Οι κύριες προκλήσεις της Ελληνικής οικονομίας


111Όπως εκφράζονται στη Θέση των υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την ανάπτυξη συμφωνίας εταιρικής σχέσης και προγραμμάτων στην Ελλάδα για την περίοδο 2014-2020

Σ.απ.γαλ. Ετσι μας βλέπουν στις Βρυξέλλες…αλλά για το πάπλωμα τίποτα…ούτε κιχ…

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε ύφεση από το 2008. Το 2011, το πραγματικό ΑΕΠ μειώθηκε κατά -7,1%, παρουσιάζοντας σημαντική συρρίκνωση, μεγαλύτερη από αυτήν του 2010. Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην πολύ υποτονική εγχώρια ζήτηση, η οποία είναι και αυτή αποτέλεσμα της δημοσιονομικής προσαρμογής, της μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών σε μια ασθενή αγορά εργασίας και των περιοριστικών όρων δανεισμού. Ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας είναι πολύ χαμηλότερος από τον μέσο όρο της ευρωζώνης και, παρά τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας, η ανεργία εξακολουθεί να είναι σε υψηλά επίπεδα.

Η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας είναι ασθενής, λόγω της επιδείνωσής της επί σειρά ετών.

Το 2012 αναμένεται περαιτέρω συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας. Τον Ιούλιο του 2012, το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα ανήλθε στο 25,1% από 17,8% τον Ιούλιο του 2011. Αυτή η επιδείνωση της κατάστασης στην αγορά εργασίας επηρεάζει σχεδόν όλες τις ομάδες του πληθυσμού, αλλά πολύ περισσότερο τις ευάλωτες ομάδες (γυναίκες και νέους) και αυξάνει τα ποσοστά φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Τα ποσοστά ανεργίας των νέων (κάτω των 25 ετών) στην Ελλάδα, τον Ιούλιο του 2012, ήταν τα υψηλότερα στην ΕΕ-27 (55,6%).

Παρά τη συνεχή οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα έως το 2008, οι ανισότητες στο εσωτερικό και μεταξύ των περιφερειών εξακολουθούν να είναι έντονες. Πράγματι, τα στοιχεία του μέσου κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ για την περίοδο 2007-2009 των δεκατριών ελληνικών περιφερειών σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ καταδεικνύουν σημαντικές διαφορές. Η περιφέρεια «Αττικής» παρουσιάζει κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ 120,1%, ενώ το ποσοστό στη Δυτική Ελλάδα είναι μόλις 66,2% και ακολουθεί η περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης με 67,8%. Από τα πρώτα στοιχεία για το 2010 συνάγεται ότι η ανισότητα μεταξύ των περιφερειών έχει επιδεινωθεί και ότι το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ εξακολούθησε να παρουσιάζει σημαντική μείωση σε όλη τη χώρα.

Υπάρχουν σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν σε εθνικό και διακρατικό επίπεδο, ώστε να καταστεί η ελληνική οικονομία περισσότερο βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς. Η έλλειψη αποτελεσματικής δημόσιας διοίκησης και ενός σύγχρονου, ευέλικτου και ανταγωνιστικού, φιλικού προς τις επιχειρήσεις περιβάλλοντος εμποδίζει την ανάπτυξη και τη δημιουργία απασχόλησης. Η τρέχουσα οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση έχει μετατραπεί σε κρίση απασχόλησης και σε κοινωνική κρίση. Σε αυτές τις συνθήκες, η προώθηση της απασχόλησης και η στήριξη της κινητικότητας στην αγορά εργασίας θα αποτελέσει μείζονα πρόκληση. Η προώθηση της ενεργητικής ένταξης και της καταπολέμησης της φτώχειας έχουν καθοριστική σημασία για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.

Η ανάλυση της ελληνικής προόδου ως προς την επίτευξη των εθνικών στόχων για το 2020 που συνδέονται άμεσα με τα ταμεία του ΚΠΣ καταδεικνύει τις προσπάθειες που πρέπει να καταβληθούν και την απόσταση που πρέπει να καλυφθεί. Ο κατωτέρω πίνακας παρουσιάζει τους εθνικούς στόχους για τη στρατηγική «Ευρώπη 2020».

