Η βία της αφθονίας


1Από τον Κίμπι

«Καταδικάζετε τη βία από όπου κι αν προέρχεται;». Το επιεικώς χαζοχαρούμενο ερώτημα έγινε το αγαπημένο δίλημμα που θέτει η κυβέρνηση το τελευταίο διάστημα μετ’ επιτάσεως στην αντιπολίτευση. Παρ’ ότι δεν θέλει και ιδιαίτερη επιχειρηματολογία για να δείξει κανείς πόσο ανιστόρητο είναι, παρ’ όλο που η παγκόσμια πραγματικότητα βρίθει αποδείξεων του αξιώματος ότι «η βία ήταν και παραμένει μαμή της Ιστορίας», το ερώτημα εξακολουθεί να προκαλεί χαρακτηριστική αμηχανία. Ιδιαίτερα όταν αφορά την πολιτική και κοινωνική βία.
Όσο οδυνηρή κι αν είναι η πραγματικότητα αυτή κι όσο κι αν οι βασικοί πολιτικοί και ιδεολογικοί συντελεστές της διεθνούς και της εθνικής κοινωνικής συνθήκης έχουν προσχωρήσει -ρητορικά και μόνο- στην αρχή της «μη βίας», αυτή ήταν και είναι όρος εξέλιξης κάθε συστήματος και καθεστώτος. Τίποτε δεν έχει αλλάξει από την εποχή που ο Γκάτσος το συμπύκνωσε στον στίχο του για τον Κεμάλ: «Νικημένο μου αστέρι, δεν αλλάζουν οι καιροί, με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί». Η βία παραμένει όρος ύπαρξης μιας ανθρωπότητας κατακερματισμένης σε ανταγωνιστικά έθνη, κράτη, ενώσεις, τάξεις, παρά το γεγονός ότι προηγήθηκε ένας παγκόσμιος πόλεμος που την απείλησε με αφανισμό χάρη στις ασύλληπτες τεχνικές εξολόθρευσης που επινόησε. Η άσκηση βίας ή η απειλή χρήσης της -ακόμη και στην πιο παράλογη, ισοπεδωτική μορφή της, τα πυρηνικά όπλα- παρέμεινε ρυθμιστής των διεθνών σχέσεων και της κατανομής της γεωπολιτικής ισχύος. Αλλά και των σχέσεων εξουσίας μέσα σε κάθε οργανωμένο (ή αποδιοργανωμένο) κράτος.
Η ίδια η ύπαρξη του κράτους, είτε στις αρχαιότερες μορφές του είτε στη σύγχρονη, του εθνικού κράτους, προϋποθέτει και ενσωματώνει έναν βαθμό βίας που ασκείται από τον Κυρίαρχο προς τους υπηκόους του. Διόλου τυχαία, στην αρχαιοελληνική μυθολογία το Κράτος και η Βία, παιδιά της Στυγός και του Πάλλαντα, μαζί με τα αδέρφια τους, τον Ζήλο και τη Νίκη, πολέμησαν στο πλευρό του Δία κατά την Τιτανομαχία. Κι είναι οι ίδιοι που, κατά τον Αισχύλο, βοηθούν τον Δία να δέσει τον Προμηθέα στον Καύκασο για το ατόπημά του: να αμφισβητήσει το θεϊκό μονοπώλιο της εξουσίας και της γνώσης. Δεν έχει υπάρξει πιο εύγλωττη και γοητευτική συμπύκνωση της αλήθειας ότι η βία αποτελεί θεμέλιο κάθε κυριαρχίας.
Πρόκειται, βεβαίως, για βία κατά τεκμήριο αποδεκτή και νομιμοποιημένη. Είτε με την ανοχή είτε και με την έγκριση των υπηκόων. Αλλά, πρόκειται και για μια βία οριοθετημένη, τουλάχιστον στα λεγόμενα «κράτη δικαίου». Η εξουσία άσκησης βίας που εκχωρείται στον κυρίαρχο έχει ένα θεωρητικό αντάλλαγμα. Να παράσχει ασφάλεια στους πολίτες. Ασφάλεια κοινωνική και πολιτική, σωματική και ηθική, ατομική και συλλογική. Στις φιλελεύθερες καπιταλιστικές δημοκρατίες, μάλιστα, προστέθηκε ως διακηρυγμένος στόχος της κρατικής βίας (ή της απειλής χρήσης της) και η οικονομική ασφάλεια, τόσο με την έννοια της προστασίας της ιεράς ιδιοκτησίας και των περιουσιακών δικαιωμάτων, όσο και με την έννοια  των αναγκαίων, βίαιων περιορισμών τους, στο όνομα κάποιου βαθμού αναδιανομής του πλούτου υπέρ των ασθενέστερων. Η οικονομική βία που ασκείται μέσω της φορολογίας ή της οικονομικής δραστηριότητας του κράτους στη Δύση νομιμοποιείται ακόμη και από συνταγματικά διακηρυγμένους στόχους περί «κοινωνικής ειρήνης» ή υποχρεωτικής «ταξικής συνεργασίας». Το γερμανικό σύνταγμα την απογειώνει, ορίζοντας την «αρχή της συναίνεσης» (consensus)  ως υποχρεωτική διαδικασία διαβούλευσης κράτους, ρυθμιστικών Αρχών, επιχειρήσεων και συνδικάτων.
