Χρυσός είναι η ενημέρωση!


soshalkidiki

Κυκλοφορεί το πρώτο τεύχος του ενημερωτικού ηλεκτρονικού περιοδικού μας soshalkidiki. Σ’ αυτό θα βρείτε πληροφορίες για τις εξορυκτικές δραστηριότητες στη Χαλκιδική, τις επιπτώσεις τους σε περιβάλλον, υγεία και τοπική οικονομία, καθώς και πλούσιο υλικό που αφορά την πορεία των κινητοποιήσεών μας. Το κείμενο είναι εμπλουτισμένο με αναφορές και παραπομπές σε κείμενα και οπτικοακουστικό υλικό (απλώς πατήστε το χαρακτηριστικό σύμβολο/σύνδεσμο).

Μπορείτε να κατεβάσετε το αρχείο με μορφή περιοδικού εδώ και σε απλό pdf εδώ (προτείνεται για εκτύπωση).Με δεξί κλικ επιλέξτε save as ή αποθήκευση ως. Παρακαλούμε διαδώστε το! 

Μπορείτε φυσικά να διαβάσετε το περιοδικό παρακάτω (πατώντας πάνω στην εικόνα ανοίγει το αρχείο σε ολόκληρη την οθόνη – esc για να βγείτε από το full screen)

Δείτε την αρχική δημοσίευση

Xavier Casals – Η νέα ακροδεξιά: Αγγελιοφόρος του μέλλοντος;


casalsΠερίπου σαράντα χρόνια πέρασαν από τότε που τα πρώτα κόμματα της νέας ευρωπαϊκής ακροδεξιάς (Fremstegspartiet, [FrP] στη Νορβηγία και Fremskridtspartiet στη Δανία) εισήλθαν στο κοινοβούλιο το 1973. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, άλλα παρόμοια κόμματα κατόρθωσαν να έχουν θεσμική εκπροσώπηση στις περισσότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Αυτός ο νέος εξτρεμισμός της Δεξιάς, ο οποίος λειτουργεί εντός δημοκρατικού πλαισίου, προκάλεσε μια ευρεία ακαδημαϊκή δημόσια συζήτηση, ενώ χρησιμοποιήθηκαν πολλές ορολογίες για να τον κατονομάσουν: ʺεξτρεμισμός του κέντρουʺ, ʺμετα-βιομηχανική ακροδεξιάʺ, ʺεθνικός λαϊκισμόςʺ ή ʺνέος λαϊκισμός της Δεξιάςʺ.


Σε κάθε περίπτωση, αυτά τα κόμματα έχουν σαφώς έναν κοινό παρονομαστή: διαμορφώνουν ένα κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης από τη σκοπιά της πολιτικής Δεξιάς. Διατυπώνουν το μήνυμά τους γύρω από δυο κεντρικούς άξονες: την υπεράσπιση της ʺεθνικής ταυτότηταςʺ και τη διαμαρτυρία κατά των ελίτ. Οι ηγέτες τους, όπως επισημαίνει ο πολιτικός επιστήμονας Pierre-Andre Taguieff, απευθύνονται στο “λαόʺ με δυο έννοιες: ως ʺδήμοʺ (οι φορείς της εθνικής κυριαρχίας εναντίον των πολιτικών ολιγαρχιών που μεσολαβούν και εκβιάζουν την κυριαρχία) και ως ʺέθνοςʺ (μια ομοιογενή κοινότητα χωρίς εσωτερικές διαιρέσεις). Με αυτόν τον τρόπο, ο αντι-ελιτίστικος λόγος τους βασίζεται σε δυο αντιθέσεις: από τη μια πλευρά, οι ʺμικροίʺ κατά των ʺμεγάλωνʺ ή οι ʺπάνω εναντίον των κάτωʺ, και από την άλλη πλευρά, οι ʺγνήσιοι άνθρωποιʺ που ενσαρκώνουν την εθνική ταυτότητα[…] ενάντια στους ʺκοσμοπολίτεςʺ, ʺτο κόμμα των ξένωνʺ.[1]


Αυτή η λαϊκίστικη δεξιά ισχυρίζεται ότι γίνεται ο συνήγορος του ʺαπλού ανθρώπου στο δρόμοʺ ενάντια στις “διεφθαρμένες” ελίτ και τις απειλές της παγκοσμιοποίησης, είτε αυτές είναι οικονομικές (μεταναστευτικές ροές, βιομηχανικές μετατοπίσεις), είτε πολιτικές (απώλεια κρατικής κυριαρχίας προς όφελος υπερεθνικών οργανώσεων) ή πολιτιστικές (πολυπολιτισμικότητα). Επίσης, μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, στη Νέα Υόρκη, αυτός ο λόγος δίνει αυξανόμενη έμφαση στην απόρριψη του ισλαμισμού.


