Η Γερμανία αποφεύγει το νομισματικό για να συνεχίσει τον κοινωνικό πόλεμο


1Του Λεωνίδα Βατικιώτη – «Επίκαιρα»  

Το θέμα που ανέδειξε πρόσφατα το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel, παρά τη δραματικότητά του, δεν θα άξιζε περαιτέρω σχολιασμού, αν δεν αποτελούσε την κορυφή του παγόβουνου, αντανακλώντας μια πολύ ευρύτερη τάση, που αφορά στη ραγδαία υποβάθμιση της εργασίας στο πλαίσιο της βύθισης της Ευρώπης σ’ ένα νεοφιλελεύθερο βάλτο.

Πρόκειται για την επιστολή που έλαβε 19χρονη άνεργη Γερμανίδα στο Άουγκσμπουργκ από το τοπικό, και μάλιστα δημόσιο, γραφείο ευρέσεως εργασίας και έκανε τη μητέρα της να ουρλιάζει επί ώρες. Το θέμα της αλληλογραφίας αφορούσε σε πρόταση εργασίας στη 19χρονη ως σερβιτόρας σ’ ένα χώρο 2.500 τετραγωνικών μέτρων ονόματι «Κολοσσαίο».
Μόνο που δεν επρόκειτο για ένα οποιοδήποτε μπαρ ή καφέ, αλλά για… οίκο ανοχής, και είναι αυτονόητο ότι τα όρια μεταξύ σερβιρίσματος ποτών και ικανοποίησης άλλων… παραγγελιών, πολύ περισσότερο σε τέτοιους  χώρους, ποτέ δεν είναι αυστηρά, ακόμη και για μια χώρα όπως η Γερμανία, που φημίζεται για την αυστηρότητα της. Η απόφαση για τη 19χρονη όμως δεν ήταν τόσο απλή, δεδομένου ότι πιθανή άρνηση της ισοδυναμούσε με διακοπή κάθε επιδοματικής παροχής τώρα και στο μέλλον, μια και σήμαινε απροθυμία εργασίας. Είναι κι αυτό ένα από τα μέτρα που επιβλήθηκαν στη Γερμανία το 2004 στο πλαίσιο ευρύτατης αντεργατικής μεταρρύθμισης.

Το συγκεκριμένο περιστατικό δεν ήταν το πρώτο που παρατηρήθηκε, υπογραμμιζόταν στο γερμανικό περιοδικό, επιβεβαιώνοντας τις δραματικές κοινωνικές συνέπειες που έχουν προκαλέσει η λιτότητα και η ανεργία ακόμη και στη Γερμανία, η οποία παρ όλα αυτά καυχιέται, σύμφωνα με τους Financiol Times της Παρασκευής 15 Φεβρουαρίου, για «τη χαμηλή ανεργία-ρεκόρ και, με βάση τα ιστορικά της δεδομένα, για μια σχετικά ελαστική αγορά εργασίας». Με τα όρια να αγγίζουν την εκπόρνευση, πιο ελαστική πράγματι δεν γίνεται…

Πτώση του ΑΕΠ

Η γερμανική ηγεσία, ωστόσο, δεν κλείνει τα μάτια μόνο σε περιστατικά όπως το προαναφερθέν, που αποτελεί τη σκοτεινή όψη του σύγχρονου γερμανικού θαύματος, αλλά ακόμη και σε πιο ηχηρά σήματα κινδύνου, όπως αυτό που αφορούσε στη συρρίκνωση του ΑΕΠ των χωρών της Ευρωζώνης στο δ’ τρίμηνο του 2012 κατά 0,6% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας προκάλεσε ιδιαίτερη ανησυχία για πολλούς λόγους:

Πρώτον, γιατί ήταν η μεγαλύτερη συρρίκνωση που καταγράφεται από την εποχή της κατάρρευσης της Lehman Brothers, πριν από τέσσερα χρόνια, ενώ μάλιστα η παραγωγή στην Ευρωζώνη εξακολουθεί να παραμένει 3% χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2008, όταν ξέσπασε η κρίση. Η έξοδος, δηλαδή, που αναμενόταν για το τέλος του 2013 θα καθυστερήσει σημαντικά.