Σ’ αυτήν τη νομιμοποιημένη, εκ πρώτης όψεως, έκφραση της κρατικής βίας, διασπαρμένη σε νόμους, κυρώσεις, κατασταλτικούς μηχανισμούς, υποκρύπτεται και μια έμμεση αναγνώριση της «φυσικής βίας» που υποβόσκει στις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις των καπιταλιστικών κοινωνιών. Γίνεται αποδεκτό ότι η βία που ξεπηδάει από τις σχέσεις αυτές, εδραιωμένες στη διαρκή αναπαραγωγή και διεύρυνση της ανισότητας, είναι τόσο αναπότρεπτη που μόνο η διαρκής αποτροπή και καταστολή της με την επίσημη αντι-βία εξασφαλίζει κάποια ευστάθεια και ισορροπία στο σύστημα. Η επίσημη βία δεν έχει άλλο κεντρικό στόχο παρά να «καταργεί» την πάλη των τάξεων ή να περιορίζει τις πιο απειλητικές, βίαιες εκφράσεις της. (Ο Ζήλος είναι πάντα εκεί, δίπλα στα αδέρφια του, το Κράτος και τη Βία, ως αρχέγονη έκφραση του «ανταγωνισμού» στην οικονομική δράση και την κοινωνική συμπεριφορά και ως μυθολογική εκδοχή του κοινωνικού φθόνου που πάντα γεννούσε η άνιση και άδικη κατανομή του πλούτου και της ισχύος).
Ωστόσο, η αποδοχή ή ανοχή της επίσημης βίας και η αποχή από τις εξάρσεις της κοινωνικής βίας των «υποτελών» τάξεων, σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο, συνοδεύονταν από μια βασική υπόσχεση προς τις τάξεις αυτές: ότι η «κοινωνική ειρήνη» θα έχει ως αντάλλαγμα μια σχετικά εγγυημένη διαρκή βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης. Ότι το εισόδημά τους θα αυξάνεται, έστω κι αν το μερίδιό τους στον συνολικό πλούτο θα μειώνεται. Ότι θα έχουν διαρκή και διευρυνόμενη πρόσβαση σε καταναλωτικά αγαθά, περιουσιακά στοιχεία, ιδιοκτησία. Ακόμη και μερίδιο στον «λαϊκό καπιταλισμό» των μικρομετόχων. Ότι όσο βάζουν πλάτη στη μεγέθυνση της πίτας, τόσο μεγαλύτερο κομμάτι της θα δικαιούνται. Επομένως, η επίσημη βία εναντίον όσων απειλούσαν αυτό το «κοινωνικό συμβόλαιο» έβρισκε ευρεία νομιμοποίηση σε μια κυμαινόμενη πλειοψηφία της κοινωνίας. Γι’ αυτό και οι μεταπολεμικές εκδοχές της «κοινωνίας της αφθονίας» στη Δύση περιελάμβαναν ως παράρτημα του «κοινωνικού συμβολαίου» και τη σιωπηρή ρήτρα ανοχής σε ποικίλες εκδοχές κρατικής βίας: στις στρατιωτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ και άλλων ισχυρών χωρών όπου Γης, στην ανοικτή στήριξη δικτατορικών καθεστώτων στις «μπανανίες», στην ευρεία χρήση κατασταλτικών μηχανισμών εναντίον κάθε ομάδας που έσπαζε το «συμβόλαιο ανοχής» στις καπιταλιστικές μητροπόλεις. Διόλου τυχαία, η «μεγάλη έκρηξη» των πολύμορφων νεανικών κινημάτων, τα οποία στο τέλος της δεκαετίας του ’60 σάρωσαν τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, όσο κι αν κραύγασε ενάντια στην ανηθικότητα αυτού του «συμβολαίου», όσο κι αν κατήγγειλε τη «βία της αφθονίας» και αντιπαρέθεσε τη «δίκαιη βία των σκλάβων», δεν κατάφερε να κερδίσει την κοινωνική πλειοψηφία. Η «επιστροφή στην κανονικότητα» (retour a la normale, σύμφωνα με το σαρκαστικό σύνθημα του Γαλλικού Μάη) ήταν μια οδυνηρή διαδικασία διεύρυνσης των ορίων της κρατικής βίας.
