Υπέρτατος νόμος η σωτηρία των ελεύθερων συναλλαγών


12Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά

 Η μεταπολεμική ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δεν μετέτρεψε τις κοινωνίες σε παραδείσους αρμονίας και δικαιοσύνης. Αλλά θα πρέπει να ομολογηθεί ότι από ορισμένες πλευρές τα επιτεύγματά της υπήρξαν θεαματικά. Θωρακίζοντας τους πολίτες ενάντια στην ένδεια και την ανασφάλεια και υποθάλποντας προσδοκίες για βαθμιαία άνοδο του επιπέδου διαβίωσης όλων, οι ανεπτυγμένες δυτικές δημοκρατικές κοινωνίες μπόρεσαν να πείσουν πως βρίσκονταν σε τροχιά αέναης προόδου. Η ουτοπία της ευζωίας ταυτιζόταν πλέον με τη γενική οικονομική ευμάρεια. Και έτσι ακριβώς θεμελιώθηκε η ιστορικά πρωτόγνωρη μεταπολεμική «σοσιαλδημοκρατική συναίνεση».

 

Η ιδεολογική αυτή μεταλλαγή είχε όμως και παρενέργειες. Με την κατίσχυση του καταναλωτικού ευδαιμονισμού μπήκαν σε παρένθεση οι προβληματισμοί γύρω από το βαθύτερο νόημα της ζωής, της ικανοποίησης, της ισορροπίας και της απόλαυσης. Από τη στιγμή που όλα αρχίζουν και τελειώνουν με την αναζήτηση ατομικής πρόσβασης σε όλο και περισσότερα υλικά αγαθά, τα προαιώνια αυτά αξιακά και υπαρξιακά ερωτήματα ατονούν. Η οικονομιστική ανάγνωση του κόσμου συνεπάγεται τη μετουσίωση της ανοριοθέτητης «βιοτικής ποιότητας» σε μετρήσιμη βιοτική και βιωματική «ποσότητα». Ολες οι αμφιβολίες φαίνεται λοιπόν να διαλύονται. Μπροστά στον παραμορφωτικό του καθρέφτη, ο homo sapiens μεταμορφώνεται σε ακόρεστο homo consumans.

 

Δεν είναι όμως μόνον αυτό. Αντίστοιχα μεταλλάσσεται και η πρόσληψη των όρων υπό τους οποίους οι άνθρωποι μετέχουν στην κοινωνική παραγωγή. Πράγματι, στον «ελεύθερο κόσμο» ο καταναλωτικός παράδεισος δεν «προσφέρεται», «αγοράζεται». Μόνον όσοι διαθέτουν νόμιμο ατομικό «εισόδημα» μπορούν να παρακαθίσουν στο καταναλωτικό γλέντι. Ετσι, όσοι κοινωνοί δεν έχουν ατομική περιουσία υποχρεώνονται να αναζητήσουν το αναγκαίο εισόδημα στην ελεύθερη αγορά εργασίας. Και υπό τους όρους αυτούς, η κοινωνική εργασία προσλαμβάνεται ως κατ” ανάγκην εξαρτημένη και ως κατά τεκμήριον αλλοτριωτική «απασχόληση». Ο άνθρωπος δεν καλείται πλέον να συμμετέχει ενεργά στην οικοδόμηση του κοινού οίκου μέσα από την άσκηση και απόλαυση των έμφυτων δημιουργικών του ικανοτήτων. Το προαιώνιο πολιτιστικό και αξιακό αίτημα της χειραφετητικής μεταλλαγής του ετερόνομου animal laborans (το κοπιάζον ή απασχολούμενο ζώο) σε ετερόνομο και εξαρτημένο homo faber (τον «τέκτονα» άνθρωπο) φαίνεται να έχει εντελώς αποδυναμωθεί. Μαζί με την αρχαιοελληνική διάκριση ανάμεσα στον «πονείν» και στο «εργάζεσθαι», εξαλείφεται και ο προβληματισμός γύρω από το νόημα και τις προοπτικές της ανθρώπινης δραστηριότητας.