Βασικοί στόχοι «Ευρώπη 2020»

Τρέχουσα κατάσταση στην Ελλάδα στα τέλη του 2011

Εθνικός στόχος για το 2020 στο ΕΠΜ

Ε&Α 0,6% (2007) 2% του ΑΕΠ
Απασχόληση 59,9% (2011) 70%
Πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου 13,1% (2011) 9,7%
Τριτοβάθμια εκπαίδευση 28,9% (2011) 32%
Φτώχεια 619.000  Μείωση κατά 450000 έως το 2020 του αριθμού των ατόμων που κινδυνεύουν με φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό
Ενεργειακή απόδοση μ/δ (η Επιτροπή δεν είναι ακόμη σε θέση να δώσει αυτά τα στοιχεία) 2,7 Mtoe
Ανανεώσιμη ενέργεια Με αρχικό ποσοστό 5,8% το 2005, το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας αυξήθηκε στο 8,2% (το 2011). 18% της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.
Μείωση των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου (ΑΘ) κατά 20% σε σύγκριση με το 1990[1] +3% (προβλεπόμενες εκπομπές για το 2020 σε σύγκριση με το 2005)[2]-8% (εκπομπές 2010 σε σύγκριση με το 2005)5 -4 %

(εθνικός δεσμευτικός στόχος για τους τομείς εκτός ETS σε σύγκριση με το 2005).

Συνεπώς, οι πιεστικότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα συνδέονται με την αναποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης που εμποδίζει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας, σε συνδυασμό με ένα μη βιώσιμο οικονομικό μοντέλο που στερείται ανταγωνιστικότητας. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη μεγάλη ανεργία, ιδίως των νέων, τον αυξανόμενο κοινωνικό αποκλεισμό και τη φτώχεια, την ανεπάρκεια επενδύσεων υποδομής για την προώθηση της ανάπτυξης και της απασχόλησης και την αναποτελεσματική χρήση φυσικών πόρων/ μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και προσαρμογή σε αυτήν.

Μη βιώσιμο οικονομικό μοντέλο που στερείται ανταγωνιστικότητας

Με την πάροδο των ετών, η Ελλάδα ανέπτυξε μια μη βιώσιμη οικονομική διάρθρωση. Υστερεί σε σχέση με τους ευρωπαίους εταίρους της σε βασικούς τομείς, όπως οι άμεσες ξένες επενδύσεις και η απασχόληση, και παρουσιάζει χαμηλές επιδόσεις στους τομείς της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας που αποτελούν σημαντικές προκλήσεις για τη χώρα.

Η ανταγωνιστικότητα στην Ελλάδα είναι πολύ χαμηλή σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ-27 και η οικονομία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις μικροεπιχειρήσεις[3]. Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η έλλειψη ανταγωνιστικότητας στον τομέα του τουρισμού που αντιπροσωπεύει περίπου το 15% της ελληνικής οικονομίας. Είναι σχεδόν ανύπαρκτο ένα σταθερό περιβάλλον για επενδύσεις που θα μπορούσε να βελτιώσει το επιχειρηματικό κλίμα, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε ευρύτερο περιφερειακό και διεθνές πλαίσιο. Οι ΜΜΕ και ιδίως οι μικροεπιχειρήσεις αντιμετωπίζουν δυσκολίες ανάπτυξης, διότι το δυναμικό τους προσκρούει σε διάφορα εμπόδια: μια δημόσια διοίκηση που δίνει προτεραιότητα στην παραγωγή νόμων παρά στην επαρκή και αποτελεσματική εφαρμογή των πολιτικών, έλλειψη εμπιστοσύνης στη λογοδοσία της δημόσιας διοίκησης, έλλειψη πρόσβασης στη χρηματοδότηση, έλλειψη εργαλείων ΤΠΕ όσον αφορά τον χωροταξικό σχεδιασμό και τη διαφάνεια των δημόσιων συμβάσεων, έλλειψη στήριξης και παροχής συμβουλών για τη διείσδυση στις διεθνείς αγορές, έλλειψη διαφάνειας των συμβάσεων. Η αδυναμία επιχειρηματικότητας είναι ακόμη εντονότερη στις αγροτικές περιοχές και τις περιοχές αλιείας λόγω των ειδικών προκλήσεων από χωροταξική άποψη, διότι οι αγροτικές περιοχές βρίσκονται μακριά από το κέντρο ελέγχου της οικονομίας. Η στήριξη της ΕΕ προς τις ΜΜΕ την περίοδο 2007-2013 ήταν κατακερματισμένη, οι επιχορηγήσεις δεν είχαν επαρκή στόχευση έως το 2011 και τα μέσα χρηματοοικονομικής τεχνικής ήταν υπερβολικά μεγάλα και δεν ήταν σωστά προσαρμοσμένα στις οξύτερες ανάγκες.