Δεύτερον, επειδή στο κάδρο της κρίσης πλέον εισέρχονται και οι χώρες του λεγόμενου Κέντρου, όπως για παράδειγμα η Γερμανία και η Γαλλία, που υπέστησαν μειώσεις του ΑΕΠ της τάξης του 0,6% και 0,3%. Πρόκειται για εξέλιξη που επισημοποιεί τη γενίκευση της κρίσης στην Ευρωζώνη.
Τρίτον, επειδή η πτώση του ΑΕΠ προμηνύει λιγότερα φορολογικά έσοδα, αποκλίσεις στους δημοσιονομικούς στόχους που έχουν θέσει κυβερνήσεις όπως του Φρανσουά Ολάντ στη Γαλλία, κι αυτές, ένεκα της νεοφιλελεύθερης τύφλωσης, περαιτέρω μέτρα λιτότητας.

Η Γερμανία, ωστόσο, δεν έδειξε τον παραμικρό σκεπτικισμό απέναντι στο μείγμα οικονομικής πολιτικής που ακολουθεί στο εσωτερικό της και επιβάλλει σε όλη την Ευρώπη. Η αφορμή για να επιβεβαιώσει τη δογματική της προσκόλληση στην πολιτική της λιτότητας δόθηκε από αρκετά μακριά, συγκεκριμένα από την Ιαπωνία, η οποία συνειδητά και σχεδιασμένα πλέον υποτιμά το εθνικό της νόμισμα -μόνο έναντι του ευρώ το γεν από το Νοέμβριο έχει υποτιμηθεί κατά 20% και έναντι του δολαρίου κατά 15%-, ελπίζοντας να αυξήσει τις εξαγωγές της στο πλαίσιο μιας σοβαρής προσπάθειας που διεξάγει για να εξέλθει οριστικά από την παγίδα του αποπληθωρισμού στην οποία παραπαίει, με τις τιμές της να μειώνονται σταθερά επί δεκατρία συνεχόμενα τρίμηνα.

Η προσπάθεια που διεξάγει και η οποία έχει ήδη βαφτιστεί από το διεθνή Τύπο ως «Αμπενόμικς» -από το όνομα του Ιάπωνα πρωθυπουργού- σκοπεύει να επιφέρει επίσης πολιτική σταθερότητα, καθώς στην κινούμενη άμμο της ιαπωνικής οικονομίας την τελευταία πενταετία έχουν χαθεί έξι πρωθυπουργοί. Τον προηγούμενο μήνα και πριν δοθούν στη δημοσιότητα τα στοιχεία για την πορεία του ΑΕΠ το δ’ τρίμηνο του 2012, όπου σημειώθηκε νέα μείωση κατά 0,4% -όπως συνέβη, δηλαδή, και στην Ευρώπη-, σύσσωμο το πολιτικό σύστημα της Ιαπωνίας φαίνεται να είπε ένα «έως εδώ», και η κυβέρνηση μαζί με την κεντρική τράπεζα δεσμεύτηκαν να εργαστούν από κοινού, καταβάλλοντος κάθε αναγκαία προσπάθεια μέχρι ο πληθωρισμός να φτάσει στο 2% κι έτσι να μπει ένα τέλος στη φθίνουσα πορεία που ξεκίνησε με την κρίση του 2008-2009 και βάθυνε στη συνέχεια με το σεισμό και το καταστροφικό τσουνάμι που ακολούθησε.

Θλιβερή εξαίρεση η Ευρωζώνη

«Αν ολοένα και περισσότερες χώρες επιχειρούν να υποτιμήσουν τα νομίσματα τους, αυτό θα οδηγήσει σε ανταγωνιστικές υποτιμήσεις, που ως αποτέλεσμα έχουν μόνο χαμένους», ήταν η απάντηση του επικεφαλής της γερμανικής κεντρικής τράπεζας, Γενς Βάιντμαν , που με τον τρόπο αυτό έκοψε απότομα οποιαδήποτε συζήτηση για να ακολουθήσει και η Ευρωζώνη την οδό της νομισματικής υποτίμησης που έχει επιλέξει όχι μόνο η Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, αλλά επίσης οι ΗΠΑ και η Βρετανία. Δηλαδή, σχεδόν όλες οι μεγάλες οικονομίες, με εξαίρεση την Ευρωζώνη.