 

Στο επίπεδο της εξέλιξης των κοινωνικών αξιών, το ιστορικό τίμημα του καταναλωτικού ευδαιμονισμού υπήρξε λοιπόν βαρύτατο. Ειρωνικά, η κατίσχυση της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης υπήρξε ταυτόσημη με την ενσυνείδητη απίσχνανση του προβληματισμού που είχε εγκαινιασθεί με τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό. Η πορεία προς την πρόοδο νοείται πια ως μονοδιάστατη, αφού συναρτάται αποκλειστικά από τη συνεχή αύξηση της παραγωγής και της παραγωγικότητας. Από τη στιγμή λοιπόν που γίνεται επιπλέον γενικά δεκτό πως η παραγωγική ανάπτυξη, άρα και οι καταναλωτικές δυνατότητες των ανθρώπων υπηρετούνται ταχύτερα και αποτελεσματικότερα από το αγοραίο καπιταλιστικό σύστημα, το πρώτο μέλημα όλων των κοινωνιών δεν μπορεί να είναι άλλο από την αέναα διευρυνόμενη αναπαραγωγή του. Ακόμα και αν συνεπάγεται την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και ανεπιεικειών, ο καπιταλισμός εξακολουθεί, μας λένε, να αποτελεί την ορθολογικότερη μορφή κοινωνικής οργάνωσης. Το μόνο που μπορεί και πρέπει να γίνει είναι να θεσπισθούν οι «στρόφιγγες δικαιοσύνης» και οι «δικλίδες επιβιωτικής ασφάλειας» που «εξανθρωπίζουν» την κοινωνία και αναπαράγουν το δημοκρατικό καταναλωτικό συμβόλαιο. Ολοι καλούνται να αναγνωρίσουν πως υπηρετώντας πειθήνια το σύστημα της «ελεύθερης αγοράς» υπηρετούν ταυτόχρονα και τη δική τους προοπτική ευμάρειας. Το ζήτημα μπορεί πλέον να ανάγεται στην «κοινή υπεριστορική λογική».

 

Το λεγόμενο «τέλος της ιστορίας» συμπίπτει με την οικουμενική κατίσχυση αυτού του δόγματος. Και όλα έμοιαζαν να εξελίσσονται «ομαλά». Μέχρι τη στιγμή που ενέσκηψε η κρίση. Αίφνης, η αξιωματική συμπόρευση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, της γενικής καταναλωτικής ευμάρειας και κατ” επέκτασιν της κοινωνικής συναίνεσης άρχισε να κλονίζεται. Η κρίση του «κοινωνικού κράτους» εκφράζει πρωτίστως την προϊούσα ασυμπτωτότητα ανάμεσα στο αίτημα της αύξησης των αγοραίων κερδών και τη συνεχιζόμενη διεύρυνση της καταναλωτικής δυνατότητας των μαζών. Και έτσι εφεξής, η «περαιωμένη» ιστορία φαινόταν να οδηγεί τον κόσμο σε πρωτόγνωρα συστημικά αδιέξοδα.

 

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ουσία της νεοφιλελεύθερης αντεπίθεσης. Με τη νέα αυτοπεποίθηση που άντλησαν από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, οι ηγετικές μερίδες του δυτικού κόσμου θεώρησαν πως δεν είχαν κανένα λόγο να περιορίζουν τα κέρδη τους για να εξασφαλίσουν την διαιώνιση μιας συναίνεσης που και αν ακόμα είναι χρήσιμη, δεν μοιάζει πια αναγκαία. Η στρατηγική απάντηση στην κρίση ήταν λοιπόν αναμενόμενη. Η χρηματοπιστωτική κρίση δεν συνεπέφερε την άμβλυνση αλλά τη σκλήρυνση της ταξικής αλαζονείας του Κεφαλαίου. Η «κατάσταση ανάγκης» στην οποία είχε περιέλθει το σύστημα δεν το εξώθησε στην αναδιατύπωση των προϋποθέσεων της κοινωνικοπολιτικής συναίνεσης αλλά στην πλήρη ρήξη με τα τριάντα «ένδοξα χρόνια» της σοσιαλδημοκρατικής ευωχίας. Ενας νέος και αδίστακτος «γενναίος» κόσμος έκανε την εμφάνισή του.