Ωστόσο, σήμερα ζούμε μια μεγάλη ανατροπή. Η «συμφωνία» πάνω στην οποία βασιζόταν η ανοχή της επίσημης βίας έχει διαρραγεί. Ούτε το κράτος, ούτε η πολιτική ελίτ, ούτε οι τεχνοκράτες της οικονομίας εγγυώνται το αντάλλαγμα της «βίας της αφθονίας». Γιατί η πρόσβαση στην αφθονία δεν είναι πια δεδομένη για όλους, ούτε καν για μια σχετική πλειοψηφία του πληθυσμού. Αντιθέτως, με κορυφαίο παράδειγμα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, στις λοιπές μνημονιακές χώρες και σε όλη την Ευρωζώνη, το δόγμα της λιτότητας εξαφανίζει την επαγγελία της αφθονίας. Και μάλιστα χωρίς ημερομηνία λήξης (όταν ο «ονειροκρίτης» Ιωσήφ προειδοποίησε τον φαραώ της Αιγύπτου πως «οι μέρες της αφθονίας του είναι μετρημένες», όρισε τουλάχιστον ένα επταετές πρόγραμμα λιτότητας και αποταμίευσης για να αντιμετωπιστεί ο επταετής λιμός που θα ερχόταν, σύμφωνα με το όνειρο του φαραώ. Εδώ ισχύει το αντίστροφο: οι μέρες της στέρησής μας είναι απροσδιόριστες. Και μάλλον απεριόριστες).
Το αποτέλεσμα είναι πως η επίσημη βία χάνει την ελάχιστη οικονομική και κοινωνική της νομιμοποίηση. Κι αφήνει όλο και περισσότερο ζωτικό χώρο για έξαρση και νομιμοποίηση της βίας από τα θύματα της «προσαρμογής». Πολύ περισσότερο που η επίσημη βία δεν επιβάλλεται πια από τον κατά συνθήκη εγχώριο Κυρίαρχο, τον εκλεγμένο και νομιμοποιημένο από την κοινοβουλευτική διαδικασία. Αλλά από μια δύναμη εξωτερική, ξένη προς το κοινωνικό σώμα. Από μια τρόικα, μια Κομισιόν, μια ΕΚΤ, ένα ΔΝΤ που επιβάλλουν ως μόνιμη πλέον την κατάσταση έκτακτης ανάγκης που διερχόμαστε.
Από την άποψη αυτή ηχεί ως αφέλεια, αν όχι και υποκρισία, το ερώτημα με το οποίο ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη επιχείρησε να συμπυκνώσει τη δημόσια φλυαρία για τους «νέους τρομοκράτες των βορείων προαστίων»: «Τι αναγκάζει μια κοινωνία της αφθονίας να γεννάει τρομοκράτες;», αναρωτήθηκε. Μήπως το ότι η αφθονία εξαφανίστηκε ακόμη και ως ψευδαίσθηση; Μήπως, λέμε…
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
…Η κοινωνία της ευημερίας είναι μια πολεμική κοινωνία. Πρέπει να έχει έναν Εχθρό, με κεφαλαίο Ε, έναν πλήρη Εχθρό. Γιατί νομίζω ότι η διαιώνιση της σκλαβιάς, η διαιώνιση του θλιβερού αγώνα για την ύπαρξη μπροστά στις καινούριες δυνατότητες της Ελευθερίας, ενεργοποιεί και δίνει ένταση σε μια πρωταρχική επιθετικότητα, σ’ ένα βαθμό άγνωστο μέχρι τώρα στην ιστορία. Και η πρωταρχική αυτή επιθετικότητα πρέπει να κινητοποιηθεί με τρόπο χρήσιμο για την κοινωνία, αλλιώς θα τινάξει το ίδιο το σύστημα. Γι’ αυτό και η ανάγκη για έναν Εχθρό, που πρέπει να υπάρχει ή να δημιουργηθεί αν δεν υπάρχει. Τολμώ να πω ότι, ευτυχώς, ο Εχθρός υπάρχει. Αλλά πρέπει, στην κοινωνία αυτή, η εικόνα του και η δύναμη του να εξογκωθούν πέρα από κάθε μέτρο για να μπορέσει να κινητοποιήσει την επιθετικότητα αυτή της κοινωνίας της αφθονίας με τρόπο χρήσιμο σ’ αυτήν. Το αποτέλεσμα είναι μια ακρωτηριασμένη, σακατεμένη και μάταιη ανθρώπινη ύπαρξη: μια ανθρώπινη ύπαρξη που υπερασπίζεται βίαια τη σκλαβιά της.