Το ζητούμενο προφανώς είναι με τον τρόπο αυτό να δώσουν ώθηση στις εξαγωγές και στην εγχώρια παραγωγή τους, φέρνοντας πιο κοντά την ανάκαμψη. Το Λονδίνο, πολύ χαρακτηριστικά, διατηρεί τη συναλλαγματική ισοτιμία της βρετανικής λίρας 24% χαμηλότερα από το επίπεδο που βρισκόταν στα μέσα του 2007.

2Ο πρόεδρος της γερμανικής κεντρικής τράπεζας, που χαρακτήρισε «νομισματικά πόλεμο» την υπό εξέλιξη αναπροσαρμογή των ισοτιμιών, έτσι ώστε να προσδώσει τι δέουσα αυστηρότητα, είπε κι άλλα. Όπως ότι οποιαδήποτε συζήτηση για πιθανή υπερτίμηση του ευρώ συνιστά αποφυγή των πραγματικών προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι οικονομίες της Ευρωζώνης, και ειδικότερα αυτής της Γαλλίας, στην οποία στρέφονταν τα βέλη. Οι προκλήσεις, κατά το Γερμανό κεντρικό τραπεζίτη, δεν είναι άλλες από την εφαρμογή εκείνων των μέτρων που θα κάνουν τις οικονομίες περισσότερο ανταγωνιστικές. Με άλλα λόγια, μείωση μισθών και ημερομισθίων και κοινωνικών δαπανών  κατά τη γνωστή συνταγή.

Η επιμονή της Γερμανίας να διατηρεί σε υψηλά επίπεδα το ευρώ, όταν οι συναλλαγματικές ισοτιμίες όλων σχεδόν των άλλων  χωρών, και περισσότερο της Ιαπωνίας, μειώνονται -έχοντας μετατρέψει την αγορά ευρώ  και την πώληση γεν στην αγορά συναλλάγματος στην πιο κερδοφόρα και σίγουρη επένδυση-, έχει, ωστόσο, και μια επιπλέον διάσταση. Η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ κρίνεται «σωστή» για τη Γερμανία, λόγω του ότι κινείται σε χαμηλότερα επίπεδα απ’ αυτά που θα κινούταν ένα εθνικό της νόμισμα. Το ευρώ δηλαδή, σε σχέση με ένα πιθανό μάρκο, προσφέρει σημαντικά οφέλη στη γερμανική παραγωγική μηχανή, και αυτά είναι αρκετά όπως φαίνεται για το Βερολίνο, σε σημείο που να βάζει μια «κόκκινη γραμμή», απαγορεύοντας κάθε συζήτηση για υποτίμηση του.

Πρόκειται, ωστόσο, για μια ισοτιμία που είναι καταστροφική για τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης, για παράδειγμα τις χώρες της περιφέρειας, απομακρύνοντας την προοπτική εξόδου από την κρίση, μια και κινείται σε υψηλότερα επίπεδα απ’ αυτά που έχουν ανάγκη και είναι φυσιολογικά για τη δική τους οικονομική δομή. Και στα νομισματικά, δηλαδή, η Γερμανία επιβάλλει τη δική της θέληση, σε βάρος όχι μόνο του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού της, αλλά και των αναγκών των άλλων χωρών της Ευρωζώνης.

Πηγή. http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2013/02/blog-post_443.html

Ο Μαρξ, ο Κέϋνς και η Ελλάδα


marx_keynes.square-200

Του Χρήστου Λάσκου

Η μεγάλη συζήτηση σχετικά με τη παγκόσμια καπιταλιστική κρίση συνεχίζεται. Με δεδομένο πως κανείς στοιχειωδώς σοβαρός παρατηρητής της πορείας των πραγμάτων δεν ισχυρίζεται πως η κατάσταση εξελίσσεται έστω υποφερτά, με δεδομένο, δηλαδή, πως υπάρχει γενική συναίνεση πως η κρίση συνεχίζεται και η ανάκαμψη αργεί, ο διάλογος και η αντιμαχία αφορούν το τι πρέπει να γίνει.