 

Ευλόγως λοιπόν υπό τις συνθήκες αυτές, όλα τα δοκιμασμένα ιδεολογικά όπλα θα ανασυρθούν από την ιστορική ναφθαλίνη. Στο μέτρο που, για το καλό όλων και πριν από όλα, το ορθολογικό και «δοκιμασμένο» σύστημα πρέπει πάση θυσία να αναπαραχθεί, η πανάρχαια σωτηριολογική ρητορική είναι πάντα πρόσφορη. Suprema lex salus patriae. Και στο μέτρο που το κεφάλαιο δεν έχει πια πατρίδα, η ίδια λογική μπορεί πια να εμφανίζεται με τη μορφή ενός suprema lex salus negotii. Στην έκτακτη «κατάσταση ανάγκης» που διανύει ο κόσμος, το πρώτιστο αγαθό που πρέπει να συντηρηθεί με κάθε τρόπο και κάθε θυσία είναι το «σύστημα» των ελεύθερων συναλλαγών. Και έτσι ακριβώς θα εκλογικευθούν όλες οι «αναγκαίες» παρεμβάσεις, θα δικαιωθούν όλες οι ανατροπές και θα καταρρεύσουν όλες οι εσωτερικευμένες ιστορικές προϋποθέσεις του καταναλωτικού συμβολαίου. Στο εξής, οι μάζες των κοινωνών καλούνται να υπομένουν αδιαμαρτύρητα και να περιμένουν στωικά την αποδυνάμωση όλων των ουτοπικών προβολών. Αν «χρειαστεί», οφείλουν να αποδεχθούν την κατάρρευση των μισθών και του βιοτικού τους επιπέδου, την αναζωπύρωση της γενικευμένης ανασφάλειας και την παραίτηση από τη συμμετοχή στο δημοκρατικό γίγνεσθαι.

Οφείλουν να επανέλθουν στην κατάσταση των λιμοκτονούντων περιθωριακών και των «μοχθούντων ζώων» από την οποία νόμιζαν αφελέστατα πως έχουν διά παντός απαλλαγεί. Και οφείλουν επίσης να απέχουν από κάθε ενεργή παρέμβαση στην πορεία της επίπονης μοίρας τους. Τα αδύναμα μεμονωμένα άτομα δεν μπορούν πια να διαπραγματευθούν συλλογικά για τους όρους εργασίας τους, δεν προσβλέπουν σε μονιμότητα ή ασφάλεια, δεν δικαιούνται νοσηλεία και περίθαλψη, δεν ορίζουν το τίμημα του μόχθου τους, δεν ελέγχουν τη διάρκεια ανάλωσης της εργασιακής τους ενέργειας, δεν αποζημιώνονται αν απολυθούν και φυσικά δεν έχουν δικαίωμα να απεργούν. Και επιπλέον οφείλουν να συμβάλλουν ευπειθώς, και στην ανάγκη να επι-στρατεύονται βίαια, στην εξυπηρέτηση όλων των αναγκών της συστημικής αναπαραγωγής. Σε έκτακτες συνθήκες, η εξουσία έχει πάντα τη δυνατότητα να μεταμορφώσει τον εφεδρικό εργασιακό στρατό σε ένστολο «στρατό σωτηρίας». Εκόντες ή άκοντες λοιπόν, εκείνοι που είχαν επαναπαυθεί στην ιστορική τους χειραφέτηση τίθενται σήμερα μπροστά στο πρωτόγνωρο υπαρξιακό δίλημμα ανάμεσα στην πλήρη περιθωριοποίηση και στην άνευ όρων υποταγή στη στρατιωτική πειθαρχία της επιστράτευσης. Το δίλημμα όμως δεν είναι υπαρξιακό αλλά πολιτικό. Παραμένοντας ελεύθεροι άνθρωποι, τα «μοχθούντα ζώα» έχουν πάντα τη δυνατότητα να αντισταθούν και στις δύο αυτές εκδοχές του παρόντος και του μέλλοντός τους. Και τότε…

25/02/2013

Πηγή http://www.efsyn.gr/?p=26269

Η α­γω­νι­στι­κή ε­μπει­ρία ο­δη­γεί στην α­ρι­στε­ρή σκέ­ψη


HarneckerΣυνέντευξη με τη Μάρτα Χάρνεκερ

Με με­γά­λη συμ­με­το­χή ε­πι­στη­μό­νων, δια­νοού­με­νων και νέων αν­θρώ­πων έ­γι­νε στο Σα­ντιά­γο α­πό 22 με 24 Νο­εμ­βρίου το σε­μι­νά­ριο «Μαρ­ξι­σμός του 21ου αιώ­να». Σε έ­να διά­λειμ­μα της συ­νά­ντη­σης, η χι­λια­νή α­κτι­βί­στρια, κοι­νω­νιο­λό­γος και συγ­γρα­φέ­ας Μάρ­τα Χάρ­νε­κε­ρ, μι­λά για την ε­ξέ­λι­ξη της μαρ­ξι­στι­κής σκέ­ψης και την ε­πι­στρο­φή του μαρ­ξι­σμού στη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή.