Το επίπεδο των δημόσιων επενδύσεων σε Ε&Α είναι χαμηλό και οι δαπάνες το 2007 αντιπροσώπευαν το 0,6% του ελληνικού ΑΕγχΠ, με ανεπαρκείς και  αναποτελεσματικές δαπάνες, ιδίως λόγω της πλημμελούς εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων. Η Ελλάδα υστερεί επίσης στους τομείς της χρηματοδότησης, των εταιρικών επενδύσεων και των διανοητικών περιουσιακών στοιχείων. Η Ελλάδα υποβιβάστηκε στην 20ή θέση του πίνακα αποτελεσμάτων για την καινοτομία στην ΕΕ το 2011 και οι επιδόσεις της στον τομέα της καινοτομίας είναι κατώτερες από τον μέσο όρο της ΕΕ-27. Η έλλειψη στρατηγικού προσανατολισμού και στόχευσης, με συνακόλουθο κατακερματισμό του προγραμματισμού σε μεγάλο φάσμα επιστημονικών και τεχνολογικών τομέων, εμπόδισε τη δημιουργία μιας κρίσιμης μάζας σε όρους εθνικής συνάφειας και σημασίας. Είναι αναγκαία μια μεταστροφή προς την οικονομία που βασίζεται στην καινοτομία, για να αξιοποιηθεί το αναπτυξιακό δυναμικό, μεταξύ άλλων και στους τομείς της γαλάζιας οικονομίας. Η φυγή εγκεφάλων είναι επίσης ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί, διότι πολλοί ερευνητές και άτομα με υψηλά προσόντα φεύγουν στο εξωτερικό.

Η χώρα εξακολουθεί να έχει χαμηλή βαθμολόγηση όσον αφορά τους δείκτες ΤΠΕ της ΕΕ. Πρέπει να επιτευχθούν υψηλά πρότυπα και διεισδυτικότητα των υπηρεσιών ΤΠΕ για τον πληθυσμό και τις επιχειρήσεις μέσω της υποδομής ευρυζωνικών δικτύων, και στις αγροτικές περιοχές. Ενώ η πάγια κάλυψη με ευρυζωνικές υπηρεσίες ανερχόταν στο 91,2% του συνολικού πληθυσμού της Ελλάδας το 2010, σύμφωνα με τον πίνακα αποτελεσμάτων του ψηφιακού θεματολογίου της ΕΕ, το ποσοστό αυτό στις αγροτικές περιοχές ήταν μόλις 60%[4].

