Δράκοι, γίγαντες και δηλητήριο: Έχει η Κίνα πήλινα πόδια;


222Από την αρχή της διεθνούς κρίσης, η Κίνα ήταν η μόνη από τους μεγάλους διεθνείς «παίχτες» που κατάφερε όχι μόνο να τη βγάλει «καθαρή» αλλά και να αποτελέσει στήριγμα του παραπαίοντος συστήματος. Με μόνη ανησυχία αν η ετήσια αύξηση του ΑΕΠ της θα ξεπεράσει ή θα προσεγγίσει το «κρίσιμο» 8%, ο ανερχόμενος γίγαντας, ο δράκος που ξύπνησε εξελίσσεται σε παγκόσμιο εργαστήρι. Ειδικά όσον αφορά τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, ο ρόλος της Κίνας γίνεται όλο και μεγαλύτερος.

Η πρόσφατη επίσκεψη της Μέρκελ στην Κίνα (η δεύτερη τον τελευταίο χρόνο) είναι ενδεικτική της σημασίας που δίνει η Γερμανία στον «ασιατικό γίγαντα», σημασία που δεν μένει αναπάντητη. Και όχι χωρίς λόγο: Σύμφωνα με άρθρο της Deutche Welle, το σινογερμανικό εμπόριο αποκτά όλο και μεγαλύτερη σπουδαιότητα. «Η Γερμανία είναι ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Κίνας στην Ευρώπη. […] Και αντιστρόφως, η Κίνα είναι ο πέμπτος σημαντικότερος εταίρος της Γερμανίας διεθνώς και ο δεύτερος μεγαλύτερος εκτός Ευρώπης μετά τις ΗΠΑ. Η εκρηκτική αύξηση των εξαγωγών προς την Κίνα λειτούργησε ως “μαξιλάρι” για την πτώση των γερμανικών πωλήσεων στην Ευρώπη εν μέσω κρίσης».

Μάλιστα εξελίσσεται διεθνώς ένα είδος καταμερισμού της εργασίας όπου τα γερμανικά εργοστάσια παρέχουν τον υψηλής ποιότητας (και τιμής) μηχανολογικό εξοπλισμό και τα κινέζικα τα μεσαίας και κατώτερης ποιότητας σχετικά προϊόντα. Παράλληλα, σε διεθνές επίπεδο, τι ελπίδες έχουν οι εργατικοί αγώνες στην Ελλάδα, τις ΗΠΑ ή τη Γαλλία, αν τα κινέζικα ημερομίσθια λειτουργούν ως μπαμπούλας; «Αν δεν σας αρέσουν οι μισθοί πείνας, το εργοστάσιο μετακομίζει στην Κίνα κι εσείς απολύεστε».

Και όμως: Kαι στον κινέζικο «παράδεισο» (παράδεισο για το κεφάλαιο, όχι για τους εργαζόμενους…) έχουν εμφανιστεί αρουραίοι. Το πιο πρόσφατο σύμπτωμα ήταν η δυναστικού τύπου εκκαθάριση του ανερχόμενου στελέχους του κόμματος Μπο Σιλάι (με δικαιολογία ότι η σύζυγός του… δηλητηρίασε έναν εκβιαστή), σύμπτωμα μιας κατάστασης που ίσως και να είναι εκρηκτική. Οι αστάθειες αυξάνονται. Τα ερωτήματα πληθαίνουν: Mήπως ο κινέζικος γίγαντας έχει πήλινα πόδια;

Για την κατάσταση των τάξεων

Η Κίνα, ως η μεγαλύτερη χώρα του πλανήτη, είναι στην πραγματικότητα ένα μυστήριο για τον Δυτικό παρατηρητή, ειδικά αν αυτός δεν έχει τη δυνατότητα επιτόπιας έρευνας. Εντούτοις, μπορούν να εξαχθούν κάποια γενικά συμπεράσματα.
Πρώτα από όλα, η μετεωρική ανάπτυξη της Κίνας μετά το τέλος της Πολιτιστικής Επανάστασης στηρίχτηκε σε μια σειρά από παράγοντες. Πρώτα στην απελευθέρωση των παγκόσμιων ροών εμπορίου και κεφαλαίου (την «παγκοσμιοποίηση»), που επέτρεψε τη μαζική επένδυση παγίων κεφαλαίων κυρίως στη βιομηχανική παραλιακή ζώνη και στο Πεκίνο. Έπειτα, στον ασφυκτικό πολιτικό έλεγχο που εξακολουθεί να ασκεί το κόμμα στη χώρα, ειδικά μετά τα γεγονότα της Τιεν Αν Μεν. Στην Κίνα, για πολλούς λόγους, το κόμμα δεν ήταν απονομιμοποιημένο στη συνείδηση του πληθυσμού όπως στην ΕΣΣΔ, γεγονός που του επέτρεψε μεγάλη ελευθερία κινήσεων στην εμπέδωση πολιτικών που αφορούν το σχεδιασμό και την επένδυση κεφαλαίων.

Σε αυτό βοήθησε και η επιτυχία του στην καλλιέργεια ενός ιδιαίτερα εθνικιστικού λόγου στην πλειονότητα των Χαν (εθνικά Κινέζων) στην πιο πολυεθνική ίσως χώρα του κόσμου, όπου οι μειονότητες μετρώνται με τις εκατοντάδες, παίζοντας έτσι με τις άπειρες εθνοτικές διαιρέσεις. Όπως βοήθησε και ο ασφυκτικός έλεγχος που ασκεί το κόμμα σε οποιαδήποτε αντίπαλη πολιτική άποψη, είτε αριστερή είτε (λιγότερο) δεξιά. Τα προηγούμενα όμως δεν θα είχαν συμβεί αν δεν υπήρχε τρομερά φτηνό εργατικό δυναμικό με σχετικά υψηλό επίπεδο μόρφωσης και υγείας, κληροδότημα της πολιτιστικής επανάστασης. Το εργατικό δυναμικό αυτό χωρίζεται σε δύο κατηγορίες: στους «γηγενείς» των αστικών περιοχών της βιομηχανική ζώνης (Σανγκάη, Γκουανγκζού κ.λπ.) και στα αχανή αγροτικά στρώματα της ενδοχώρας που μετατράπηκαν σε προλετάριους, από μέλη αγροτικής κομμούνας που ήταν μέχρι τότε, λόγω των διαδοχικών μεταβολών στο καθεστώς ιδιοκτησίας της αγροτικής γης τα τελευταία 30 χρόνια. Πρόκειται για μια ιδιότυπη διαδικασία πρωταρχικής συσσώρευσης αλά κινεζικά: Για παράδειγμα, μόνη πηγή εσόδων για τις τοπικές κυβερνήσεις είναι από το 2006 και μετά η πώληση κοινοτικής γης με την παράλληλη έξωση των υφιστάμενων κατοίκων.

221Οι συνθήκες εκρηκτικής ανάπτυξης που βιώνει η Κίνα ως αποτέλεσμα των παραπάνω ειδικών ιστορικών συνθηκών επέτρεψαν στο κυβερνητικό κέντρο να διατηρήσει την πολιτική σταθερότητα• το «κοινωνικό συμβόλαιο» που υπόσχεται το καθεστώς στα κατώτερα στρώματα είναι αυτό της μηδενικής ανεργίας, έστω κι αν οι συνθήκες εργασίας είναι φρικτές, επιτρέποντας έτσι και τον πρωτοφανή πλουτισμό των ανώτερων στρωμάτων τόσο της κομματικής νομενκλατούρας όσο και των μεγιστάνων της βιομηχανίας (δύο κατηγορίες που εξάλλου δεν είναι και τόσο διακριτές πλέον). Οι ανισότητες, από περίπου μηδενικές τη δεκαετία του ’70, έχουν εκτοξευτεί σε επίπεδα Μεξικού.

Και οι ανισότητες δεν αφορούν μόνο τα ανώτερα κλιμάκια (που είναι οι καλύτεροι πελάτες της Φεράρι παγκοσμίως και ζουν σε «σπίτια» –μάλλον παλάτια– των δεκάδων εκατομμυρίων), αλλά και τις ανισότητες πόλης-χωριού: Σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων Σινχούα, μια πρόσφατη μελέτη της Κρατικής Ακαδημίας Κοινωνικών Επιστημών αναφέρει ότι οι ανισότητες μεταξύ πόλης και χωριού αυξήθηκαν κατά 26% από το 1997 και κατά 68% από το 1985. Ή, για να το πούμε αλλιώς, σύμφωνα με τα (πόσο αξιόπιστα άραγε;) επίσημα στοιχεία, το μέσο κατά κεφαλήν ετήσιο εισόδημα του κατοίκου του χωριού είναι λιγότερο από το ένα τρίτο από το αντίστοιχο του κατοίκου της πόλης. Στα δε βιομηχανικά και τεχνολογικά κέντρα, το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ ξεπερνά τα $13.000, φτάνοντας δηλαδή τοπικά σε επίπεδα αναπτυγμένης καπιταλιστικής χώρας.