Πώς μπο­ρεί κά­ποιος να ερ­μη­νεύ­σει τον 21ο αιώ­να α­πό μαρ­ξι­στι­κή σκο­πιά;

Θεω­ρώ ό­τι ο μαρ­ξι­σμός και η σκέ­ψη του Μαρξ έ­χουν ε­ξε­λι­χτεί ό­πως α­ντι­λη­φθή­κα­με στη δε­κα­ε­τία του ‘60 και ό­πως βλέ­που­με σή­με­ρα. Η ση­μα­ντι­κή συμ­βο­λή αυ­τού του με­γά­λου στο­χα­στή εί­ναι ό­τι μας έ­κα­νε να κα­τα­λά­βου­με πώς λει­τουρ­γεί η κοι­νω­νία, και ι­διαί­τε­ρα το κα­πι­τα­λι­στι­κό σύ­στη­μα. Κά­πο­τε ή­μουν η­γέ­της της νε­ο­λαίας, της Κα­θο­λι­κής Δρά­σης, και οι άν­θρω­ποι ή­θε­λαν να α­γα­πούν ο έ­νας τον άλ­λον, ό­πως α­παι­τεί η θε­με­λιώ­δης χρι­στια­νι­κή αρ­χή, αλ­λά ο μαρ­ξι­σμός με έ­κα­νε να συ­νει­δη­το­ποιή­σω ό­τι για να συμ­βεί αυ­τό χρειά­ζε­ται μια κοι­νω­νία η ο­ποία θα ορ­γα­νώ­σει την προώ­θη­ση της αλ­λη­λεγ­γύης και δεν θα εί­ναι δο­μη­μέ­νη έ­τσι ώ­στε να εν­θαρ­ρύ­νει τον α­ντα­γω­νι­σμό.

Έτσι πή­γα α­πό τον κα­θο­λι­κι­σμό στο μαρ­ξι­σμό, για­τί με τον Μαρξ μπο­ρού­με να ε­ξη­γή­σου­με για­τί ο κα­πι­τα­λι­σμός δεν εί­ναι δυ­να­τόν να εί­ναι αν­θρώ­πι­νος. Η λο­γι­κή του κα­πι­τα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος χρειά­ζε­ται τον α­ντα­γω­νι­σμό, α­κό­μη και αν έ­νας ερ­γο­δό­της ή­θε­λε να κα­τα­βάλ­λει πε­ρισ­σό­τε­ρα στους ερ­γα­ζο­μέ­νους του, ο «κα­λύ­τε­ρος α­ντα­γω­νι­σμός» τον ε­μπο­δί­ζει να το κά­νει, και αυ­τό συμ­βαί­νει για­τί αν πλη­ρώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα, θα μειώ­σει την κερ­δο­φο­ρία του, θα αυ­ξή­σει το κό­στος και τε­λι­κά θα κα­τα­λή­ξει σε πτώ­χευ­ση. Δεν έ­χει άλ­λη ε­πι­λο­γή, πα­ρά να ε­πι­διώ­ξει τη μέ­γι­στη πα­ρα­γω­γή που θα του ε­πι­τρέ­ψει να ε­πι­βιώ­νει, και αυ­τό ση­μαί­νει μείω­ση του κό­στους, και πρώ­τα α­π‘ ό­λα των μι­σθών.

Το γε­γο­νός αυ­τό α­ντι­κα­το­πτρί­ζε­ται και στην α­νι­σό­τη­τα που βιώ­νου­με.