Η σταθεροποίηση της ακροδεξιάς θέτει δυο περίπλοκα ερωτήματα: Συνάδει το μήνυμά της με τις δημοκρατικές αξίες; Είναι δυνατό να εμπεριέχει την εκλογική της ανέλιξη;


Ένας δύσκολος γάμος: Δημοκρατία και αποκλεισμός


Σε ό,τι αφορά το πρώτο ερώτημα, το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό της ακροδεξιάς είναι ότι έχει ενσωματώσει μερικώς την κληρονομιά του Διαφωτισμού.[2] Η αλλαγή αυτή αντανακλάται σε τρείς τομείς:


Πρώτον, η νέα λαϊκίστικη Δεξιά απορρίπτει τον ρατσισμό στον επίσημο λόγο της και υιοθετεί το ʺεγκώμιο της διαφοράςʺ. Τα κόμματά της υπογραμμίζουν την ανάγκη διατήρησης της πολιτισμικής ποικιλίας ως ένα είδος πλούτου και υποστηρίζουν επίσης ότι οι μεταναστευτικές εθνικές κοινότητες πρέπει να αποφεύγουν την επιμιξία για να μπορούν στο κοντινό μέλλον να επιστρέψουν στις πατρίδες τους, όπου υποτίθεται ότι θα είναι καλύτερα.


Δεύτερον, η νέα λαϊκίστικη Δεξιά απορρίπτει τον ολοκληρωτισμό και εξυμνεί την αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Με αυτή την έννοια, τα κόμματά της εμφανίζονται να υπερασπίζονται μια ʺεθνικιστική οχλοκρατίαʺ. Οι ηγέτες της καταγγέλλουν το γεγονός ότι το κοινοβούλιο και τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα υπονομεύουν και εκβιάζουν τη λαϊκή βούληση. Την ίδια στιγμή, ενθαρρύνουν τη μόνιμη εκλογική κινητοποίηση και τα δημοψηφίσματα ως την πιο άμεση έκφραση της εθνικής κυριαρχίας.


Τρίτον, η απόρριψη του Ισλάμ από τη νέα λαϊκίστικη Δεξιά έχει οδηγήσει τα κόμματά της σε μια φιλελεύθερη στροφή, με την ενσωμάτωση θεμάτων όπως η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των γυναικών.[3] Συγκεκριμένα, εμφανίζονται περισσότερες γυναίκες στο προσκήνιο σ’ αυτά τα κόμματα (Siv Jensen, Marine Le Pen, Pia Kjaergaard, ενώ ο δολοφονημένος Pim Fortuyn ήταν ομοφυλόφιλος).


Με δυο λόγια, η νέα λαϊκίστικη Δεξιά έχει απομακρυνθεί από τον ρατσισμό και τον ολοκληρωτισμό και έχει κάνει τη δημοψηφισματική δημοκρατία σημάδι της ταυτότητάς της. Αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: εάν τον 19ο και 20ο αιώνα η καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας συνδεόταν με την επέκταση των ελευθεριών και την ιδέα της κοινωνικής προόδου, σήμερα μπορεί να έχει έναν αντιδραστικό χαρακτήρα με τη νομιμοποίηση της πολιτικής του αποκλεισμού. Ένα παράδειγμα αυτής της διαδικασίας ήταν το δημοψήφισμα που προώθησε το ελβετικό Λαϊκό Κόμμα [Schweizerische Volkspartei-SVP/UDC] τον Μάρτιο του 2000 στο Εμμέν. Σ’ αυτό το δημοψήφισμα, οι πολίτες του Εμμέν ρωτήθηκαν εάν δέχονταν τις αιτήσεις για υπηκοότητα ανθρώπων που ζητούσαν να πολιτογραφηθούν και ψήφισαν υπέρ της απόρριψης των αιτήσεων οικογενειών που προέρχονταν από την πρώην Γιουγκοσλαβία.