Και οι Κινέζοι εργάτες; Παρά τις τεράστιες αλλαγές που λαμβάνουν χώρα γύρω τους, παρά τον πλούτο που παράγεται με όλο και πιο γρήγορους ρυθμούς, αυτοί συνεχίζουν άραγε να παράγουν αδιαμαρτύρητα τα αυτοκίνητα και τα iPhone της Δύσης, δουλεύοντας μάλιστα ενίοτε για τους ίδιους εργοδότες (τις δυτικές πολυεθνικές) για τους οποίους δουλεύουν και όσοι εργαζόμενοι έχουν απομείνει στη Δύση;

Η κρίση έρχεται στην Κίνα;

Όταν ξέσπασε η κρίση, το 2008, η παραγωγική μηχανή της Κίνας προς στιγμήν σταμάτησε• το κόμμα, πάλι, όχι. Εκταμίευσε τάχιστα ένα μεγάλο πακέτο «αναζωογόνησης της οικονομίας» (stimulus package), μια παλιά καλή κεϋνσιανού τύπου συνταγή. Τα χρήματα κατευθύνθηκαν σε υποδομές (δρόμους, τρένα υψηλής ταχύτητας, λιμάνια, επικοινωνίες) και είχαν αποτελέσματα: Η ανεργία κρατήθηκε μηδενική. Η μηχανή δεν σταμάτησε. Το πακέτο, σε πραγματικούς όρους, ήταν τεράστιο. Σύμφωνα με τη World Bank, το πρόγραμμα επέκτασης των σιδηροδρόμων ήταν «ίσως το μεγαλύτερο σχεδιασμένο πρόγραμμα επενδύσεων σε επιβατηγά τρένα που έχει γίνει ποτέ σε μια χώρα». Το αποτέλεσμα ήταν, εν μέσω διεθνούς κρίσης, η ανεργία να μειωθεί, η κατανάλωση να αυξηθεί και, σε πραγματικούς όρους, το μέσο βιοτικό επίπεδο στη χώρα να αυξηθεί (αν και, φυσικά, όχι το ίδιο για όλους…).

223Εντούτοις, υπήρξαν παράπλευρες συνέπειες – όπως συμβαίνει πάντα στην πραγματική ζωή. Η πρώτη συνέπεια ήταν η υπέρμετρη ανάπτυξη του εσωτερικού χρηματοπιστωτικού τομέα, ο οποίος είναι βέβαια κρατικός. Η Κίνα, παρότι διαθέτει μερικές από τις μεγαλύτερες τράπεζες του κόσμου, δεν έχει σχεδόν καθόλου διεθνή παρουσία, άρα έχει και μικρότερη ικανότητα διαφοροποίησης και απορρόφησης κραδασμών. Έτσι, το τραπεζικό σύστημα μπορεί να αντέδρασε ταχύτατα και να διέθεσε με κεντρικά σχεδιασμένο τρόπο τα ποσά της κρατικής στήριξης από τη μια αλλά από την άλλη, βυθισμένο στη διαπλοκή με το κόμμα, είναι ιδιαίτερα επίφοβο για δημιουργία φουσκών, τη διασπάθιση χρήματος και όλων των «καλών» που έχουμε και στη Δύση. Ταυτόχρονα, μετά από τόσα χρόνια καπιταλιστικής παλινόρθωσης, έχει αναπτυχθεί στην Κίνα ένα τεράστιο δίκτυο από «σκιώδεις» ιδιωτικές τράπεζες (που μέχρι πρόσφατα ήταν και παράνομες). Το τοκογλυφικό αυτό δίκτυο δάνειζε με υψηλότατα επιτόκια ιδιωτικές επιχειρήσεις που δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν ρευστότητα από τον επίσημο τραπεζικό τομέα (αφού αυτός δεν χρηματοδοτούσε επιχειρήσεις υψηλού ρίσκου αλλά και υψηλών αποδόσεων), αυξάνοντας έτσι το μέγεθος της φούσκας.

Τέλος, η ευκαιρία που δόθηκε για αξιοποίηση δημόσιας γης από την κεντρική κυβέρνηση στις τοπικές κυβερνήσεις δεν πήγε καθόλου χαμένη: Ο οικοδομικός οργασμός που έλαβε χώρα στην Κίνα τα τελευταία λίγα χρόνια δεν είχε προηγούμενο στη διεθνή ιστορία, με συνέπεια όμως τη δημιουργία μιας φούσκας στην κατοικία που δύσκολα θα σκάσει με ομαλό τρόπο. Όπως το έθεσε ένας βιομήχανος ατσαλιού, «Μετά την κρίση και το πακέτο στήριξης της κυβέρνησης, οι τράπεζες μας παρακαλούσαν να δανειστούμε χρήμα που δεν χρειαζόμασταν. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε με τόσο χρήμα [σ.σ. δεδομένου ότι υπήρχε ήδη υπερβάλλουσα παραγωγική δυνατότητα και, αν επένδυαν τα λεφτά αυτά σε εργοστάσια, δεν θα απέδιδαν αρκετά] και έτσι αναγκαστήκαμε να στραφούμε σε άλλες επενδύσεις όπως το real estate». Και γενικά σε χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα κερδοσκοπικές επιχειρήσεις τύπου φούσκας, θα συμπλήρωνε κανείς.

Το κόμμα, αντιμέτωπο με όλες αυτές τις βαθιές ανισορροπίες, αναγνωρίζει ότι το μοντέλο του εξαγωγικού γίγαντα είναι «μη βιώσιμο», έχει φτάσει στα όριά του (κάτι που είναι σωστό). Το δίλημμα που αντιμετωπίζει είναι με τι θα το αντικαταστήσει: με πλήρη απελευθέρωση, εκποίηση της (προφανώς τεράστιας) κρατικής περιουσίας και φυγή προς το νεοφιλελεύθερο εμπρός ή με μια ορισμένη στάση για ένα σοσιαλίζον διάλειμμα; Εδώ και δύο ή τρία χρόνια κάνει προσπάθειες να αυξήσει την εσωτερική κατανάλωση, στρέφοντας την οικονομία προς τα μέσα, ρίχνοντας το (προφανώς ψευδέστατο) σύνθημα της «αρμονικής κοινωνίας». Είναι αυτή η προσπάθεια βιώσιμη; Υπάρχει διεθνώς έντονη διαμάχη μεταξύ των οικονομολόγων για το αν η κυβέρνηση θα καταφέρει να «προσγειώσει» ομαλά την οικονομία ή αν τελικά θα συμβεί το «μοιραίο» για όλους (και τη Δύση): η απότομη προσγείωση, μια κρίση χωρίς προηγούμενο. Και τα πρόσφατα σημάδια, αν και δεν μπορούν να αναγνωστούν μονοσήμαντα, δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικά…

Μα υπάρχει ταξική πάλη σε μια «αρμονική κοινωνία»;

Ο παράγοντας που δεν συνυπολογίζουν οι οικονομολόγοι στις αναλύσεις τους (επειδή δεν είναι σε θέση να τον συνυπολογίσουν) είναι η ιδιαίτερα οξυμένη ταξική πάλη. Πράγματι, είναι γνωστό ότι εδώ και χρόνια στην Κίνα οι εξεγέρσεις και οι ανταρσίες με ταξικό πρόσημο που καταστέλλονται βίαια στη χώρα μετρώνται κάθε χρόνο με τις χιλιάδες. Το 2010 υπήρξαν 180.000 (ναι, 180 χιλιάδες) επίσημα καταγεγραμμένα «μαζικά περιστατικά», όρος της κομματικής ιδιολέκτου που περιλαμβάνει οτιδήποτε, από παράσταση στο τοπικό αστυνομικό τμήμα μέχρι διαδήλωση, απεργία ή εξέγερση. Ο προϋπολογισμός της αστυνομίας είναι μεγαλύτερος από τον προϋπολογισμό του στρατού (που είναι ο μεγαλύτερος του κόσμου). Μέχρι πρόσφατα, βασικό σημείο τριβής ήταν η βίαιη απαλλοτρίωση αγροτικής γης για χάρη της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Εμβληματικός αγώνας αυτού του τύπου υπήρξε η επιτυχία των κατοίκων μιας ψαράδικης κομμούνας, του Βουκάν, στην επαρχία Γκουανκγντόνγκ, τον Δεκέμβρη 2011, να ακυρώσουν μια μεγάλου μεγέθους τουριστική επένδυση στις κοινοτικές τους γαίες.

224Η εξέγερσή τους κατά των επίσημων κομματικών αρχών (που είχε και έναν νεκρό), εκτός των άλλων σήμανε και την ανεξάρτητη εκλογή νέου κομματικού υπεύθυνου για την περιοχή τους, σε αντικατάσταση του «φυτευτού» κομισάριου που είχε διαπραγματευτεί την ακυρωμένη τελικά αγοραπωλησία γης, δείχνοντας έτσι και το βάθος της επιρροής που διατηρεί το κόμμα στις κινέζικες κοινωνίες: ο προηγούμενος «διεφθαρμένος» κομματικός μηχανισμός εκδιώχθηκε βίαια από τους εξεγερμένους, οι οποίοι στη συνέχεια εξέλεξαν, με μυστική ψηφοφορία, νέο στη θέση του. Το κόμμα το ίδιο δεν εκδιώχθηκε, μόνο ο εκπρόσωπός του. Είναι επίσης σημαντικό ότι ο τότε διοικητής της περιφέρειας, που συνομίλησε με τη νέα εκλεγμένη τοπική ηγεσία και ανέλαβε την ευθύνη της ακύρωσης της επένδυσης, προαλειφόταν για το πολίτμπιρο του κόμματος, δείχνοντας έτσι πώς το κόμμα, πιεσμένο από την ιστορία του, είναι υποχρεωμένο να κάνει υποχωρήσεις όταν τα βρίσκει σκούρα, μοιράζοντας καρότα αντί για τα πιο συνηθισμένα μαστίγια που παρέχει αφειδώς.