Αυ­τή εί­ναι μια αό­ρα­τη λο­γι­κή, για ό­σους δεν βλέ­πουν. Ο ερ­γα­ζό­με­νος πι­στεύει ό­τι αν προσ­λη­φθεί ε­πί πλη­ρω­μή, αυ­τή εί­ναι μια δί­καιη α­μοι­βή, ή, μάλ­λον, εί­ναι η κα­τάλ­λη­λη α­μοι­βή για την ερ­γα­σία που του ζη­τούν. Ακό­μα, πολ­λοί ερ­γα­ζό­με­νοι θεω­ρούν σω­στό που οι κα­πι­τα­λι­στές παίρ­νουν το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος της πί­τας, την πλε­ο­να­σμα­τι­κή πα­ρα­γω­γή. Δεν συ­νει­δη­το­ποιούν ό­τι αυ­τοί εί­ναι που πα­ρά­γουν τον πλού­το και ό­τι οι κα­πι­τα­λι­στές κερ­δί­ζουν χά­ρη σε αυ­τούς. Σύμ­φω­να με τη σκέ­ψη του Μαρ­ξ, ο πλού­τος πα­ρά­γε­ται α­πό την ερ­γα­σία και ό­χι α­πό το κε­φά­λαιο. Ακό­μα και το κε­φά­λαιο που εί­ναι το α­πο­τέ­λε­σμα της συσ­σώ­ρευ­σης προ­η­γού­με­νων ερ­γα­σιών, δη­μιουρ­γεί­ται α­πό τον ι­διο­κτή­τη του κε­φα­λαίου κυ­ρίως λό­γω των α­σύμ­με­τρων σχέ­σεων ε­ξου­σίας, ως α­πο­τέ­λε­σμα της α­ποι­κια­κής κυ­ριαρ­χίας και της πο­λι­τι­κής ή στρα­τιω­τι­κής υ­πε­ρο­χής. Με μια προ­σε­κτι­κή πα­ρα­τή­ρη­ση δια­πι­στώ­νου­με ό­τι η σκέ­ψη του Μαρξ μας δί­νει μια σα­φή ερ­μη­νεία της κοι­νω­νίας μας και χω­ρίς με­γά­λη δυ­σκο­λία θα βλέ­πα­με τι γί­νε­ται κά­θε μέ­ρα στη ζωή μας.

Ωστό­σο, υ­πάρ­χουν διά­φο­ρα εί­δη των μαρ­ξι­σμών…

Υπάρ­χουν πολ­λοί που α­ντι­λαμ­βά­νο­νται το μαρ­ξι­σμό σαν μια μη­χα­νι­στι­κή αι­τιο­κρα­τία, κα­τά την ο­ποία δεν υ­φί­στα­ται α­πο­τε­λε­σμα­τι­κή αν­θρώ­πι­νη δρά­ση, και ό­που οι αλ­λα­γές εί­ναι το προϊόν μιας μη­χα­νι­κής ε­ξέ­λι­ξης στην ι­στο­ρία. Υπάρ­χουν και ε­κεί­νοι που υ­πο­στη­ρί­ζουν ό­τι η δυ­να­μι­κή των κοι­νω­νιών και των αν­θρώ­πων, και η ε­πα­να­στα­τι­κή πρα­κτι­κή, εί­ναι ση­μα­ντι­κά στοι­χεία στις δια­δι­κα­σίες της αλ­λα­γής και του με­τα­σχη­μα­τι­σμού του κα­πι­τα­λι­σμού. Γι‘ αυ­τό το λό­γο μπο­ρεί να έ­χει σκα­μπα­νε­βά­σμα­τα, να ση­μειώ­νει πρόο­δο και ο­πι­σθο­δρό­μη­ση, τις ε­πα­να­στά­σεις και τις α­ντε­πα­να­στά­σεις. Τί­πο­τα δεν εί­ναι εγ­γυη­μέ­νο. Αυ­τό δεν ή­ταν δυ­να­τό να φα­ντα­στεί κα­νείς στα φοι­τη­τι­κά μου χρό­νια. Σή­με­ρα γί­νε­ται έ­ντο­νη συ­ζή­τη­ση και α­ντι­πα­ρά­θε­ση γύ­ρω α­πό αυ­τά τα ζη­τή­μα­τα και αυ­τό εί­ναι πο­λύ εν­δια­φέ­ρον, για­τί στο πα­ρελ­θόν μπο­ρεί να σκε­φτή­κα­με και να θεω­ρή­σα­με κά­ποιον ως εχ­θρό, αλ­λά τώ­ρα πρέ­πει να συ­νη­θί­σου­με στο διά­λο­γο για να οι­κο­δο­μή­σου­με τη σκέ­ψη μέ­σα στη συ­ζή­τη­ση.