Χέρμπερτ Μαρκούζε, «Απελευθέρωση από την κοινωνία της αφθονίας» (από το συλλογικό έργων των Σουίζι, Καρμάικλ, Μπέιτσον, Γκεράσι, Γκόλντμαν, Λενγκ, «Η διαλεκτική της απελευθέρωσης» – 1972)

(Επενδυτής, 9/2/2013)

http://kibi-blog.blogspot.gr/2013/02/blog-post_9.html

Για μια νέα τυραννία, των αστών την κοινωνία


1

“ Το αυταρχικό κράτος είναι ΕΔΩ για να υπερασπιστεί το μεγάλο Κεφάλαιο και τα συμφέροντα των δυναστών του λαού μας ”

Του Δημήτρη Μπεκιάρη

Στο εξαιρετικό και μεγάλης αξίας δοκίμιό του με τίτλο «Το αυταρχικό κράτος» ο Μαξ Χορκχάιμερ ανέφερε μεταξύ πολλών άλλων:

«Το αυταρχικό κράτος είναι καταπιεστικό σε όλες του τις μορφές. Η άμετρη σπατάλη δεν παράγεται πια από τους οικονομικούς μηχανισμούς με την κλασσική έννοια. Προέρχεται από τις υπέρμετρες ανάγκες του εξουσιαστικού μηχανισμού και την καταστροφή κάθε πρωτοβουλίας από την μεριά των εξουσιαζόμενων: η υπακοή δεν είναι και τόσο παραγωγική. Παρά την υποτιθέμενη έλλειψη κρίσεων δεν υπάρχει καμιά αρμονία. Αν και η υπεραξία δεν αποροφάται πια σαν κέρδος αποτελεί ακόμα το εστιακό σημείο. Η κυκλοφορία εξαλείφεται και η εκμετάλλευση αλλάζει μορφή. Η πλατιά διαδεδομένη θέση στην οικονομία της αγοράς, που υποστήριζε ότι η αναρχία της κοινωνίας συνδέεται με τη χαλαρή βιομηχανική πειθαρχία, σήμερα έχει καταλήξει να σημαίνει ότι ο έλεγχος πάνω στη φύση, η πάλη για την κατάκτηση της παγκόσμιας αγοράς κι η φασιστική πειθαρχία που πρέπει να επιβληθεί στο λαό είναι όροι αλληλένδετοι μεταξύ τους. Ακόμα και αν οι ελίτ σήμερα συνωμοτούν ενάντια στους ίδιους τους λαούς, πάντοτε είναι έτοιμες να αρπάξουν ακόμα περισσότερα θηράματα από το κυνηγετικό τους πεδίο».

Τα όσα έγραψε ο Χορκχάιμερ το 1940 δείχνουν να βρίσκουν απόλυτη εφαρμογή στην Ελλάδα, αλλά και σε διεθνές επίπεδο εν έτει 2013.

Η Ελλάδα, η οποία αποτέλεσε το πρώτο πειραματόζωο του οικονομικού πειράματος που βρίσκεται σε εξέλιξη στον ευρωπαϊκό χώρο, θα γίνει το πρότυπο παράδειγμα της οικοδόμησης του πιο φασιστικού και αυταρχικού κράτους στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η σημερινή εντεταλμένη της υπερεθνικής ελίτ κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά, ενώ διακηρύττει σε μόνιμη βάση ότι κεντρική στρατηγική επιλογή είναι επί της ουσίας «το λιγότερο κράτος», ενισχύει παράλληλα τον κρατικό αυταρχισμό. Ας προσέξουμε τούτο: Από την κατευθυνόμενη προπαγάνδα κατασυκοφάντησης των δημοσίων υπαλλήλων εξαιρούνται τα Σώματα Ασφαλείας και ο κλήρος, που συνήθως αποτελούν αναγκαία εργαλεία για την παγίωση της αστικής εξουσίας.