Φαίνεται όμως ότι η πρόσφατη περίοδος φέρνει νέα ποιοτικά χαρακτηριστικά στους εργατικούς και λαϊκούς αγώνες στην Κίνα. Σημείο καμπής ήταν η μεγάλη απεργία του 2010 στο εργοστάσιο της Χόντα στο Νανχάι. Μέχρι τότε οι (πολλές) απεργίες σε εργοστάσια είχαν καθαρά μισθολογικά αιτήματα: συνήθως μη καταβολή δεδουλευμένων. Στο Νανχάι η απεργία προχώρησε περισσότερο. Στη νίκη της απεργίας συντέλεσε και το συγκυριακό γεγονός ότι η κομματική ηγεσία δεν ήταν σίγουρη πώς ακριβώς έπρεπε να την αντιμετωπίσει, επειδή συνέπεσε και με όξυνση των σινο-ιαπωνικών σχέσεων. Το κόμμα δεν μπορούσε να καταστείλει άγρια μια απεργία Κινέζων εργατών όταν τα αφεντικά του εργοστασίου ήταν οι «κακοί» Ιάπωνες. Οι πρόσφατες αναδιατάξεις στην κινέζικη παραγωγική μηχανή και στις κινέζικες κοινωνίες, και η επιτυχία της απεργίας του Νανχάι είχαν ως αποτέλεσμα να ξεσπάσει ένα κύμα νέου είδους απεργιών χωρίς προηγούμενο, απεργιών με επιθετικές διεκδικήσεις, όπως αυξήσεις πάνω από το επίσημο όριο, ελεύθερη εκλογή των σωματείων, εργατικό έλεγχο (έστω και περιορισμένο) κ.ά. Η έλλειψη εργατικών χεριών που παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια του μπουμ είχε ως αποτέλεσμα οι απεργίες αυτές να κερδίζουν – και το εργατικό κόστος να ανεβαίνει.

Η άνοδος του εργατικού κόστους και της διεκδικητικότητας στις παραλιακές ζώνες, σε συνδυασμό με τα αφανή κόστη που επίσης αυξάνονται (π.χ. η περιβαλλοντική καταστροφή δεν μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον), δεν μπορούσε να σημαίνει παρά ένα πράγμα για το κεφάλαιο στην Κίνα, όπως και παντού αλλού: την αναζήτηση νέων περιοχών προς αξιοποίηση. Με κεντρική υποστήριξη (δάνεια, κίνητρα κ.λπ.), οι μέχρι σήμερα αναξιοποίητες περιοχές της κεντρικής Κίνας αποτελούν το νέο στόχο βιομηχανικής εκμετάλλευσης. Αυτή η μετακίνηση όμως του κεφαλαίου στο εσωτερικό (και η προϊούσα αστικοποίηση) έχει και άλλες βαθύτερες συνέπειες.

Το κινέζικο θαύμα βασίστηκε στη φτηνή και –κυρίως– ευέλικτη πέρα από κάθε όριο εργασία. Σημαντικό τμήμα της εργασίας παρέχεται από την εσωτερική μετανάστευση. Κάθε χρόνο μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια εργάτες, οι μινγκόνγκ, φεύγουν από τις εστίες τους και κατευθύνονται στα βιομηχανικά κέντρα (πρόκειται για το μεγαλύτερο μεταναστευτικό ρεύμα της ανθρώπινης ιστορίας). Οι εργάτες αυτοί δουλεύουν με την ώρα, με το κομμάτι ή με όποιον άλλο τρόπο χρειάζεται η εκάστοτε μονάδα, ή περιπλανιούνται από μονάδα σε μονάδα ανάλογα με τις ημερήσιες ανάγκες. Οι πιο «τυχεροί» στεγάζονται και σιτίζονται από την ίδια τη βιομηχανική μονάδα σε στρατώνες μέσα στο εργοστάσιο, και η διεύθυνση διατηρεί το δικαίωμα λ.χ. να τους ξυπνάει αιφνιδιαστικά στη μέση της νύχτας για έξτρα βάρδιες, αν η παραγωγή το απαιτεί (ένα είδος εργασιακής ευελιξίας που δεν υπάρχει βέβαια στη Δύση).

Η αμοιβή τους είναι κάτω από το όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης, αλλά οι μινγκόνγκ το δέχονται, δεδομένου ότι οι εργάτες αυτοί έχουν ως σκοπό την αποταμίευση ενός μικρού κομποδέματος που θα τους επιτρέψει να γυρίσουν στο χωριό τους για να παντρευτούν. Ο στρατωνισμός και η μοναστηριακή λιτότητα του εργοστασίου τούς επιτρέπει να χτίζουν σιγά-σιγά αυτό το κομπόδεμα. Η περιπλάνηση από εργοστάσιο σε εργοστάσιο, η αίσθηση του παροδικού (που κρατάει για χρόνια) και το γεγονός ότι επισήμως δεν έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους «γηγενείς» εργάτες (ασφαλιστικά, περίθαλψης, μισθολογικά, χρειάζονται ειδική άδεια για να πάνε να δουλέψουν – το λεγόμενο σύστημα «χουκού») σημαίνει ότι η πλειονότητά τους δεν έχει εργατική ταξική συνείδηση και σπανίως συμμετέχουν ως τώρα σε απεργιακές κινητοποιήσεις, εκτός από τη διεκδίκηση των δεδουλευμένων.

225Η μετακίνηση του κεφαλαίου στην ενδοχώρα και η αστικοποίησή της σημαίνουν τη μόνιμη εγκατάσταση ευρύτερων στρωμάτων μινγκόνγκ, τη μετατροπή τους από πλάνητες ημι-αγρότες σε προλετάριους. Άρα, στους εργατικούς αγώνες μπορούν πλέον να συμμετέχουν και οι ως τώρα μινγκόνγκ που αποκτούν σταδιακά αυτοσυνείδηση εργάτη, πολύ περισσότερο που παρακινούνται από το πετυχημένο παράδειγμα των εργατών της παραλιακής ζώνης. Να σημειώσουμε εδώ ότι δεν υπάρχουν «νόμιμες», «κανονικές» απεργίες στην Κίνα. Τα συνδικάτα είναι διορισμένα από το κόμμα και ρόλος τους είναι η διαστροφή της μαοϊκής γραμμής για την «επίλυση των αντιφάσεων στους κόλπους του λαού», όπου ο «λαός» περιλαμβάνει και τον εργάτη και τον «σύντροφο» διευθυντή ή ιδιοκτήτη του εργοστασίου. Το αποτέλεσμα είναι όλες οι απεργίες (και είναι όπως είπαμε πολλές) να είναι άγριες, με εμπρησμούς, σαμποτάζ, ακόμα και φόνους εργατών ή λιντσαρίσματα διευθυντικών στελεχών. Και δεν είναι περίεργο επίσης ότι εμφανίζεται όλο και περισσότερο ως αίτημα το ανεξάρτητο σωματείο, αυτό δηλαδή που δεν είναι διορισμένο από το κόμμα και την εργοστασιακή διεύθυνση αλλά εκλεγμένο από τους εργάτες.

ΚΚΚ: Τι να κάνουμε;

Η μεταβατική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα δεν είναι άγνωστη στην κομματική ηγεσία, που όμως αρχίζει να εγκλωβίζεται από τις αντιφάσεις που έχουν ξεδιπλωθεί, ειδικά κάτω από την ισχυρή πίεση της διεθνούς κρίσης και της απειλούμενης πτώσης των εξαγωγών της χώρας. Από τη μια μεριά η καπιταλιστική συσσώρευση δεν έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της και η Κίνα δεν έχει ακόμα τη θέση που της αρμόζει στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Από την άλλη, τα πρώτα σημάδια κόπωσης του ισχύοντος προτύπου έχουν κιόλας εμφανιστεί: Το ποσοστό κέρδους (αν και παραμένει σε υψηλότατα για τα δεδομένα της Δύσης επίπεδα) δεν είναι πλέον αυτό που ήταν, οι λαϊκές διεκδικήσεις έχουν αυξηθεί, αυξανόμενο ποσοστό του σε μεγάλο βαθμό μορφωμένου πληθυσμού έχει μεγαλύτερες προσδοκίες για την καριέρα του και αρνείται να δουλέψει σε σκληρές δουλειές με μεροκάματα πείνας.
Το πρόβλημα που έχουν να αντιμετωπίσουν οι αξιωματούχοι του κόμματος είναι πρωτίστως πολιτικό και όχι τεχνικό-οικονομικό.

226Είναι σαφές ότι η εποχή της φτηνής ευέλικτης εργασίας έχει τελειώσει. Υπάρχουν πιο φτηνές χώρες για υποδοχή παγίων, όπως το Βιετνάμ ή το Μπαγκλαντές. Ο πυρετός επενδύσεων για εργοστάσια εξαγωγών που κράτησε τους ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕΠ πάνω από το 8% ετησίως εδώ και τρεις δεκαετίες φτάνει σιγά σιγά στο τέλος του. Είναι επίσης σαφές ότι πρέπει να αξιοποιηθεί η αχανής και εν πολλοίς ακόμα αγροτική ενδοχώρα, μια διαδικασία όμως με χαμηλότερα περιθώρια κέρδους για τα κεφάλαια που θα επενδυθούν εκεί, λόγω της ήδη τεράστιας εγκατεστημένης παραγωγικής δυνατότητας στα παράλια. Οι ισορροπίες που πρέπει να κρατήσει το κόμμα-κράτος μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας γίνονται όλο και πιο λεπτές. Ήδη παρατηρείται κύμα φυγής μεγαλοαστών από την Κίνα: Εκμεταλλευόμενοι τις ευεργετικές σχετικές διατάξεις των ΗΠΑ (και άλλων χωρών όπως αίφνης η Σιγκαπούρη), οι εκπρόσωποι του μεγάλου κεφαλαίου εξάγουν (παράνομα) δολάρια με αντάλλαγμα την υπηκοότητα και τη μόνιμη διαμονή σε καταφύγια πλουσίων σε κάποια αναπτυγμένη χώρα. Τα τελευταία χρόνια δοκιμάστηκαν δύο μοντέλα για το μέλλον της χώρας: το «μικρό κράτος, μεγάλη κοινωνία» και το «τραγουδάμε κόκκινα, συντρίβουμε το μαύρο».