Είναι δυνατό να περιοριστεί η άνοδος της νέας λαϊκίστικης Δεξιάς;


Στη δεκαετία του 1980, η άνοδος του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία οδήγησε στην εφαρμογή διαφορετικών στρατηγικών με σκοπό τον περιορισμό της ανόδου της νέας ακροδεξιάς, που αργότερα υιοθετήθηκαν σε άλλες χώρες και που ο Taguieff συστηματοποίησε εννοιολογικά.[4] Θα αναλύσω τα αντίσχοιχα πολιτικά τους κόστη και οφέλη πιο κάτω.


Νε τεθεί εκτός νόμου η ακροδεξιά. Το μέτρο αυτό είναι αντιπαραγωγικό για πολλούς λόγους: βάζει αυτά τα κόμματα στο επίκεντρο μιας εντατικής ιδεολογικής και μιντιακής πολεμικής. Πλαισιώνει μια μάλλον ηθική παρά πολιτική δημόσια συζήτηση, που εμποδίζει την αντιμετώπιση σημαντικών θεμάτων (ανασφάλεια των πολιτών, πολιτική διαφθορά, πατριωτισμός) και κινητοποιεί τους ακροδεξιούς ψηφοφόρους. Έτσι, όταν το 2004 το Flemish Block [Vlaams Blok-VB] απαγορεύτηκε, συνέχισε τη δραστηριότητά του με νέο όνομα –Vlaams Belang– και κατάφερε να αυξήσει τη δημοτικότητά του.[5]


Να υπάρξει σιωπή των μέσων ενημέρωσης για την ακροδεξιά. Αυτή η επιλογή μετατοπίζει τα ακροδεξιά κόμματα από το επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, τους επιτρέπει όμως να υπερασπίζονται το λόγο τους χωρίς αντιπολίτευση. Την ίδια στιγμή, οι ηγέτες τους μπορούν να εμφανίζονται ως θύματα ενός κατεστημένου που επιθυμεί να τους κάνει να σωπάσουν. Επιπρόσθετα, η κοινή γνώμη παύει να έχει σημαντική πληροφόρηση για να κατανοήσει μια ενδεχόμενη άνοδο αυτών των κομμάτων.


Να επιτευχθεί μια υπολογισμένη ʺμίμησηʺ του ακροδεξιού λόγου από τα παραδοσιακά κόμματα. Η επιλογή αυτή μπορεί να μειώσει την έλξη προς την ακροδεξιά βραχυπρόθεσμα, αλλά υιοθετώντας την ατζέντα της, η συντηρητική Δεξιά μπορεί να της παράσχει νομιμοποίηση και να συμβάλει στην ʺομαλοποίησήʺ της.


Να ενσωματωθεί η λαϊκίστικη Δεξιά στην κυβέρνηση. Όταν τα λαϊκίστικα κόμματα ενσωματώνονται στην κυβέρνηση χάνουν τον χαρακτήρα διαμαρτυρίας που έχουν και τείνουν να εκδηλώνουν εσωτερικές εντάσεις και αντιφάσεις. Στα παραδείγματα συμπεριλαμβάνονται οι εσωτερικές διαιρέσεις που υπέστη η Λέγκα του Βορρά [LN] το 1994 και το Freiheitliche Partei Osterreichs [FPO] το 2005, που συμμετείχαν στις αντίστοιχες κυβερνήσεις, όπως και η γρήγορη πτώση του Lijst του Pim Fortuyn, μόλις έλαβε μέρος στην ολλανδική κυβέρνηση το 2002.


Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, δεν έχει πάντα αποτέλεσμα, καθώς τα δεξιά λαϊκίστικα κόμματα υιοθετούν διάφορες τακτικές για να προβάλουν ταυτόχρονα μια εικόνα κυρίαρχης και αντιπολιτευτικής δύναμης. Για παράδειγμα, η Λέγκα του Βορρά, στη διάρκεια της δεύτερης θητείας του Μπερλουσκόνι, λειτούργησε ως κανονικό κόμμα στην κυβέρνηση που υποστήριζε τον Μπερλουσκόνι και παράλληλα ενήργησε ως αντιπολιτευτικό κόμμα που ασκούσε κριτική στα άλλα μέλη του κυβερνητικού συνασπισμού, όπως η Alleanza Nazionale και η Unione dei Democratici Cristiani e di Centri.[6] Παρομοίως, το SVP/UDC στην Ελβετία παίζει το ρόλο του κόμματος διαμαρτυρίας που προωθεί δημοψηφίσματα ενάντια στις πολιτικές της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, ενώ αποτελεί σήμερα το μεγαλύτερο κόμμα στην ομοσπονδιακή βουλή και είναι, επομένως, συνυπεύθυνο για τις αποφάσεις της.[7] Με δυο λόγια, τα λαϊκίστικα κόμματα μπορούν να συμμετέχουν στους κυβερνητικούς συνασπισμούς χωρίς να υφίστανται σημαντική υποχώρηση όταν καταφέρνουν να διατηρούν το χαρακτήρα της διαμαρτυρίας. Τελικά, αυτή η στρατηγική έχει ακόμη ένα αποτέλεσμα: η συμμετοχή της ακροδεξιάς στην κυβέρνηση μετατοπίζει την πολιτική σκηνή προς τα δεξιά, ενώ ταυτόχρονα κάνει πιο δημοφιλή την πολιτική ατζέντα της.[8]