Δεν είναι ψέμα ότι η σημερινή κυβέρνηση είναι εχθρική προς τη δημοκρατία. Εξάλλου το έχει αποδείξει με την άγρια καταστολή των κινητοποιήσεων αντίστασης του ελληνικού λαού στη λαοκτόνα πολιτική που εφαρμόζει, με τις επιτάξεις των μέσων μαζικής μεταφοράς και τις επιστρατεύσεις των απεργών, με την καταπάτηση του Συντάγματος (έστω και αν αποτελεί αστικό δημιούργημα), με τη μεθοδευμένη και σταδιακή λογοκρισία και με τον αυστηρό έλεγχο του Τύπου, με τις συλλήψεις δημοσιογράφων, με την «ανακατάληψη» αυτοδιαχειριζόμενων στεκιών και χώρων πολιτισμού, με τις επικοινωνιακές «αντιτρομοκρατικές» φιέστες, οι οποίες σε συνδυασμό με την ενοχοποίηση ολόκληρων πολιτικών χώρων ενισχύουν τα φοβικά σύνδρομα του λαού, με την κραυγαλέα και προκλητική μη υπακοή στις αποφάσεις της ελληνικής δικαιοσύνης (βλέπε την στάση του Γιάννη Στουρνάρα στην υπόθεση των δικαστικών αποφάσεων για τα χαράτσια), με τα πογκρόμ σε βάρος των μεταναστών και κυρίως με την ενεργοποίηση των οργουελιανών μηχανισμών προπαγάνδας μέσω των ΜΜΕ που ελέγχουν οι σύμμαχοι, αλλά και εντολείς της τρικομματικής κυβέρνησης δηλαδή οι ντόπιοι ολιγάρχες.

Η κρίση χρέους, που έπληξε την Ευρωζώνη και βεβαίως την Ελλάδα, πέραν από την διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής που προκάλεσε με ταχύτατους ρυθμούς, πέραν από την ολοκληρωτική κατάρρευση των στερεότυπων της αστικής διαχείρισης του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος, πέραν από την αποκάλυψη και το ξέβρασμα των ναζί και των χουντοσταγονιδίων που κρύβονταν επί δεκαετίες εντός της Νέας Δημοκρατίας και σήμερα έχουν ενσωματωθεί στον φυσικό τους χώρο δηλαδή στη Χρυσή Αυγή, πέραν από τις αναδιατάξεις στο πολιτικό σύστημα και τις άρδην μεταβολές στους πολιτικούς φορείς, έφερε στο φως και μία ακόμη πραγματικότητα: Η Αστική Δημοκρατία, τελικά δεν είναι και τόσο δημοκρατική, δεν είναι και τόσο ανεκτική, όταν απειλείται το Status Quo της κυριαρχίας της ντόπιας λούμπεν μεγαλοαστικής Τάξης, αλλά και του διεθνούς μεγάλου Κεφαλαίου. Σε ότι αφορά στην Ελλάδα, όσο οι μεγάλες μάζες του πληθυσμού είχαν εγκλωβιστεί στην διπολική παραταξιακή αντιπαράθεση του δικομματισμού, όσο οι αναπτυξιακοί δείκτες βρίσκονταν σε υψηλό επίπεδο, όσο μεγάλο τμήμα του πληθυσμού για τα δεδομένα της εποχής ευημερούσε, όσο είχαν εξαλειφθεί οι παράγοντες κοινωνικής και πολιτικής αποσταθεροποίησης, όσο το πολιτειακό μοντέλο της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση, όσο ο στρατός θεωρείτο ότι είχε εκδημοκρατιστεί, ότι η αστυνομία και τα σώματα ασφαλείας είχαν αποχουντοποιηθηθεί, όσο με λίγα λόγια λειτουργούσε ως ιερό τοτέμ η μεταπολιτευτική επίφαση Δημοκρατίας, η Αστική Δημοκρατία έδειχνε ανεκτική σε τυχόν «παρεκκλίσεις» και τις αποδομούσε μέσω ενός διαδικαστικού πλαισίου καθολικής αποδοχής της δικής της πολιτικής ορθότητας.