Οι δύο δρόμοι για τον καπιταλισμό και ο Μπο

Εντελώς σχηματικά, οι δύο διαφορετικές γραμμές ήταν το μοντέλο του Γκουανκγντόνγκ (με πρωτεύουσα την Καντόνα όπου –κατά το αντάρτικο– «σφάζουν προλεταρίους ηρωικούς») και το μοντέλο του Τσονγκίνγκ. Το Γκουανκγντόνγκ είναι η μεγαλύτερη επαρχία της Κίνας και μια από τις πιο «απελευθερωμένες» καπιταλιστικά. Η πιο πετυχημένη Ειδική Οικονομική Ζώνη (ΕΟΖ) του κόσμου (και η πρώτη που θεσμοθετήθηκε στην Κίνα) βρίσκεται στο οικονομικό κέντρο της επαρχίας, το Σενζέν. Η επαρχία είναι μια από τις ατμομηχανές της ανάπτυξης της Κίνας αλλά και η περιοχή με τις μεγαλύτερες ανισότητες. Αποτελεί επίσης επίκεντρο των βιομηχανικών απεργιών: Το εργοστάσιο της Χόντα βρίσκεται εκεί. Ο μέχρι πρότινος διορισμένος κυβερνήτης της επαρχίας, ο Γουανγκ Γιανγκ, ήταν αυτός που έριξε το σύνθημα «μικρό κράτος, μεγάλη κοινωνία» και το εφάρμοσε συστηματικά, με απελευθέρωση των αγορών στο οικονομικό πεδίο και εισαγωγή δημοκρατίας δυτικού τύπου στο πολιτικό: Στις τοπικές εκλογές που δοκιμαστικά έγιναν σε μια μικρή πόλη το 2011, σύμφωνα με τον Economist, υπήρχαν 6.000 εγγεγραμμένοι ντόπιοι ψηφοφόροι, ενώ οι πάνω από 70.000 μινγκόνγκ δεν είχαν δικαίωμα ψήφου. Είναι και αυτό ένα είδος δημοκρατίας…

Το δεύτερο μοντέλο είναι το μοντέλο του Τσονγκίνγκ. Εκεί κυβερνήτης από το 2007 ήταν ο Μπο Σιλάι. Το μοντέλο αυτό είναι πιο «σοσιαλδημοκρατικό», με εντονότερη παρέμβαση του κράτους και λιγότερη απελευθέρωση. Σημαντικά ποσά πήγαν στη δημόσια υγεία και εκπαίδευση. Εκταμιεύθηκε ένα τεράστιο κονδύλι για την κατασκευή λαϊκών κατοικιών –κοντά στο κέντρο της πρωτεύουσας, για να μην υπάρξει γκετοποίηση– οι οποίες διατέθηκαν σε χαμηλό κόστος. Δόθηκαν κονδύλια για τη μείωση των ανισοτήτων πόλης-χωριού, ενώ σταδιακά στην επαρχία άρχισαν να δίνονται πλήρεις άδειες χουκού (που παρέχουν ασφάλιση και περίθαλψη) σε όλους τους κατοίκους αγροτικών περιοχών, που ως τότε ήταν αποκλεισμένοι από οποιαδήποτε κοινωνική παροχή. Ταυτόχρονα, ο Μπο ξεκίνησε μια εκστρατεία κατά της εγκληματικότητας και της διαφθοράς, χρησιμοποιώντας ευρύτατα τα ΜΜΕ με τα οποία είχε μια σπάνια για Κινέζο ηγέτη άνεση.

227Τέλος, το πιο «πιπεράτο» χαρακτηριστικό της θητείας του ήταν η τεράστια εκστρατεία αναβίωσης της κουλτούρας της Πολιτιστικής Επανάστασης: μουσικές επιτυχίες της εποχής μέσω κινητών τηλεφώνων και κοινωνικών μέσων, στολισμός των πόλεων με τσιτάτα του Μάο, αναβίωση της (δημοφιλούς έτσι κι αλλιώς) επαναστατικής όπερας της εποχής, απαγόρευση των διαφημίσεων στην τηλεόραση και αντικατάστασή τους με ανάγνωση του κόκκινου βιβλίου, ήταν μερικά μόνο από τα στοιχεία του «τραγουδάμε κόκκινα», ενώ το «συντρίβουμε το μαύρο» είχε να κάνει με τη διαφθορά.

Και όμως, αυτό το μοντέλο δούλευε από (καπιταλιστική) οικονομική σκοπιά. Η αύξηση του ΑΕΠ, η εγκατάσταση επιχειρήσεων στην περιοχή, η αύξηση της εκβιομηχάνισης δεν σταμάτησαν λόγω της μαοϊκής ρητορείας. Έτσι ο Μπο μαζί με τον Γουάνγκ της εντελώς νεοφιλελεύθερης Καντόνας ήταν οι δύο πιο «σίγουροι» υποψήφιοι για την κατάληψη μιας θέσης στην ολιγομελή διαρκή επιτροπή του πολιτμπιρό στο συνέδριο του κόμματος που διεξάχθηκε το φθινόπωρο.

Το ερώτημα συμπυκνώνεται ως εξής: Για να περάσει η Κίνα στην επόμενη φάση, τι πρέπει να γίνει; Νεοφιλελεύθερη φυγή προς τα εμπρός, απελευθέρωση των πάντων, περισσότερο άνοιγμα στον διεθνή ανταγωνισμό, με κίνδυνο την αποσταθεροποίηση του πολιτικού, απεργίες, εξεγέρσεις, ανώμαλη μετάβαση σε κάποιο είδος δυτικής (λιγότερο ή περισσότερο) δημοκρατίας και ταυτόχρονα έκθεση στη διεθνή κρίση; Ή μήπως μια λελογισμένη σοσιαλδημοκρατική στροφή, που φαίνεται βέβαια να είναι πιο σταθερή οικονομικά (αφού με την αύξηση της εσωτερικής κατανάλωσης εξισορροπεί τις διεθνείς πιέσεις) αλλά από την άλλη δεν προσφέρει τις ίδιες ευκαιρίες στο κεφάλαιο, ενώ, λόγω και των ειδικών κινεζικών χαρακτηριστικών, έχει και αυτή την ενοχλητική αναφορά στον Μάο, που ποιος ξέρει πού μπορεί να οδηγήσει;

Το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται, λέει μια παλιά ελληνική παροιμία. Ο λυσσώδης αγώνας στο εσωτερικό του κόμματος για το μοντέλο που πρέπει να ακολουθηθεί στην Κίνα είχε πρώτο θύμα τον ίδιο τον Μπο. Και μάλιστα αφορμή στάθηκε η «διαφθορά» και η «διαπλοκή» του (μεγάλου «διώκτη» της διαφθοράς) Μπο και της συζύγου του – το κόμμα στις εκκαθαρίσεις του ανέκαθεν επιδείκνυε μια σκληρή ειρωνεία.

Οι «γαργαλιστικές» πτυχές του μακμπεθικής υφής δικαστικού μελοδράματος που εκτυλίχθηκε (και εξακολουθεί να εκτυλίσσεται) δεν θα μας απασχολήσουν εδώ• αρκεί να πούμε ότι η Γκου Καϊλάι, η σύζυγος του Μπο, κατηγορήθηκε ότι δηλητηρίασε τον Άγγλο σύνδεσμό της για «επενδύσεις» στο εξωτερικό, όταν αυτός την εκβίασε απάγοντας έναν από τους γιους της και απειλώντας ότι θα προβεί σε αποκαλύψεις, προκειμένου να του δώσει μεγαλύτερο μερίδιο από τα κέρδη. Υπάρχει μαρτυρία ότι η Γκου ζήτησε από τους διώκτες της να συμπληρώσουν ό,τι λεπτομέρεια ξεχνούσε η ίδια, ενώ αποδεχόμενη πλήρως την ενοχή της (και καταδικασμένη σε θάνατο με αναστολή) ενδεχομένως να παρείχε έτσι δικαστική ασυλία στον Μπο – χωρίς αποτέλεσμα: Και ο Μπο θα δικαστεί. Τις λεπτομέρειες, τις πραγματικές συναλλαγές, το ρόλο του αμερικανικού παράγοντα (ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Μπο ζήτησε άσυλο στο αμερικανικό προξενείο μέρες πριν από την απαγγελία κατηγοριών) δεν θα τις μάθουμε σύντομα (αν τις μάθουμε ποτέ). Ένα σημαντικό στοιχείο πάντως είναι ότι δεν υπάρχει ανώτερο στέλεχος του ΚΚ που μην είναι «διεφθαρμένο», αν διαφθορά είναι η διαπλοκή με το κεφάλαιο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Ο Μπο και η οικογένειά του σίγουρα ζούσαν με τρόπο που υπερέβαινε κατά πολύ τις οικονομικές δυνατότητες ενός στελέχους του κόμματος (οι Τζάγκουαρ που προτιμούσε ο ίδιος για τις μετακινήσεις του και οι Φεράρι του γιου του δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν από το μισθό του). Αλλά ο τρόπος ζωής τους δεν ήταν πολύ διαφορετικός από αυτόν οποιουδήποτε άλλου υψηλόβαθμου στελέχους, αν εξαιρέσουμε ίσως την ιδιαίτερη προβολή που απολάμβανε από τα ΜΜΕ. Δεν καταδικάζονται όλα τα στελέχη με τον ίδιο τρόπο όμως. Αναμφισβήτητα ο Μπο διέπραξε ένα μεγάλο σφάλμα τακτικής: βιάστηκε πολύ. Η γρήγορη και ανορθόδοξη άνοδός του στο προσκήνιο, η πληθωρική του παρουσία στα μίντια, η «δυτικού» τύπου εμφάνισή του (παρόλο τον μαοϊκό του αέρα) σίγουρα δημιούργησαν πολλούς εχθρούς στα ανώτερα κλιμάκια, περισσότερους από φίλους. Η πτώση του όμως δεν εξηγείται μόνο από τις δυναστικές έριδες στους κόλπους του (τρομερά προσεκτικού) ΚΚΚ.