Υψηλή ανεργία, ιδίως των νέων και αυξανόμενος κοινωνικός αποκλεισμός και φτώχεια

Το ποσοστό ανεργίας της χώρας έχει υπερτριπλασιαστεί από τότε εκδηλώθηκε η κρίση και το ποσοστό ανεργίας των νέων ανήλθε σε πρωτοφανή επίπεδα, υπερβαίνοντας το 50%. Οι νέοι, ιδίως τα κορίτσια, που εγκαταλείπουν πρόωρα το σχολείο και τα άτομα με χαμηλότερα επαγγελματικά προσόντα ανήκουν στις ομάδες που πλήττονται κατ’ εξοχήν από την ανεργία. Η ανεργία, ιδίως η μακροχρόνια ανεργία, είναι βασικός παράγοντας φτώχειας. Τα νοικοκυριά με άνεργο αρχηγό νοικοκυριού είναι αυτά που πλήττονται περισσότερο από την κρίση: το ποσοστό φτώχειας τους αυξήθηκε κατά 9% (από 51,1% σε 60,1% τον Αύγουστο του 2011). Το ποσοστό των ατόμων που κινδυνεύουν από τη φτώχεια επί του συνολικού πληθυσμού στην Ελλάδα είναι υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 σχεδόν κατά 4 εκατοστιαίες μονάδες και το δεύτερο υψηλότερο μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ-15 (δεδομένα 2010), εφόσον ανήλθε στο 20,1% το 2010, ενώ ορισμένες ομάδες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες (π.χ. παιδιά που καλύπτονται από έναν ειδικό επιμέρους στόχο). Παρόλα αυτά, η Ελλάδα είναι ένα από τα κράτη μέλη στα οποία η επάρκεια και αποτελεσματικότητα των συστημάτων κοινωνικής προστασίας για τη μείωση της φτώχειας είναι εξαιρετικά χαμηλές. Τέλος, το ποσοστό ατόμων ηλικίας 18-59 ετών που ζουν σε νοικοκυριά χωρίς κανέναν εργαζόμενο αυξήθηκε στο 13,7% το 2011, αύξηση κατά 5% από το 2009 (8,5%) και σχεδόν κατά 3% υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 (10,5% το 2011).

Εξάλλου, η Ελλάδα υστερεί και όσον αφορά τα επιτεύγματα των αποκαλούμενων στόχων της Βαρκελώνης στον τομέα της μέριμνας παιδιού, εφόσον μόνο το 8% των παιδιών ηλικίας κάτω των 3 ετών καλύπτονται από επίσημες ρυθμίσεις μέριμνας παιδιού (έναντι μέσου όρου 28% για την ΕΕ) και 58% των παιδιών ηλικίας μεταξύ 3 και 6 ετών (έναντι μέσου όρου 83% στην ΕΕ).

Σε περίοδο δημοσιονομικής εξυγίανσης και μείωσης των δημόσιων δαπανών για την εκπαίδευση (2,75% του ΑΕΠ το 2011), υπονομεύεται η επίτευξη των στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» για την εκπαίδευση. Είναι ανησυχητικά και πρέπει να αντιμετωπιστούν τα χαμηλά ποσοστά απασχόλησης των νέων, το υψηλό ποσοστό μαθητών με χαμηλές επιδόσεις στα φιλολογικά μαθήματα, τα μαθηματικά και τα θετικά μαθήματα, με παρατεινόμενο χάσμα επιδόσεων ανάμεσα στους μετανάστες και τους γηγενείς, το υψηλό ποσοστό (που προσεγγίζει το 15%) των νέων ηλικίας 15-24 ετών που δεν εργάζονται ούτε ακολουθούν πρόγραμμα εκπαίδευσης ή κατάρτισης και τα υψηλά ποσοστά σπουδαστών από μειονεκτικά περιβάλλοντα. Η επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση εξακολουθεί να μην είναι ελκυστική επιλογή και η συμμετοχή ενηλίκων στη διά βίου μάθηση είναι εξαιρετικά χαμηλή σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ η διαφορά είναι ακόμη μεγαλύτερη για ειδικές ομάδες πληθυσμού, όπως οι μετανάστες, τα άτομα με χαμηλά επαγγελματικά προσόντα, οι άνεργοι, οι γυναίκες και οι ηλικιωμένοι. Είναι απολύτως αναγκαία η μεταφορά ορθής πρακτικής από άλλες χώρες της ΕΕ. Τέλος, τα ποσοστά συμμετοχής σε προσχολική εκπαίδευση και μέριμνας για τα παιδιά είναι από τα χαμηλότερα στην ΕΕ.