Οι «παρεκλίσσεις» αυτές ήταν για παράδειγμα το αίτημα για περισσότερη δημοκρατία, σε μία περίοδο που το μεταπολιτευτικό status δημοκρατικής σταθερότητας δεν ήταν δυνατόν να αμφισβητηθεί, εξαιτίας των ψευδαισθήσεων της ευρισκόμενης σε λήθαργο και καταναλωτικό παροξυσμό, όπως επίσης αδρανοποιημένης σε σχέση με τις αναζητήσεις της για την ποιότητα της «Δημοκρατίας», κοινωνίας. Το σύνθημα «Ο αγώνας τώρα δικαιώθηκε», η μεταπολιτευτική «νίκη της Δημοκρατίας» ή το επιχείρημα ότι «η Δημοκρατία δεν ηττάται», εντυπώθηκαν στο συλλογικό ασυνείδητο ως ακατάλυτη πραγματικότητα και έγιναν κτήμα της ελληνικής κοινωνίας, ενώ συντελείτο η αλλοίωση του αγωνιστικού DNA του ελληνικού λαού. Ο ίδιος λαός που πολέμησε στις τάξεις του ΕΑΜ, δέχεται σήμερα στωικά την ταπείνωση της εφαρμογής των δανειακών συμβάσεων.

Η Αστική Δημοκρατία, λοιπόν, έπαψε να είναι τόσο δημοκρατική, όταν οι θιασώτες της διέκριναν στον ορίζοντα τις απειλές σε βάρος της, υπό το βάρος των βίαιων οικονομικών και κοινωνικών μεταβολών. Ενώ οι κυριότεροι εκπρόσωποι του «αστικοδημοκρατικού» πολιτικού συστήματος ήταν εκείνοι, οι οποίοι πριν την προσφυγή της Ελλάδας στον μηχανισμό στήριξης, προπαγάνδιζαν διακριτικά το «πέρασμα» από την εποχή των μονοκομματικών, ισχυρών και αυτοδύναμων κυβερνήσεων, στα κυβερνητικά σχήματα συνεργασίας, τελικά οι εξελίξεις εκτροχίασαν τον προγραμματισμό των ελίτ και μετέβαλλαν το «σταθερό» δικομματικό σύστημα της μεταπολίτευσης σε «κινούμενη άμμο», μέσα σε μία νύχτα. Το ισχυρό ΣΟΚ που δέχτηκαν οι αστοί, επιτάχυνε τις διαδικασίες στο πεδίο της οικοδόμησης του αυταρχικού κράτους, σε μία συγκυρία που η άνευρες κοινωνικές μάζες, λέγεται, ότι συντηρητικοποιούνται.

Η λεγόμενη αστική τάξη, το αστικό σύστημα και τα αστικά πολιτικά κόμματα, τα οποία συνιστούν επί της ουσίας τους πολιτικούς βραχίονες της λούμπεν μεγαλοαστικής τάξης, δεν διαπραγματεύονται το «προνόμιό τους» να εξουσιάζουν. Η ελληνική ιστορία διαθέτει ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα διεθνώς: Ενώ το ΕΑΜ – ΕΛ.ΑΣ. απελευθέρωσε την Ελλάδα από την γερμανική Κατοχή, συμβάλλοντας αποφασιστικά στον αντιφασιστικό αγώνα, η αστική τάξη, η ολιγαρχία υφάρπαξε με βίαιο τρόπο μαζί με τους δωσίλογους της Κατοχής, με τα προδοτικά Τάγματα Ασφαλείας, και βέβαια προς όφελος των ξένων ιμπεριαλιστών, παρέα με τις βρετανικές κατοχικές δυνάμεις από το Δεκέμβριο του 1944 και με τους Αμερικανούς στο τέλος του εμφυλίου, το δικαίωμα στην ανεξαρτησία και στην αυτοδιάθεση του λαού.