Ποια εί­ναι η γνώ­μη σας για την ε­πι­στρο­φή στη μαρ­ξι­στι­κή σκέ­ψη που ση­μειώ­νε­ται τώ­ρα, ι­διαί­τε­ρα στη νέα γε­νιά των δια­νοου­μέ­νω­ν;

Η δι­κτα­το­ρία στη Χι­λή προ­σπά­θη­σε να σβή­σει και να στρε­βλώ­σει την ε­μπει­ρία της Λαϊκής Ενό­τη­τας (Unidad Popular) με τον ι­σχυ­ρι­σμό ό­τι ή­ταν κα­τα­στρο­φι­κή για την α­νά­πτυ­ξη της χώ­ρας, α­πό κά­θε ά­πο­ψη. Στη συ­νέ­χεια η πτώ­ση του σο­βιε­τι­κού σο­σια­λι­σμού και η με­τα­τρο­πή του σε κα­πι­τα­λι­σμό. Για να μην α­να­φέ­ρου­με αυ­τό που εί­ναι τώ­ρα ο κι­νε­ζι­κός κομ­μου­νι­σμός: μια μορ­φή κα­πι­τα­λι­σμού, που ορ­γα­νώ­νε­ται και προω­θεί­ται α­πό το Κι­νε­ζι­κό Κομ­μου­νι­στι­κό Κόμ­μα. Προ­συ­πο­γρά­φω τα λό­για του Εντουάρ­ντο Γκα­λεά­νο: «Μας έ­χουν κα­λέ­σει στην τα­φή ε­νός νε­κρού που δεν εί­ναι δι­κός μας». Δεν ή­ταν αυ­τός ο σο­σια­λι­σμός που θέ­λα­με. Ήταν έ­να κα­θε­στώς που ε­ξα­φα­νί­στη­κε ε­πει­δή δεν ή­ταν η ου­το­πία μας, οι κομ­μου­νι­στές εί­χαν μια άλ­λη ι­δέα στο κε­φά­λι τους, που ή­ταν πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κή α­πό το στα­λι­νι­σμό της Σο­βιε­τι­κής Ένω­σης. Αυ­τό που έ­πε­σε δεν ή­ταν το ι­δα­νι­κό του σο­σια­λι­σμού, ή­ταν έ­νας σο­σια­λι­σμός πα­ρα­μορ­φω­μέ­νος.

Εάν έ­πε­σε τό­σο εύ­κο­λα, ή­ταν ε­πει­δή κα­νείς δεν τον αι­σθάν­θη­κε σαν δι­κό του. Εκεί­νη την ε­πο­χή υ­πήρ­χαν πολ­λοί άν­θρω­ποι που ε­πέ­κρι­ναν το γρα­φειο­κρα­τι­κό σο­σια­λι­σμό, την έλ­λει­ψη συμ­με­το­χής και ε­λευ­θε­ριών. Αυ­τό που θέ­λα­με ή­ταν μια πιο δί­καιη, πιο ί­ση και με­γα­λύ­τε­ρη προ­βο­λή των αν­θρώ­πων. Όπως ή­ταν α­να­με­νό­με­νο, οι νέ­οι δια­νοού­με­νοι ε­πι­στρέ­φουν στον Μαρ­ξ, α­φού η σκέ­ψη του, ι­διαί­τε­ρα η κρι­τι­κή του κα­πι­τα­λι­σμού, πα­ρα­μέ­νει σε ι­σχύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό πο­τέ. Η δια­νο­η­τι­κή συμ­βο­λή του εί­ναι α­ξε­πέ­ρα­στη.