Να εγκαθιδρυθούν “ζώνες προστασίαςʺ ή πολυκομματικές συμμαχίες προκειμένου να αποτραπεί η πρόσβαση αυτών των κομμάτων στη διακυβέρνηση. Οι συμμαχίες αυτές απομονώνουν την ακροδεξιά από τη διακυβέρνηση. Σε αντάλλαγμα, επιτρέπουν στους ηγέτες να υιοθετούν ένα λόγο θυματοποίησης και να καταγγέλουν όλα τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα ως ʺ ίσαʺ. Ακόμη περισσότερο, τα μέτρα αυτά μπορούν να ωθήσουν το θέμα των διαφορών ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά στο υπόβαθρο του πολιτικού συστήματος.


Με δυο λόγια, δεν υπάρχουν περιοριστικές στρατηγικές χωρίς υψηλά κόστη για τους αντιπάλους της λαϊκίστικης Δεξιάς και η τελευταία συνήθως ωφελείται από όλα αυτά, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό. Σε αυτή την κατάσταση, όπως ο Taguieff σημείωσε ήδη το 1995, πρέπει να επιλέξουμε παρεμβάσεις των δημοσίων δυνάμεων που να αντιμετωπίζουν τις κοινωνικές αιτίες που ενισχύουν την άνοδο της λαϊκίστικης Δεξιάς (ανεργία, ανασφάλεια για τις θέσεις εργασίας, ανασφάλεια των πολιτών, υποβάθμιση των προαστείων), παρά την τρέχουσα οικονομική κρίση. Και πάνω απ’ όλα πρέπει να επιλέξουμε μια ʺδιανοητική μάχηʺ που θα τονίζει τις αντιφάσεις και τις απάτες του ακροδεξιού λαϊκίστικου λόγου.[9] Η τελευταία επιλογή μπορεί να έχει περιορισμένη επίδραση, ανακτά όμως την παιδαγωγική λειτουργία της πολιτικής, πράγμα ουσιαστικό σε μια εποχή επανεφεύρεσης των δημοκρατικών συστημάτων.


Η λαϊκιστική παλίρροια αυξάνεται


Το 2000, ο Paul Hainsworth εξέδωσε ένα συλλογικό έργο για τη νέα λαϊκίστικη Δεξιά, με τίτλο From the Margins to the Mainstream (Από τα περιθώρια στην ενσωμάτωση).[10] Μια δεκαετία αργότερα, η δήλωση αυτή μοιάζει να είναι πραγματικότητα. Όπως σημειώνει ο Piero Ignazi, η πολιτική μας εποχή ʺχαρακτηρίζεται από την προοδευτική διάδοση της ατζέντας της ακροδεξιάς στον πολιτικό χώροʺ, ιδίως στο εσωτερικό των μετριοπαθών και συντηρητικών κομμάτων. [11]


Στην πραγματικότητα ο λαϊκισμός τείνει να επεκταθεί σε όλο το πολιτικό φάσμα. Με αυτή την έννοια, ακόμη κι αν το κίνημα των ʺαγανακτισμένωνʺ μπορεί να είναι η εμβρυακή μορφή μιας ʺνέας Αριστεράςʺ, είναι επίσης φορέας ενός δημοψηφισματικού και αντι-ελιτίστικου λαϊκισμού. Καθοδηγούμενοι από αυτή την επέκταση του λαϊκισμού, θα έπρεπε ίσως να θεωρήσουμε τη νέα ακροδεξιά ως το αρχικό σύμπτωμα ενός λαϊκίστικου ρεύματος στην ευρωπαϊκή πολιτική της παγκόσμιας εποχής.


