναγκάζει το κράτος, και δη την κρατική ισχύ, να πάψει να εμφανίζεται ως sublime γιατί αναγκάζει αυτή την ισχύ να αποκτήσει μια τιμή, ένα μέτρο. Με άλλα λόγια, ο τρόμος που εμπνέει η καταστολή μετά τη «διακοπή» που επιφέρει το πολιτικό συμβάν δεν μπορεί να είναι τρόμος με την sublime έννοια που ενσωματώνει το κράτος στην εξειρηνευμένη καθημερινότητα. Στην ουσία, είναι ακριβώς στην υποτιθέμενα «φυσιολογική» καθημερινότητα που ο τρόμος αυτός έχει την καθαρότερή του, πιο απόλυτη μορφή. Και για αυτό, η «κρατική τρομοκρατία» δεν προϋποθέτει καν καταστολή. Το κράτος τρομοκρατεί στον βαθμό που υπάρχει, χωρίς να χρειάζεται καν να υλοποιήσει την κατασταλτική του ισχύ. Καλύτερα, «κράτος» είναι το όνομα του τρομοκρατικού χαρακτήρα του ασύμμετρου, ακαταμέτρητου της ίδιας της έννοιας της πλεοναστικότητας ισχύος. Κάθε κράτος είναι η ενσάρκωση ενός «καθ’ υπερβολήν», είτε ασκεί «υπερβολική βία» είτε όχι.

Τέλος, διακόπτωντας την «περι-πλάνηση» της κρατικής ισχύος, το πολιτικό συμβάν είναι κάτι που εξ ορισμού θέτει το κράτος «σε απόσταση.» Με άλλα λόγια, δεν μπορείς, πχ, να έχεις την Οκτωβριανή επανάσταση χωρίς μια θεμελιώδη χειρονομία απόστασης της πολιτικά υποκειμενοποιημένης (υπάρχουσας ως συνέπεια της εκδίπλωσης μιας πολιτικής αλήθειας όπως «ισότητα για όλους!») συλλογικότητας από το κράτος, ακόμα και αν αυτό που υποτίθεται πως εξ ορισμού καταλαμβάνει τελικά η επανάσταση είναι ακριβώς το κράτος. Γιατί;

Επειδή αυτό που καθιστά αδύνατη την σύλληψη της απόστασης είναι ακριβώς η «περι-πλάνηση» της κρατικής ισχύος, την οποία διακόπτει το πολιτικό συμβάν. Όσο υπάρχει αυτή η «περι-πλάνηση» δεν μπορεί να «φιξαριστεί» το κράτος σε μια θέση, να αποκτήσει «μέτρο» ως πλεοναστική μεταδομή. Και όσο δεν μπορεί να «φιξαριστεί» το κράτος, τόσο κάθε προσπάθεια να αποκτήσει η κοινωνία «απόσταση» από αυτό αποβαίνει μάταιη. Η περι-πλανώμενη ισχύς του κράτους δεν είναι ούτε «κοντά» ούτε «μακριά»· είναι ταυτόχρονα ατέρμονα κοντά και ατέρμονα μακριά (δεν είναι αυτή η μεγάλη, καθηλωτική ανακάλυψη του Κάφκα στον Πύργο και στη Δίκη;). Μόνο το πολιτικό συμβάν καταργεί αυτή την sublime ακαθοριστία της θέσης του κράτους σε σχέση με τη συλλογική ύπαρξη της κοινωνίας, και συνεπώς μόνο αυτό επιτρέπει την λήψη «απόστασης από το κράτος», και άρα πολιτική ελευθερία: «Η παραίτηση που χαρακτηρίζει καιρούς χωρίς πολιτική τρέφεται από το γεγονός ότι το Κράτος δεν βρίσκεται σε απόσταση, γιατί το μέτρο της ισχύος του περι-πλανάται [is errant]. Οι άνθρωποι γίνονται όμηροι της περι-πλάνησής του χωρίς δυνατότητα απόδοσής του κάπου [its unassignable errancy]. Η πολιτική είναι η διακοπή αυτής της περι-πλάνησης. Επιδεικνύει ένα μέτρο για την κρατικιστική ισχύ. Αυτή είναι η έννοια με την οποία η πολιτική είναι ‘ελευθερία'».