Οι συνθήκες στην αγορά εργασίας εκτιμάται ότι θα επιδεινωθούν περισσότερο στο προβλεπτό μέλλον, γεγονός που καθιστά την πρόκληση ακόμα σημαντικότερη. Η ανάγκη προστασίας των ανέργων και των πιο ευάλωτων, ιδίως των νέων, απαιτεί την εφαρμογή ορισμένων πολιτικών μεταρρυθμίσεων και αποτελεσματικών πολιτικών ενεργοποίησης και ένταξης, ώστε να υπάρξει θετική επίπτωση στην ανάπτυξη και την απασχόληση.

Ανεπάρκεια δικτύων βασικής υποδομής για την προώθηση της ανάπτυξης και της απασχόλησης

Η Ελλάδα δεν έχει ολοκληρώσει ακόμη στρατηγικά δίκτυα βασικών οδικών, σιδηροδρομικών, λιμενικών και αεροπορικών υποδομών και άλλων βοηθητικών υποδομών ή υποδομών πολυτροπικών μεταφορών, γεγονός που εμποδίζει την εύκολη πρόσβαση για το σύστημα μεταφοράς αγαθών και προσώπων. Η σύνδεση οδικών δικτύων στο εσωτερικό της χώρας και με γειτονικές χώρες είναι ανεπαρκής. Δεν υπάρχουν σύγχρονα δίκτυα σιδηροδρόμων, ενώ είναι επιτακτική ανάγκη να ολοκληρωθούν οι παραχωρήσεις αυτοκινητοδρόμων (μήκους έως 1.400 χλμ.). Η οδική ασφάλεια εξακολουθεί να είναι άκρως ανησυχητική στην Ελλάδα με 129,3 θανατηφόρα ατυχήματα ανά 1 εκατομμύριο κατοίκους το 2009. Πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ-27 που απέχει πολύ από τον στόχο των 33,8 θανατηφόρων ατυχημάτων ανά 1 εκατομμύριο κατοίκους το 2020.

Στον τομέα της ενέργειας, η χώρα στερείται επαρκή ενεργειακά δίκτυα για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις για την αύξηση του δυναμικού ηλεκτρικής ενέργειας (με εξαίρεση τις ΑΠΕ) και φυσικού αερίου. Τα δίκτυα υψηλής τάσης δεν έχουν αρκετή ικανότητα να στηρίξουν τη διείσδυση ΑΠΕ. Η διείσδυση φυσικού αερίου στην Ελλάδα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την επέκταση του δικτύου υψηλής πίεσης.

Πρέπει επίσης να αντιμετωπιστεί το ζήτημα της αξιόπιστης παράκτιας ναυσιπλοΐας. Τα ελληνικά λιμάνια μπορούν κυρίως να αξιοποιηθούν για τη μεταφόρτωση εμπορευματοκιβωτίων και την εξυπηρέτηση μεγάλων κρουαζιερόπλοιων. Ως προς αυτό, θα πρέπει να αντιμετωπιστούν τα ζητήματα των σιδηροδρομικών συνδέσεων και των τελωνείων στο πλαίσιο μιας συνολικής λιμενικής στρατηγικής που δεν υπάρχει. Πρέπει επίσης να αντιμετωπιστεί η έλλειψη συνεκτικών βιώσιμων ρυθμιστικών σχεδίων αστικών μεταφορών. Δεν υπάρχουν διευκολύνσεις διασύνδεσης μεταξύ λιμένων, αερολιμένων και προαστιακού σιδηροδρόμου σε βασικά αστικά κέντρα, ενώ έχουν ιδιαίτερη σημασία για τον τουριστικό κλάδο ειδικότερα. Οι επενδύσεις σε καθαρές και πράσινες υποδομές, όπως το μετρό της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, αλλά και το τραμ και τα τρένα intercity μπορούν να αποτελέσουν κίνητρο για ανάπτυξη και απασχόληση.