Σημειώσεις

[1] P.-A. Taguieff, “Populismes et antipopulismes: le choc des argumentations”, Mots, 55 (Ιούνιος 1998), σσ. 5-6.

[2] Y. Mény, Y. Surel, Par le peuple, pour le peuple. Le populisme et les démocraties (Fayard, La Flèche, 2000), σ. 305.

[3] J. P. Zúquete, “The European extreme-right and Islam: New directions?”, Journal of Political Ideologies (October 2008), 13 (3), 321-3:4.

[4] Ύστερα από εισήγηση του P.-A. Taguieff, ʺ Antilepenisme: les erreurs a ne plus commettreʺ, in D. Martin –Castelarnau (ed), Combattre le Front National, (Editions Vinci, Paris, 1995), σσ. 213-230

[5] L. de Wienter, “The Vlaams Blok: the Electorally best Performing Right-extremist Party in Western Europe”, en X. Casals (ed.), Political survival on the Extreme Right (ICPS, Barcelona, 2005), p. 118.

[6] D. Albertazzi, D. McDonnell, “La botte piena e il militante ubriaco. La Lega Nord al governo”, Trasgressioni, 46 (Ιανουάριος-Απρίλιος 2008), σσ. 25-43.

[7] D. Skenderovic, “Los partidos populistas de extrema derecha en Suiza: de la marginalidad a la corriente principal”, στο M. Á. Simón (επ.), La extrema derecha en Europa desde 1945 hasta nuestros días (Tecnos, Madrid, 2007), σ. 462.

[8] W. T. Bau, Populisme de droite en Europe: Phénomène passager ou transition vers un courant polítique dominant? (Friedrich Ebert Stiftung-Bureau de Paris, abril 2011), σ. 14.

[9] P.-A. Taguieff, “Antilepénisme: les erreurs à ne plus commettre”, οπ.π., σσ. 223-230.

[10] P. Hainsworth (επ.), The politics of the Extreme Right. From the margins to the Mainstream (Pinter, London-New York, 2000).

[11] P. Ignazi, “Les partis d’extrême droite en l’Europe de l’Ouest”, en VV.AA., Les extrêmes droites en Europe: Le retour? Actes du colloque du 5 novembre 2010 (Les Cahiers du CEVIPOF Avril 2011 n° 53), σσ. 59-67.

Ιστοσελίδα / Xavier Casals

Ο Xavier Casals είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στη Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Pompeu Fabra (UPF).

Πηγή http://www.re-public.gr/?p=4618#sthash.fOTVG8L1.dpuf

Ο μύθος του ανταγωνισμού


8888

Χαζεύω μια τηλεοπτική, lifestyle εποποιία. Όχι από τις κραχτές, αλλά απ’ αυτές που έχουν λίγο απ’ όλα: ολίγον υγεία, fitness, οικογένεια, κατανάλωση, ψυχαγωγία, ψυχολογία. Δεν έχει αστρολόγο. Την προσοχή μου τραβάει μια παιδοψυχολόγος, που συνιστά να μην πιέζουμε τα παιδιά για τις επιδόσεις τους στο σχολείο. Και, κυρίως, να μην τα χρησιμοποιούμε ως τρόπαια της δικής μας ανταγωνιστικής διάθεσης. Η αποτυχία είναι στο πρόγραμμα, λέει η παιδοψυχολόγος. Και προειδοποιεί για τους κινδύνους που εγκυμονεί το πνεύμα του ανταγωνισμού στην ισορροπία των παιδιών.

 

Κοινότοπα πράγματα, τα λένε οι παιδοψυχολόγοι, τα παραδέχονται και οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί, παρ’ όλο που υπηρετούν ένα καθ’ όλα ανταγωνιστικό εκπαιδευτικό σύστημα. Το σχολείο πια δεν είναι μόνο ανομολόγητη προσομοίωση του κοινωνικού ανταγωνισμού, αλλά διδάσκει τον ανταγωνισμό ως όρο κάθε βήματος προόδου στην ιστορία της ανθρωπότητας. Αλλά και ως όρο επιβίωσής της στο μέλλον. Η ανταγωνιστικότητα είναι ο θεμελιώδης μύθος πάνω στον οποίο πρέπει να ανοικοδομηθεί η Ελλάδα, η «τελευταία σοβιετική δημοκρατία στην Ευρώπη», η ανταγωνιστικότητα είναι ο στόχος όλων των «μεταρρυθμίσεων» και η προϋπόθεση ανάκαμψης της οικονομίας, και είναι η πρόκληση που αντιμετωπίζει όλη η Ευρώπη αν σκοπεύει να αντέξει στην πολιορκία της από τους αναδυόμενους ανταγωνιστές της.