Προς τα πού πάει η Κίνα;

Μία μέρα πριν από την καθαίρεση του Μπο από την κομματική του θέση, ο απερχόμενος πρωθυπουργός Γουέν Τζιαμπάο είχε ήδη απευθύνει μια αυστηρή προειδοποίηση: «Οι μεταρρυθμίσεις βρίσκονται σε κρίσιμο σημείο. Χωρίς πολιτικές μεταρρυθμίσεις διακυβεύονται οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Τα αποτελέσματα των προσπαθειών του λαού κινδυνεύουν να χαθούν. Δεν πρέπει να επαναληφθεί μια ιστορική τραγωδία σαν την Πολιτιστική Επανάσταση».

Φυσικά ο Μπο δεν ήταν ο νέος Μάο. Η προγραφή και εκκαθάριση του Μπο όμως ήταν μια νίκη (και επίδειξη δύναμης) της δεξιότερης και πιο επιθετικής πτέρυγας μέσα στον κομματικό μηχανισμό. Γύρω από το πείραμα του Τσονγκίνγκ είχαν συνασπιστεί τμήματα της κινεζικής «νέας αριστεράς», ένας όρος που περιλαμβάνει το πιο ετερόκλητο μείγμα από εθνικιστές σοσιαλδημοκράτες, γηραιούς νοσταλγούς του Μάο, νεομαοϊκούς διανοούμενους, καθηγητές πανεπιστημίου, εργατικά στρώματα, και που, με αντιφατικό τρόπο, συμπυκνώνει τις λαϊκές προσδοκίες για βελτίωση των συνθηκών ζωής. Το ιδεολογικό χτύπημα σε όλους αυτούς και η αποκρυστάλλωση μιας επίσημης κομματικής γραμμής χωρίς διπλές αναγνώσεις αποτελούν προφανείς συνέπειες της δίκης.

228Εντούτοις αυτό δεν σημαίνει πως, αμέσως μετά το συνέδριο τον Οκτώβριο, ό,τι έχει απομείνει υπό δημόσια (κρατική) ιδιοκτησία στη χώρα θα εκποιηθεί άμεσα. Αν η ως τώρα πορεία της παλινόρθωσης του καπιταλισμού είναι δείγμα του τι θα ακολουθήσει, η ηγεσία θα προσπαθήσει να κάνει τα βήματά της πολύ προσεκτικά. Είναι σαφές ότι τα πράγματα σήμερα τείνουν προς περαιτέρω απελευθέρωση. Ήδη προσπαθούν να απελευθερώσουν τον αχανή κρατικό τραπεζικό τομέα. Εντούτοις, δεδομένου ότι τόσο ο τομέας των εξαγωγών είναι ασθενής (λόγω της κρίσης στους κυριότερους προορισμούς κινεζικών προϊόντων) όσο και ότι τα εργατικά στρώματα «βράζουν (όπως δείχνουν οι συνεχείς απεργίες), δεν είναι βέβαιο ποια ακριβώς θα είναι η πολιτική που θα ακολουθηθεί. Είναι η πρώτη φορά εδώ και 30 χρόνια που η μηχανή φαίνεται να μπλοκάρει με έναν κάπως πιο μόνιμο και απειλητικό τρόπο. Σε αυτές τις συνθήκες ύφεσης, η εκποίηση δημόσιου πλούτου και η μείωση της απασχόλησης δεν είναι καλοί σύμβουλοι για την εργασιακή ειρήνη σε μια χώρα ανερχόμενων προσδοκιών και σοσιαλιστικής μνήμης. Έχουν πλέον ωριμάσει οι αντικειμενικές συνθήκες για την ανάπτυξη ακόμα πιο σκληρών εργατικών αγώνων στη χώρα, συνθήκες που ίσως γίνουν ευνοϊκότερες.

Έτσι η γραμμή που φαίνεται να σταθεροποιείται είναι ένας συμβιβασμός μεταξύ των δύο «άκρων»: άνοιγμα και εκποίηση στις πιο ανεπτυγμένες περιοχές όπου κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει, ξεκινώντας από τον τραπεζικό τομέα, και ταυτόχρονα κρατική ρύθμιση και υποδομές στις πιο καθυστερημένες εσωτερικές περιοχές, τονώνοντας έτσι και τη βιομηχανική παραγωγή των παραλίων και τη ζήτηση καταναλωτικών αγαθών. Εξάλλου, το τελευταίο πενταετές του 2011 (η Κίνα είναι η μόνη οικονομικά σημαντική χώρα του πλανήτη που εξακολουθεί να έχει σχεδιασμό) τα είχε προβλέψει όλα αυτά. Και την εκβιομηχάνιση του εσωτερικού και τη μετάβαση των παραλίων στην έρευνα και τις υπηρεσίες, και την ανάγκη για αύξηση της εσωτερικής κατανάλωσης και τη μετατροπή της χώρας σε παγκόσμιο ηγέτη στον τομέα των νέων τεχνολογιών (βιοτεχνολογία, ηλιακά και ανανεώσιμα κ.λπ.). Επιπλέον, εκτάκτως, δεν λείπουν οι «μικρο»-διορθώσεις: Πρόσφατα εγκρίθηκε άλλος ένας πακτωλός δισεκατομμυρίων (1,2% του ΑΕΠ!) για περισσότερα τρένα. Ο Μπο μπορεί να «φαγώθηκε», η γραμμή του όμως μπορεί να εφαρμοστεί κατά περίπτωση από αυτούς που τον «έφαγαν» – και χωρίς τις περιττές μαοϊκές κορώνες…

Η ύπαρξη σχεδιασμού και η δυναμική της οικονομίας όμως δεν σημαίνουν αναγκαστικά ότι η χώρα θα μπορέσει να συνεχίσει στους ίδιους ρυθμούς και να ξεπεράσει τις αχανείς εσωτερικές της αντιφάσεις. Και η αντίφαση μεταξύ ενός άπληστου και μαθημένου σε μεγάλα ποσοστά κέρδους κεφαλαίου και μιας όλο και πιο διεκδικητικής και μορφωμένης εργατικής τάξης παραμένει ενεργή. Η ισορροπία μεταξύ της κοινωνικής ανάγκης για χαμηλή ανεργία και της απαίτησης του κεφαλαίου για χαμηλά μεροκάματα δεν είναι βέβαιο ότι θα μπορέσει να συντηρηθεί για πολύ ακόμα. Είτε έτσι είτε αλλιώς, και λόγω του βαθμού στον οποίο έχει ενσωματωθεί στον παγκόσμιο καταμερισμό, στο αμέσως επόμενο διάστημα η Κίνα θα βρίσκεται στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος. Και όχι μόνο στο αμέσως επόμενο διάστημα.

Δημήτρης Λένης

Πηγή. http://ektosgrammis.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1840:2013-02-11-16-03-40&catid=79:diethni&Itemid=481

Η εμπειρία της Νοτίου Αφρικής και η Ελλάδα


TROIKA_ROOM

Γράφει ο Βασίλης Βιλιάρδος

Εάν ήθελε μία ισχυρή δύναμη να λεηλατήσει μία χώρα, την ιδιωτική και τη δημόσια περιουσία της, θα έπρεπε να τοποθετήσει τους ανθρώπους της σε τρία σημεία: στο υπουργείο οικονομικών, στην κεντρική της τράπεζα και στο ταμείο αποκρατικοποιήσεων

“Καθώς οι πιο σημαντικές συμφωνίες ιδιωτικοποιήσεων υπογράφονται πάντα εν μέσω οικονομικών ή πολιτικών κρίσεων, δεν υπάρχει ποτέ μία σαφής νομοθεσία, ή έστω ένα αποτελεσματικό ρυθμιστικό πλαίσιο – η περιρρέουσα ατμόσφαιρα είναι χαοτική, οι τιμές είναι ρευστές και οι συνειδήσεις των πολιτικών ελαστικές..…Μέχρι το 1990, πριν από την «κρίση της τεκίλας» δηλαδή, μόνο μία από τις τράπεζες του Μεξικού ανήκε σε ξένους. Μετά την κρίση όμως, στις αρχές του 2000, είκοσι τέσσερις από τις τριάντα τράπεζες «περιήλθαν» σε ξένα χέρια.

Οι ιδιωτικοποιήσεις αποδείχθηκαν τόσο επικερδείς, ώστε πολλές από τις πολυεθνικές των Η.Π.Α., οι οποίες είχαν «αλώσει» τον ευρύτερο δημόσιο τομέα της ίδιας της υπερδύναμης, έβλεπαν με απληστία τις κρατικές αρμοδιότητες (παιδεία, υγεία, στρατός, δημόσια διοίκηση, αστυνομία, φυλακές κλπ.), ως την επόμενη πηγή για άμεσα κέρδη. Απλούστερα, στόχος τους ήταν η πλήρης αποκρατικοποίηση της εξουσίας, με την εγκατάσταση άβουλων, τυπικών κυβερνήσεων, οι οποίες θα κατευθύνονταν απολυταρχικά από το σκοτεινό παρασκήνιο – ένα θέατρο σκιών”.