Ελπίζω ο αναγνώστης να βρίσκει τους στοχασμούς αυτούς όσο γόνιμους όσο και εγώ σε καιρούς όπου το ζήτημα γίνεται όλο και περισσότερο το «σοκ και δέος» των ασύμμετρων επιθέσεων του κράτους κατά πολιτών, και της τάσης να αντιλαμβανόμαστε την βία αυτών των επιθέσεων ως απόδειξη της ισχύος του και συνάμα ως βία αποκλειστικά εδρασμένη στο γκλομπ που σπάει το κρανίο ανήμπορων θυμάτων.

Αντώνης, Lenin Reloaded

——————-

Alain Badiou
Η πολιτική ως διαδικασία αλήθειας
(απόσπασμα)
Μτφρ.: Lenin Reloaded
…ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην πολιτική και το κράτος της κατάστασης [state of the situation], και πιο συγκεκριμένα, ανάμεσα στην πολιτική και στο Κράτος, τόσο με την οντολογική όσο και με την ιστορική έννοια του όρου [κράτος];
Το κράτος της κατάστασης είναι η λειτουργία η οποία, μέσα στην κατάσταση, κωδικοποιεί τα τμήματα ή υποσύνολά της. Το κράτος είναι ένα είδος μετα-δομής το οποίο ασκεί την ισχύ της αρίθμησης όλων των υποσυνόλων της κατάστασης. Κάθε κατάσταση έχει ένα κράτος. Κάθε κατάσταση είναι η παρουσίαση του εαυτού της, αυτού που την απαρτίζει, αυτού που ανήκει σ’ αυτή. Αλλά είναι επίσης κάτι που δίνεται ως κράτος της κατάστασης, δηλαδή, ως εσωτερική διαμόρφωση των τμημάτων ή υποσυνόλων της, και συνεπώς ως ανα-παράσταση/εκπροσώπηση [re-presentation]. Πιο συγκεκριμένα, το κράτος της κατάστασης ανα-παριστά/εκπροσωπεί συλλογικές καταστάσεις, ενώ στις ίδιες τις συλλογικές καταστάσεις, οι μοναδικότητες [singularities] δεν ανα-παριστώνται/εκπροσωπούνται αλλά παρουσιάζονται. Για το σημείο αυτό, παραπέμπω τον αναγνώστη στο Είναι και συμβάν, Στοχασμός 8.
Ένα βασικό στοιχείο της οντολογίας είναι πως το κράτος της κατάστασης υπερβαίνει πάντα την ίδια την κατάσταση. Υπάρχουν πάντοτε περισσότερα τμήματα παρά στοιχεία, δηλαδή, η αναπαραστατική/εκπροσωπευτική πολλαπλότητα είναι πάντοτε μεγαλύτερης ισχύος από την παραστατική πολλαπλότητα. Το ζήτημα αυτό είναι όντως ζήτημα ισχύος. Η ισχύς του Κράτους είναι πάντοτε ανώτερη από αυτή της κατάστασης. Το Κράτος, και συνεπώς και η οικονομία, η οποία σήμερα είναι η νόρμα του Κράτους, χαρακτηρίζονται από ένα δομικό εφέ χωρισμού και υπερ-δύναμης σε σχέση με αυτό το οποίο απλώς παρίσταται στην κατάσταση.
Έχει αποδειχθεί μαθηματικά πως αυτό το πλεόνασμα [ισχύος] είναι ακαταμέτρητο. Δεν υπάρχει απάντηση στο ερώτημα πόσο υπερβαίνει το άτομο η ισχύς του Κράτους, ή πόσο υπερβαίνει την ισχύ της απλής παράστασης η ισχύς της ανα-παράστασης/εκπροσώπησης. Το πλεόνασμα πλανάται [is errant]. Η απλούστερη εμπειρία της σχέσης με το Κράτος δείχνει ότι σχετιζόμαστε μ’ αυτό χωρίς ποτέ να μπορούμε να αποδώσουμε ένα μέτρο στην ισχύ του. Η αναπαράσταση/εκπροσώπηση του Κράτους από την εξουσία, ας πούμε τη δημόσια εξουσία, παραπέμπει από τη μία πλευρά στην πλεοναστικότητά του [its excess], και από την άλλη στην ακαθοριστία ή περι-πλάνηση [errancy] αυτής της υπερβολής.