Αυ­τό που συμ­βαί­νει στη Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή, ει­δι­κά στη Βε­νε­ζουέ­λα, το Εκουα­δόρ και τη Βο­λι­βία, έ­χει να κά­νει με αυ­τή την ε­πι­στρο­φή;

Πρώ­τα ήρ­θαν οι συ­γκε­κρι­μέ­νες ε­μπει­ρίες α­πό­πει­ρας ε­ξό­δου α­πό τη νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη μή­τρα, δο­κι­μά­στη­καν στην κοι­νω­νία, και στη συ­νέ­χεια ήρ­θε η εμ­φά­νι­ση της α­ρι­στε­ρής σκέ­ψης. Οι δια­δι­κα­σίες που ση­μειώ­θη­καν σε αυ­τές τις χώ­ρες, δεν εί­χαν το Κομ­μου­νι­στι­κό Κόμ­μα ού­τε τους μαρ­ξι­στές α­γω­νι­στές στην κο­ρυ­φή τους. Μαία τους ή­ταν ο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός, δε­δο­μέ­νου ό­τι ή­ταν τέ­τοιες οι α­νι­σό­τη­τες που υ­πήρ­χαν ε­πί νε­ο-κα­πι­τα­λι­σμού, με τη μορ­φή του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, που αυ­τοί οι άν­θρω­ποι αρ­χι­κά α­ντι­στά­θη­καν σκλη­ρά και στη συ­νέ­χεια ξε­ση­κώ­θη­καν για να α­να­τρέ­ψουν προέ­δρους, και με­τά συ­νει­δη­το­ποίη­σαν ό­τι χρειά­ζο­νταν α­ντι-νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρες κυ­βερ­νη­τι­κές πλατ­φόρ­μες.

Αυ­τές οι πο­λι­τι­κές δια­δι­κα­σίες και η πα­γκό­σμια κρί­ση του κα­πι­τα­λι­σμού έ­κα­ναν πολ­λούς α­ρι­στε­ρούς δια­νοού­με­νους να ε­πι­στρέ­φουν στη σκέ­ψη του Μαρξ και να δώ­σουν μια νέα ερ­μη­νεία, ώ­στε να δη­μιουρ­γη­θεί έ­νας πιο αυ­θε­ντι­κός μαρ­ξι­σμός, πιο δυ­να­μι­κός, που α­ντι­πα­ρα­θέ­τει μια σύν­θε­τη σκέ­ψη α­πέ­να­ντι στο δογ­μα­τι­σμό ή σε μια συ­ντα­γή πο­λι­τι­κής.

Για μέ­να, σή­με­ρα α­πό τη σκέ­ψη του Μαρξ μπο­ρού­με να κρα­τή­σου­με και να ε­πι­νοή­σου­με μια κοι­νω­νία πλή­ρους α­νά­πτυ­ξης των αν­θρώ­πων. Στην ι­δα­νι­κή κοι­νω­νία στην ο­ποία θέ­λου­με να φτά­σου­με, πρέ­πει ο κα­θέ­νας να συ­νει­σφέ­ρει στο βαθ­μό των δυ­να­το­τή­των του, έ­τσι ώ­στε και αυ­τή η ι­δα­νι­κή κοι­νω­νία να δί­νει σε κά­θε μέ­λος ό,τι χρειά­ζε­ται να α­ντα­πο­κρί­νε­ται στην α­νά­γκη του κα­θε­νός. Δη­λα­δή ο κε­ντρι­κός ρό­λος της εί­ναι να κα­λύ­ψει τις α­νά­γκες των αν­θρώ­πων. Η σο­βιε­τι­κού τύ­που ι­σό­τη­τα, ό­πως α­κρι­βώς και ο κο­λε­κτι­βι­σμός, α­κυ­ρώ­νει το ά­το­μο και τη δη­μιουρ­γι­κό­τη­τά του.

Εί­ναι α­πο­κλί­σεις α­πό τον μαρ­ξι­σμό. Σή­με­ρα γνω­ρί­ζου­με ό­τι η σκέ­ψη του Μαρξ εί­ναι πο­λύ πιο πε­ρί­πλο­κη και πλού­σια. Εί­ναι α­κό­μα δυ­να­τό να συ­νά­γου­με α­πό το έρ­γο του Μαρξ συ­μπε­ρά­σμα­τα που μας ε­πι­τρέ­πουν μια πιο φω­τι­σμέ­νη, πο­λύ­μορ­φη και ε­ξαν­τλη­τι­κή με­λέ­τη προς α­να­ζή­τη­ση ε­νός μο­ντέ­λου δια­φο­ρε­τι­κού α­πό αυ­τό που συ­νι­στά η κα­πι­τα­λι­στι­κή α­νά­πτυ­ξη. Ανα­γκα­στι­κά πρέ­πει να πε­ρά­σου­με α­πό τον Μαρ­ξ, αν θέ­λου­με να υ­περ­βού­με το κα­πι­τα­λι­στι­κό σύ­στη­μα.