Όπως έχουμε ήδη αναλύσει, ενώ διεξάγονταν θετικά για τη Ν. Αφρική οι διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης Nelson Mandela με το ΔΝΤ κλπ. στο πολιτικό σκέλος, απαιτήθηκε από τους υπευθύνους για την οικονομική πολιτική της χώρας η μετατροπή της κεντρικής τράπεζας της σε έναν ανεξάρτητο οργανισμό, ο οποίος θα λειτουργούσε με απόλυτη αυτονομία από την εκλεγμένη κυβέρνηση – σαν ένα κυρίαρχο «κράτος εν κράτει» ουσιαστικά, στο οποίο δεν θα παρέμβαιναν οι εκλεγμένοι νομοθέτες (όπως ακριβώς συμβαίνει στη χώρα μας).

Παρά το ότι τότε διατυπώθηκε αμέσως από τους πολιτικούς της χώρας η απορία, σε ποιόν θα «λογοδοτούσε» η ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα (στο ΔΝΤ, στο Χρηματιστήριο, στην BIS , οι έμπειροι διαπραγματευτές της «Δύσης» κατόρθωσαν να επιβάλλουν μονομερώς τη θέληση τους –ταυτόχρονα με την «άλωση» του Υπουργείου Οικονομικών, στο οποίο τοποθέτησαν έναν δικό τους έμπιστο πολιτικό. Όπως είπαν χαρακτηριστικά κάποιοι διακεκριμένοι Πολίτες της Νοτίου Αφρικής, οι οποίοι τότε σχολίασαν τις νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν:

“Δεν μας άφησαν ποτέ ελεύθερους. Απλώς έβγαλαν την αλυσίδα από το λαιμό μας και την έβαλαν στους αστραγάλους μας…. Οι μεγάλες επιχειρήσεις, μας δήλωσαν ουσιαστικά ότι θα κρατήσουν τα πάντα και εμείς θα κυβερνάμε μόνο κατ’ όνομα. Μπορούσαμε δηλαδή να έχουμε την πολιτική εξουσία μετά από πολλά χρόνια αγώνων, μπορούσαμε φαινομενικά να κυβερνάμε, αλλά η πραγματική διακυβέρνηση θα βρισκόταν στα χέρια των άλλων”.

Περαιτέρω, αυτό που συνέβη στη συνέχεια των διαπραγματεύσεων ήταν το ότι η κυβέρνηση «παγιδεύτηκε», χωρίς δυστυχώς να το αντιληφθεί, σε ένα είδος ιστού της αράχνης – «υφασμένου» από μυστηριώδεις κανόνες και υπόγειες ρυθμίσεις, οι οποίες αποσκοπούσαν στο να «οριοθετήσουν», καθώς επίσης να περιορίσουν την εξουσία των δημοκρατικά εκλεγμένων ηγετών της χώρας. Όταν λοιπόν θέλησε η νέα κυβέρνηση να υλοποιήσει τα οράματα της, ανακάλυψε ότι η πραγματική εξουσία, ηοικονομική, βρισκόταν στα χέρια άλλων.

Για παράδειγμα, δεν μπορούσε να αναδιανείμει τη γη, επειδή το νέο Σύνταγμα προστάτευε την ατομική ιδιοκτησία και καθιστούσε πρακτικά αδύνατη την όποια αγροτική μεταρρύθμιση. Εκτός αυτού, δεν ήταν δυνατόν να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, αφού εκατοντάδες εργοστάσια της χώρας ήταν έτοιμα να κλείσουν – επειδή η κυβέρνηση είχε υπογράψει τη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (του μετέπειτα ΠΟΕ), η οποία απαγόρευε την αναγκαία επιδότηση των τοπικών επιχειρήσεων.

Ίσως οφείλουμε να επισημάνουμε εδώ ότι, χωρίς κάποια προστασία και επιδοτήσεις, είναι σχεδόν αδύνατη η επαναβιομηχανοποίηση μίας χώρας – η αναβίωση δηλαδή του κατεστραμμένου παραγωγικού της ιστού (όπως απαιτείται σήμερα στην Ελλάδα, εάν θέλουμε πράγματι να επιλύσουμε το τεράστιο πρόβλημα του πάγια αρνητικού ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών μας, το οποίο ουσιαστικά ευθύνεται τα μέγιστα για το εξωτερικό τουλάχιστον χρέος μας).

Συνεχίζοντας στη Νότια Αφρική, η διανομή δωρεάν φαρμάκων για την καταπολέμηση του aids απαγορευόταν, αφού μία τέτοια απόφαση παραβίαζε τα πνευματικά δικαιώματα ιδιοκτησίας, τα οποία προστάτευε ο ελεγχόμενος από την υπερδύναμη Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου – στον οποίο είχε προσχωρήσει η Νότια Αφρική, κατ’ απαίτηση βέβαια των δανειστών της. Η διάθεση περισσότερου χρήματος προϋπέθετε φυσικά τη σύμφωνη γνώμη της ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας, η οποία δεν την παρείχε.

Η δωρεάν ύδρευση δεν ήταν επίσης εφικτή, αφού η Παγκόσμια Τράπεζα, μέσω της ομάδας οικονομολόγων που είχε στείλει στη χώρα, είχε μετατρέψει σε κανόνα, σε υποχρέωση δηλαδή, τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στις κοινωφελείς επιχειρήσεις. Τέλος, εάν η κυβέρνηση ήθελε να αυξήσει τους μισθούς, δεν της επιτρεπόταν, λόγω του δανείου ύψους 850 εκ. $ από το ΔΝΤ, το οποίο επέβαλλε «συγκράτηση των μισθών».

Σε γενικές γραμμές λοιπόν, η οποιαδήποτε μη υποταγή στους κανόνες και στους περιορισμούς που επέβαλλαν το ΔΝΤ και όλοι οι υπόλοιποι «συνεργοί» του, θα θεωρούταν απόδειξη επικίνδυνης εθνικής αφερεγγυότητας («αναξιοπιστίας της χώρας», όπως ισχυρίζονται σήμερα «καθ’ εικόνα και ομοίωση» οι δικοί μας πολιτικοί), έλλειψη αφοσίωσης στην εφαρμογή των «μεταρρυθμίσεων» και απουσία ενός βασισμένου σε κανόνες συστήματος – με αποτέλεσμα τη διακοπή της χορήγησης βοήθειας («δόσεων» από το ΔΝΤ), καθώς επίσης τη φυγή των ξένων κεφαλαίων.

Συνεχίζοντας, τόσο η δήθεν «ανεξάρτητη» κεντρική τράπεζα, όσο και το «υπό κηδεμονία» Υπουργείο Οικονομικών, επέβλεπαν άγρυπνα την πιστή τήρηση των εντολών – οπότε φυσικά επαναλήφθηκε η γνωστή ιστορία:

Η κυβέρνηση, «γονατισμένη» από το χρέος και υφιστάμενη διεθνείς πιέσεις, προκειμένου να ιδιωτικοποιήσει τις κοινωφελείς επιχειρήσεις, άρχισε σύντομα να αυξάνει τις τιμές των παρεχομένων υπηρεσιών (εισιτήρια, ηλεκτρικό ρεύμα κλπ.), να μειώνει τους μισθούς, να διασύρει τους αντιρρησίες και να «ξεπουλάει» δημόσια περιουσία – με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, εκατομμύρια άνθρωποι να εξαθλιωθούν, μη έχοντας πλέον ηλεκτρικό ρεύμα και νερό, επειδή δεν μπορούσαν να πληρώσουν τους λογαριασμούς.

Όσο για τα πλούσια ορυχεία, τις τράπεζες και τις μονοπωλιακές βιομηχανίες, των οποίων την εθνικοποίηση ζητούσε ο Mandela, παρέμειναν στα χέρια τεσσάρων εταιρικών κολοσσών – οι οποίοι ελέγχουν πλέον το 80% του χρηματιστηρίου της χώρας. Μεταξύ των ετών 1997 και 2004, η κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής πούλησε δεκαοκτώ δημόσιες εταιρείες, συγκεντρώνοντας 4 δις $, τα οποία διατέθηκαν στην εξυπηρέτηση των δανείων των διεθνών τοκογλύφων – χωρίς να μειωθεί φυσικά το δημόσιο χρέος.

Το «πικρό φάρμακο» λοιπόν του ΔΝΤ, το οποίο προβλέπει (με τη βοήθεια μίας εντελώς ανεξάρτητης κεντρικής τράπεζας και ενός σκιώδους Υπουργείου Οικονομικών) περισσότερες ιδιωτικοποιήσεις, περικοπές στις κρατικές δαπάνες, ελαστικότητα στην εργασία, απελευθέρωση όλων των κλειστών επαγγελμάτων, ενίσχυση του ελευθέρου εμπορίου, περιορισμένους ελέγχους στη ροή των κεφαλαίων κλπ., αποδείχθηκε στην κυριολεξία θανατηφόρο για την συντριπτική πλειοψηφία των Πολιτών της Ν. Αφρικής – όπως και για όλες σχεδόν τις χώρες, στις οποίες «εισέβαλλαν» οι σύνδικοι του διαβόλου.

ΠΑΡΑΛΛΗΛΙΣΜΟΙ

Με βάση τα παραπάνω υποθέτουμε πως, εάν ήθελε κάποιος να λεηλατήσει μία χώρα, τόσο όσον αφορά την ιδιωτική, όσο και τη δημόσια περιουσία της, θα έπρεπε να τοποθετήσει κάποιους «δικούς» του ανθρώπους, σε τρία βασικά σημεία: στο υπουργείο οικονομικών, στην κεντρική της τράπεζα, καθώς επίσης στο ταμείο αποκρατικοποιήσεων (Τράπεζα της Ελλάδας και ΤΑΙΠΕΔ, στο υποθετικό παράδειγμα της χώρας μας).