Η Ελλάδα βασίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην υγειονομική ταφή αποβλήτων, ενώ οι βασικές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται στην ΕΕ είναι η ανακύκλωση και αποτέφρωση. Η παραγωγή στερεών αποβλήτων στην Ελλάδα  αυξάνεται σταθερά  και ανήλθε σε 68,6 εκατ. τόνους το 2008, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 33,7% σε σύγκριση με το 2006. Υπάρχει σημαντικό περιθώριο βελτίωσης μέσω της εισαγωγής ορθών πρακτικών και της προώθησης σύγχρονων μεθόδων διαχείρισης (ανακύκλωση). Δεν υπάρχει σταθερή πολιτική δέσμευση και αποφασιστικότητα για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά το πρόβλημα της διαχείρισης των αποβλήτων στη χώρα. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει κίνδυνο σοβαρών κυρώσεων εξαιτίας της αδυναμίας της να προωθήσει και να επιταχύνει τη συμμόρφωση με την περιβαλλοντική νομοθεσία της ΕΕ.

Όσον αφορά τις υποδομές ύδρευσης με πόσιμο νερό και αποχέτευσης, το 83% περίπου του ελληνικού πληθυσμού καλύπτεται με αστικό δίκτυο αποχέτευσης και σύγχρονες εγκαταστάσεις επεξεργασίας λυμάτων. Η συνολική κατάσταση είναι ικανοποιητική, αν και εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένα κενά σε κάποιες περιοχές σε σχέση με την εφαρμογή του περιβαλλοντικού κεκτημένου. Η ποιότητα του πόσιμου νερού εξακολουθεί επίσης να αποτελεί πηγή ανησυχίας. Ο εποχικός χαρακτήρας του τουρισμού θέτει μια πρόσθετη πρόκληση όσον αφορά την ικανότητα του δικτύου ύδρευσης με πόσιμο νερό. Αναφορικά με το νερό άρδευσης, κρίσιμο ζήτημα είναι η ολοκλήρωση επαρκούς υποδομής συλλογής νερού και αρδευτικών δικτύων.

Αναποτελεσματική χρήση φυσικών πόρων/κλιματική αλλαγή

Η υψηλή κατανάλωση ενέργειας και η χαμηλή επάρκεια σε καύσιμα είναι ορισμένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ενεργειακού τομέα στην Ελλάδα. Κυρίαρχο μερίδιο στο υφιστάμενο ενεργειακό μείγμα κατέχουν τα πετρελαϊκά προϊόντα. Στους μελλοντικούς στόχους περιλαμβάνεται η ευρύτερη χρήση φυσικού αερίου και η αύξηση του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με σημαντικό δυναμικό για τη μεταφορά ορθής πρακτικής από άλλες περιοχές της ΕΕ. Εντούτοις, ο βαθμός χρήσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας είναι χαμηλός και αντιπροσωπεύει μέχρι σήμερα μόνο το 8,2% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας. Συνεπώς, η χρησιμοποίηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για την τήρηση των στόχων της ΕΕ (δηλ. διείσδυση ΑΠΕ κατά 18% στη συνολική κατανάλωση στην Ελλάδα) αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση.

Η Ελλάδα παρουσιάζει υψηλή τρωτότητα στην κλιματική αλλαγή και  πλήττεται ήδη, εφόσον έχουν μειωθεί οι βροχοπτώσεις και αυξηθεί οι θερμοκρασίες. Συνέπειες της κλιματικής αλλαγής είναι η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, η ξηρασία, οι δασικές πυρκαγιές, ο κίνδυνος πλημμυρών, η διάβρωση του εδάφους και η ερημοποίηση, ενώ οι δασικές πυρκαγιές έχουν τις σοβαρότερες οικονομικές, κοινωνικές και οικολογικές επιπτώσεις. Σύμφωνα με μελέτη, η Ελλάδα αντιμετωπίζει τα σοβαρότερα προβλήματα δασικών πυρκαγιών από τις χώρες της ΕΕ.