 

Το ιδεολόγημα του ανταγωνισμού είναι τόσο παλιό όσο και ο φιλελευθερισμός του Άνταμ Σμιθ. Μόνο που ο πατέρας του φιλελευθερισμού είχε κατά νου έναν ανταγωνισμό μεταξύ περίπου ισότιμων παραγωγών που προσέρχονταν σε μια αγορά ελεύθερη από παρεμβάσεις, με μόνο τους όπλο την ποιότητα και την τιμή των αγαθών και υπηρεσιών που πωλούσαν. Αλλά ακόμη και αυτών ο ανταγωνισμός είχε ένα όριο: την προσέγγιση της «φυσικής τιμής» κάθε αγαθού γύρω από την οποία η αγορά έβρισκε ισορροπία. Ο Σμιθ δεν υποψιαζόταν στην εποχή του ότι ο «ενάρετος» ανταγωνισμός του, αργά ή γρήγορα, θα οδηγούσε σ’ αυτό που ήθελε να αποτρέψει: στη συσσώρευση μονοπωλιακής δύναμης από λίγους «ενάρετους ανταγωνιστές». Ο αγαθός ανταγωνισμός του δεν υπήρξε παρά μια σύντομη παρένθεση στους τρεις αιώνες καπιταλισμού.

 

Ο νεοεφιλελευθερισμός προσπάθησε να αναστηλώσει το ιδεολόγημα του ελεύθερου ανταγωνισμού και να το προσαρμόσει στις συνθήκες των πολυεθνικών, των τεράστιων μονοπωλιακών ομίλων και των επενδυτικών κεφαλαίων που δεν παρήγαγαν και δεν πουλούσαν τίποτα, αλλά επένδυαν σε οτιδήποτε αποφέρει κέρδη. Η Θάτσερ έδωσε την αυθεντικότερη εκδοχή του νέου μοντέλου ανταγωνιστικότητας με την ιστορική φράση: «Δεν υπάρχει κοινωνία, υπάρχουν μόνον άτομα, άνδρες, γυναίκες και οι οικογένειές τους». Έκτοτε, περίπου έτσι πορεύεται το οικονομικό μας σύμπαν. Ο καθένας μόνος του και όλοι εναντίον όλων. Δύση εναντίον Ανατολής. Βορράς εναντίον Νότου. Ευρώπη εναντίον ΗΠΑ. Κράτη εναντίον κρατών. Επιχειρήσεις εναντίον επιχειρήσεων. Μισθωτοί εναντίον μισθωτών. Απασχολούμενοι εναντίον ανέργων. Εργαζόμενοι εναντίον συνταξιούχων. Όλη η οικονομική «πρόοδος», η μεγέθυνση, η ανάπτυξη που προέκυψε κατά τον «χρυσό αιώνα» του νεοφιλελευθερισμού υποτίθεται ότι πήγασε από την απελευθερωτική δύναμη του ανταγωνισμού. Ατόμων, ομάδων, κρατών, εθνών, συνασπισμών. Ο μόνος ανταγωνισμός που αποκλείστηκε είναι ο ανταγωνισμός των τάξεων. Απαγορευμένος ή περιορισμένος. Ακόμη και διά νόμου.

 

Αυτό το τελευταίο είναι και το θεμελιώδες «κενό» στο ιδεολόγημα του γενικευμένου ανταγωνισμού, που προσπάθησε να βρει επιστημονικό καταφύγιο στη φύση και στον ανταγωνισμό των ειδών, ερήμην του Δαρβίνου, φυσικά. Για να είναι παραγωγικός ο ανταγωνισμός, πρέπει να αποβάλει το ιστορικά διαρκέστερο στοιχείο του. Τον ανταγωνισμό των τάξεων για την κατανομή του πλούτου και της ισχύος. Αυτό κυρίως υπονοούσε η Θάτσερ λέγοντας ότι «δεν υπάρχει κοινωνία». Ότι δεν υπάρχουν τάξεις. Για την ακρίβεια ότι δεν πρέπει να υπάρχουν τάξεις. Ή, κι αν υπάρχουν, τους απαγορεύεται να συμπεριφέρονται ως τέτοιες. Κι αυτό αφορούσε κυρίως την εργατική τάξη, που, στα πρόσωπα των απεργών ανθρακωρύχων, υπέστη προ τριακονταετίας το πρώτο ισχυρό πλήγμα στη συλλογική της έκφραση, με το ξήλωμα της εργατικής νομοθεσίας στη Βρετανία. Οι μισθωτοί, στο εξής, όφειλαν να ανταγωνίζονται απλώς ο ένας τον άλλο για τη διατήρηση της θέσης εργασίας τους, γεγονός ευεργετικό για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, και ταυτόχρονα να δρουν συλλογικά μόνο στο πλαίσιο της συνεργασίας των «κοινωνικών εταίρων».