Εάν τα κατάφερνε, δεν θα είχε ασφαλώς ανάγκη ούτε τον πρωθυπουργό, ούτε την κυβέρνηση και σε καμία περίπτωση τα κόμματα, τους βουλευτές και τη Βουλή – αφού όλοι αυτοί είναι πολύ εύκολο να σιωπήσουν, είτε εκβιαζόμενοι, είτε χρηματιζόμενοι, είτε χειραγωγούμενοι εν αγνοία τους, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Ειδικότερα τα εξής:

(α)  Υπουργείο Οικονομικών: Είναι προφανές ότι, μέσω της συγκεκριμένης υπηρεσίας, προϊσταμένης όλων των εφοριών, καθώς επίσης των λοιπών εισπρακτικών, διωκτικών και άλλων μηχανισμών του κράτους, έχει τη δυνατότητα να «μεταφέρει» κανείς μεγάλο μέρος της ιδιωτικής περιουσίας των Ελλήνων (επιχειρήσεων και νοικοκυριών), μεθοδικά και σταδιακά, στα δημόσια ταμεία – από εκεί στους δανειστές (εξόφληση των τόκων του δημοσίου χρέους), ή απλά στα έσοδα του προϋπολογισμού, δημιουργώντας πλεονάσματα.

Για παράδειγμα, μέσα από τη φορολογία των ιδιωτικών ακινήτων, η συνολική αξία των οποίων υπερβαίνει κατά πολύ το 1 τρις €, θα μπορούσε να εξοφληθεί ολοσχερώς το δημόσιο χρέος – μέσω ειδικής εισφοράς και με έναν «μακροπρόθεσμο συντελεστή» της τάξης του 25%. Με την υιοθέτηση μίας τέτοιας φορολογίας, για μία περίοδο πάνω από είκοσι έτη, αντιμετώπισε το χρέος της η Γερμανία μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο (άρθρο μας) – ενώ, αν και η μέθοδος αυτή είναι μη συμβατή με την έννοια της ιδιοκτησίας στο καπιταλιστικό σύστημα, αφού πρόκειται εμφανώς για δήμευση περιουσίας, θα μπορούσε να επιβληθεί από τους δανειστές, εάν «καταλάμβαναν» το συγκεκριμένο υπουργείο.

Ο διασυρμός των πολιτών, οι κατηγορίες εναντίον τους για συλλογική φοροδιαφυγή, η δημόσια διαπόμπευση, οι εξοντωτικές ποινές, η συστηματική «παραγωγή» ενόχων και ενοχών, η τοποθέτηση της μίας κοινωνικής ομάδας απέναντι στην άλλη, η τρομοκρατία κοκ. είναι μερικές από τις μεθόδους – οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν, για την επίτευξη τέτοιου είδους στόχων, από τη συγκεκριμένη «υπηρεσία».

(β)  Τράπεζα της Ελλάδας: Η ΤτΕ, η κεντρική δηλαδή τράπεζα της χώρας μας, είναι η εποπτική αρχή των εμπορικών τραπεζών και υποχρεωτικά ένας από τους μετόχους της ΕΚΤ – όπως όλες οι άλλες τράπεζες της Ευρωζώνης. Εν τούτοις, δεν ανήκει στο κράτος ενώ, κατά έναν παράδοξο τρόπο (μοναδικό σχεδόν φαινόμενο παγκοσμίως), είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο. Η μετοχική της σύνθεση είναι η παρακάτω:

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Η τράπεζα της Ελλάδος

Τράπεζα της Ελλάδος

Ελληνικό Δημόσιο

Ελεύθερη διασπορά

Μετοχική σύνθεση

8,93%

91,07%

Αριθμός μετοχών

1,80 εκ.

18,10 εκ.

Αξία 15.02.13*

30,6 εκ. €

311,7 εκ. €

Τιμή μετοχής 17,23 €

Πηγή: capital

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Όπως φαίνεται από τον Πίνακα Ι, η Ελλάδα συμμετέχει μόλις με 8,93% στο μετοχικό κεφάλαιο της ΤτΕ, ενώ όλοι οι υπόλοιποι μέτοχοι είναι άγνωστοι – με λιγότερο από 5% μερίδια, αφού διαφορετικά θα εμφανίζονταν στη μετοχική της σύνθεση. Ιστορικά δε, η ΤτΕ ιδρύθηκε το 1927/28, επειδή η Εθνική Τράπεζα, η οποία είχε το δικαίωμα δημιουργίας χρημάτων από το πουθενά, το εκδοτικό προνόμιο δηλαδή από το 1841 (ιδρύθηκε ουσιαστικά από τον οίκο Rothschild, σε συνεργασία με Έλληνες), δεν δέχθηκε να «τυπώσει» χρήματα για τη χρηματοδότηση της Μικρασιατικής Εκστρατείας.

Περαιτέρω, στα τέλη Μαρτίου του 2012 ανακοινώθηκε η γενική συνέλευση της ΤτΕ με θέμα, μεταξύ άλλων, την επέκταση της αδείας της, ενώ στα μέσα Μαρτίου του 2012 η ΕΚΤ αποδέχθηκε τις εισηγήσεις της ΤτΕ, για επέκταση της διάρκειας της κατά 30 χρόνια (από το 2020 έως το 2050). Ουσιαστικά λοιπόν ανανεώθηκε το εκδοτικό δικαίωμα της ΤτΕ (εάν το έχανε, τα προνόμια της θα επανερχόταν στο κράτος), ενώ το Κοινοβούλιο ψήφισε την αλλαγή του καταστατικού της στα τέλη Δεκεμβρίου του 2012 (μετά από τέσσερις συνεδριάσεις της αρμόδιας επιτροπής – όλα αυτά, επιφυλασσόμενοι για την ακρίβεια των μη διασταυρωμένων πληροφοριών μας).

Η θέση της συγκεκριμένης τράπεζας, από την οποία εξαρτάται αφενός μεν η λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος (παροχή ρευστότητας, ELA, Target II κλπ.), αφετέρου η χρηματοδότηση του κράτους, είναι προφανώς αποφασιστική, εάν θέλει κανείς να ελέγξει μία χώρα – πόσο μάλλον όταν η εξάρτηση των εμπορικών τραπεζών από αυτήν, ειδικά σε περιόδους όπως η σημερινή (υπερχρέωση στα όρια της χρεοκοπίας), είναι η μεγαλύτερη δυνατή (ενώ από τις εμπορικές τράπεζες εξαρτώνται άμεσα τόσο οι επιχειρήσεις, όσο και τα νοικοκυριά, με «δεσμευμένο» ένα μεγάλο μέρος της ακίνητης και κινητής περιουσίας των Ελλήνων).

(γ)  Ταμείο Αποκρατικοποιήσεων: Μέσω της συγκεκριμένης υπηρεσίας, είναι δυνατόν να μεταφερθεί ένα μεγάλο μέρος της κρατικής περιουσίας στα δημόσια ταμεία και από αυτά στους πιστωτές της χώρας μας – ενώ είναι πλέον σαφές ότι, «η Ελλάδα προγραμματίζει ένα πραγματικό ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας» (πηγή: Εφημερίδα της Ζυρίχης, ΝΖΖ 26.03.2012).

Την ίδια στιγμή, η ιδιοκτησία των μεγαλύτερων ελληνικών επιχειρήσεων είναι επίσης δυνατόν να μεταφερθεί σε πολυεθνικούς κολοσσούς – οι οποίοι, στη συνέχεια, θα αυξήσουν τις τιμές όλων των υπηρεσιών που προσφέρονται (νερό, ηλεκτρικό κλπ.), δεν θα πληρώνουν φόρους (φοροαποφυγή) και κυριολεκτικά θα θησαυρίσουν (προφανώς δεν θα αφήσουν παραπονεμένους αυτούς που τις επιλέγουν).

Αναλυτικότερα, όφειλαν αρχικά να εισρεύσουν στα δημόσια ταμεία 50 δις €, εντός πέντε ετών (15 δις € έως το τέλος του 2012!) – από την πώληση της κρατικής περιουσίας, καθώς επίσης από την παροχή αδειών αποκλειστικής χρήσης (συχνότητες κλπ.). Το ποσόν αυτό ισοδυναμεί περίπου με το 25% του ΑΕΠ της χώρας μας – όταν εντός των περασμένων τριάντα ετών, από το 1977 έως το 2007, τα συνολικά έσοδα από τις αποκρατικοποιήσεις ήταν της τάξης του 14% του ΑΕΠ.

Για την επίτευξη του συγκεκριμένου στόχου, δημιουργήθηκε το Ταμείο Αποκρατικοποιήσεων (ΤΑΙΠΕΔ),στα πρότυπα της γερμανικής «Treuhand» – μέσω της οποίας ουσιαστικά λεηλατήθηκε η πρώην Ανατολική Γερμανία από τη Δυτική. Σύμφωνα δε με τη γερμανική εφημερίδα «Die Zeit» (04.07.2012), “η ιστοσελίδα του ΤΑΙΠΕΔ μοιάζει με ένα διαδικτυακό κατάστημα, το οποίο προσπαθεί να προσελκύσει ισχυρούς κεφαλαιακά επενδυτές από το εξωτερικό”.