Ο μετριασμός της κλιματικής αλλαγής και η βελτίωση της επάρκειας των πόρων αποτελεί βασική προτεραιότητα της Ελλάδας, δεδομένης της γεωφυσικής της τρωτότητας και του επιπέδου οικονομικής ανάπτυξης. Η κλιματική αλλαγή θα καταστήσει ελκυστικότερες για τον τουρισμό περιοχές που βρίσκονται βορειότερα της Ελλάδας, προκαλώντας ζημία στις οικονομίες των σημερινών τουριστικών προορισμών. Η κλιματική αλλαγή έχει επηρεάσει σοβαρά τη γεωργία, τη δασοκομία, την αλιεία, την υδατοκαλλιέργεια και τις παράκτιες δραστηριότητες.

Όσον αφορά την αυξανόμενη ανεπάρκεια υδάτινων πόρων, είναι αναγκαία η αποτελεσματικότερη χρήση νερού στη γεωργία, με επενδύσεις σε αποτελεσματικότερες μεθόδους άρδευσης, την παροχή συμβουλών για την επάρκεια του νερού και τη διατήρηση των ρυθμιστικών και διηθητικών λειτουργιών των εδαφών. Δεν έχουν ακόμη εκδοθεί σχέδια διαχείρισης ποτάμιων λεκανών (σύμφωνα με την οδηγία πλαίσιο της ΕΕ για τα ύδατα).

Όσον αφορά τη βιοποικιλότητα, το δίκτυο Natura 2000 και τις γεωργικές εκτάσεις υψηλού φυσικού κάλλους, το ζητούμενο είναι να καθοριστεί και να υλοποιηθεί μια συνολική στρατηγική για την αποτελεσματική προστασία, αποκατάσταση και διαχείριση αυτών των προστατευόμενων περιοχών υψηλής αξίας ως προς τη βιοποικιλότητα. Το δίκτυο Natura 2000 στην Ελλάδα καλύπτει το 21% της χερσαίας έκτασης και το 5,5% των χωρικών υδάτων της. Η παροχή στήριξης της ΕΕ σε μηχανισμούς και δομές προστασίας των τόπων Natura 2000 πρέπει να ενισχυθεί και να εξορθολογιστεί και οι προτεραιότητες χρηματοδότησης θα πρέπει να βασίζονται σε εκ των προτέρων επεξεργασία ενός πλαισίου δράσης προτεραιότητας.

Τα σοβαρότερα προβλήματα ποιότητας του αέρα εντοπίζονται στα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Λάρισα) και σε περιοχές με εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από λιγνίτη (Πτολεμαΐδα και Μεγαλόπολη).

Αναποτελεσματική δημόσια διοίκηση που εμποδίζει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας

Η συνολική επίδοση της δημόσιας διοίκησης στην Ελλάδα είναι σαφώς κατώτερη από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η εικόνα όσον αφορά την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής της πολιτικής και της ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών στην Ελλάδα, είναι πολύ αρνητική (0,52 σε σύγκριση με 1,18 στην ΕΕ).

Η Ελλάδα είναι εγκλωβισμένη σήμερα σε ένα θεσμικό και διοικητικό πλαίσιο που δεν επιτρέπει την εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και πολιτικών, τη σωστή λειτουργία του κράτους και τη δυναμική για την αποκατάσταση της βιώσιμης ανάπτυξης σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Για να υπάρξει πραγματική μεταρρύθμιση προς την πρόοδο και να διαφανεί η αναπτυξιακή προοπτική της χώρας, η Ελλάδα πρέπει να θέσει ως ύψιστη προτεραιότητα την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης.