 

Ο ηχηρός απόηχος αυτής της κραυγαλέας απόκλισης από το ιδεολόγημα του ανταγωνισμού φτάνει ως τις μέρες μας και ως τα μέρη μας. Η μνημονιακή Ελλάδα αποτελεί κατεξοχήν πεδίο του πιο ακραίου πειράματος της α λα καρτ απελευθέρωσης του ανταγωνισμού. Η στρατηγική της εσωτερικής υποτίμησης, που αποτελεί πεμπτουσία του προγράμματος προσαρμογής, δεν είναι παρά η επιβολή ενός ακραίου ανταγωνισμού εντός κάθε υποτελούς τάξης, με κύριο πεδίο τη μισθωτή εργασία, στην οποία ο αρνητικός ανταγωνισμός των μισθών απελευθερώνεται από κάθε κατώτατο όριο. Αυτό είναι το τίμημα της διατήρησης μιας θέσης εργασίας με τη θηριώδη ανεργία 30%, το ίδιο ορίζεται και ως τίμημα για την ανάπτυξη. Αλλά, την ίδια ακριβώς στιγμή, αποκλείεται το δικαίωμα συλλογικού ανταγωνισμού των τάξεων, η συλλογική διαπραγμάτευση για τον μισθό και τους όρους εργασίας, και σ’ αυτό κατατείνει τώρα και η συζήτηση για τη «μεταρρύθμιση» της συνδικαλιστικής νομοθεσίας. Στη θέση του ανταγωνισμού κεφαλαίου και εργασίας που, κουτσά στραβά, επιβίωσε στον 20ό αιώνα αποτελώντας έναν από τους παράγοντες διαμόρφωσης εισοδημάτων και ζήτησης, αναπτύσσεται μια ιδιότυπη, καταναγκαστική «αλληλεγγύη» των τάξεων, στο όνομα της εθνικής ή πανευρωπαϊκής επιβίωσης. Ο ατομικισμός, που αποτελεί ιδεολογικό πυρήνα του φιλελευθερισμού και θεωρείται προωθητικό καύσιμο του πλούτου, όταν μιλούμε για μισθούς και εισοδήματα μεταμορφώνεται σε κάτι δυσοίωνο, αντικοινωνικό και αντιπαραγωγικό, που λειτουργεί εις βάρος των ανέργων, των φτωχότερων, των μελλουσών γενεών. Γι’ αυτό αποκλείεται κατά περίπτωση. Τελικώς, ο ατομικισμός και ο ανταγωνισμός είναι προνόμια των πατρικίων. Για τους πληβείους επιβάλλεται καταναγκαστική «αλληλεγγύη».

 

Κατά κάποιο τρόπο, αυτή είναι και μια χρήσιμη ομολογία. Ακόμη και για τους φανατικά φιλελεύθερους που φιλοτεχνούν τα προγράμματα προσαρμογής, φαίνεται ότι ο ανταγωνισμός και ο ατομικισμός έχουν εξαντλήσει την προωθητική τους δύναμη στη δημιουργία πλούτου και προόδου. Στο ελληνικό μνημονιακό εργαστήριο μπορεί να «απελευθερώνονται» από κάθε φραγμό η επιχειρηματικότητα και οι επενδύσεις, αλλά για να πέσει έστω κι ένα ευρώ επένδυσης θα πρέπει το Μέγαρο Μαξίμου να μετατραπεί σε data room, όπου η κυβέρνηση εκθέτει την πραμάτεια της και προσπαθεί να πείσει τους επενδυτές να ρισκάρουν τα λεφτά τους. Μπορεί τα θεσμικά τείχη που υποτίθεται ότι εμπόδιζαν τις επενδύσεις να κατεδαφίζονται, αλλά οι ξένοι «πολιορκητές» κάθονται απρόθυμοι μπροστά στη θέα των ερειπίων. Μπορεί η τρόικα να έχει επιβάλει ένα ανταγωνιστικό διαγωνιστικό πλαίσιο στην εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, αλλά χρειάζεται να επιστρατευτούν πρόεδροι και πρωθυπουργοί κρατών, σαν τον Ολάντ και τη Μέρκελ, για να κινητοποιηθεί το ενδιαφέρον των εθνικών τους πρωταθλητών για την ελληνική πραμάτεια. Αυτό δεν μου μοιάζει με ανταγωνισμό, αλλά με εμποροπανήγυρη του 19ου αιώνα.