Σήμερα, ο ελληνικός λαός στενάζει κάτω από την μπότα του γερμανικού οικονομικού εθνικισμού, ο οποίος επιδιώκει να μετατρέψει την Ελλάδα σε επικράτεια της γερμανικής ενδοχώρας. Η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο της κρίσης του παγκόσμιου Καπιταλισμού Το αστικό σύστημα, δεν αφήνει κανένα περιθώριο στον ελληνικό λαό να γίνει αφέντης στον τόπο του. Στις δύο πρόσφατες, διαδοχικές εκλογικές μάχες, η ντόπια και υπερεθνική ελίτ, ενεργοποίησαν τους δικούς τους μηχανισμούς προπαγάνδας και καθοδήγησαν το επικοινωνιακό επιτελείο της Νέας Δημοκρατίας, ώστε να διατηρήσουν τη χώρα σε καθεστώς κατοχής, ώστε να συνεχιστεί απαρέγκλιτα και με συνέπεια το πρόγραμμα εξανδραποδισμού του ελληνικού λαού, το πλιάτσικο στη δημόσια περιουσία, δηλαδή στον πλούτο του λαού μας και βέβαια η μετατροπή του νοτίου αυτού άκρου της Ευρώπης, που λέγεται ελληνική επικράτεια, σε «πρότυπο» εργασιακό κάτεργο, στην πρώτη ευρεία Ειδική Οικονομική Ζώνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Για παράδειγμα, δεν έχει προηγούμενο η πολεμική που δέχτηκε ένα πολιτικό κόμμα, δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ, από όλα τα συστήματα και παρασυστήματα εξουσίας, από την μιντιοκρατία, από την τραπεζοκρατία, αλλά και από το παρακράτος, ώστε μέσα σε κλίμα τρομοκρατίας να μπουν εμπόδια στη νίκη του λαού μας. Φυσικά η προπαγάνδα δεν είχε βραχυπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα την προεκλογική περίοδο. Τα χαλκεία της ενημέρωσης, με τρόπο και μεθοδολογίες που παραπέμπουν στον εμφύλιο πόλεμο, εξακολουθούν και διαδραματίζουν τον ρόλο τους στο πλευρό της Αστικής Δημοκρατίας. Τα τσιράκια της εργοδοσίας και οι πρότυποι ιδιωτικοί στρατοί της επιχειρηματικής ελίτ κατατρομοκρατούν τους εργαζόμενους.

Ταυτόχρονα η άνοδος της ναζιστικής και φιλοχουντικής Χρυσής Αυγής, εντάσσεται, όπως σε κάθε περίοδο οικονομικής κρίσης που το σοσιαλιστικό κίνημα ή η Αριστερά έχουν πιθανότητες πολιτικής κυριαρχίας, στο γενικότερο σχέδιο διάσπασης του λαϊκού κινήματο, υλοποίησης της «Στρατηγικής της Έντασης», όποτε χρειαστεί, και «τσακίσματος» των λαϊκών αγώνων και των αγώνων των εργαζομένων. Πολύ σωστά, πριν από αρκετούς μήνες, η γενική γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας είχε δηλώσει ότι «Η Χρυσή Αυγή είναι το μαστίγιο του συστήματος».

Η Χρυσή Αυγή, πέραν της ένταξης του ρόλου της στο πολιτικό σχέδιο της προετοιμασίας της ελληνικής κοινωνίας και του εκλογικού σώματος για το μελλοντικό δίλημμα «Σαμαράς ή ναζί» ή «Μμνημόνιο ή τανκς», διαδραματίζει και έναν ακόμη ρόλο, πάντοτε ευρισκόμενη στην υπηρεσία, όχι μόνο του Κεφαλαίου, αλλά και του αυταρχικού κράτους που οικοδομεί συστηματικά η τρικομματική κυβέρνηση των Μερκελιστών: Εξαιτίας του ακατάληπτου, γενικόλογου, αντιεπιστημονικού, κενού περιεχομένου, χαοτικού, διφορούμενου, μισαλλόδοξου  εύπεπτου και αστήρικτου σε οικονομικά μοντέλα πολιτικού λόγου που αρθρώνει, αλλά και της δήθεν «αντισυστημικής» ρητορικής και δράσης της, ενσωματώνει πολύ πιο εύκολα εκτός από τα λούμπεν τμήματα της ευρείας μικροαστικής μάζας και την απολιτίκ και χωρίς παραστάσεις και πολιτική συγκρότηση νεολαία, με αποτέλεσμα να αποτελεί δεξιό ανάχωμα της ροής ψήφων προς την Αριστερά.

Η Αστική Δημοκρατία, όμως, η οποία όταν απειλούνται τα συμφέροντα της οικονομικής ελίτ που την χειραγωγούν παύει να είναι και τόσο «Δημοκρατία», χρησιμοποιεί και πιο παραδοσιακές μορφές κοινωνικού ελέγχου και περιστολής των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών: Τους κατασταλτικούς μηχανισμούς και ενίοτε τη δικαιοσύνη.