Η εφαρμογή πολιτικών και μεταρρυθμίσεων αποτελεί μείζονα αδυναμία, εξαιτίας ενός συνδυασμού ασθενούς κεντρικής εποπτείας, σύνθετου νομικού πλαισίου και μιας πολιτικής και διοικητικής νοοτροπίας που ευνοεί την παραγωγή νόμων αντί της παραγωγής αποτελεσμάτων. Η έλλειψη συντονισμού υπονομεύει τις μεταρρυθμίσεις και την εφαρμογή πολιτικής, ιδίως όταν απαιτείται συλλογική δράση. Η έλλειψη λογοδοσίας συνδέεται με την αναποτελεσματικότητα των διοικητικών συστημάτων που έχουν δημιουργηθεί με την πάροδο του χρόνου. Οι μεταρρυθμίσεις και η εφαρμογή πολιτικής προσκρούουν επίσης στην κακή δημοσιονομική διαχείριση που δεν συνδέεται με τη μεταρρύθμιση και τους πολιτικούς στόχους.

Η ουσιαστικά ανύπαρκτη διαχείριση των ανθρώπινων πόρων και η έλλειψη συνέχειας στη δημόσια διοίκηση εξαιτίας πολιτικών παρεμβάσεων έχουν δημιουργήσει με την πάροδο των ετών μια ασθενή δημόσια διοίκηση, έλλειψη ικανότητας λήψης αποφάσεων και διοικητικής συνέχειας όσον αφορά την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων και πολιτικών. Η ηλεκτρονική διακυβέρνηση και η παροχή ηλεκτρονικών υπηρεσιών στους πολίτες παραμένουν σε αρχικό στάδιο, η διασυνοριακή και διακρατική συνεργασία αντιμετωπίζει αναίτιες καθυστερήσεις και δυσκολίες και υπάρχουν ζωτικές ελλείψεις στη συλλογή και διαχείριση δεδομένων· όλα αυτά εμποδίζουν την αποτελεσματική και τεκμηριωμένη εφαρμογή μεταρρυθμίσεων και πολιτικών.

Άλλη μία σημαντική πρόκληση είναι η αντιμετώπιση της συστημικής διαφθοράς. Το 2011, η Ελλάδα κατείχε, με μόλις 3,4 μονάδες με άριστα το 10, την προτελευταία θέση απ’ όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ στον δείκτη εκτιμώμενης διαφθοράς της Διεθνούς Διαφάνειας. Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του Ευρωβαρόμετρου για τη διαφθορά, του 2011, σχεδόν το σύνολο των Ελλήνων πολιτών (98%) πιστεύει ότι η διαφθορά είναι σοβαρό πρόβλημα της χώρας. Κατά την εκτίμηση της Διεθνούς Διαφάνειας, η παραοικονομία αντιπροσωπεύει το ένα τρίτο του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος της Ελλάδας και η φοροδιαφυγή ανέρχεται περίπου σε 20 δισ. δολάρια ΗΠΑ ετησίως. Εκτιμάται ότι το δωροδόκημα στην Ελλάδα ανήλθε σε 632 εκατ. το 2010. Αυτό περιορίζει τη ικανότητα της Ελλάδας να χρηματοδοτήσει επαρκώς τον δημόσιο τομέα.

Απαιτούνται επίσης μεταρρυθμίσεις στο ελληνικό δικαστικό σύστημα, διότι είναι άκρως αναποτελεσματικό με βάση τα διεθνή πρότυπα. Οι πολίτες και οι επιχειρήσεις πρέπει να έχουν εμπιστοσύνη ότι το δικαστικό σύστημα θα παρέχει αποτελεσματικές λύσεις και θα σέβεται τα δικαιώματά τους. Το σύστημα χαρακτηρίζεται από περίπλοκες διαδικασίες που συνεπάγονται υπερβολικές καθυστερήσεις στην εκδίκαση των υποθέσεων, με μεγάλο όγκο συσσωρευμένων εκκρεμών υποθέσεων.


[1] Το 30%, εάν υπάρχουν οι σωστές οι συνθήκες.

[2] Βάσει υφισταμένων μέτρων, έκθεση της Επιτροπής Πρόοδος προς την επίτευξη των στόχων του Κιότο (2012)

[3] Μερίδιο μικροεπιχειρήσεων στις επιχειρήσεις: GR: 96,5%· EΕ-27: 92,1%. Εκτιμήσεις για το 2010 της Cambridge Econometrics βάσει των στοιχείων της Eurostat για την περίοδο 2002-2007.