Η μεγάλη συζήτηση σχετικά με τη παγκόσμια καπιταλιστική κρίση συνεχίζεται. Με δεδομένο πως κανείς στοιχειωδώς σοβαρός παρατηρητής της πορείας των πραγμάτων δεν ισχυρίζεται πως η κατάσταση εξελίσσεται έστω υποφερτά, με δεδομένο, δηλαδή, πως υπάρχει γενική συναίνεση πως η κρίση συνεχίζεται και η ανάκαμψη αργεί, ο διάλογος και η αντιμαχία αφορούν το τι πρέπει να γίνει.

Ως προς αυτό, μπορούμε να πούμε πως οι δύο βασικές «ετερόδοξες» προσεγγίσεις στο θέμα –θέτοντας του νεοφιλελεύθερους οπαδούς της ανταγωνιστικής λιτότητας απέναντι- είναι εξαιρετικά αποκλίνουσες.

Οι κεϋνσιανοί υποστηρίζουν πως η υπέρβαση της κρίσης θα έλθει με το σωστό χειρισμό της «ενεργού ζήτησης». Έτσι, ο Στίγκλιτς θεωρεί πως μόνο η αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης μπορεί να δώσει ώθηση στην ανάκαμψη και, συνεπώς, με μια φιλολαϊκή τροπή της σκέψης του, υποστηρίζει πως η μείωση της εισοδηματικής ανισότητας θα αποτελούσε μια πολύ σοφή κίνηση για όλους «μας». Η πρώτη αντίρρηση προέρχεται από έναν, εν πολλοίς, ομοϊδεάτη του, τον εξίσου διάσημο Πολ Κρούγκμαν, ο οποίος αποδέχεται μεν την πρωτοκαθεδρία της ζήτησης, επισημαίνει, ωστόσο, πως προφανώς αυτή θα μπορούσε να προκύψει από τη μεγαλύτερη δαπάνη για πολυτελή αγαθά από μέρους των πλουσίων. Πράγμα που, αντίθετα με την προσδοκία του Στίγκλιτς, θα μπορούσε να υποβοηθηθεί από μια επιδείνωση της διανομής του εισοδήματος σε βάρος των εργαζομένων.

Οι μαρξιστές απορρίπτουν συνολικά το κεϋνσιανό σχήμα υπενθυμίζοντας πως ο καπιταλισμός δεν έχει ως στόχο την παραγωγή χρήσιμων αγαθών και υπηρεσιών, αλλά τη διαρκώς αυξανόμενη παραγωγή κέρδους. Από αυτήν την καθοριστική άποψη, η λειτουργία του συστήματος δεν είναι να ικανοποιεί την κατανάλωση, αλλά τη συσσώρευση. Πράγμα που σημαίνει πως δεν είναι η κατανάλωση, αλλά η επένδυση ο οδηγός της οικονομικής μεγέθυνσης στον καπιταλισμό. Και επένδυση αναλαμβάνεται μόνο όταν πληρούνται οι συνθήκες για υψηλή κερδοφορία. Πράγμα που, επιπλέον, σημαίνει πως η κερδοφορία είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την καπιταλιστική μεγέθυνση –χωρίς αυτήν, καμία «καταναλωτική ώθηση» δεν έχει την παραμικρή σημασία.

Η ελληνική περίπτωση αποτελεί μια καλή case study, που θάλεγε ο Γιώργος Παπανδρέου και όλοι οι χαρβαρντιανοί μας διανοούμενοι, για να ελεγχθεί η εγκυρότητα των βασικών προσεγγίσεων. Ας το δούμε, λοιπόν, λίγο το θέμα μας κι από αυτήν την άποψη.

Η μέθοδος που ακολούθησε το ελληνικό κεφάλαιο προκειμένου να ισχυροποιηθεί στον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό υπήρξε η μεγάλη συμπίεση του μεριδίου των μισθών στο ετήσιο προϊόν. Αυτή η «επένδυση» στην όλο και εντονότερη εκμετάλλευση της εργασίας είναι διαρκής για τον ελληνικό καπιταλισμό τα τελευταία τριάντα χρόνια. Αρκεί να σημειώσουμε πως το μερίδιο της εργασίας από 62% το 1973, όπως διαμορφώθηκε με συνεχή πτώση στη διάρκεια της χούντας, πήγε στο 69% το 1979 και αφού άγγιξε το 72% στις αρχές της δεκαετίας του ’80 έπιασε το ιστορικό χαμηλό του το 2005 με 59,5%. Σήμερα, με την εφαρμογή της μνημονιακής πολιτικής, τείνει να συμπιεστεί κάτω από το 50% του ΑΕΠ, πράγμα που κατατάσσει τον ελληνικό καπιταλισμό στις ακραίες εκδοχές σε παγκόσμιο επίπεδο.