Γνωρίζουμε πως όταν υπάρχει πολιτική, προκαλεί άμεσα μια επίδειξη εξουσίας από το Κράτος. Αυτό οφείλεται αναμφίβολα στο γεγονός ότι η πολιτική είναι συλλογική, και συνεπώς αφορά καθολικά τα τμήματα της κατάστασης, παρεμβαίνοντας έτσι πάνω στη σφαίρα από την οποία αντλεί την ύπαρξή του το κράτος της κατάστασης. Η πολιτική καλεί [summons] την ισχύ του Κράτους να εμφανιστεί. Επιπλέον είναι η μόνη διαδικασία αλήθειας που το πράττει αυτό άμεσα. Το σύνηθες σύμπτωμα αυτού του καλέσματος είναι το γεγονός ότι η πολιτική συναντά την καταστολή. Αλλά η καταστολή, η οποία είναι η εμπειρική μορφή της πλάνητος [errant] υπερδύναμης του Κράτους, δεν είναι το βασικό σημείο.
Το πραγματικό χαρακτηριστικό του πολιτικού γεγονότος και της διαδικασίας αλήθειας που αυτό πυροδοτεί είναι ότι ένα πολιτικό συμβάν ακινητοποιεί την περι-πλάνηση [fixes the errancy] και αποδίδει ένα μέτρο στην υπερδύναμη του Κράτους. Καθορίζει [fixes] τη δύναμη του Κράτους. Κατά συνέπεια, το πολιτικό συμβάν διακόπτει την υποκειμενική περι-πλάνηση της ισχύος του Κράτους. Διαμορφώνει το κράτος της κατάστασης. Του δίνει μορφή· διαμορφώνει την ισχύ του· την μετρά.
Εμπειρικά μιλώντας, αυτό σημαίνει πως οποτεδήποτε υπάρχει ένα αυθεντικά πολιτικό συμβάν, το Κράτος αποκαλύπτεται. Αποκαλύπτει την πλεοναστικότητα της εξουσίας του, την κατασταλτική του διάσταση. Αλλά αποκαλύπτει επίσης ένα μέτρο για αυτή την συνήθως αόρατη πλεοναστικότητα. Διότι είναι θεμελιώδες για την φυσιολογική λειτουργία του Κράτους η ισχύς του να παραμένει ακαταμέτρητη, πλάνης, χωρίς δυνατότητα απόδοσης [unassignable]. Το πολιτικό συμβάν βάζει ένα τέρμα σ’ όλα αυτά, αποδίδοντας ένα ορατό μέτρο στην πλεοναστική ισχύ του Κράτους.
Η πολιτική θέτει το Κράτος σε απόσταση, στην απόσταση του μέτρου του. Η παραίτηση που χαρακτηρίζει καιρούς χωρίς πολιτική τρέφεται από το γεγονός ότι το Κράτος δεν βρίσκεται σε απόσταση, γιατί το μέτρο της ισχύος του περι-πλανάται [is errant]. Οι άνθρωποι γίνονται όμηροι της περι-πλάνησής του χωρίς δυνατότητα απόδοσής του κάπου [its unassignable errancy]. Η πολιτική είναι η διακοπή αυτής της περι-πλάνησης. Επιδεικνύει ένα μέτρο για την κρατικιστική ισχύ. Αυτή είναι η έννοια με την οποία η πολιτική είναι «ελευθερία». Το Κράτος είναι στην πραγματικότητα η ακαταμέτρητη υποδούλωση των τμημάτων της κατάστασης, μια υποδούλωση της οποίας το μυστικό είναι ακριβώς η περι-πλάνηση της υπερ-δύναμης [the errancy of superpower], η απουσία μέτρου της. Η ελευθερία εδώ συνίσταται στο να βάζεις το Κράτος σε απόσταση μέσα από τη συλλογική θεμελίωση ενός μέτρου της πλεοναστικότητάς του. Και αν η πλεοναστικότητα μπορεί να μετρηθεί [is measured], είναι επειδή το συλλογικό μπορεί να την αντιμετωπίσει [can measure up to it].