Ουσιαστικά πωλούνται τα πάντα, σε τιμές ευκαιρίας – όπως η ΔΕΗ, η ΔΕΠΑ, η ΕΥΔΑΠ, η ΕΥΑΘ, ο ΟΠΑΠ, λιμάνια, αεροδρόμια, εθνικοί οδοί, ακίνητα, οικόπεδα, κλπ. Ο Πίνακας ΙΙ που ακολουθεί είναι χαρακτηριστικός:

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Ιδιωτικοποιήσεις στην Ελλάδα  (σε δις €)

Περιουσιακά στοιχεία

Αριθμός

Προϋπολογισμένη αξία

Περίοδος πώλησης

Εισηγμένες εταιρείες

11

3,4

2012-15

Μη εισηγμένες εταιρείες

13

2,9

2012-15

Υποδομές

12

6,4

2012-15

Τυχ. παιχνίδια/ψηφιακά δικαιώματα

7

2,1

2012-15

Χρηματοπιστωτικός τομέας (assets)

16,0

2012-16

Ακίνητα

49

1,0

2012-20

Οικόπεδα

70.000

18,2

2012-22

Σύνολα

50,0

Πηγή: IMF 2012, 30.

Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Μέχρι στιγμής, η πρόοδος των αποκρατικοποιήσεων (αναλυτικά στο άρθρο μας «Η παγίδα των ιδιωτικοποιήσεων») είναι περιορισμένη, με αποτέλεσμα να έχουν αναθεωρηθεί τόσο οι χρονικοί στόχοι, όσο και τα αναμενόμενα έσοδα – γεγονός που ενδεχομένως είναι σκόπιμο, έτσι ώστε να υποχρεώνεται συνεχώς το κράτος να μειώνει όλο και περισσότερο τις τιμές πώλησης.

Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με απολύτως αξιόπιστα διεθνή οικονομικά ινστιτούτα, “Οι χώρες υποχρεώνονται σε ιδιωτικοποιήσεις από ιδεολογικής πλευράς και όχι λόγω αύξησης της ανταγωνιστικότητας τους…..Οι πιέσεις για ιδιωτικοποιήσεις δεν έχουν στόχο τη μείωση των ελλειμμάτων του προϋπολογισμού αφού, εάν πράγματι είχαν αυτό το στόχο, θα ήταν προτιμότερο να διενεργούνται σταδιακά, όταν, εάν και εφόσον εξασφαλίζονταν οι καλύτερες δυνατές τιμές, συνθήκες πώλησης ή/και μακροπρόθεσμης ενοικίασης” (πηγή: Friedrich Ebert Stiftung).

Συνεχίζοντας, εκτός όλων των υπολοίπων «αυθαιρεσιών» που ακούγονται, όσο αφορά τις αποκρατικοποιήσεις, δεν υπάρχει καμία εμπειρική απόδειξη του ισχυρισμού ότι, ένας μικρός κρατικός τομέας, με ιδιωτικοποιημένες τις δημόσιες υπηρεσίες και εταιρείες, αυξάνει την ανταγωνιστικότητα μίας χώρας. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν χώρες με μεγάλο δημόσιο τομέα και υψηλή ανάπτυξη, καθώς επίσης χώρες με μικρό δημόσιο τομέα και μικρή ανάπτυξη.

Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα ξανά με το γερμανικό ινστιτούτο «Friedrich Ebert Stiftung», “Οι σχεδιαζόμενες ιδιωτικοποιήσεις στον ευρωπαϊκό νότο θα τραυματίσουν σοβαρά ή θα καταστρέψουν το κοινωνικό κράτος – ενώ με τον τρόπο αυτό θα περιοριστούν σημαντικά οι δυνατότητες οικονομικής, κοινωνικής και διαρθρωτικής πολιτικής όλων αυτών των κρατών, με αποτέλεσμα να κορυφωθεί η εξάρτηση τους από το διεθνές κεφάλαιο”.

Περαιτέρω, “Μία πρώτη συνέπεια των σχεδίων ιδιωτικοποίησης στην Ελλάδα θα είναι η μαζική μείωση της απασχόλησης – δηλαδή, η ραγδαία αύξηση της ανεργίας. Σε εκείνες τις δημόσιες υπηρεσίες, οι οποίες προγραμματίζεται να πουληθούν, χάθηκε μέσα σε δύο μόνο έτη το 44% των θέσεων εργασίας – μέσω πρόωρης συνταξιοδότησης κλπ. Εκτός αυτού, σε όλες τις υπόλοιπες θέσεις εργασίας, υπήρξαν μειώσεις μισθών έως και 40% (πηγή: Κομισιόν 2012e:24, 40)…. Κυρίως δε στην Υγεία και στην Παιδεία, η μαζική μείωση των θέσεων εργασίας είναι απολύτως εις βάρος της ποιότητας των υπηρεσιών που παρέχονται”.

Όπως φαίνεται λοιπόν καθαρά από την παραπάνω ανάλυση και χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες, εάν μία χώρα χάσει τον έλεγχο των τριών βασικών της «οικονομικών πυλώνων», η καταστροφή της είναι δεδομένη – ενώ από τον πρώτο «πυλώνα» είναι δυνατόν να «ενορχηστρωθεί» μία επίθεση στην ιδιωτική περιουσία, από το δεύτερο στη χρηματοπιστωτική και από τον τρίτο στη δημόσια: η τέλεια καταιγίδα.

Η.Π.Α. ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Οι Η.Π.Α., έχοντας μεγάλη εμπειρία από το παρελθόν, προτιμούν τις ιδιωτικοποιήσεις και την κατάληψη μίας χώρας «από τα αριστερά» – επειδή τότε οι αντιδράσεις των πολιτών είναι οι ελάχιστες δυνατές. Ξεκινώντας αρκετά χρόνια πριν με δικτατορικά καθεστώτα για την επιβολή της νεοφιλελεύθερης πολιτικής τους με διαδικασίες «εξπρές» (σοκ και δέος), επέλεξαν στη συνέχεια τα δήθεν δημοκρατικά, αργότερα τα σοσιαλιστικά ή τις κυβερνήσεις συνεργασίας (Τουρκία),καταλήγοντας σήμερα στα αριστερά – μία εύλογη προφανώς απόφαση, αφού στερεί πλέον τις εναλλακτικές δυνατότητες των πολιτών.

Η Γερμανία, αντίθετα, έχοντας περιορισμένη εμπειρία και με αφετηρία την Ελλάδα, προτιμά τη λεηλασία και την κατάληψη μίας χώρας από τα δεξιά – ενώ εμείς, πλέοντας μεταξύ της «Σκύλας και της Χάρυβδη»ς, φαίνεται πως έχουμε την «ελεύθερη επιλογή του δημίου» – αυτού δηλαδή που τελικά θα υποδουλώσει και θα λεηλατήσει την πατρίδα μας, πετώντας την τελικά, σαν τη στυμμένη λεμονόκουπα, στα σκουπίδια της Ιστορίας.

Ας ελπίσουμε λοιπόν ότι δεν θα πέσουμε στην παγίδα ούτε του ενός, ούτε του άλλου – επιλέγοντας την κατάλληλη πολυκομματική πολιτική ηγεσία (πριν εκποιηθούν οι δημόσιες επιχειρήσεις), η οποία θα πρέπει να μας υποσχεθεί αλλαγή του συντάγματος, έτσι ώστε να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις (άμεση δημοκρατία) της συμμετοχής των πολιτών στα κοινά, καθώς επίσης στην ψήφιση των βασικών νόμων (αφού έχει περάσει πλέον η εποχή των «σωτήρων», οι οποίοι οδήγησαν τελικά τη χώρα μας στη χρεοκοπία).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ  

Ειδικά όσον αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις μέσω συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ ή PPPs – Private Public Partnerships), έχει αποδειχθεί πολλές φορές, στα πλαίσια της σημερινής κρίσης χρέους ότι, επιβαρύνουν σε τελική ανάλυση περισσότερο τους φορολογουμένους, σε σχέση με το εάν αναλάμβανε τις υπηρεσίες αυτές το δημόσιο.

Η Πορτογαλία, η οποία έπεσε δυστυχώς στην παγίδα των ΣΔΙΤ καθ’ υπόδειξη της Τρόικας, δημιουργώντας πολλές τέτοιες εταιρείες, σταμάτησε την όλη διαδικασία – με εντολή του ΔΝΤ, το οποίο τάχθηκε ανοιχτά εναντίον των ΣΔΙΤ, κατανοώντας τελικά ότι αποτελούν ένα μη ελεγχόμενο μελλοντικό χρηματοπιστωτικό ρίσκο, για τη χώρα που τα υιοθετεί.

Ολοκληρώνοντας, επειδή υπάρχουν πολλοί, οι οποίοι προσπαθούν να πείσουν τους Έλληνες ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, εκτός από αυτές που μας επιβάλλονται με τα εγκληματικά μνημόνια,υπενθυμίζουμε κάποιες στο άρθρο μας «Λιτότητα, δραχμή ή αναδιάρθρωση», από τις 19 Ιουνίου του 2011. Επίσης πολλά άλλα κείμενα, τόσο από το παρελθόν, όσο και πρόσφατα, αφού οι κατάσταση μίας οικονομίας δεν είναι προφανώς στατική, αλλά δυναμική.

Σε κάθε περίπτωση λύσεις υπάρχουν και είναι πάρα πολλές – αρκεί να το θελήσουν πραγματικά οι Έλληνες πολίτες οι οποίοι, από σήμερα και στο μέλλον, θα είναι οι πραγματικοί υπεύθυνοι τυχόν λεηλασίας της πλούσιας, πολλαπλά προικισμένης πατρίδας τους. Η ανοχή άλλωστε είναι συνώνυμημε την αποδοχή οπότε, εφόσον οι πολίτες συνεχίσουν να μην αντιδρούν, τότε σημαίνει πως συμφωνούν με όλα όσα αποφασίζονται για τη χώρα τους.

πηγή

http://kostasxan.blogspot.gr/2013/02/blog-post_3688.html?utm_source=feedburner&utm_medium=feed&utm_campaign=Feed:+blogspot/vhzE+%28%CE%91%CF%82+%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%AE%CF%83%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B5+%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%BF%CF%85%CF%82!%29