Με άλλα λόγια, η εντύπωση ενός μεγάλου μέρους «προοδευτικών» εν γένει οικονομολόγων, πολιτικών και σχολιαστών πως η ενίσχυση της ζήτησης μέσω της ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, δηλαδή μέσω της αύξησης των μισθών, θα ήταν προς όφελος της «εθνικής οικονομίας», άρα και της ελληνικής άρχουσας τάξης, αστοχεί από πολλές απόψεις. Από τη μία, είναι σαν να υποθέτει πως αυτή η ακραία εκμεταλλευτική πολιτική είναι κάτι σαν ανόητη αστοχία, ενώ πρόκειται για μια διαχρονική ταξική επιλογή. Από την άλλη, στο μέτρο που ισχυρίζεται πως η μισθολογική αύξηση είναι προς όφελος και των ελλήνων καπιταλιστών, εν τέλει, δεν κατανοεί το στοιχειώδες: η αύξηση των μισθών σημαίνει (και εδώ πρόκειται για ταυτολογία) μείωση των κερδών.  Κι αυτό τη στιγμή που όλη η σύγκρουση γίνεται για να αναταχθεί η κερδοφορία σε βάρος των εργαζόμενων.

Το δυστύχημα είναι πως αυτές οι νεοκεϋνσιανής κλίσης προσεγγίσεις επηρεάζουν ένα μεγάλο τμήμα και της ριζοσπαστικής ακόμη Αριστεράς. Και, εξαιτίας αυτού, υπάρχει, στο συγκεκριμένο τμήμα,  η πεποίθηση πως μια πολιτική «εθνικής σωτηρίας» μπορεί να είναι βιώσιμη στο μέτρο που θα συσπειρώσει «ευρύτερα» κοινωνικά στρώματα. Είναι δυστύχημα δε γιατί αντιλαμβάνεται την πολιτική εναλλακτική με όρους εφαρμογής ενός συνεκτικού προγράμματος καταπολέμησης της ύφεσης μέσω της «τόνωσης της ζήτησης». Κι αυτό, ενώ ο θόρυβος των πλησιαζόντων γεγονότων, για να θυμηθούμε το μεγάλο ποιητή, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία πως αυτό που επίκειται δεν είναι ο «δημοκρατικός προγραμματισμός», αλλά μια ιστορικής έκτασης σύγκρουση στην περίπτωση που η ριζοσπαστική Αριστερά αναλάβει την διακυβέρνηση στην Ελλάδα.

Η αύξηση του εισοδήματος της εργασίας δεν θα γίνει για «αναπτυξιακούς» λόγους, αλλά για να πληρώσουν οι πλούσιοι. Επενδύσεις δεν θα έλθουν παρά μόνο αν το δημόσιο τις αναλάβει αποφασιστικά για τις ανάγκες των πολλών. Χρηματοδότηση δεν θα υπάρξει αν δεν περάσουν οι τράπεζες σε δημόσια ιδιοκτησία υπό εργατικό και κοινωνικό έλεγχο.

Επιπλέον, όλα αυτά δεν θα ανοίξουν το δρόμο στον μεγάλο κοινωνικό μετασχηματισμό αν πορευόμαστε ως νομισματικοί φετιχιστές της δραχμής χωρίς να αντιλαμβανόμαστε πως η επιλογή του ευρωπαϊκού και του διεθνούς πεδίου γι’ αυτήν τη μάχη είναι στρατηγική. Χωρίς τη βοήθεια ενός μεγάλου τμήματος των ευρωπαίων εργαζομένων και το συντονισμό των ζωντανών κινημάτων στην ευρωπαϊκή τουλάχιστον επικράτεια κανένα σχέδιο δεν έχει τύχη.

Πηγή: http://www.alterthess.gr/content/o-marks-o-keyns-kai-i-ellada-toy-xristoy-laskoy