 

Τα πράγματα για τον ανταγωνισμό γίνονται ακόμη πιο σκούρα σε γεωπολιτική κλίμακα. Ο «πόλεμος όλων εναντίον» όλων στην παγκόσμια οικονομία δεν είναι τόσο πλουτοπαραγωγικός όσο υπόσχονταν οι οραματιστές του. Έπειτα από δεκαετίες διαπραγματεύσεων για την απελευθέρωση κάθε αγοράς, οι G20 τρέμουν στην ιδέα ενός νέου γύρου νομισματικών ή εμπορικών πολέμων και αναζητούν μορφές συλλογικής, «αντι-ανταγωνιστικής» διαχείρισης. ΗΠΑ και Ε.Ε., έπειτα από δεκαετίες δασμολογικών ανταγωνισμών, συζητούν τη δημιουργία ελεύθερης ζώνης συναλλαγών, που πρακτικά δεν είναι άλλο από ένας ευρωατλαντικός προστατευτισμός έναντι των ανταγωνιστών της Ασίας. Και το ίδιο κάνουν οι Λατινοαμερικανοί, οι Ασιάτες, οι BRICS.

 

Η ίδια η Ε.Ε. -και η Ευρωζώνη- ενσωματώνει με ακραίο τρόπο την αντίφαση. Ενώ επαίρεται ότι είναι η πιο ανταγωνιστική αγορά στον κόσμο, με ακραίες ανισότητες μεταξύ των κρατών-μελών της, την ίδια στιγμή εξελίσσεται σε πολιτική, δημοσιονομική και τραπεζική ένωση που αποκλείει ποικίλες μορφές φορολογικού, δασμολογικού, επενδυτικού  ανταγωνισμού. Πού σταματάει ο ανταγωνισμός και πού αρχίζει η αλληλεγγύη των ανταγωνιστών; Το δυσδιάκριτο σύνορο είναι ένα λεπτό σκοινί πάνω στο οποίο ακροβατεί επικίνδυνα η ευρωκρατία. Η Ε.Ε., η ένωση των ανελέητων ανταγωνιστών, ή θα εξελιχθεί σε λεόντειο εταιρεία, μια γερμανική ή το πολύ βορειοευρωπαϊκή αυτοκρατορία, ή απλώς θα διαλυθεί. Η κουλτούρα του ανταγωνισμού χρειάζεται επειγόντως λίθιο…

 

 

ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ

 

Η γενναιόδωρη αμοιβή της εργασίας, όπως είναι το αποτέλεσμα της αύξησης του πλούτου, έτσι είναι και η αιτία αύξησης του πληθυσμού. Το να παραπονιέται κανείς γι’ αυτό σημαίνει ότι θρηνεί για το αναγκαίο αποτέλεσμα και την αιτία της μεγαλύτερης δημόσιας ευημερίας.

 

Αξίζει ίσως να αναφερθεί ότι η κατάσταση των εργαζόμενων φτωχών, της μεγάλης πλειονότητας του πληθυσμού, φαίνεται να είναι η ευτυχέστερη και η πλέον άνετη κατά τη φάση της μεγέθυνσης, καθώς η κοινωνία προχωρεί προς περαιτέρω κατακτήσεις, κι όχι όταν η κοινωνία έχει κατακτήσει την πλήρη ανάπτυξη του πλούτου της. Η κατάστασή τους είναι σκληρή κατά τη στάσιμη φάση και δυστυχής κατά τη φάση της παρακμής. Η φάση της μεγέθυνσης είναι, στην πραγματικότητα, η φάση της ευθυμίας και της εγκαρδιότητας για όλες τις τάξεις της κοινωνίας. Η στασιμότητα είναι ανιαρή και η παρακμή μελαγχολική.

 

Άνταμ Σμιθ, «Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών»

(Επενδυτής, 23-2-2013)   http://kibi-blog.blogspot.gr/