Οπωσδήποτε ο βασανισμός των φερόμενων ως τρομοκρατών και ληστών της Κοζάνης, είναι δείγμα της ολικής επαναφοράς της χωροφυλακίστικης αντίληψης, όχι μόνο στο πεδίο της ανάκρισης των φερόμενων ως υπόπτων για αξιόποινες πράξεις, αλλά και σε εκείνο της αντεκδίκησης του κράτους απέναντι σε όσους είναι απείθαρχοι και πρόθυμοι αν όχι να συνεργαστούν, να αντιδράσουν στην επιβαλλόμενη και εξοντωτική για το λαό πολιτική. Η αποκάλυψη του διπλωμάτη Λεωνίδα Χρυσανθόπουλου, ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει συνάψει συμφωνία με την πρώην Blackwater και νυν Academi, δηλαδή μία εταιρεία μισθοφόρων, η οποία έχει παρουσία στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ DEUTSCHE BANK, ενισχύει τη βεβαιότητα ότι οι εξουσιαστές του ελληνικού λαού από τη μία είναι αδίστακτοι και από την άλλη ανασφαλείς. Ανασφαλείς, διότι γνωρίζουν ότι αν παρουσιαστούν συνθήκες έκτακτης ανάγκης, όπως για παράδειγμα μία εξέγερση, τότε τα ταπεινωμένα, εξαιτίας των μισθολογικών περικοπών, σώματα ασφαλείας ή ακόμη και ο στρατός πιθανότατα θα αποφύγουν για ευνόητους λόγους, την απευθείας σύγκρουση με το λαό. Ταυτόχρονα δεν είναι τυχαία η αποκάλυψη των σχεδίων για τη δημιουργία φορολογικών φυλακών, ο πόλεμος σε βάρος της μικροϊδιοκτησίας και η κατασταλτική φορολογική πολιτική σε βάρος των οικονομικά αδυνάτων και μόνο.

Ούτε βέβαια, είναι τυχαίο, και έχει ιδιαίτερη σημειολογία, το γεγονός ότι για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης πραγματοποιήθηκαν μαζικές προσαγωγές και συλλήψεις στελεχών του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, όπως συνέβη μετά τα επεισόδια (τα οποία βέβαια δεν προκάλεσαν τα μέλη του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ) στο εν Ελλάδι στρατηγείο της Τρόικας … στο υπουργείο Εργασίας. Και ενώ η κρατική καταστολή σε βάρος του δοκιμαζόμενου και φτωχοποιημένου ελληνικού λαού οργιάζει, η ελληνική κοινωνία εξαντλημένη από την αντιλαϊκή επίθεση που δέχεται καθημερινά και μη έχοντας προσανατολισμό να διοχετεύσει την αντίδρασή της στην καπιταλιστική λαίλαπα, ανέχεται τα επικήδεια χουντογλέντια, σαν και εκείνο που έλαβε χώρα στην κηδεία του αμετανόητου χουντικού φασίστα δολοφόνου Ντερτιλή, όπου παρήλασαν όλα τα χουντοκατάλοιπα. Οι χουντικοί που κρύφτηκαν στα λαγούμια τους για δεκαετίες, βγήκαν στο φως της ημέρας για να εκμεταλλευτούν ένα μοναδικό «επίτευγμα» της αστικής Δημοκρατίας: Την δυνατότητα που τους δόθηκε να συμψηφίσουν την προδοτική δράση της Χούντας με την μεταπολίτευση, η οποία παρά τα κακά της και τον εκφυλισμό της, είναι η μοναδική περίοδος της ιστορίας του ελληνικού κράτους, που – τυπικά τουλάχιστον – δεν ποινικοποιήθηκαν πολιτικές απόψεις και δεν υπήρξαν πολιτικές διώξεις, ούτε ακόμη για τους Χουντικούς (δυστυχώς). Σε αυτή την περίπτωση, ο εκπρόσωπος του αυταρχικού κράτους, ο Σίμος Κεδίκογλου σιώπησε, εντοπίζοντας στον εσμό που συγκεντρώθηκε εκεί τις πιθανές μελλοντικές εφεδρείες της σημερινής Δεξιάς διακυβέρνησης.

Ένα είναι βέβαιο: Το αυταρχικό κράτος ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ και θα στραφεί με μεγαλύτερη ένταση κατά του λαού και της Δημοκρατίας.

Και όσο δεν υπάρχει αντίδραση και λαϊκή επαγρύπνηση θα συμβαίνει αυτό που λέει το τραγούδι που έγραψε ο Χρήστος Λεοντής σε στίχους Μήτσου Ευθυμιάδη:

Μπρος λοιπόν ολιγαρχία,

βάλε αέρα στα πανιά,

για μια νέα τυραννία,

των αστών την κοινωνία

Ακούστε το: http://www.youtube.com/watch?v=uAHX6BVfRxY&feature=player_embedded

Πηγή.

http://www.periodista.gr/index.php/greece/item/1910-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%BD%CE%AD%CE%B1-%CF%84%CF%85%CF%81%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%8E%CE%BD-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CE%B9%CE%BD%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B1