Η ση­με­ρι­νή Χι­λή εί­ναι α­πό­το­κος του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού. Πώς μπο­ρεί να α­να­τρα­πεί αυ­τή η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και η σο­σια­λι­στι­κή δια­δι­κα­σία/προο­πτι­κή να υ­λο­ποιη­θεί στη Χι­λή;

Το πρώ­το πράγ­μα που πρέ­πει να πού­με, εί­ναι ό­τι η Χι­λή ή­ταν η πρώ­τη χώ­ρα που προ­σπά­θη­σε έ­ναν σο­σια­λι­σμό δια­φο­ρε­τι­κό α­πό το σο­βιε­τι­κό. Ο Αλιέ­ντε εί­χε έ­να ό­ρα­μα του σο­σια­λι­σμού που ε­πρό­κει­το να οι­κο­δο­μη­θεί με δη­μο­κρα­τι­κά μέ­σα. Εί­ναι αυ­τός ο τρό­πος που ε­φαρ­μό­ζουν τώ­ρα οι κυ­βερ­νή­σεις των Τσά­βες, Κο­ρέα και Μο­ρά­λες με­τα­ξύ άλ­λων, και με αυ­τή την έν­νοια ή­ταν πρό­δρο­μος του σο­σια­λι­σμού του 21ου αιώ­να. Τώ­ρα α­να­ρω­τιέ­μαι αν ο ό­ρος «σο­σια­λι­σμός» έ­χει α­πα­ξιω­θεί στη Χι­λή και, υ­πό αυ­τή την έν­νοια, συμ­φω­νώ με τον α­ντι­πρό­ε­δρο της Βο­λι­βίας Αλβά­ρο Γκαρ­σία Λι­νέ­ρα, ο ο­ποίος λέει ό­τι «δεν έ­χει ση­μα­σία το ό­νο­μα του ε­πι­κε­φα­λής της δια­δι­κα­σίας, μου α­ρέ­σει η ζωή που έ­χει πλη­ρό­τη­τα», πε­ρι­γρα­φή που συ­νο­ψί­ζει τις μαρ­ξι­στι­κές α­ξίες.

Το θέ­μα εί­ναι πιο πο­λύ­πλο­κο, προ­φα­νώς.

Εί­ναι έ­νας α­γώ­νας που διαρ­κεί. Ο Μαρξ μί­λη­σε για «το πα­ρελ­θόν της κο­πριάς» και για τον πο­λι­τι­σμό που κλη­ρο­νό­μη­σε σαν έ­να με­γά­λο πρό­βλη­μα. Και αυ­τό δεν νι­κιέ­ται με κη­ρύγ­μα­τα, αλ­λά μό­νο με τον α­γώ­να. Ο με­γα­λύ­τε­ρος θρίαμ­βος της κι­νη­το­ποίη­σης των φοι­τη­τών εί­ναι ό­τι κα­τά­φε­ραν να αλ­λά­ξει ο κυ­ρίαρ­χος λό­γος στη Χι­λή. Δεν έ­χω χά­σει την ελ­πί­δα. Πριν α­πό δύο χρό­νια ή­μουν στη Χι­λή και δεν υ­πήρ­χε τί­πο­τα. Δεν εν­νοώ ό­τι εί­μα­στε σε ε­πα­να­στα­τι­κή κα­τά­στα­ση, αλ­λά τη βλέ­πω να έρ­χε­ται. Πρέ­πει να θυ­μό­μα­στε, ό­μως, ό­τι οι δυ­νά­μεις που δεν θέ­λουν την αλ­λα­γή εί­ναι ι­σχυ­ρές και ό­τι ο κα­τα­κερ­μα­τι­σμός ή­ταν τρα­γι­κός πα­ρά­γο­ντας για την ήτ­τα της Λαϊκής Ενό­τη­τας.

Με­τά­φρα­ση α­πό το www.rebelion.org: Δη­μή­τρης Γκι­βί­σης

Πηγή: Η Εποχή

http://www.rednotebook.gr/details.php?id=8247